← Κύπρος

ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ 'ΚΙΤΙΟΝ' (ΑΕΚ) ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΕΠΙΣΗΜΟ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ΩΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΑΠΟΛΛΩΝ (ΚΑΛΑΘΟΣΦΑΙΡΑ) ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1549/2006, 31/1/2013

ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ 'ΚΙΤΙΟΝ' (ΑΕΚ) ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΕΠΙΣΗΜΟ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ΩΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΑΠΟΛΛΩΝ (ΚΑΛΑΘΟΣΦΑΙΡΑ) ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1549/2006, 31/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου Βασιλείου Αρ. Αγωγής: 1549/2006 Μεταξύ: ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΑΕΚ ΛΑΡΝΑΚΑΣ, Λάρνακα Ενάγονες Και

  1. ΑΠΟΛΛΩΝ (ΚΑΛΑΘΟΣΦΑΙΡΑ) ΛΤΔ, Λεμεσός
  2. ΦΙΛΙΟΣ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Λεμεσός Εναγόμενοι Και ΦΑΝΤΟΥΣΗΣ ΧΑΡΗΣ, Λάρνακα Τριτοδιάδικος Και ως ετροποποιήθην δυνάμει διαταγμάτων Δικαστηρίου ημερομηνία 24/11/2009 και 21/4/2010 Αρ. Αγωγής: 1549/2006 Μεταξύ: ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΑΕΚ ΛΑΡΝΑΚΑΣ, Λάρνακα Ενάγονες Και
  3. ΕΠΙΣΗΜΟ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ΩΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΑΠΟΛΛΩΝ (ΚΑΛΑΘΟΣΦΑΙΡΑ) ΛΤΔ, Λεμεσός
  4. ΦΙΛΙΟΣ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Λεμεσός
  5. ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΑΠΟΛΛΩΝΑ ΛΕΜΕΣΟΥ, Λεμεσός Εναγόμενοι Και ΦΑΝΤΟΥΣΗΣ ΧΑΡΗΣ, Λάρνακα Τριτοδιάδικος Και ως ετροποποιήθην δυνάμει διαταγμάτων Δικαστηρίου ημερομηνία 24/11/2009, 21/4/2010 και 4/10/2011 Αρ. Αγωγής: 1549/2006 Μεταξύ: ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ 'ΚΙΤΙΟΝ' (ΑΕΚ) ΛΑΡΝΑΚΑΣ, Λάρνακα Ενάγονες Και
  6. ΕΠΙΣΗΜΟ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ΩΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΑΠΟΛΛΩΝ (ΚΑΛΑΘΟΣΦΑΙΡΑ) ΛΤΔ, Λεμεσός
  7. ΦΙΛΙΟΣ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Λεμεσός
  8. ΑΘΛΗΤΙΚΟΣ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝ, Λεμεσός Εναγόμενοι Και ΦΑΝΤΟΥΣΗΣ ΧΑΡΗΣ, Λάρνακα Τριτοδιάδικος Hμερομηνία:31.1.2013 Eμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα Μ. Ραφαήλ για Φράγκος και Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1: Καμία Εμφάνιση Για τον Εναγόμενο 2: κ. Β. Ερωτοκρίτου Για τον Τριτιδιάδικο: κ. Γ. Χριστοφίδης ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την καταχώρηση της αγωγής οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων το ποσό των Λ.Κ 55.000 ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας ή/και ποσό που οφείλεται δυνάμει γραπτής συμφωνίας πλέον νόμιμο τόκο. Μετά από τρεις διαδοχικές τροποποιήσεις του τίτλου της αγωγής η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση σε σχέση με τον εναγόμενο
  9. Περαιτέρω η δοθείσα εκ μέρους των εναγόντων μαρτυρία παρουσιάστηκε και για σκοπούς απόδειξης της αξίωσης τους εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη, υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της εναγόμενης εταιρείας 1, ο οποίος επέλεξε να μην εμφανιστεί στη διαδικασία. Η αγωγή εναντίον των εναγομένων 3 αποσύρθηκε πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων Οι βασικοί ισχυρισμοί των εναγόντων όπως καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης έχουν συνοπτικά ως εξής: Οι ενάγοντες είναι αθλητικό σωματείο νομίμως εγγεγραμμένο στην Κύπρο που διατηρεί διάφορα αθλητικά τμήματα, μεταξύ άλλων και τμήμα καλαθόσφαιρας. Συμμετέχουν δε σε διάφορα πρωταθλήματα και αγώνες και ή καλαθοσφαιρικές διοργανώσεις που οργανώνονται από την Κυπριακή Ομοσπονδία καλαθόσφαιρας. Οι εναγόμενοι 1 είναι εταιρεία νομίμως εγγεγραμμένη στη Κύπρο και διαχειρίζεται αθλητικό τμήμα καλαθόσφαιρας. Συμμετέχει δε σε διάφορα πρωταθλήματα ή/και αγώνες ή/και άλλες καλαθοσφαιρικές διοργανώσεις που διοργανώνονται από την Κυπριακή Ομοσπονδία Καλαθόσφαιρας. Οι εναγόμενοι 3, κατά πάντα ουσιώδη ως προς την αγωγή χρόνο, ήταν και είναι Αθλητικό Σωματείο δεόντως εγγεγραμμένο στη Κυπριακή Δημοκρατία με έδρα τη Λάρνακα και διατηρούσαν και/ή διατηρούν διάφορα τμήματα μεταξύ άλλων και τμήμα καλαθόσφαιρας. Κατά ή περί την 26/7/2002 δυνάμει γραπτής συμφωνίας που έλαβε χώρα στη Λάρνακα, οι ενάγοντες συμφώνησαν με τους εναγόμενους 1 και/ή 3 όπως παραχωρήσουν στους εναγόμενους 1 και/ή 3 με υποσχετική μεταγραφή για την αγωνιστική περίοδο 2002-2003 τους καλαθοσφαιριστές Νίκο Μιχαήλ και Χάρη Φαντούση. Οι εναγόμενοι 1 κα/ή 3 σε αντάλλαγμα της ως άνω παραχώρησης συμφώνησαν όπως καταβάλουν στους ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ 80.000 πληρωτέο ως ακολούθως: (α) Λ.Κ 20.000 με την υπογραφή της συμφωνίας. (β )Λ.Κ 5.000 μέχρι την 30/9/2002 (γ) Λ.Κ 25.000 μέχρι την 30/8/2003 και (δ) Λ.Κ 30.000 μέχρι την 30/8/2004 Ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε την πιστή τήρηση των όρων της ως άνω συμφωνίας ως επίσης και την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού των Λ.Κ 80.
  10. Οι εναγόμενοι 1 και/ή 3 κατέβαλαν τα ποσά των παραγράφων (α) και (β) πιο πάνω πλην όμως αρνήθηκαν και/ή αμέλησαν να καταβάλουν τις δύο τελευταίες δόσεις ήτοι τα ποσά των Λ.Κ25.000 και Λ.Κ 30.000 τα οποία παραμένουν απλήρωτα μέχρι σήμερα, αρνούμενοι να υλοποιήσουν τα μεταξύ των μερών συμφωνηθέντα. Οι ενάγοντες κάλεσαν τόσο προφορικώς όσο και γραπτώς τους εναγόμενους να εξοφλήσουν την ως άνω οφειλή τους πλην όμως αρνούνται και/ή αμελούν να συμμορφωθούν. Έκθεση υπεράσπισης του εναγόμενου 2 Ο εναγόμενος 2 με την υπεράσπιση του προβάλλει τρεις προδικαστικές ενστάσεις εκ των οποίων η ένσταση σε σχέση την κατά τόπο αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Λάρνακας αποσύρθηκε στο στάδιο των αγορεύσεων. Οι υπόλοιπες προδικαστικές ενστάσεις θα απασχολήσουν το δικαστήριο στη συνέχεια της απόφασης του. Άνευ βλάβης των αναφερόμενων προδικαστικών ενστάσεων ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι βάσει της συμφωνίας ημερομηνίας 26/7/2002 οι ενάγοντες είχαν την υποχρέωση να παραχωρήσουν στους εναγόμενους 1 τους καλαθοσφαιριστές Νίκο Μιχαήλ και Χάρη Φαντούση με υποσχετική μεταγραφή για την περίοδο 2002-2003 έναντι του ποσού των Λ.Κ 25.000 και με την καταβολή στις 30/8/03 περαιτέρω ποσού Λ.Κ 25.000 θα παραχωρούσαν ξανά τους δύο καλαθοσφαιριστές με υποσχετική μεταγραφή για την περίοδο 2003-
