← Κύπρος

Μάριος Σωτηρίου ν. HASAN HUSEYIN άλλως HASAN HUSEYIN FETIN, Αρ.αγωγής 3139/2007, 31/1/2013

Μάριος Σωτηρίου ν. HASAN HUSEYIN άλλως HASAN HUSEYIN FETIN, Αρ.αγωγής 3139/2007, 31/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A22 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ.Ν.Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 3139/2007 Μεταξύ: Μάριος Σωτηρίου, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και HASAN HUSEYIN άλλως HASAN HUSEYIN FETIN, από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγομένου 31 Iανουαρίου,

  1. Εμφανίσεις Για ενάγοντα: κ.Σ.Ναθαναήλ Για εναγόμενο: κ.Κ.Καντούνας Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή αυτή, βασικά, επιδιώκεται η έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η ειδική εκτέλεση γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 13.1.2004, δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος πώλησε στον ενάγοντα συγκεκριμένο ακίνητο το οποίο βρίσκεται στο χωριό Αλαμινός της επαρχίας Λάρνακας. Πρόκειται για χωράφι με αριθμό εγγραφής 6876, φύλλο/σχέδιο 50/49, αριθμός τεμαχίου 618, το οποίο ανήκει εξ ολοκλήρου στον εναγόμενο. Ως τίμημα πώλησης είχε συμφωνηθεί το ποσό των Λ.Κ.25.000 εκ του οποίου Λ.Κ.2.800 πληρώθηκαν με την υπογραφή. Το υπόλοιπο, Λ.Κ.22.200, θα πληρώνετο με τη μεταβίβαση του ακινήτου στον ενάγοντα, αγοραστή. Η συμφωνία κατατέθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας, με στοιχεία ΠΩΕ 1865/2006, στις 4.8.2006 για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Ακολούθως, και αφού μεσολάβησε κάποιο χρονικό διάστημα, ο ενάγων με επιστολή ημερομηνίας 17.9.2007 κάλεσε τον εναγόμενο να προσέλθει στις 31.10.2007 στο εν λόγω κτηματολογικό γραφείο για να γίνει η μεταβίβαση. Με τον τρόπο αυτό όρισε και το χρόνο ολοκλήρωσης της συμφωνίας. Όμως, ο εναγόμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί και στις 29.11.2007 ο ενάγων κίνησε εναντίον του την παρούσα αγωγή. Τα πιο πάνω γεγονότα αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των μερών. Περαιτέρω, είναι επίσης κοινώς αποδεκτό γεγονός ότι τη συμφωνία εκ μέρους του εναγόμενου είχε συνάψει ο πατέρας του Hussein Fentin Kadir, ο οποίος έθεσε και την υπογραφή του σ΄ αυτή. Ενεργούσε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του, δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 27.9.2002, τεκμήριο 4 το αντίγραφο και τεκμήριο 44 το πρωτότυπο. Δυστυχώς, όμως, πέντε βδομάδες μετά την υπογραφή της συμφωνίας, και συγκεκριμένα στις 20.2.2004, o Ηussein απεβίωσε. Βασική υπεράσπιση του εναγόμενου είναι ότι κατά την σύναψη της εν λόγω συμφωνίας ο πατέρας του αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας που τον καθιστούσαν ανίκανο για αδικοπραξία. Στην παράγραφο 3 της υπεράσπισης αναφέρονται συγκεκριμένα τα εξής σε σχέση με τη δικαιοπρακτική ικανότητα του Hussein: «Δεν ήταν σε θέση να κρίνει ή και να αξιολογήσει δεδομένα σωστά ή και να έχει επίγνωση των πράξεων του κατά τρόπο ορθό ή και αντικειμενικό ως επίσης και πλήρη αντίληψη του πέριξ αυτού κόσμου». Ο εναγόμενος πρόβαλε και μια άλλη υπεράσπιση την οποία όμως δεν προώθησε. Προφανώς, έγινε εγκαίρως αντιληπτό ότι είναι νομικά αβάσιμη. Όμως, τα γεγονότα σχετικά, τα οποία είναι αναμφισβήτητα, αναφέρονται σε κάποιες περιστάσεις της υπόθεσης οι οποίες είναι αναγκαίο να αναφερθούν αφού αποτελούν συνθετικά στοιχεία της υπόθεσης. Ενώ πρόσθετα απαντούν και στο θέμα που εγείρετο με την εγκαταληφθείσα υπεράσπιση, για το οποίο το δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί, εν πάση περιπτώσει. Συγκεκριμένα, είχε προβληθεί ότι η επίδικη συμφωνία δεν κατατέθηκε στο οικείο κτηματολογικό γραφείο εντός δύο μηνών από την υπογραφή της, όπως προέβλεπε κατά τον ουσιώδη χρόνο ο περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος, Κεφ. 232, στο άρθρο 2 (β). Αυτό είναι γεγονός. Όμως, η παρούσα περίπτωση έχει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Συγκεκριμένα, αφορά συμφωνία για την πώληση ακίνητης περιουσίας η οποία ανήκει σε τουρκοκύπριο, όπως τυγχάνει να είναι ο εναγόμενος και ήταν επίσης και ο πατέρας του, και οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στο Λονδίνο πριν από το
  2. Για να καταστεί δε δυνατή η κατάθεση της στο Κτηματολόγιο θα έπρεπε να ληφθεί προηγουμένως η συγκατάθεση του Υπουργού Εσωτερικών. ΄Εγιναν διαβήματα για το σκοπό αυτό και η σχετική συγκατάθεση παραχωρήθηκε στις 12.7.2006, αφού ικανοποιήθηκε η εν λόγω αρμόδια αρχή για το πιο πάνω γεγονός. Οπότε, η γραπτή συμφωνία η οποία καταρτίστηκε στις 13.1.2004 κατατέθηκε, τελικώς, στο Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας στις 4.8.