  11. Περαιτέρω με την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ 30.000 θα παραχωρούσαν τους εν λόγω καλαθοσφαιριστές στους εναγόμενους 1 με ελευθέρα μεταγραφή. Για να συντελεστούν οι αναφερόμενες μεταγραφές σύμφωνα με τις πρόνοιες της Κυπριακής Ομοσπονδίας Καλαθόσφαιρας (ΚΟΚ) απαιτούντο και οι υπογραφές των καλαθοσφαιριστών πράγμα το οποίο οι πιο καλαθοσφαιριστές αρνήθηκαν να πράξουν καθότι αρνήθηκαν να υπογράψουν τα σχετικά έντυπα για λόγους που ο εναγόμενος 2 επιφυλάσσεται να αναφέρει κατά τη δικάσιμο. Οι πιο πάνω καλαθοσφαιριστές για την περίοδο 2003 και 2004 επανεντάχθηκαν στην δύναμη της ΑΕΚ και/ή σε άλλες ομάδες. Επειδή οι αναφερόμενοι καλαθοσφαιριστές δεν ενδιαφέρθηκαν και/ η αρνήθηκαν να συνεχίσουν να είναι μέλη της καλαθοσφαιρικής ομάδας των εναγομένων 1 ουσιαστικά η εν λόγω συμφωνία δεν μπορούσε να υλοποιηθεί. Με τη συμπεριφορά τους οι εν λόγω καλαθοσφαιριστές κατέστησαν την εκτέλεση της συμφωνίας ημερομηνίας 26/7/02 ανέφικτη (frustration of contract). Περαιτέρω οι ενάγοντες αποδεχόμενοι τους εν λόγω καλαθοσφαιριστές στην καλαθοσφαιρική τους ομάδα και/ή δίδοντας την συγκατάθεση τους ούτως ώστε να εγγραφούν και/ή μεταγραφούν σε άλλη καλαθοσφαιρική ομάδα πλην της ομάδας των εναγομένων 1 ουσιαστικά ελάμβαναν γνώση και ή έδιδαν τη συγκατάθεση τους ούτως ώστε η εκτέλεση της συμφωνίας να καταστεί και/ή να είναι ανέφικτη. Ως εκ τούτου οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να διεκδικούν το αναφερόμενο ποσό των Λ.Κ55.000 καθότι αυτό διεκδικείται άνευ οποιασδήποτε αντιπαροχής. Οι εναγόμενοι 1 με επιστολή τους προς τους ενάγοντες ημερομηνίας 25.8.2003 τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία και ενημέρωσαν τους ενάγοντες ότι έδωσαν οδηγίες στη τράπεζα να μην πληρωθούν οι επιταγές με ημερομηνίες 30.8.03 και 30.8.04 για τα ποσά των Λ.Κ25.000 και Λ.Κ30.000 αντίστοιχα. Διαζευκτικά ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι οι εν λόγω καλαθοσφαιριστές υπήρξαν οι υπαίτιοι της ακύρωσης της εν λόγω συμφωνίας και επιφυλάσσει το δικαίωμα του να καλέσει αυτούς σαν τριτοδιάδικους στην αγωγή, δικαίωμα που τελικά άσκησε μόνο εναντίον του ενός εξ αυτών, Χάρη Φαντούση. Απάντηση στην Υπεράσπιση του εναγόμενου 2 Οι ενάγοντες με την απάντηση τους στην υπεράσπιση του εναγόμενου 2 ισχυρίζονται ότι με βάση τη συμφωνία ημερομηνίας 26/7/02 οι καλαθοσφαιριστές Νίκος Μιχαήλ και Χάρης Φαντούσης παραχωρήθηκαν στους εναγόμενους 1 και/η 3 με υποσχετική μεταγραφή για τις αγωνιστικές περιόδους 2002-2003 και 2003-2004 για το συνολικό ποσό των Λ.Κ80.000 ισάξιο με το ποσό των €136,
  12. Με την πλήρη και ολική αποπληρωμή του ανωτέρω ποσού οι ενάγοντες δεσμεύτηκαν ότι θα παραχωρούσαν τους εν λόγω καλαθοσφαιριστές στους εναγόμενους 1 και/ή 3 με ελευθέρα μεταγραφή. Η αποπληρωμή του συνολικού ποσού των Λ.Κ 80.000 συμφωνήθηκε να γίνει τμηματικά και/η δια δόσεων όπως περιγράφεται στην έκθεση απαίτησης. Περαιτέρω οι εναγόμενοι κατά την ημερομηνία της υπογραφής της συμφωνίας ως παράλληλη εγγύηση εξέδωσαν και παρέδωσαν στους ενάγοντες τρεις επιταγές εκ των οποίων η πληρωμή των δύο ανακλήθηκε. Οι καλαθοσφαιριστές κατά την αγωνιστική περίοδο 2002-2003 αγωνίστηκαν πλήρως στη δύναμη των εναγομένων 1 και/η
  13. Στη συνέχεια δεν επανεντάχθηκαν στη δύναμη των εναγόντων εφόσον οι ίδιοι την 26/7/02 είχαν παραχωρήσει τους καλαθοσφαιριστές με υποσχετική μεταγραφή στους εναγόμενους 1 και/ή 3 και για την αγωνιστική περίοδο 2003-2004 και/ή δεν αποδέχθηκαν το τερματισμό της συμφωνίας που έλαβε χώρα στις 25/8/
  14. Οι ενάγοντες προβάλλουν περαιτέρω ότι οποιαδήποτε αίτηση μεταγραφής με υποσχετική μεταγραφή υποβλήθηκε από τους καλαθοσφαιριστές προς την Κ.Ο.Κ θα έπρεπε να αφορά και τις δύο αγωνιστικές περιόδους αφού με την επίδικη συμφωνία παραχώρησαν αυτούς στους εναγόμενους για τις δύο αγωνιστικές περιόδους και οποιαδήποτε συμφωνία εργοδότησης τυχόν συνάφθηκε μεταξύ των εναγομένων 1 και/ή 3 και των καλαθοσφαιριστών θα έπρεπε να καλύπτει εξ' υπαρχής και τις δύο πιο πάνω αγωνιστικές περιόδους. Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα οι ενάγοντες με την απάντηση τους στην υπεράσπιση του εναγόμενου 2 ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι 1 και/η 3 κατά ή περί την 26/8/02 σύναψαν συμφωνία εργοδότησης με τον καλαθοσφαιριστή Χάρη Φαντούση για την περίοδο 2002-2003 με δικαίωμα ανανέωσης για τέσσερα έτη εκτός εάν ο Φαντούσης εξασφάλιζε την ελευθέρα μεταγραφή του από τους εναγόμενους 1 και/ή 3 καταβάλλοντας σε αυτούς μέχρι την 15/8/03 το ποσό των Λ.Κ 25.
  15. Ο καλαθοσφαιριστής Χάρης Φαντούσης τερμάτισε τη συμφωνία εργοδότησης ημερομηνίας 26/8/02 λόγω κατ' ισχυρισμό διάρρηξης αυτής από τους εναγόμενους 1 και/η 3 και προσέφυγε στα αρμόδια όργανα της ΚΟΚ εξασφαλίζοντας απόφαση εναντίον τους για το ποσό των Λ.Κ25.210 υπό μορφή αποζημιώσεων και Λ.Κ1.725 για δεδουλευμένους μισθούς. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η τυχόν διάρρηξη της συμφωνίας εργοδότησης των εναγομένων 1 και/ή 3 από τους καλαθοσφαιριστές και/ή η μη επιθυμία τους να συνεχίσουν να είναι μέλη της καλαθοσφαιρικής ομάδας των εναγομένων 1 δεν μπορεί να αποτελεί λόγο που να επιτρέπει το νόμιμο τερματισμό της επίδικης συμφωνίας. Αποδέχονται ότι η επίδικη συμφωνία τερματίστηκε με τον τρόπο που περιγράφεται στην έκθεση υπεράσπισης του εναγόμενου 2 και προσθέτουν ότι οι εναγόμενοι 1 και/η 3 προέβησαν παρανόμως στο τερματισμό της επίδικης συμφωνίας καθότι οι ίδιοι τίμησαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις με την παραχώρηση των καλαθοσφαιριστών για τις αγωνιστικές περιόδους 2002-2003 και 2003-
  16. Αρνούνται ότι υπαίτιοι για την ακύρωση της συμφωνίας υπήρξαν οι καλαθοσφαιριστές και ισχυρίζονται ότι η τυχόν ακύρωση της συμφωνίας μεταξύ των εναγομένων 1 και/η 3 και των καλαθοσφαιριστών εξ' υπαιτιότητας οποιουδήποτε προσώπου δεν μπορεί να αποτελεί λόγο νόμιμου τερματισμού της επίδικης συμφωνίας. Τέλος προβάλλουν ότι με βάση τα πραγματικά γεγονότα υπαίτιοι για την διάρρηξη της συμφωνίας υπήρξαν οι εναγόμενοι 1 και/ή
  17. Έκθεση Απαίτησης του εναγόμενου 2 εναντίον του Τριτοδιάδικου Οι βασικοί ισχυρισμοί του εναγόμενου 2 όπως καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης του εναντίον του τριτοδιάδικου συνοπτικά είναι οι ακόλουθοι: Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο τριτοδιάδικος ανήκε στη δύναμη των εναγόντων. Για την αγωνιστική περίοδο 2003-2004 αρνήθηκε να υπογράψει τα αναγκαία έγγραφα για την παραχώρηση του με υποσχετική μεταγραφή από τους ενάγοντες στους εναγόμενους 1 με αποτέλεσμα η επίδικη συμφωνία να μην μπορεί να υλοποιηθεί και ο τριτοδιάδικος να επανενταχτεί στη δύναμη των εναγόντων και/ή σε άλλες ομάδες. Μετά την εξέλιξη αυτή οι εναγόμενοι 1 με επιστολή τους προς τους ενάγοντες τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 26/7/
  18. Λόγω των αναφερθέντων λόγων οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι υπέστησαν ζημιές οι οποίες αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης τους. Αν οι εναγόμενοι- γεγονός το οποίο αρνούνται- είναι και/ή πρόκειται να θεωρηθούν υπεύθυνοι έναντι των εναγόντων για τα ρηθέντα ποσά και/ή για οποιοδήποτε από αυτά τότε θα προκληθούν στους εναγόμενους 1 και 2 ζημιές στο ποσό των Λ.Κ 55.000 το οποίο δικαιούνται ως αποζημίωση από τον τριτοδιάδικο. Έκθεση Υπεράσπισης του Τριτοδιάδικου Ο τριτοδιάδικος αρνείται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ανήκε στη δύναμη των εναγόντων. Περαιτέρω αντί των όσων επικαλούνται οι εναγόμενοι ισχυρίζεται πως κατά ή περί την 26.8.2002 συμφώνησε εγγράφως μετά του Αθλητικού Ποδοσφαιρικού Ομίλου ΑΠΟΛΛΩΝ Λεμεσού και όχι με τους εναγόμενους 1 όπως εγγραφεί στη δύναμη τους ως καλαθοσφαιριστής και προσφέρει τις υπηρεσίες του για την περίοδο 2002-2003 με επέκταση και/ή ανανέωση του συμβολαίου για τέσσερα έτη δηλαδή για τις καλαθοσφαιρικές περιόδους 2003 μέχρι 2007 εκτός εάν εξασφάλιζε την ελευθέρα μεταγραφή του από τον ΑΠΟΛΛΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ καταβάλλοντας σε αυτούς μέχρι την 15.8.2003 το ποσό των Λ.Κ 25.