  3. Η κατάθεση έλαβε τα στοιχεία που αναφέρονται πιο πάνω. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι η πιο πάνω διαδικασία άρχισε με την προσκόμιση της γραπτής συμφωνίας στο προαναφερθέν κτηματολογικό γραφείο στις 29.1.
  4. Το διάστημα το οποίο μεσολάβησε από την ημερομηνία αυτή μέχρι την κατάθεση της δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των δύο μηνών του άρθρου 2(β), ανωτέρω, σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 4 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμου 49/
  5. Επομένως, με βάση τα πιο πάνω λεχθέντα, τα οποία αποτελούν συγχρόνως ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης, διαπιστώνεται ότι υπάρχει συμμόρφωση με όλους τους όρους τους οποίους θέτει το άρθρο 2 του Νόμου, Κεφ. 232, ώστε με ασφάλεια να μπορεί να λεχθεί ότι από την άποψη αυτή η συμφωνία είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης. ΄Ομως, παραμένει ακόμα προς εξέταση η βασική υπεράσπιση, η οποία αναφέρθηκε προηγουμένως και η οποία εγείρει θέμα κατά πόσο ο πατέρας του εναγόμενου, όταν σύνηπτε την επίδικη συμφωνία για λογαριασμό του, είχε την ικανότητα προς το συμβάλλεσθαι. Αποτελεί αυτό απαραίτητη προϋπόθεση για μια έγκυρη και δεσμευτική συμφωνία, άρθρο 10

(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149. Όπως επίσης και προϋπόθεση την οποία θέτει το άρθρο 2, ανωτέρω, για να είναι μια συμφωνία πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας δεκτική ειδικής εκτέλεσης. Περαιτέρω, στα άρθρα 11
(1)και 12 του Νόμου, Κεφ.149, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, σε σχέση με το πότε μια συμφωνία θεωρείται έγκυρη και τα εξής: «11
(1).Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)(αφορά σε ανήλικους), ικανός προς το συμβάλλεσθαι είναι όποιος - (α) έχει σώες τις φρένες∙ και (β) ......................................................... 12. Πρόσωπο θεωρείται ότι έχει σώες τις φρένες για σκοπούς κατάρτισης σύμβασης, αν κατά το χρόνο της κατάρτισης της, δύναται να αντιληφθεί αυτήν και να διαμορφώσει λογική κρίση για τις συνέπειες της επί των συμφερόντων του.» Οι πιο πάνω πρόνοιες καθορίζουν γενικά πότε ένα πρόσωπο είναι ικανό, από νοητικής άποψης, προς το συμβάλλεσθαι. Όμως, δεν καθορίζουν και ποιος φέρει το βάρος απόδειξης όταν συμβαλλόμενο πρόσωπο προβάλλει ως υπεράσπιση σε αγωγή ότι κατά το χρόνο της σύναψης συγκεκριμένης συμφωνίας δεν είχε τέτοια ικανότητα για το λόγο ότι δεν είχε σώες τις φρένες. Το θέμα αυτό έχει αποφασιστεί από τη νομολογία του εφαρμοζόμενου στην Κύπρο κοινοδικαίου στον τομέα των συμβάσεων. Σχετική επί του προκείμενου είναι η υπόθεση Imperial Loan Co. v. Stone (1891-4) All E.R. Rep. 412, όπου αναφέρονται στη σελίδα 413 τα εξής: «When a person enters into an ordinary contract, and afterwards alleges that he was so insane at the time he did so that he did not know what he was doing, though he proves that to be so, the contract is as binding on him in every respect and to every extent as if he had been fully sane, unless he also prove that, at the time of making the contract, the person he contracted with knew him to be so insane as not to know what he was doing.". Το πιο πάνω απόσπασμα κρίθηκε ως ορθή διατύπωση ως προς το νόμο για το συγκεκριμένο θέμα στην υπόθεση Ηart v. O´Connor
(1985)2 All E.R.
  1. Επομένως, για να γίνει αποδεκτή η προαναφερθείσα υπεράσπιση, θα πρέπει να αποδειχθεί, κατ΄ αρχάς, ότι κατά το χρόνο σύναψης της εν λόγω συμφωνίας ο πατέρας του εναγόμενου δεν ήταν νοητικά σε θέση να αντιληφθεί την πράξη του αυτή και τις συνέπειες της επί των συμφερόντων του εναγομένου, σε σχέση με το πωλούμενο ακίνητο. Το δε βάρος απόδειξης ως προς τούτο το φέρει ο τελευταίος, σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία. Εντούτοις, η πλευρά του ενάγοντα, με δεδομένο ότι πρόσφερε πρώτη μαρτυρία, προσπάθησε να απαντήσει στην πιο πάνω δικογραφημένη υπεράσπιση του εναγομένου. Γι΄ αυτό μάρτυρες τους οποίους κλήτευσε αναφέρθηκαν συγκεκριμένα σε ποια κατάσταση αντιλήφθηκαν τον Hussein Fetin Kadir να ήταν, από απόψεως υγείας, όταν έτυχε να τον συναντήσουν κατά τους τελευταίους μερικούς μήνες πριν από το θάνατο του. Υπενθυμίζεται ότι αυτό συνέβηκε στις 20.2.
  2. Ο μεσάζων για την πώληση του επίδικου ακινήτου τουρκοκύπριος Rashit Toyan, Μ.Ε.1, κάτοικος Λονδίνου, ανάφερε ότι κατά τη διάρκεια της πενταετούς γνωριμίας του με τον Hussein δεν αντιλήφθηκε να ήταν άρρωστος. Ενώ όταν μετά τις 25.10.2003 ήρθε ο ίδιος στην Κύπρο και σε μια περίπτωση συνόδευσε το Hussein και τη σύζυγο του κατά την επίσκεψη τους στο χωριό Αλαμινό για να δείξουν στον ενάγοντα τα κτήματα τους, ο Hussein, όπως είπε, ήταν καλά στο μυαλό του και ό,τι είπαν τότε μεταξύ τους τα κατάλαβε πλήρως. Ακόμα πιο έντονα για το ίδιο θέμα εκφράστηκε ο ομοχώριος και για πολλά χρόνια γνωστός του Hussein, Χαράλαμπος Παύλου, Μ.Ε.
  3. Όπως ανάφερε, είχε συναντήσει τον Hussein και τη σύζυγο του όταν αυτοί επισκέφθηκαν την Αλαμινό την περίοδο των Χριστουγέννων του
  4. Τους συνάντησε στο δρόμο όταν γύριζαν στο χωριό για να δει ο Hussein τους συγχωριανούς του και συνομίλησαν για δέκα λεπτά, περίπου. Δε διαπίστωσε να παρουσίαζε ο Hussein κάποιο πρόβλημα υγείας. Όπως είπε, ήταν όπως πάντα πανέξυπνος, μορφωμένος, μυαλωμένος και καλός άνθρωπος. Αντεξεταζόμενος ο κ.Παύλου επέμεινε στη θέση του αυτή προσθέτοντας, ερωτηθείς σχετικά, ότι δεν γνώριζε αν ο Hussein είχε υποστεί εγκεφαλικό και πολλαπλά καρδιακά επεισόδια και αν σε μια περίπτωση παρέμεινε για εννέα μέρες σε κώμα. Όταν τον είδε δεν αντιλήφθηκε, όπως είπε, να ήταν άρρωστος ενώ δε θυμόταν αν κρατούσε και μπαστούνι. Ο δικηγόρος κ.Μιλτιάδης Νεοκλέους, Μ.Ε.7, είχε γνωρίσει το Hussein μετά την υπογραφή της συμφωνίας, όταν του είχε ζητηθεί να υποβάλει αίτηση για τη διαγραφή μιας υποθήκης, η οποία βάρυνε κάποια ακίνητα ιδιοκτησία του Hussein, τα οποία είχε επίσης πωλήσει κατά τον ίδιο χρόνο που πώλησε και το ακίνητο του εναγόμενου. Τον είχε φέρει σε επαφή μαζί του ο ενάγοντας. Όπως είπε, για τον πιο πάνω σκοπό είχε λάβει οδηγίες από το Hussein και στις 6.2.2004 υπέβαλε σχετική αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, τεκμήριο
  5. Το σχετικό διάταγμα εκδόθηκε στις 13.2.2004, τεκμήριο
  6. Περαιτέρω, ο κ.Νεοκλέους ανάφερε στη μαρτυρία του, πως όταν γνώρισε το Hussein διαπίστωσε ότι είχε μπροστά του ένα πολύ καλό και αξιοπρεπή κύριο, ευρυμαθή, ευγενικό, έξυπνο, δραστήριο και υγιή από κάθε άποψη, παρά την κάποια ηλικία του. Δεν είχε πρόβλημα στην ομιλία του και μιλούσε πολύ καλά την ελληνική γλώσσα. Κατά τη συνάντησή τους του είπε διάφορες ιστορίες από τη ζωή του και πως όταν αποφοίτησε από την Αμερικανική Ακαδημία Λάρνακος συνέχισε να έχει πολλούς ελληνοκύπριους φίλους. Όταν δε ακολούθως διορίστηκε γραμματέας της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αλαμινού, εξυπηρετούσε όλους τους κατοίκους της κοινότητας αυτής ελληνοκύπριους και τουρκοκύπριους αφού γνώριζε πολύ καλά τόσο την ελληνική όσο και την τουρκική. Η Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος κα Μαρία Τσιάπα, Μ.Ε.3, ενώπιον της οποίας είχε εμφανισθεί ο Hussein στις 6.2.2004 και ορκίστηκε την ένορκη δήλωση η οποία υποστήριζε την αίτηση τεκμήριο 9, ανάφερε ότι αν και δε θυμόταν το συγκεκριμένο πρόσωπο, όμως είναι βέβαιη ότι δε θα τον όρκιζε αν δε βεβαιώνετο ότι αυτός γνώριζε την ελληνική γλώσσα και ότι είχε την ικανότητα να ορκιστεί. Στη βάση αυτή βεβαιώνει ότι είχε ικανοποιηθεί ότι ο Hussein είχε σώες τις φρένες. Την ίδια άποψη είχε σχηματίσει και ο συνέταιρος του ενάγοντα κ.Γεώργιος Γιαννάκη, Μ.Ε.9, σε δύο συναντήσεις που είχαν με τον Hussein. Η πρώτη είχε πραγματοποιηθεί στο σπίτι του τελευταίου στο Λονδίνο περί το τέλος Οκτωβρίου 2003 και η δεύτερη στις 28.12.