  19. Ο Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος ΑΠΟΛΛΩΝ Λεμεσού παραβίασε την αναφερόμενη συμφωνία με αποτέλεσμα ο τριτοδιάδικος να τερματίσει αυτή και να προσφύγει στα αρμόδια όργανα της Κ.Ο.Κ εξασφαλίζοντας απόφαση εναντίον τους για το ποσό των Λ.Κ 25.210 υπό μορφή αποζημιώσεων και Λ.Κ 1.725 ως δεδουλευμένους μισθούς. Περαιτέρω καταχώρησε την υπ' αριθμό 1955/07 αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού αξιώνοντας μεταξύ άλλων την καταβολή των πιο πάνω ποσών. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Προς απόδειξη της υπόθεσης τους οι ενάγοντες παρουσίασαν ως μοναδικό μάρτυρα τον δικηγόρο κ. Ανδρέα Ζαχαρίου (ΜΕ1) ο οποίος εκτός από τα όσα ανέφερε κατέθεσε στο δικαστήριο και σειρά εγγράφων ως τεκμήρια στα οποία γίνεται αναφορά πιο κάτω κατά την παράθεση της μαρτυρίας του. Ο κ. Ζαχαρίου κατέθεσε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή κατάθεση (έγγραφο Α). Ανέφερε ότι οι ενάγοντες είναι εγγεγραμμένο σωματείο δυνάμει του Περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμου μέλος της Κυπριακής Ομοσπονδίας Καλαθόσφαιρας (Κ.Ο.Κ) που διατηρεί διάφορα αθλητικά τμήματα, μεταξύ άλλων και τμήμα καλαθόσφαιρας. Οι εναγόμενοι 3, είναι λέσχη εγγεγραμμένη δυνάμει του Περί Λεσχών Νόμου και διατηρεί διάφορα αθλητικά τμήματα, μεταξύ άλλων και τμήμα καλαθόσφαιρας. Εξ' όσων πληροφορήθηκε από τους ίδιους είχαν εκχωρήσει στην εναγόμενη 1 εταιρεία, η οποία σήμερα βρίσκεται υπό εκκαθάριση, όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους αναφορικά με την διαχείριση του καλαθοσφαιρικού τους τμήματος καθώς και της καλαθοσφαιρικής τους ομάδας που αγωνιζόταν στα πρωταθλήματα και κύπελλα που διοργανώνονταν από την ΚΟΚ. Κατά τον επίδικο χρόνο ο ίδιος ήταν αντιπρόεδρος των εναγόντων και υπό την ιδιότητα του αυτή μεσολάβησε για την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας ημερομηνίας 26/7/2002 τα συμβαλλόμενα μέρη της οποίας ήταν η ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΙΤΙΟΝ (ΑΕΚ) ΛΑΡΝΑΚΑΣ και οι εναγόμενοι
  20. Η αναφερόμενη συμφωνία υπογράφτηκε από τους εναγόμενους 1 και από τον ίδιο υπό την ιδιότητα του ως αντιπροέδρου των εναγόντων. Παρά τις προσπάθειες των εναγόντων δεν έγινε κατορθωτό να εντοπιστεί το πρωτότυπο έγγραφο της επίδικης συμφωνίας το οποίο απωλέσθηκε και εξαιτίας αυτού στάλθηκε από το δικηγόρο του εναγόμενου 2 προς τους δικηγόρους των εναγόντων αντίγραφο της συμφωνίας μέσω τηλεομοιότυπου μετά συνοδευτικής επιστολής ημερομηνίας 3/4/
  21. Με τον ίδιο τρόπο στάλθηκε αντίγραφο της επιστολής με την οποία τερματίστηκε η επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 25/8/2003 και η οποία απευθυνόταν προς τους ενάγοντες. Κατάθεσε τα εν λόγω αντίγραφα σε δέσμη ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  22. Ανέφερε ότι βάση της συμφωνίας οι καλαθοσφαιριστές Νίκος Μιχαήλ και Χάρης Φαντούσης παραχωρήθηκαν από τους ενάγοντες στην εναγόμενη 1 με υποσχετική μεταγραφή για τις καλαθοσφαιρικές περιόδους 2002-2003 και 2003-2004 για το συνολικό ποσό των Λ.Κ 80.
  23. Με την πλήρη και ολική αποπληρωμή του αναφερόμενου ποσού οι ενάγοντες δεσμεύτηκαν ότι θα παραχωρούσαν τους εν λόγω καλαθοσφαιριστές στην εναγόμενη 1 με ελευθέρα μεταγραφή. Η αποπληρωμή του πιο πάνω ποσού συμφωνήθηκε να γίνει τμηματικά με τις δόσεις που περιγράφονται στη έκθεση απαίτησης των εναγόντων. Περαιτέρω κατά την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας παραδόθηκαν στους ενάγοντες από τους εναγόμενους 1 τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές εκ των οποίων η πληρωμή των δύο και συγκεκριμένα των ημερομηνιών 30/8/03 και 30/8/04 ανακλήθηκε από την εναγόμενη
  24. Ο εναγόμενος 2 μαζί με ακόμα ένα πρόσωπο το Χρύση Θεοφίλου, ο οποίος απεβίωσε, υπέγραψαν επί της επίδικης συμφωνίας και εγγυήθηκαν την πιστή τήρηση των όρων της και την αποπληρωμή του οφειλόμενου ποσού. Ο κ. Ζαχαρίου εξήγησε πως «Υποσχετική μεταγραφή» σημαίνει μεταγραφή κάποιου καλαθοσφαιριστή από την ομάδα στην οποία είναι εγγεγραμμένος σε άλλη ομάδα μέλος της Κ.Ο.Κ για χρονικό διάστημα μέχρι τη λήξη της αγωνιστικής περιόδου μέσα στην οποία λαμβάνει χώρα η υποσχετική μεταγραφή. «Ελευθέρα μεταγραφή» σημαίνει ότι ο καλαθοσφαιριστής δεν είναι υποχρεωμένος να επιστρέψει στη δύναμη της ομάδας η οποία τον παραχώρησε με ελεύθερη μεταγραφή. Δήλωσε πως η αναφορά του σε σχέση με την σημασία της «υποσχετικής μεταγραφής» έγινε με βάση τους κανονισμούς της Κ.Ο.Κ τους οποίου κατέθεσε στο δικαστήριο ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  25. Τον Αύγουστο του 2003 η εναγόμενη 1, απέστειλε επιστολή προς τους ενάγοντες, με την οποία τους πληροφόρησε ότι ο καλαθοσφαιριστής Χάρης Φαντούσης αρνείται να συμμετάσχει στις προπονήσεις της ομάδας του και ότι είναι φανερό ότι δεν επιθυμεί να παραμείνει στην ομάδα για την περίοδο 2003-
  26. Σύμφωνα με τους εναγόμενους 1, δεν ήταν δυνατή η συντέλεση της μεταγραφής για την περίοδο 2003-2004, χωρίς την υπογραφή του καλαθοσφαιριστή, ο οποίος κατά τους ίδιους αρνήθηκε να υπογράψει τα σχετικά έντυπα που απαιτούν οι πρόνοιες του καταστατικού της Κ.Ο.Κ. Οι εναγόμενοι 1 με την ίδια πιο πάνω επιστολή τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία λόγω επικαλούμενης αδυναμίας των εναγόντων να τηρήσουν την υποχρέωση τους για υποσχετική μεταγραφή και πληροφόρησαν τους τελευταίους για την ανάκληση της πληρωμής των δύο επιταγών. Ο κ. Ζαχαρίου υποστήριξε πως ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας ήταν παράνομος. Ισχυρίστηκε ότι η υποχρέωση των εναγόντων ήταν η παραχώρηση των καλαθοσφαιριστών με υποσχετική μεταγραφή και η συγκατάθεση τους για την συντέλεση της υποσχετικής μεταγραφής δόθηκε την ημερομηνία καταρτισμού της επίδικης συμφωνίας, ήταν δεδομένη και ουδέποτε αμφισβητήθηκε σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο από τα δύο μέρη της συμφωνίας. Συνεπώς οι ενάγοντες είχαν εκπληρώσει τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Οι δύο καλαθοσφαιριστές μετά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας δεν επέστρεψαν στη δύναμη των εναγόντων. Η τυχόν μη επιθυμία του Χάρη Φαντούση για συνέχιση της απασχόλησης του στην καλαθοσφαιρική ομάδα των εναγομένων για την περίοδο 2003-2004 και η διάρρηξη της σχέσης τους εξ' υπαιτιότητας οποιουδήποτε προσώπου, δεν μπορεί να αποτελεί νόμιμο λόγο τερματισμού της επίδικης συμφωνίας. Εξ' όσων πληροφορήθηκε από το δικηγόρο του Χ. Φαντούση ο τελευταίος στις 22/8/03 με σχετική επιστολή (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2) τερμάτισε τη συμφωνία εργοδότησης του με τον Αθλητικό Ποδοσφαιρικό Όμιλο Απόλλων Λεμεσού λόγω υπαιτιότητας τους και συγκεκριμένα λόγω μη πληρωμής δεδουλευμένων μισθών τριών μηνών. Στη συνέχεια ο Χάρης Φαντούσης προσέφυγε στα αρμόδια όργανα της Κ.Ο.Κ εξασφαλίζοντας απόφαση εναντίον τους. Συγκεκριμένα η επιτροπή επίλυσης διαφορών της Κ.Ο.Κ στις 11/11/2003 έκρινε ότι οφείλεται στον καλαθοσφαιριστή το ποσό των Λ.Κ 1.225 που αφορούσε τους δεδουλευμένους μισθούς των μηνών Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου του 2003 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3). Στις 9/12/03 η ως άνω Επιτροπή επιδίκασε εναντίον τους το ποσό των Λ.Κ 25.210 για τη ζημιά που προκλήθηκε στον καλαθοσφαιριστή εξαιτίας της λύσης του συμβολαίου του (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4). Με βάση τις πρόνοιες της συμφωνίας μεταξύ του Αθλητικού Ποδοσφαιρικού Ομίλου Λεμεσού Απόλλων και του Φαντούση (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5) η εργοδότηση του θα συνεχιζόταν μέχρι το 2007 εάν συμφωνούσαν μεταξύ τους την ανανέωση της. Στην περίπτωση που δεν συμφωνείτο η ανανέωση της συμφωνίας, ο καλαθοσφαιριστής θα αποκτούσε την ελευθέρα μεταγραφή του μόνο αν κατέβαλλε ο ίδιος σε αυτούς το ποσό των Λ.Κ 25.000 μέχρι την 15/8/
  27. Στην περίπτωση που αποτύγχανε να καταβάλει το αναφερόμενο ποσό μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία, τότε θα ήταν υποχρεωμένος να συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο σωματείο με τους όρους μισθοδοσίας της πιο συμφωνίας μέχρι το
  28. Επιπρόσθετα ο Χάρης Φαντούσης καταχώρησε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού αξιώνοντας μεταξύ άλλων την καταβολή των πιο πάνω ποσών. Εκ συμφώνου εκδόθηκε απόφαση προς όφελος του για το ποσό των € 20.000 (τεκμήριο 15) Στο στάδιο της αντεξέτασης ο ΜΕ1 ερωτηθείς κατά πόσο υπάρχει σωματείο με το όνομα ΑΕΚ απάντησε καταφατικά λέγοντας πως πρόκειται για τη συντομογραφία του σωματείου με την ονομασία Αθλητική Ένωση Κίτιον Λάρνακας. Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις υποστήριξε πως δεν υπήρχε οποιαδήποτε αδυναμία των εναγόντων να τηρήσουν την επίδικη συμφωνία εφόσον είχαν παραχωρήσει τον καλαθοσφαιριστή Φαντούση και δεν έφεραν οποιαδήποτε ευθύνη εάν ο τελευταίος όπως δείχνουν τα γεγονότα δεν πληρωνόταν και τερμάτισε την συμφωνία του με τον Απόλλωνα. Δεν αρνήθηκε την υποβολή ότι σύμφωνα με τους κανονισμούς της Κ.Ο.Κ (τεκμ.6) με τη λήξη της αγωνιστικής περιόδου κατά την οποία παραχωρείται ένας καλαθοσφαιριστής σε άλλη ομάδα ανήκει πλέον στην ομάδα που τον παραχώρησε. Σε αντίθεση, όπως ανέφερε, με την περίπτωση της ελεύθερης μεταγραφής όπου ο καλαθοσφαιριστής παύει πλέον να έχει σχέση με την ομάδα που το παραχωρεί. Δεν αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι για να διενεργηθεί μία υποσχετική μεταγραφή απαιτείται να υπογράψουν το σχετικό έντυπο της ΚΟΚ το σωματείο που παραχωρεί τον καλαθοσφαιριστή, το σωματείο που τον δέχεται καθώς και ο ίδιος ο καλαθοσφαιριστής. Ερωτηθείς σχετικά με τον ισχυρισμό που πρόβαλε κατά την κυρίως εξέταση του, ότι δηλαδή μετά το τερματισμό της επίδικης συμφωνίας οι καλαθοσφαιριστές δεν επέστρεψαν στην ομάδα των εναγόντων, ανέφερε ότι ο Φαντούσης εντάχθηκε σε άλλη καλαθοσφαιρική ομάδα και πιθανόν να επέστρεψε στους ενάγοντες μετά από ένα με δύο χρόνια. Δεν ήταν σε θέση όμως να γνωρίζει κάτω από ποιό καθεστώς μετεγράφηκε στην άλλη ομάδα. Στην υποβολή ότι οι Φαντούσης και Μιχαήλ παραχωρήθηκαν σε άλλες ομάδες με υποσχετικές μεταγραφές τις οποίες υπέγραψαν και οι ενάγοντες απάντησε πως δεν γνωρίζει. Δεν ήταν επίσης σε θέση να αναφέρει με βεβαιότητα σε ποιες ομάδες αγωνίστηκαν οι αναφερόμενοι καλαθοσφαιριστές κατά την αγωνιστική περίοδο 2003-2004 ούτε κατά πόσο στη συνέχεια επέστρεψαν στην ομάδα των εναγόντων. Ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ότι η απόφαση τεκμήριο 4 έχει εφεσιβληθεί και η επιτροπή επίλυσης διαφορών διέταξε την επανεκδίκαση της υπόθεσης. Δεν αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι δεν μπορεί να δοθεί μεταγραφή με υποσχετική απευθείας για δύο αγωνιστικές περιόδους. Διαφώνησε όμως με την υποβολή ότι οι ενάγοντες με την συμπεριφορά που επέδειξαν τόσο υπογράφοντας για την υποσχετική μεταγραφή των δύο καλαθοσφαιριστών σε άλλη ομάδα όσο και με την απόσυρση δύο ποινικών υποθέσεων που είχαν προηγουμένως καταχωρήσει για την μη πληρωμή των δύο επιταγών, παραιτηθήκαν του δικαιώματος τους να διεκδικήσουν αποζημιώσεις ή το υπόλοιπο της συμφωνίας. Αντίθετα υποστήριξε ότι η υπογραφή εκ μέρους των εναγόντων νέας υποσχετικής για τους καλαθοσφαιριστές δεν συνιστούσε παραίτηση από τα δικαιώματα τους. Σε ερώτηση εάν με βάση τις πρόνοιες της επίδικης συμφωνίας οι δύο καλαθοσφαιριστές παραχωρήθηκαν μαζί ο κ. Ζαχαρίου απάντησε πως δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί. Για την υπεράσπιση του κατέθεσε στο δικαστήριο ο ίδιος ο εναγόμενος 2 (ΜΥ1) ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε γραπτή κατάθεση που ετοίμασε για την υπόθεση (έγγραφο Β). Ανέφερε ότι ήταν πρόεδρος της εναγόμενης 1 η οποία διαχειριζόταν το καλαθοσφαιρικό τμήμα της ομάδας ΑΠΟΛΛΩΝ και υπό την ιδιότητα του αυτή στις 26/7/02 πήγε στη Λάρνακα για να διευθετήσει την μεταγραφή των δύο καλαθοσφαιριστών στην ομάδα του Απόλλωνα. Στην επίδικη συμφωνία το συμβαλλόμενο μέρος από την πλευρά του ΑΠΟΛΛΩΝΑ ουσιαστικά ήταν ο Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Απόλλων Λεμεσού που είναι εγγεγραμμένη Λέσχη και όχι σωματείο. Η επίδικη συμφωνία προέβλεπε όπως από την πλευρά τους καταβάλουν στους ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ80.000 και οι τελευταίοι να τους παραχωρήσουν τους καλαθοσφαιριστές Φαντούση και Μιχαήλ. Επειδή δεν θα κατέβαλλαν ολόκληρο το ποσό αμέσως συμφώνησαν με τους ενάγοντες όπως καταβάλουν σε αυτούς το ποσό των Λ.Κ25.000 για την υποσχετική μεταγραφή των καλαθοσφαιριστών για την περίοδο 2002-
  29. Στις 30/8/03 θα πλήρωναν στους ενάγοντες το δεύτερο ποσό των Λ.Κ 25.000 και τότε θα τους παραχωρούσαν τους παίχτες πάλι με υποσχετική μεταγραφή μέχρι το τέλος της αγωνιστικής περιόδου 2003-
  30. Στις 30/8/04 αφού πλήρωναν στους ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ 30.000 οι καλαθοσφαιριστές θα μεταγράφονταν στην ομάδα τους με ελευθέρα μεταγραφή που σημαίνει θα ήταν αποκλειστικά δικοί τους. Ανέφερε ότι σύμφωνα με τους κανονισμούς της ΚΟΚ, δεν μπορεί να διενεργηθεί υποσχετική μεταγραφή για πέραν της μίας αγωνιστικής περιόδου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αναφερόμενοι καλαθοσφαιριστές τους παραχωρήθηκαν για την αγωνιστική περίοδο 2002-2003 και για να τους παραχωρηθούν για την αγωνιστική περίοδο 2003-2004 θα έπρεπε να υπογραφτούν ξανά τα απαιτούμενα έντυπα από όλους τους ενδιαφερόμενους δηλαδή σωματεία και καλαθοσφαιριστές. Δυνάμει της γραπτής συμφωνίας που υπέγραψε ο Απόλλωνας Λεμεσού τον Αύγουστο του 2002 με τον καλαθοσφαιριστή Φαντούση (τεκμήριο 5) ο τελευταίος είχε το δικαίωμα να αποκτήσει την ελευθέρα μεταγραφή του εφόσον κατέβαλλε στον Απόλλωνα μέχρι τις 15/8/03 το ποσό των Λ.Κ 25.