  7. Κατά το χρόνο εκείνο ενδιαφέρετο να αγοράσει κάποια από τα κτήματα του Hussein. Όπως ανάφερε, διαπίστωσε κατά τις συναντήσεις εκείνες ότι ο Hussein ήταν ένας έξυπνος άνθρωπος και μιλούσε πάρα πολύ καλά τόσο την ελληνική όσο και την αγγλική γλώσσα. Δεν θυμόταν, όμως, αν τον είδε να κρατά μπαστούνι, όπως είπε στην αντεξέταση του. Όμως, τελικώς ο ενάγων ήταν αυτός που είχε τις περισσότερες συναντήσεις με τον Hussein, σε μια εκ των οποίων συνήψαν και την επίδικη συμφωνία. Όπως ανάφερε στη μαρτυρία του σε σχέση με το θέμα αυτό, περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 2003 είχαν την πρώτη τους τηλεφωνική επικοινωνία κατά την οποία ο Hussein τον πληροφόρησε ότι είχε περιουσία στην Κύπρο, την οποία ήθελε να πωλήσει. Συγχρόνως, του εισηγήθηκε ότι θα ήταν καλύτερα να συναντηθούν και έτσι ο ενάγων μετέβη μαζί με το συνέταιρο του Γεώργιο Γιαννάκη στο Λονδίνο, όπου συνάντησαν τον Hussein στο σπίτι του. Παρούσα στη συνάντηση αυτή, η οποία πραγματοποιήθηκε περί τα τέλη Οκτωβρίου 2003, ήταν και η σύζυγος του Hussein. Η συνάντηση διάρκεσε περί τις δύο ώρες και διεξήχθη στην ελληνική. Κατά το χρόνο αυτό ο Hussein τους ανάφερε, μεταξύ άλλων, τις τιμές που ζητούσε για το κάθε ακίνητο, και κατέληξε πως θα έπρεπε να συναντηθούν ξανά στην Κύπρο. Όπως ανάφερε στη συνέχεια ο ενάγων, ο Hussein του τηλεφώνησε περί το τέλος Δεκεμβρίου 2013 για να τον πληροφορήσει ότι βρισκόταν στην Κύπρο. Κατόπιν συνεννόησης συναντήθηκαν στο χωριό Αλαμινό, όπου βρίσκοντο τα προς πώληση ακίνητα. Παρούσα ήταν και πάλιν η σύζυγος του Hussein και κάποια άλλα συγγενικά τους πρόσωπα. Κατά τη συνάντηση εκείνη υπεδείχθησαν στον ενάγοντα τα ακίνητα τα οποία ήταν προς πώληση, όμως, δεν κατέληξαν σε συμφωνία όπως ούτε και την επομένη 29.12.2003 σε συνάντηση που είχαν και πάλι, για το ίδιο θέμα, στο χωριό Πύλα. Ο λόγος ήταν διότι ο Hussein είχε τους ενδοιασμούς του ως προς την τιμή που τους είχε αναφέρει κατά την αρχική συνάντηση που είχαν στο Λονδίνο. Για την ακρίβεια τώρα τους ζητούσε περισσότερα. Όμως, από τη συζήτηση που είχαν ο ενάγων αποκόμισε, όπως είπε, την εντύπωση ότι ο Hussein γνώριζε τις τιμές και προχώρησε να τον χαρακτηρίσει ως έξυπνο άνθρωπο και σκληρό διαπραγματευτή. Για να προσθέσει στο σημείο αυτό της μαρτυρίας του πως ο Hussein δεν του ανάφερε σε οποιαδήποτε συνάντηση τους ότι αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα υγείας. Συνεχίζοντας τη μαρτυρία του ο ενάγων ανάφερε ότι συναντήθηκε με το Hussein για το ίδιο θέμα και στις 30.12.2003 στο ίδιο καφενείο στην Πύλα, που είχαν συναντηθεί και την προηγούμενη μέρα. Κατά τη συζήτηση αυτή τελικώς τον πληροφόρησε ότι ο ίδιος, δηλαδή ο ενάγων, ήταν έτοιμος να αγοράσει δύο από τα ακίνητα τα οποία ο Hussein είχε προς πώληση. Το επίδικο, ιδιοκτησία του εναγόμενου, και ένα άλλο υπ΄ αριθμό εγγραφής 5771, ιδιοκτησία του Hussein. Από τις συναντήσεις που είχαν, διαπίστωσε ότι κατά την ίδια περίοδο ο Hussein διαπραγματεύετο και τελικώς κατέληξε να πωλήσει και κάποια άλλα ακίνητα του σε κάποια εταιρεία, την οποία ο ίδιος είχε συστήσει στο Hussein. Οπότε σε λίγες μέρες ο Ηussein του τηλεφώνησε να συναντηθούν στις 13.1.2004 προκειμένου να υπέγραφαν τα σχετικά έγγραφα για όλες τις συμφωνίες πώλησης, περιλαμβανομένης και της επίδικης. Όπως ανάφερε ο ενάγων, η συγκεκριμένη συμφωνία, τεκμήριο 2 υπεγράφη στις 13.1.2004 μεταξύ του και του Hussein, ως αντιπροσώπου του πωλητή, και μάλιστα στην παρουσία πιστοποιούντος υπαλλήλου. Επιπρόσθετα ο ενάγων ανάφερε στη μαρτυρία του ότι κατά τις μέρες που ακολούθησαν πραγματοποίησε και άλλες συναντήσεις με το Hussein, κατά τις οποίες διευθέτησαν κάποια θέματα που είχαν σχέση με τις διενεργηθείσες πωλήσεις. Σε μια περίπτωση είχαν επισκεφθεί μαζί το τμήμα Εσωτερικών Προσόδων για πληρωμή των φόρων σε σχέση με τα πωληθέντα ακίνητα. Ενώ στις 29.1.2004 μετέβησαν μαζί στο Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακος, όπου έγινε η παρουσίαση των υπογραφέντων πωλητήριων συμφωνιών. Τη θέση ότι κατά τις συναντήσεις που πραγματοποίησε με το Hussein δε διαπίστωσε να είχε ο τελευταίος οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας, επανέλαβε ο ενάγων και κατά την αντεξέταση του. Περαιτέρω, ο ενάγων αναφέρθηκε και στις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί για εξασφάλιση της συγκατάθεσης του Υπουργού Εσωτερικών για την κατάθεση της επίδικης συμφωνίας στο οικείο κτηματολογικό γραφείο. Για το σκοπό αυτό, όπως ανάφερε, είχε επισκεφθεί, σε κάποιες περιπτώσεις την αδελφή του εναγόμενου, η οποία είναι μόνιμα εγκατεστημένη στο κατεχόμενο τμήμα της Λευκωσίας, και μέσω της εξασφάλισε κάποια έγγραφα τα οποία επιβεβαίωναν ότι ο Hussein είχε μόνιμα εγκατασταθεί στην Αγγλία πριν από τα γεγονότα του
  8. Όπως ανάφερε συγκεκριμένα, επισκεπτόμενος την αδελφή του εναγόμενου, της ζητούσε όπως ο εναγόμενος ως πωλητής τον εφοδίαζε με έγγραφα που να αποδείκνυαν τη μόνιμη διαμονή πριν από το 1974 του πατέρα τους και του ιδίου στην Αγγλία, στοιχεία τα οποία του είχε ζητήσει να προσκομίσει η προαναφερθείσα αρμόδια αρχή. Ησαν απαραίτητα προκειμένου να εξετάζετο θετικά το αίτημα για παραχώρηση της προαναφερθείσας συγκατάθεσης. Να σημειωθεί ότι τα έγγραφα τα οποία τελικώς παρέλαβε ο ενάγων από την αδελφή του εναγόμενου και τα παρουσίασε στην προαναφερθείσα αρμόδια αρχή, κατατέθησαν σε κάποιο στάδιο, στα πλαίσια της ακρόασης από το λειτουργό του Κτηματολογίου κ.Ανδρέα Καλλιδώνη, Μ.Ε.