  31. Στην αντίθετη περίπτωση ήταν υποχρεωμένος να συνεχίσει με τους όρους που αναφέρονται στη συμφωνία τεκμήριο
  32. Ο καλαθοσφαιριστής δεν κατέβαλε το αναφερόμενο ποσό ούτε έφερε οποιαδήποτε προσφορά από άλλο σωματείο για την απόκτηση του μέχρι την πιο πάνω αναφερόμενη προθεσμία. Συνεπώς ήταν υποχρέωση του να συνεχίσει τη συνεργασία του με τον Απόλλωνα. Για να υλοποιηθεί τόσο η συμφωνία του Απόλλωνα με τον Φαντούση όσο και η επίδικη συμφωνία μεταξύ ΑΠΟΛΛΩΝ και ΑΕΚ θα έπρεπε να υπογραφτούν τα ανάλογα έντυπα της ΚΟΚ από τον καλαθοσφαιριστή και τα ενδιαφερόμενα σωματεία. Μετά τη λήξη της περιόδου 2002-2003 ο καλαθοσφαιριστής Φαντούσης κατά παράβαση των υποχρεώσεων του με βάση τη συμφωνία τεκμήριο 5 αρνήθηκε να συμμετέχει στις προπονήσεις της ομάδας του Απόλλωνα και με τον τρόπο αυτό έθεσε τον εαυτό του εκτός της ομάδας. Σε προσωπική επαφή που είχε ο ίδιος με το Φαντούση αυτός του δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να συνεχίσει να αγωνίζεται στην ομάδα του Απόλλωνα. Ενόψει της συμπεριφοράς του Φαντούση και των εναγόντων που δεν τον έπεισαν να συνεχίσει τη συνεργασία του με την ομάδα του Απόλλωνα οι εναγόμενοι 1 τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία. Οι δύο καλαθοσφαιριστές επειδή παραχωρήθηκαν με την επίδικη συμφωνία μαζί «πακέττο» δεν ήταν δυνατόν να διαχωριστούν. Ο Φαντούσης κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας τεκμήριο 5 τερμάτισε αυτή ισχυριζόμενος ότι του οφειλόταν το ποσό των Λ.Κ
  33. Υποστήριξε ότι εφόσον ο καλαθοσφαιριστής Φαντούσης και οι ενάγοντες δεν υπέγραψαν τα ανάλογα έντυπα ώστε να ενεργοποιηθούν οι όροι της συμφωνίας εργοδότησης του Φαντούση κακώς υπήρξε τερματισμός της συμφωνίας τεκμ. 5 καθότι αυτή είχε λήξει στις 31/5/
  34. Μετά την πιο πάνω εξέλιξη οι δύο καλαθοσφαιριστές επανεντάχθηκαν στη δύναμη των εναγόντων οι οποίοι με τη σειρά τους υπέγραψαν τα ανάλογα έντυπα για την παραχώρηση τους με υποσχετική μεταγραφή σε άλλες ομάδες και συγκεκριμένα για τον Μιχαήλ στη ομάδα ΑΠΟΕΛ και για τον Φαντούση στην ομάδα Κεραυνός σίγουρα με οικονομικά ανταλλάγματα. Προς τούτο κατέθεσε σχετική επιστολή της ΚΟΚ ημερομηνίας 22/12/20011 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7) το περιεχόμενο της οποία επιβεβαιώνει τη συντέλεση των αναφερόμενων μεταγραφών. Μετά δε από γραπτό αίτημα του δικηγόρου του (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8) η ΚΟΚ τους προμήθευσε και με αντίγραφα των αιτήσεων που υποβλήθηκαν για τις αναφερόμενες μεταγραφές των δύο καλαθοσφαιριστών σε άλλες ομάδες (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 9 και 10) οι οποίες φέρουν την υπογραφή τόσο των καλαθοσφαιριστών όσο και των εναγόντων. Ο εναγόμενος 2 ανέφερε περαιτέρω ότι οι ενάγοντες αρχικά καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας ποινική υπόθεση σε σχέση με την ανάκληση της πληρωμής των δύο επιταγών με κατηγορούμενους τον Απόλλωνα Λεμεσού και τον Γιαννάκη Λεμεσιανό που υπέγραψε τις επιταγές μαζί με τον αποβιώσαντα Χρύση Θεοφίλου την οποία στη συνέχεια απέσυραν ανεπιφύλακτα με αποτέλεσμα την αθώωση των κατηγορουμένων. Ήταν η θέση του ότι οι πράξεις και οι ενέργειες των εναγόντων και του τριτοδιάδικου κατέστησαν την επίδικη συμφωνία άκυρη και χωρίς έννομα αποτελέσματα. Στο στάδιο της αντεξέτασης του από την πλευρά των εναγόντων ο εναγόμενος 2 δεν αρνήθηκε ότι ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας έγινε εκ μέρους της εναγόμενης
  35. Ενώ δε αρχικά αρνήθηκε στη συνέχεια αποδέχτηκε ότι η επίδικη συμφωνία υπογράφτηκε από την εναγόμενη 1 λέγοντας πως αυτό έγινε επειδή η εναγόμενη 1 ήθελε να ενδυναμώσει την καλαθοσφαιρική ομάδα του Απόλλωνα. Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις ανέφερε πως σε συνάντηση που είχε με το Φαντούση σε μια προσπάθεια του να τον πείσει να επανέλθει στην ομάδα του Απόλλωνα ο Φαντούσης του δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να συνεχίσει και είχε σκοπό να σταματήσει να αγωνίζεται στο άθλημα της καλαθοσφαίρισης. Ερωτηθείς σε σχέση με το καλαθοσφαιριστή Μιχαήλ απάντησε ότι η επίδικη συμφωνία υπογράφτηκε και για τους δύο καλαθοσφαιριστές μαζί ως «πακέττο» όπως ισχυρίστηκε και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατό να διαχωριστούν με αποτέλεσμα ο τερματισμός της συμφωνίας σε σχέση με τον ένα από αυτούς να επιφέρει το τερματισμό ολόκληρης της συμφωνίας. Υποστήριξε περαιτέρω πως ο Φαντούσης δεν ανανέωσε την συμφωνία του με τον Απόλλωνα η οποία έληγε στις 31/5/03 και ούτε παραχωρήθηκε από τους ενάγοντες η υπογραφή των εντύπων που απαιτούνται για την υποσχετική μεταγραφή του για την περίοδο 2003-
  36. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η εναγόμενη 1 εμπόδισε τους ενάγοντες από του να υπογράψουν το αναφερόμενα έντυπα λέγοντας πως η υπογραφή τους έπρεπε να γίνει κατά την 31/5/03 δηλαδή πολύ πριν τον Αύγουστο του 2003 που η εναγόμενη 1 τερμάτισε την επίδικη συμφωνία. Σε υποβολή ότι οι καλαθοσφαιριστές δεν χρησιμοποιήθηκαν από τους ενάγοντες κατά την περίοδο 2003-2004 ο εναγόμενος 2 διαφώνησε λέγοντας ότι είτε αγωνίστηκαν με την ομάδα των εναγόντων είτε οι τελευταίοι τους παραχώρησαν με υποσχετική μεταγραφή σε άλλες ομάδες αυτό σημαίνει ότι είχαν επανενταχθεί στην ομάδα των εναγόντων. Σε υποβολή ότι λόγω του τερματισμού της επίδικης συμφωνίας οι ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να παραχωρήσουν τους δύο καλαθοσφαιριστές με υποσχετική μεταγραφή σε άλλες ομάδες, ο εναγόμενος 2 δεν διαφώνησε λέγοντας πως εφόσον δεν υπήρξε ανανέωση της υποσχετικής μεταγραφής τους στον Απόλλωνα και επανεντάχθηκαν στην ομάδα των εναγόντων οι τελευταίοι είχαν δικαίωμα να τους παραχωρήσουν σε άλλες ομάδες. Κατά την αντεξέταση του από την πλευρά του τριτοδιάδικου ο εναγόμενος 2 απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις συμφώνησε ότι ο Απόλλωνας υπέγραψε συμφωνία εργοδότησης με τον Φαντούση βάση της οποίας ο τελευταίος ενσωματώθηκε στην ομάδα του Απόλλωνα για την αγωνιστική περίοδο 2002-
  37. Ανέφερε πως με βάση τους όρους της συμφωνίας εργοδότησης ο Φαντούσης θα παρέμενε στην ομάδα του Απόλλωνα για περαιτέρω τέσσερα χρόνια εκτός εάν μέχρι τις 15/8/03 προσκόμιζε στον Απόλλωνα πρόταση από άλλη ομάδα ύψους Λ.Κ 25.
  38. Στις 31/5/03 έπρεπε να υπογραφτεί εκ νέου η συμφωνία μεταξύ Απόλλωνα και Φαντούση ο οποίος όμως κατά την περίοδο 2003-2004 έπαυσε να αγωνίζεται στην ομάδα του Απόλλωνα. Σε υποβολή ότι ο λόγος που ο Φαντούσης δεν παρέμεινε στην ομάδα του Απόλλωνα για τα επόμενα τέσσερα χρόνια ήταν επειδή τερμάτισε την συμφωνία εργοδότησης του για λόγους που αφορούσαν την μη καταβολή των μισθών του ο εναγόμενος 2 διαφώνησε λέγοντας πως συζήτησε πολλές φορές μαζί του για να τον πείσει να παραμείνει στη δύναμη του Απόλλωνα αλλά ο ίδιος για τους δικούς του λόγους δεν επιθυμούσε να συνεχίσει. Συμφώνησε πως μετά τον τερματισμό της συμφωνίας μεταξύ του Απόλλωνα και Φαντούση και την απόφαση της επιτροπής επίλυσης διαφορών της ΚΟΚ ο τελευταίος δεν ήταν πλέον δεσμευμένος από τον Απόλλωνα. Διαφώνησε με σχετική υποβολή σύμφωνα με την οποία ο Φαντούσης δεν αρνήθηκε να συμμετέχει στις προπονήσεις της αγωνιστικής περιόδου 2002-2003 αλλά σε αυτές της περιόδου 2003-2004 επειδή είχε ήδη τερματίσει την συμφωνία εργοδότησης του με το Απόλλωνα. Από την πλευρά του ο τριτοδιάδικος έδωσε μαρτυρία ο ίδιος καταθέτοντας στο δικαστήριο γραπτή κατάθεση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Γ). Ανέφερε ότι με την συμφωνία τεκμήριο 5 περί τον Αύγουστο του 2002 συμφώνησε με τον Αθλητικό Ποδοσφαιρικό Όμιλο Απόλλων Λεμεσού (εναγόμενους 3) όπως εγγραφεί στη δύναμη τους ως καλαθοσφαιριστής και προσφέρει σε αυτούς τις υπηρεσίες του για την καλαθοσφαιρική περίοδο 2002-2003 με επέκταση του συμβολαίου του για τέσσερα επιπλέον χρόνια συγκεκριμένα για τις περιόδους 2003-2007, εκτός εάν μέχρι την 15/8/03 εξασφάλιζε την ελευθέρα μεταγραφή του καταβάλλοντας στους εναγόμενους 3 το ποσό τωνΛ.Κ25.
  39. Με βάση τους όρους της συμφωνίας οι εναγόμενοι 3 θα του κατέβαλλαν σαν αντάλλαγμα το συνολικό ποσό των Λ.Κ 33.510 που αντιπροσώπευε μισθούς ή πριμ εγγραφής ως ακολούθως: A. Λ.Κ 3.000 Πριμ Μεταγραφής. B. 2002-2003 Λ.Κ 5.000 πληρωτέο σε δέκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις των Λ.Κ 500 της πρώτης πληρωτέας την 31/8/02 και ακολούθως την 30η ημέρα έκαστου επόμενου μήνα. Γ. 2003-2004 Λ.Κ 5.500 πληρωτέες σε δέκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις. Δ. 2004-2005 Λ.Κ 6.000 πληρωτέες σε δέκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις. Ε. 2005-2006 Λ.Κ 6.600 πληρωτέες σε δέκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις και ΣΤ. 2006-2007 Λ.Κ 7.300 πληρωτέες σε δέκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις. Περί τον Οκτώβριο του 2002 συμφώνησε προφορικά με τους εναγόμενους 3 να μειώσει τις αποδοχές του για το έτος 2002-2003 λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζαν και έτσι ο μισθός του έκτοτε διαμορφώθηκε στις Λ.Κ 375 μηνιαίως. Περαιτέρω συμφωνήθηκε όπως του καταβάλλουν Λ.Κ 100 μηνιαίως για τα μεταφορικά του έξοδα. Οι εναγόμενοι 3 κατά παράβαση των συμφωνηθέντων παρέλειψαν να του καταβάλουν το ποσό των Λ.Κ 1725 που αντιπροσώπευε δεδουλευμένους μισθούς του για τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο του 2003 πλέον Λ.Κ 300 για μεταφορικά έξοδα πλέον Λ.Κ 300 υπόλοιπο του πριμ μεταγραφής. Λόγω της αναφερόμενης παραβίαση της συμφωνίας από τους εναγόμενους προχώρησε στο τερματισμό της με σχετική επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 22/8/03 (τεκμήριο 2) με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά και απώλεια εισοδήματος. Προς τούτο προσέφυγε στη αρμόδια επιτροπή επίλυσης διαφορών της ΚΟΚ εξασφαλίζοντας απόφαση υπέρ για τα πιο πάνω αναφερόμενα ποσά ήτοι των Λ.Κ1725 για δεδουλευμένους μισθούς και Λ.Κ25.210 αποζημιώσεις για απώλεια εισοδήματος. Οι εναγόμενοι άσκησαν έφεση μόνο κατά του μέρους της απόφασης που αφορά το ποσό των αποζημιώσεων εκ Λ.Κ 25.210 και η επιτροπή στις 18/5/05 διέταξε την επανεκδίκαση της υπόθεσης (τεκμήριο 13). Η υπόθεση επανεκδικάστηκε αλλά η επιτροπή επίλυσης διαφορών της ΚΟΚ δεν εξέδωσε μέχρι σήμερα την απόφαση της. Στις 24/4/07 καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εναντίον των εναγομένων 3 την αγωγή με αριθμό 1955/07 (τεκμήριο 14) στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον των εναγομένων 3 για το ποσό των Λ.Κ 20.000 πλέον τόκους (τεκμήριο 15). Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο του εναγόμενου 2 ανέφερε ότι οι εναγόμενοι του όφειλαν το ποσό των Λ.Κ 1500 για τους μισθούς τριών μηνών και το ποσό των Λ.Κ 300 για μεταφορικά έξοδα επίσης τριών μηνών δηλαδή το συνολικό ποσό των Λ.Κ
  40. Συμφώνησε ότι όταν ένας καλαθοσφαιριστής παραχωρηθεί με υποσχετική μεταγραφή με τη λήξη της μεταγραφής επιστρέφει στην ομάδα που το έχει παραχωρήσει καθώς και ότι για να συμπληρωθεί η υποσχετική μεταγραφή απαιτείται η υπογραφή των σχετικών εντύπων της ΚΟΚ από τον καλαθοσφαιριστή, την ομάδα που τον παραχωρεί και την ομάδα που τον δέχεται. Αρνήθηκε όμως ότι για να ισχύσουν οι πρόνοιες του τεκμηρίου 5 αναφορικά με την εργοδότηση του και για τα επόμενα τέσσερα χρόνια θα έπρεπε ο ίδιος να υπογράψει και αποδεχτεί την υποσχετική μεταγραφή του στην ομάδα του Απόλλωνα. Στη συνέχεια απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις αποδέχτηκε ότι μετά τις 16/8/03 για να ανήκει στην ομάδα του Απόλλωνα πέραν της συμφωνίας τεκμήριο 5 θα έπρεπε να υπογράψει τα απαιτούμενα έντυπα της ΚΟΚ. Αρνήθηκε όμως ότι όταν τερμάτιζε τη συμφωνία εργοδότησης του είχε ήδη παύσει να είναι μέλος της ομάδας του Απόλλωνα. Σε σχετική ερώτηση απάντησε πως δεν υπήρχε συγκεκριμένος λόγος για τον οποίο ενώ η υποσχετική μεταγραφή του έληξε στις 31/5/03 ο ίδιος τερμάτισε την συμφωνία του με τον Απόλλωνα τον Αύγουστο του 2003 υποστηρίζοντας ότι μετά τον Ιούνιο του 2003 δεν είχε υποχρέωση να προπονείται στην ομάδα του Απόλλωνα. Αναφερόμενος στο τεκμήριο 5 σε σχέση με τους όρους καταβολής του μισθού του ανέφερε ότι οι δέκα μήνες ξεκινούν από την ημέρα που ξεκινούν οι επίσημες προπονήσεις. Δεν αμφισβήτησε ότι για την αγωνιστική περίοδο 2002-2003 οι προπονήσεις ξεκίνησαν από την 1/8/02 και τελείωσαν στις 31/5/03 αναφέροντας όμως ότι δεν γνωρίζει τι ίσχυσε για τις μετέπειτα περιόδους καθότι κατά την αγωνιστική περίοδο 2003-2004 δεν ανήκε πλέον στην ομάδα του Απόλλωνα. Αποδέχτηκε ότι κατά την αγωνιστική περίοδο 2003-2004 αγωνίστηκε με την καλαθοσφαιρική ομάδα του Κεραυνού ισχυριζόμενος όμως ότι δεν λάμβανε οποιαδήποτε αντιμισθία. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους όσους κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα το τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους έχοντας κατά νου ότι πρόκειται για υπόθεση πολιτικής φύσης η οποία κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικά ή εξ΄ ολοκλήρου (βλ. Αγαπίου v. Παναγιώτου

(1983)1 Α.Α.Δ. 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207, Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Knoreva,
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ, 454, Theomaria Estates v. Mason Samuel κ.α.,