  9. Είναι τα τεκμήρια 15, 18, 19 και μέρος του τεκμηρίου
  10. Βέβαια, όπως διαπιστώθηκε ήδη, στην παρούσα υπόθεση το βάρος απόδειξης της υπεράσπισης, με την οποία εγείρεται ως θέμα η ικανότητα προς το συμβάλλεσθαι του Hussein, βαρύνει την πλευρά του εναγομένου. Στη δική του μαρτυρία ο τελευταίος ανάφερε αρχικά ότι είχε πληροφορηθεί για την πώληση του κτήματος του από την αδελφή του μερικές βδομάδες μετά το θάνατο του πατέρα τους. Τον είχε ενημερώσει σχετικά αφού επικοινώνησε μαζί της ο ενάγοντας και την πληροφόρησε για τη συγκεκριμένη αγοραπωλησία, παρουσιάζοντας της και όλα τα σχετικά έγγραφα. Από αυτή έλαβε και αντίγραφο του πωλητηρίου εγγράφου. Και, συνεχίζοντας τη μαρτυρία του, ισχυρίστηκε πως όταν κατά το 2002 είχε παραχωρήσει στον πατέρα του το πληρεξούσιο έγγραφο, τεκμήριο 44, συμφώνησαν ότι δε θα πωλούσε οτιδήποτε χωρίς να το συμβουλεύετο προηγουμένως. Όμως, κάτι τέτοιο δε συνέβηκε στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως, όπως ισχυρίστηκε, δεν έδωσε ποτέ τη συγκατάθεση του για τη συγκεκριμένη πώληση και ούτε γνώριζε οτιδήποτε σε σχέση με αυτή. Ενώ σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ο εναγόμενος δήλωσε ότι ήθελε να πωλήσει την ακίνητη περιουσία του, όμως σε μια δίκαιη τιμή. Περαιτέρω, καταθέτοντας ο εναγόμενος σε σχέση με την κατάσταση της υγείας του πατέρα του, ανάφερε ότι αυτός υπέστη καρδιακό επεισόδιο την πρώτη φορά κατά το 1997 και ότι παρέμεινε για δύο μήνες σε κώμα. Μετά συνήλθε και η υγεία του σταθεροποιήθηκε. Όμως, από το 2001 άρχισε να επιδεινώνεται και κατά το 2003 η κατάσταση του έγινε πολύ σοβαρή. Προς το τέλος δε της ζωής του δεν μιλούσε κανονικά ενώ δεν μπορούσε και να περπατήσει κανονικά. Επιπρόσθετα, αντιμετώπιζε και κάποια δυσλειτουργία σε σχέση με τον ύπνο του και επίσης ξεχνούσε πράγματα. Κατά την άποψη του ο πατέρας του δεν ήταν σε θέση τότε να καταλάβει το περιεχόμενο μιας συμφωνίας και να λάβει τη σωστή απόφαση σε σχέση με τη συναλλαγή στην οποία αφορούσε. Την πιο πάνω απάντηση έδωσε ο εναγόμενος σε ερώτηση η οποία του υποβλήθηκε σε σχέση με την κατάσταση της υγείας του πατέρα του, όταν τον είδε τον Ιανουάριο του
  11. Για να προσθέσει, επίσης, πως ενώ αυτός ήταν σταθερός για κάποιο χρονικό διάστημα μετά χειροτέρευε και πάλιν. Ερωτηθείς ακολούθως κατά την αντεξέταση του ο εναγόμενος αν στις 27.9.2002 που είχε παραχωρήσει στον πατέρα του το πληρεξούσιο, αυτός ήταν καλά στην υγεία του και αν τον εμπιστευόταν κατά το χρόνο εκείνο να προβεί στην πώληση του επίδικου ακινήτου, απάντησε καταφατικά. Ενώ, όπως είπε, ούτε και κατά το 2003 είχε αντιληφθεί να μην μπορούσε ο πατέρας του να προβεί σε τέτοια συναλλαγή όπως η επίδικη. ΄Οσον αφορά τη τιμή στην οποία πωλήθηκε το εν λόγω ακίνητο, ερωτηθείς ο εναγόμενος σχετικά απάντησε ότι του φάνηκε χαμηλή. Όμως, συμπλήρωσε λέγοντας πως δεν γνώριζε τις τιμές των ακινήτων κατά τη συγκεκριμένη περίοδο. Τέλος, ερωτηθείς ο εναγόμενος ποιος είχε αποστείλει στην Κύπρο τα διάφορα έγγραφα, τεκμήρια 15, 18, 19 και 22 με τα οποία αποδεικνύετο ότι ο πατέρας του και ο ίδιος ήσαν κάτοικοι Αγγλίας πριν από το 1974, δήλωσε άγνοια. Σημειώνεται πως πρόκειται για έγγραφα τα οποία δείχνουν πως ο Hussein ενόσω ζούσε ήταν μέλος κάποιας συντεχνίας στην Αγγλία και ένα από αυτά στο οποίο αναγράφεται η φράση «Το whom it may concern», φαίνεται να εκδόθηκε κατόπιν σχετικής παραγγελίας στις 5.10.
  12. Ενώ τα τεκμήρια 15, 18, 19 είναι αντίγραφο του διαβατηρίου του εναγόμενου, το πρώτο, και τα άλλα δύο αντίγραφα βεβαιώσεων για τη φοίτηση του σε σχολείο στην Αγγλία. Ως μάρτυρας υπεράσπισης κατάθεσε στην υπόθεση και η αδελφή του εναγόμενου Fatma Hussein, Μ.Υ.4, για την οποία είχε προηγουμένως λεχθεί ότι είναι μόνιμη κάτοικος Κύπρου. Βασικά, η μαρτυρία της κυρίας Hussein περιορίστηκε στην κατάθεση κάποιων ιατρικών εγγράφων, τεκμήρια 58 και
  13. Η τελευταία δέσμη ιατρικών εγγράφων, τεκμήριο 59, προέκυψε, όπως φαίνεται από μια επιστολή ημερομηνίας 7.7.2011 κατόπιν αιτήματος της κας Hussein προς τους θεράποντες ιατρούς του πατέρα της στο νοσοκομείο Whittington για να την πληροφορήσουν πώς ήταν η κατάσταση της υγείας του κατά το
  14. Τα πιστοποιητικά τα οποία εδόθησαν, σχετικά, αναφέρονται σε διάφορα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε ο Hussein κατά την περίοδο εκείνη και αφορούσαν στηθάγχη, σύνδρομο στεφανιαίας νόσου, άπνοια κατά τον ύπνο και αδυναμία στα πόδια. Ενώ το ιατρικό πιστοποιητικό, τεκμήριο 58, του γενικού ιατρού δρος Desai, ο οποίος παρακολουθούσε το Hussein από το 1985 αναφέρει το ιστορικό της υγείας του από το 1990 μέχρι το
  15. Επιβεβαιώνει σε κάποιο βαθμό τα όσα αναφέρθησαν προηγουμένως, προερχόμενα από τους ιατρούς του προαναφερθέντος νοσοκομείου στο οποίο ο Hussein είχε τύχει παρακολούθησης και θεραπείας, χωρίς όμως να αναφέρονται σε οποιαδήποτε κατάλοιπα και ειδικά για μόνιμη ανικανότητα στην ομιλία και στη βάδιση και για ζάλη, τάση για υπνηλία, τα οποία αναφέρει, άνευ βλάβης (without prejudice), ο γενικός ιατρός του Hussein στο πιστοποιητικό τεκμήριο 58, ημερομηνίας 12.5.
  16. Τέλος, ερωτηθείσα κατά την αντεξέτασή της η κα Hussein αν είχε προηγουμένως στην κατοχή της τα έγγραφα που κατέθεσε απάντησε αρνητικά. Για λογαριασμό της υπεράσπισης κατέθεσε και ο ιατρός Attila Atesh, M.Y.1, με ειδικότητα sτην αγγειοχειρουργική. Όπως ανάφερε ο κ.Atesh, γνώριζε τον Hussein από το 1977 και η σχέση τους ήταν απλώς φιλική, δεν ήταν ασθενής του. Ερωτηθείς δε αν έτυχε να το δει καθόλου την περίοδο πριν από το θάνατο του απάντησε καταφατικά, λέγοντας ότι τον είδε πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια την περίοδο των Χριστουγέννων του 2003 όταν τον επισκέφθηκε για κάποιο πρόβλημα που είχε σε σχέση με τα πόδια του. Σε ερώτηση του συνηγόρου πώς του φάνηκε όταν τον είδε, απάντησε ότι ήταν άρρωστος υποφέροντας από κάποια ασθένεια η οποία του προκαλούσε άπνοια κατά τη διάρκεια του ύπνου. Και εξηγώντας περαιτέρω ότι αυτό του προκαλούσε ανεπάρκεια οξυγόνου που επηρεάζει τον εγκέφαλο ενώ μπορούσε ανά πάσα στιγμή να του προκαλέσει και καρδιακή ανακοπή. Ενώ σε άλλο σημείο ανάφερε πως καθώς λάμβανε το ιστορικό του ασθενούς αντιλήφθηκε ότι αυτός τα είχε εντελώς χαμένα, κατά την έκφραση του. Διευκρίνισε ότι δεν είχε αντίληψη περί τον τόπο και το χρόνο και κατά συνέπεια δεν μπορούσε να έχει κρίση για οτιδήποτε. Ερωτηθείς αν θα μπορούσε να είχε καταλάβει το περιεχόμενο του πωλητηρίου εγγράφου, τεκμήριο 2, απάντησε αφού το είδε, πως δεν ήταν ψυχολόγος. Όμως, όπως έβλεπε τα πράγματα ο Hussein δεν ήταν σε θέση να καταλάβει εκείνο το έγγραφο. Ενώ ερωτηθείς σε σχέση με την ικανότητα του να περπατά, απάντησε πως αν και δεν περπατούσε φυσιολογικά εντούτοις δε θυμόταν αν ο Hussein κρατούσε μπαστούνι όταν τον είδε. Τέλος, κατά την αντεξέταση του ο κ.Atesh ανάφερε ότι όταν είδε τον Hussein κατά την περίοδο των Χριστουγέννων του 2003 τον υπέβαλε σε μια απλή ιατρική εξέταση, μελετώντας συγχρόνως και τις εκθέσεις άλλων ιατρών που τον είχαν εξετάσει προηγουμένως. Δε χρειάζεται να γίνει αντιπαραβολή μεταξύ της μαρτυρίας της κάθε πλευράς για να διαπιστωθεί ο βαθμός αξιοπιστίας του ισχυρισμού ο οποίος προβλήθηκε ως υπεράσπιση από τον εναγόμενο. Όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια, η μαρτυρία της πλευράς αυτής είναι κυριολεκτικά διάτρητη και απορριπτέα με βάση τους δικούς της όρους. Κατ΄ αρχάς, διαπιστώνεται η απουσία οποιασδήποτε ιατρικής μαρτυρίας αναφορικά με τη νοητική κατάσταση του Hussein κατά το χρόνο της διαπραγμάτευσης και ακολούθως της υπογραφής της επίδικης συμφωνίας. Πασιφανώς, η μαρτυρία του ιατρού Atesh ήταν μια απέλπιδα προσπάθεια της τελευταίας στιγμής προς τη κατεύθυνση αυτή. Ο μάρτυρας αυτός ούτε ειδικός είναι στο συγκεκριμενο τομέα και ούτε εξέτασε τον Hussein προκειμένου να διαπιστώσει τη νοητική του κατάσταση. Για το θέμα αυτό αναφέρθηκε γενικά με βάση το προηγούμενο ιστορικό του Hussein το οποίο έλαβε από τις εκθέσεις των θεραπόντων ιατρών στο εξωτερικό. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι δεν αναφέρθηκε στην εξέταση που υποτίθεται θα έπρεπε να είχε διενεργήσει στο Hussein, ο οποίος τον επισκέφθηκε με πρόβλημα στα πόδια. Ενώ δε θυμόταν καν αν ο τελευταίος χρησιμοποιούσε μπαστούνι για να περπατά ενώ τον είχε επισκεφθεί για το πιο πάνω πρόβλημα. Περαιτέρω, οι αναφορές των θεραπόντων ιατρών του Hussein κατά το 2003 στο νοσοκομείο Whittington, όπως αυτές καταγράφονται στα διάφορα έγγραφα του τεκμηρίου 59, αφορούσαν σε διάφορες παθήσεις που αυτός είχε. Όμως, δεν αναφέρουν αν υπέφερε από οτιδήποτε που επηρέαζε τη νοητική του κατάσταση ή αν οι συγκεκριμένες παθήσεις τον επηρέαζαν νοητικά κατά οποιοδήποτε τρόπο. Ας σημειωθεί δε ότι κατά την πιο πάνω περίοδο ο Hussein έτυχε συχνής παρακολούθησης στο προαναφερθέν νοσοκομείο. Είναι δε άξιον απορίας πώς ο γενικός ιατρός του δρ Desai, σε αντίθεση με τους θεράποντες ιατρούς του, αναφέρεται στην έκθεση του, τεκμήριο 58, σε μόνιμη ανικανότητα στην ομιλία, την περιγράφει ως "slurred speech" και σε ζάλη (dizziness), τα οποία βέβαια δεν αναφέρεται να καθιστούσαν ανίκανο το Hussein να προβεί στη σύναψη της επίδικης συμφωνίας. Ενώ πρόσθετα κατά τρόπο παράδοξο για μια τέτοια έκθεση, αναφέρεται ότι έγινε άνευ βλάβης (without prejudice), περιορίζοντας έτσι την αξιοπιστία της. Εντούτοις, έχει κατατεθεί ώστε το περιεχόμενο της να ληφθεί υπόψη ως αντιπροσωπευτικό της αλήθειας. Τέλος, στα αρνητικά σημειώνεται και το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος γενικός ιατρός δεν προσήλθε ως μάρτυρας στη δίκη για να αντεξεταστεί. Αξιοσημείωτο είναι και το ότι αναφέρεται από το δρ Desai, στην έκθεση του τεκμήριο 58, πως οι συγκεκριμένες ανικανότητες εμφανίστηκαν στο Hussein ως αποτέλεσμα καρδιακού επεισοδίου (strοke) που είχε υποστεί προς το τέλος του
  17. Εντούτοις, πέντε χρόνια αργότερα ο εναγόμενος θεωρούσε νοητικά ικανό τον πατέρα του ώστε στις 27.9.2002 να του παραχωρήσει γενικό πληρεξούσιο για να προβεί για λογαριασμό του στην πώληση του ακινήτου του το οποίο βρίσκεται στην Αλαμινό. Μάλιστα, όπως δήλωσε στη μαρτυρία του, το θεωρούσε ικανό να προβεί σε μια τέτοια συναλλαγή τόσο κατά το 2002 όσο και κατά το
  18. Εκείνο που δεν εξήγησε είναι γιατί ήθελε ο πατέρας του να το συμβουλευτεί πριν να προέβαινε στην πώληση του εν λόγω ακινήτου, όταν ο ίδιος του είχε τέτοια εμπιστοσύνη ενώ, όπως δήλωσε, δεν ήταν και γνώστης των τιμών των ακινήτων στην περιοχή που βρίσκεται το δικό του ακίνητο. Πιστεύω πως οι πιο πάνω παρατηρήσεις καταδεικνύουν το αναξιόπιστο της μαρτυρίας των κ.κ. Atesh και Desai, του τελευταίου όπως αυτή διατυπώνεται στην έκθεση του, τεκμήριο 58, καθώς επίσης της μαρτυρίας του εναγόμενου. Σε σχέση με τον τελευταίο, προς την ίδια κατεύθυνση τείνει και το γεγονός πως ενώ αυτός είχε πληροφορηθεί μέσω της αδελφής του μερικές βδομάδες μετά το θάνατο του πατέρα τους ότι αυτός είχε πωλήσει το ακίνητο του στον ενάγοντα, εντούτοις δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια τότε ώστε να επιστήσει την προσοχή του αγοραστή ό,τι θεωρούσε άκυρη τη σχετική συμφωνία. Αντίθετα, επέτρεψε να προχωρήσει η διαδικασία εξασφάλισης συγκατάθεσης για την κατάθεση της στο κτηματολόγιο Μάλιστα, φαίνεται ότι ο εναγόμενος είχε προσκομίσει και τα σχετικά προς τούτο αποδεικτικά στοιχεία τα οποία ο ενάγοντας έλαβε μέσω της αδελφής του. Η άγνοια που εξέφρασε ο εναγόμενος για το θέμα των αποδεικτικών στοιχείων δεν είναι πειστική αφού δεν εδόθη και οποιαδήποτε εξήγηση ούτε από τον ίδιο ούτε ακολούθως από την αδελφή του, πώς έτυχε τέτοια προσωπικά στοιχεία του πατέρα τους και του ίδιου του εναγόμενου να βρεθούν στην κατοχή του ενάγοντα. Πρόσθετα, δεν έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια από την πλευρά του εναγόμενου να εξηγηθεί πώς συνέβηκε και ο πατέρας του είχε όλες εκείνες τις συναντήσεις που αναφέρθηκε ότι πραγματοποίησε με τον ενάγοντα μέχρι να καταλήξουν στην υπογραφή της επίδικης συμφωνίας αλλά και μετά από αυτό για επίλυση συναφών θεμάτων. Μήπως ο Hussein μεταφέρετο στους τόπους συνάντησης παρά τη θέληση του και ενώ δεν αντιλαμβάνετο τι εγίνετο σ΄ αυτές; Ποιος τον μετέφερε σ΄ αυτές, με εξαίρεση αυτή που είχε πραγματοποιηθεί στην οικία του στο Λονδίνο τον Οκτώβριο του
  19. Στις πλείστες, αν όχι και σε όλες, αναφέρθηκε, και δεν αμφισβητήθηκε όπως ούτε και οι συναντήσεις, ότι παρούσα ήταν και η σύζυγος του Hussein. Γιατί δεν κλήθηκε ως μάρτυρας ώστε να πληροφορήσει το δικαστήριο ότι ο σύζυγος της δεν αντιλαμβανόταν τα όσα ελέγοντο σ΄ αυτές τις συναντήσεις, αν όντως αυτή είναι η αλήθεια; Τα πιο πάνω είναι παρατηρήσεις και ερωτήματα τα οποία παρέμειναν αναπάντητα και τα οποία αφήνουν έκθετη σε απόρριψη την εκδοχή της υπεράσπισης, ότι ο Hussein κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας δεν είχε την ικανότητα του συμβάλλεσθαι. Αντίθετα, η εκδοχή η οποία κατατέθηκε από την πλευρά του ενάγοντα, όπως εκτίθεται πιο πάνω και γίνεται αποδεκτή, δεν αφήνει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς τούτο. Συγκεκριμένα, γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία των διαφόρων μαρτύρων της πλευράς αυτής οι οποίοι ανάφεραν ότι στις συναντήσεις που είχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο με το Hussein αντιλήφθηκαν ότι αυτός είχε πλήρη διαύγεια πνεύματος και αντιλαμβάνετο το κάθε τι που συνέβαινε και ελέγετο σε τέτοιες συναντήσεις. Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι η επίδικη συμφωνία διαπιστώνεται ως έγκυρη και δεσμευτική για τα συμβαλλόμενα μέρη. Δεδομένων και των υπόλοιπων ευρημάτων ως προς τους όρους που την καθιστούν δεκτή ειδικής εκτέλεσης, η θεραπεία αυτή θα πρέπει πλέον να αποδοθεί μέσα από τη διάδοχη, του Νόμου,Κεφ. 232, νομοθεσία. Αυτή είναι ο περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος 81(Ι)/
  20. Με βάση την πρόνοια στο άρθρο 16
(2)εφαρμόζεται σε συμφωνία, όπως η παρούσα, έστω και αν κατά τη θέσπιση του εκκρεμούσε σε σχέση με αυτή δικαστική διαδικασία, με δεδομένο ότι αυτή είναι ήδη κατατεθειμένη στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο και έχουν συγχρόνως ικανοποιηθεί οι όροι του άρθρου 6
(1). Στην προκειμένη περίπτωση έχει ικανοποιηθεί και η πρόνοια αυτή αφού έχουν ικανοποιηθεί οι όροι του αντίστοιχου άρθρου 2 του Νόμου, Κεφ. 232, όπως διαπιστώθηκε προηγουμένως. Τέλος, το δικαστήριο δύναται να διατάξει την ειδική εκτέλεση συμφωνίας με βάση την εξουσία που του παρέχεται από το άρθρο 7
(1)του νέου Νόμου. Βέβαια, ένα θέμα το οποίο θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη κατά την έκδοση τέτοιας διαταγής είναι ότι εκκρεμεί η πληρωμή του υπολοίπου του τιμήματος που ανέρχεται σε Λ.Κ.22.200,00 ή €37.930,
  1. Ο ενάγων δήλωνε πάντοτε πρόθυμος να το καταβάλει συγχρόνως με τη μεταβίβαση προς αυτόν του επίδικου ακινήτου, όπως προβλέπεται στη συμφωνία. Επομένως, θα πρέπει να γίνει συγκεκριμένη πρόνοια και ως προς το θέμα αυτό με δεδομένο ότι για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω η αγωγή έχει επιτύχει και θα αποδοθεί στον ενάγοντα η αξιούμενη θεραπεία για ειδική εκτέλεση της συμφωνίας. Επομένως, εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου , συνιστάμενη σε διάταγμα ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας η οποία είχε συναφθεί μεταξύ τους στις 13.1.2004 και είναι κατατεθειμένη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας με στοιχεία ΠΩΕ1865/2006, νοουμένου ότι ο ενάγων θα καταβάλει συγχρόνως στον εναγόμενο το ποσό του υπολοίπου του τιμήματος που ανέρχεται σε €37.930,
  2. Τέλος, ο εναγόμενος διατάσσεται να καταβάλει στον ενάγοντα και όλα τα έξοδα της παρούσας υπόθεσης, τα οποία να υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Γ.Ν.Γιασεμής Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.