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 256). Παράγοντες που έλαβα υπόψη μου, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίνονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις τους καθώς και η συνάφεια μεταξύ αυτών που ισχυρίστηκαν και των δικογραφημένων ισχυρισμών όλων των πλευρών. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1 και του ΜΥ1 Αντιπαραβάλλοντας την μαρτυρία του κ. Ζαχαρίου (ΜΕ1) και του εναγόμενου 2 (ΜΥ1) παρατηρώ ότι δεν υπάρχει σημαντική διάσταση μεταξύ των όσων οι δύο αυτοί μάρτυρες ανέφεραν σε σχέση με τα πλείστα από τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Εκεί που δεν συγκλίνει η μαρτυρία τους είναι κυρίως σε ότι αφορά την προσωπική τους εκτίμηση επί των γεγονότων αυτών. Εν πρώτοις σημειώνω ότι ο ME1 δεν είχε προσωπική γνώση των όσων ανέφερε σε σχέση με τη συμφωνία του καλαθοσφαιριστή Φαντούση μετά του Απόλλωνα και τις μεταξύ τους διαφορές. Μετέφερε στο δικαστήριο τα όσα του αναφέρθηκαν από το δικηγόρο του εν λόγω καλαθοσφαιριστή (τριτοδιάδικου), στα οποία ο τελευταίος αναφέρθηκε κατά την ένορκη κατάθεση του και ως εκ τούτου κρίνω ορθό να απασχολήσουν το δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της δικής του μαρτυρίας. Όσον αφορά την εκτίμηση που εξέφρασαν οι μάρτυρες αναφορικά με τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας εκ μέρους της εναγόμενης 1 πιστεύω ότι αποτελούν συμπεράσματα των ίδιων σε σχέση με ζήτημα το οποίο εναπόκειται καθαρά στο δικαστήριο να το αποφασίσει. Αποδέχομαι ωστόσο από τη μαρτυρία του ΜΕ1 ότι οι ενάγοντες είναι εγγεγραμμένο σωματείο δυνάμει του Νόμου το οποίο κατά τον επίδικο χρόνο ήταν μέλος της Κυπριακής Ομοσπονδίας Καλαθόσφαιρας (ΚΟΚ) και διατηρούσε διάφορα αθλητικά τμήματα, μεταξύ άλλων και τμήμα καλαθόσφαιρας, ισχυρισμοί που ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά του εναγόμενου
  1. Αποδέχομαι επίσης την επεξήγηση που έδωσε σύμφωνα με την οποία το όνομα "ΑΕΚ" που αναφέρεται στην επίδικη συμφωνία είναι η συντομογραφία του σωματείου Αθλητική Ένωση Κίτιον Λάρνακας κάτι που επίσης δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του εναγόμενου 2 αλλά ταυτόχρονα προκύπτει και από την ίδια την συμφωνία τεκμήριο 1 όπου στο σημείο των υπογραφών φαίνεται να υπάρχει σφραγίδα με το όνομα των εναγόντων. Επιπρόσθετα ο ΜΕ1 ανέφερε χωρίς να αμφισβητηθεί ότι υπέγραψε και ο ίδιος την επίδικη συμφωνία υπό την ιδιότητα του ως αντιπρόεδρος των εναγόντων. Παρατηρώντας δε την επιστολή των εναγομένων 1 ημερομηνίας 25/8/03 (μέρος του τεκμ.1) με την οποία είναι παραδεκτό ότι τερματίστηκε η επίδικη συμφωνία αυτή απευθύνεται στο σωματείο ΑΕΚ Λάρνακας. Αποδέχομαι επίσης από τη μαρτυρία του ΜΕ1 ότι η εναγόμενη 1 εταιρεία η οποία σήμερα βρίσκεται υπό εκκαθάριση διαχειριζόταν το καλαθοσφαιρικό τμήμα της ομάδας του Απόλλωνα κάτι που συνάδει με τη μαρτυρία του εναγόμενου 2 τονίζοντας όμως ταυτόχρονα ότι δεν έχουν τεθεί λεπτομέρειες σε σχέση με την εν λόγω διαχείριση και τα ζητήματα που αυτή διαλάμβανε. Επίσης από τη μαρτυρία και των δύο πλευρών προκύπτει να είναι αποδεκτό πως δεν υπάρχει εγγεγραμμένο σωματείο με την επωνυμία Απόλλων. Αυτό σε αντίθεση βέβαια με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης όπου αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι 3 είναι εγγεγραμμένο σωματείο κάτι όμως που δεν θα απασχολήσει το δικαστήριο δεδομένης της απόσυρσης της αγωγής εναντίον των εναγομένων
  2. Αναφορικά με τα συμβαλλόμενα μέρη της επίδικης συμφωνίας οι θέσεις των δύο πλευρών διίστανται. Σύμφωνα με το ΜΕ1 τα συμβαλλόμενα μέρη ήταν οι ενάγοντες και οι εναγόμενοι
  3. Αντίθετα ο εναγόμενος 2 αναφερόμενος κατά την μαρτυρία του στην «ομάδα ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ» ισχυρίστηκε ότι συμβαλλόμενος στη συμφωνία ήταν ο Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Απόλλων Λεμεσού. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από τη μαρτυρία του: «Στις 26/8/02 πήγαμε στη Λάρνακα για να διευθετήσομε τη μεταγραφή των παιχτών της ΑΕΚ Φαντούση και Μιχαήλ στην ομάδα μας τον ΑΠΟΛΛΩΝΑ. Το Καλαθοσφαιρικό τμήμα της ομάδας μας το διαχειριζόταν η εταιρεία ΑΠΟΛΛΩΝ ΚΑΛΑΘΟΣΦΑΙΡΑ ΛΤΔ, της οποία ήμουν πρόεδρος. Ουσιαστικά το συμβαλλόμενο μέρος από τη πλευρά τη δική μας ήταν ο Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Απόλλων Λεμεσού. Ο ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ είναι εγγεγραμμένη Λέσχη με το όνομα Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Απόλλων Λεμεσού. Δεν υπάρχει γραμμένη επωνυμία πουθενά Σωματείο Απόλλων Λεμεσού.» Παρατηρώντας το κείμενο της συμφωνίας του τεκμηρίου 1 σε αυτό αναφέρεται ότι η συμφωνία έγινε μεταξύ του σωματείου Απόλλωνα και του σωματείου ΑΕΚ Λάρνακας. Στη θέση όμως των υπογραφών της συμφωνίας παρατηρείται ότι η συμφωνία υπογράφτηκε μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων
  4. Το γεγονός ότι στο σημείο της υπογραφής των εναγομένων 1 υπάρχει η φράση «Για Απόλλωνα Λεμεσού» δεν αλλάζει τα πράγματα. Προφανώς πρόκειται για αναφορά στην καλαθοσφαιρική ομάδα Απόλλωνας δεδομένου ότι και ο εναγόμενος 2 κατά την μαρτυρία του αναφερόταν γενικά στην ομάδα του «Απόλλωνα». Ακόμα κάτι πολύ σημαντικό είναι ότι στην έκθεση υπεράσπισης του εναγόμενου 2 δεν περιλαμβάνεται η θέση που προσπάθησε να προωθήσει κατά την μαρτυρία του αλλά αντίθετα ισχυρίζεται ότι βάση της συμφωνίας ημερ. 26/7/02 οι ενάγοντες είχαν την υποχρέωση να παραχωρήσουν τους αναφερόμενους καλαθοσφαιριστές στους εναγόμενους
  5. Στη βάση όλων των πιο πάνω γίνεται συνεπώς αποδεκτή η εκδοχή του ΜΕ1 σύμφωνα με την οποία συμβαλλόμενα μέρη της επίδικης συμφωνίας ήσαν οι ενάγοντες και οι εναγόμενοι
  6. Η κατάληξη του δικαστηρίου σε σχέση με τα πιο πάνω γεγονότα πιστεύω ότι οδηγεί και στην απόρριψη των προδικαστικών ενστάσεων που εγείρονται στη υπεράσπιση του εναγόμενου 2 σύμφωνα με τις οποίες οι ενάγοντες δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στην επίδικη συμφωνία και περαιτέρω ότι η συμφωνία είναι εξ' υπαρχής άκυρη καθότι τα συμβαλλόμενα μέρη αυτής δεν είναι υπαρκτά πρόσωπα και/ή νομικές οντότητες. Από το περιεχόμενο της συμφωνίας του τεκμηρίου 1 επίσης προκύπτει και συνεπώς γίνεται αποδεκτή η θέση του ΜΕ1 ότι ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε γραπτώς την πιστή τήρηση των όρων αυτής και τη πληρωμή του οφειλόμενου ποσού. Γίνεται περαιτέρω αποδεκτός ο ισχυρισμός του ΜΕ1 σε σχέση με την παράδοση των τριών μεταχρονολογημένων επιταγών δεδομένου ότι στη συμφωνία τεκμήριο 1 αναφέρεται ότι οι αναφερόμενες επιταγές εκδόθηκαν και παρεδόθησαν ως παράλληλη εγγύηση και ασφάλεια για την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού κάτι που δεν αμφισβητήθηκε άλλωστε από την πλευρά του εναγόμενου 2 ο οποίος μάλιστα ανέφερε ότι η πληρωμή των δύο από τις εν λόγω επιταγές ανακλήθηκε ταυτόχρονα με τον τερματισμό της συμφωνίας. Το ότι ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας έγινε με την επιστολή των εναγομένων 1 ημερομηνίας 25.8.03 αποτελεί επίσης κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτό. Σε σχέση με την ερμηνεία των όρων της "υποσχετικής" και "ελεύθερης" μεταγραφής όπως αυτές προκύπτουν από το περιεχόμενο των κανονισμών της ΚΟΚ τεκμ. 6 φαίνεται να συμφωνούν όλες οι πλευρές. Από την άλλη δεν αμφισβητήθηκε και συνεπώς γίνεται αποδεκτό το περιεχόμενο των τεκμήριων 7,9 και 10 και συνεπώς και η θέση του εναγόμενου 2 (MY1) ότι οι δύο καλαθοσφαιριστές κατά την αγωνιστική περίοδο 2003-2004 παραχωρήθηκαν από τους ενάγοντες με υποσχετική μεταγραφή σε άλλες ομάδες και κατά την περίοδο 2004-2005 αγωνίστηκαν στην ομάδα των εναγόντων. Επίσης από την προσκομισθείσα μαρτυρία προκύπτει να είναι αποδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι με βάση τους κανονισμούς της ΚΟΚ η παραχώρηση ενός καλαθοσφαιριστή με υποσχετική μεταγραφή μπορεί να γίνει μόνο για το χρονικό διάστημα μέχρι τη λήξη της αγωνιστικής περιόδου μέσα στην οποία λαμβάνει χώρα η συγκεκριμένη υποσχετική μεταγραφή και όχι για δύο ή περισσότερες συνεχόμενες περιόδους καθώς και ότι για κάθε μεταγραφή απαιτούνται οι υπογραφές των καλαθοσφαιριστών και των εμπλεκόμενων καλαθοσφαιρικών ομάδων κάτι το οποίο συνάδει απόλυτα με το περιεχόμενο των κανονισμών της ΚΟΚ τεκμήριο
  7. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και συνεπώς απορρίπτεται η θέση του ΜΕ1 ότι οι ενάγοντες με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ημερ. 26/7/02 είχαν ήδη παραχωρήσει τους καλαθοσφαιριστές με υποσχετική μεταγραφή στους εναγόμενους 1 και/ή 3 όχι μόνο για την αγωνιστική περίοδο 2002-2003 αλλά και για την αγωνιστική περίοδο 2003-2004 καθώς επίσης και η θέση του ότι οποιαδήποτε αίτηση μεταγραφής με υποσχετική μεταγραφή υποβλήθηκε από τους καλαθοσφαιριστές προς τη Κ.Ο.Κ θα έπρεπε να αφορά και τις δύο αγωνιστικές περιόδους. Όπως προκύπτει από τη πιο πάνω δοθείσα μαρτυρία δεν είναι δυνατό να λάβει χώρα μεταγραφή καλαθοσφαιριστή με υποσχετική μεταγραφή για χρονικό διάστημα πέραν της μίας αγωνιστικής περιόδου. Επιπρόσθετα με βάση το περιεχόμενο της συμφωνίας του τεκμ.1, οι πρόνοιες της οποίας περιγράφονται πιο κάτω, οι ενάγοντες παραχώρησαν τους καλαθοσφαιριστές στους εναγόμενους 1 για την αγωνιστική περίοδο 2002-2003 και ανέλαβαν να τους παραχωρούν στη συνέχεια με υποσχετική μεταγραφή μέχρι την αποπληρωμή του ποσού των Λ.Κ80.000 οπότε και θα τους παραχωρούσαν με ελευθέρα μεταγραφή. Όπως διαφαίνεται δε από την αξιολόγηση της μαρτυρίας του τριτοδιάδικου πιο κάτω, κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας μεταξύ του και του Αθλητικού Ποδοσφαιρικού Ομίλου Απόλλων Λεμεσού είχε συντελεστεί η παραχώρηση του με υποσχετική μεταγραφή μόνο για την αγωνιστική περίοδο 2002-
  8. Γίνεται επίσης αποδεκτό από τη μαρτυρία του ΜΥ1 ότι ο Φαντούσης αρνήθηκε να συνεχίσει να αγωνίζεται με την ομάδα του Απόλλωνα για την αγωνιστική περίοδο 2003-2004 καθώς και να υπογράψει τα απαιτούμενα προς τούτο έντυπα της ΚΟΚ κάτι που παραδέχτηκε και ο ίδιος κατά την μαρτυρία του και αποτελούσε άλλωστε φυσική συνέπεια του τερματισμού της συμφωνίας τεκμήριο 5 την οποία σύναψε με τον Αθλητικό Ποδοσφαιρικό Όμιλο Απόλλων Λεμεσού. Τέλος η θέση του εναγόμενου 2 ότι τα όσα συμφωνήθηκαν μεταξύ των δύο πλευρών στη βάση της επίδικης συμφωνίας αφορούσαν και τους δύο καλαθοσφαιριστές μαζί γίνεται αποδεκτή καθότι συνάδει με το περιεχόμενο της συμφωνίας του τεκμηρίου 1.Προκύπτει επίσης από το σύνολο της μαρτυρίας και συνεπώς γίνεται αποδεκτό ότι ο καλαθοσφαιριστής Φαντούσης και Μιχαήλ αγωνίστηκαν στην καλαθοσφαιρική ομάδα "Απόλλωνα" μόνο κατά την αγωνιστική περίοδο 2002-
  9. Ερχόμενη τώρα στα όσα κατατέθηκαν από τους δύο μάρτυρες αναφορικά με την επίδικη συμφωνία που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης, σε συνάρτηση πάντα με τις έγγραφες προτάσεις όπως περιγράφονται πιο πάνω καθώς και τα σχετικά τεκμήρια που κατατέθηκαν παρατηρώ τα ακόλουθα: Στην παράγραφο 4 της έκθεση απαίτησης τους οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι κατά ή περί την 26/7/2002 δυνάμει γραπτής συμφωνίας που έλαβε χώρα στη Λάρνακα, συμφώνησαν με τους εναγόμενους 1 και/ή 3 να τους παραχωρήσουν τους καλαθοσφαιριστές Νίκο Μιχαήλ και Χάρη Φαντούση με υποσχετική μεταγραφή για την αγωνιστική περίοδο 2002-2003 με αντάλλαγμα την καταβολή του ποσού των Λ.Κ 80.000 πληρωτέο εκ Λ.Κ 20.000 κατά την υπογραφή συμφωνίας, Λ.Κ 5.000 μέχρι την 30/9/2002, Λ.Κ 25.000 μέχρι την 30/8/2003 και Λ.Κ 30.000 μέχρι την 30/8/
  10. Από την πλευρά του ο εναγόμενος 2 στην έκθεση υπεράσπισης του ισχυρίζεται ότι βάση της συμφωνίας ημερομηνίας 26/7/2002 οι ενάγοντες είχαν υποχρέωση να παραχωρήσουν στους εναγόμενους 1 τους πιο πάνω καλαθοσφαιριστές με υποσχετική μεταγραφή για την αγωνιστική περίοδο 2002-2003 έναντι του ποσού των Λ.Κ 25.000 και με την καταβολή στις 30/8/03 περαιτέρω ποσού εκ Λ.Κ 25.000 θα παραχωρούσα τους καλαθοσφαιριστές στους εναγόμενους 1 με υποσχετική μεταγραφή για την αγωνιστική περίοδο 2003-2004 και περαιτέρω με την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ 30.000 θα παραχωρούσαν τους εν λόγω καλαθοσφαιριστές στους εναγόμενους 1 με ελευθέρα μεταγραφή. Οι ενάγοντες με την απάντηση τους στην υπεράσπιση του εναγόμενου 2 σε αντίθεση με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης τους ισχυρίζονται ότι με την επίδικη συμφωνία οι πιο πάνω καλαθοσφαιριστές παραχωρήθηκαν στους εναγόμενους 1 και/η 3 με υποσχετική μεταγραφή για τις αγωνιστικές περιόδους 2002-2003 και 2003-2004 για το συνολικό ποσό των Λ.Κ 80.000 με την αποπληρωμή του οποίου δεσμεύτηκαν να παραχωρήσουν στη συνέχεια τους καλαθοσφαιριστές στους εναγόμενους με ελευθέρα μεταγραφή. Τα πιο πάνω αναφέρθηκαν από τους ΜΕ1 και ΜΥ1 αντίστοιχα κατά την ένορκη κατάθεση τους. Προκύπτει συνεπώς να αποτελεί κοινό έδαφος ότι το ποσό των Λ.Κ 80.000 συνιστούσε το αντάλλαγμα της παραχώρησης των δύο καλαθοσφαιριστών με υποσχετική μεταγραφή όχι μόνο για την αγωνιστική περίοδο 2002-2003 αλλά για τις δύο πιο πάνω αγωνιστικές περιόδους καθώς και για την παραχώρηση τους στη συνέχεια με ελευθέρα μεταγραφή. Περαιτέρω αποτελεί κοινό έδαφος ότι το ποσό των Λ.Κ 80.000 θα πληρωνόταν τμηματικά κατά τις ημερομηνίες που αναφέρονται πιο πάνω. Η διάσταση που παρατηρείται στη μαρτυρία που δόθηκε για το ζήτημα από τις δύο πλευρές συνίσταται στο ότι ο ΜΕ1 δεν αναφέρθηκε σε τι αντιστοιχούσε η έκαστη πληρωμή των πιο πάνω αναφερόμενων δόσεων σε αντίθεση με τον εναγόμενο 2 ο οποίος αντιστοίχησε την πληρωμή εκάστης δόσης με την κάθε μία από τις μεταγραφές που περιγράφονται πιο πάνω και συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι το ποσό των πρώτων Λ.Κ 25.000 αφορούσε την παραχώρηση των καλαθοσφαιριστών με υποσχετική μεταγραφή για την περίοδο 2002-2003, το δεύτερο ποσό των Λ.Κ 25.000 την παραχώρηση τους με τον ίδιο τρόπο για την περίοδο 2003-2004 και το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ 30.000 την παραχώρηση τους με ελευθέρα μεταγραφή. Κρίνω σκόπιμο όπως στο σημείο αυτό παραθέσω αυτούσιες τις πιο κάτω πρόνοιες από το κείμενο της συμφωνίας του τεκμ.1:
  11. Η ΑΕΚ παραχωρεί με υποσχετική μεταγραφή για την αγωνιστική περίοδο 2002-2003 τους καλαθοσφαιριστές Νίκο Μιχαήλ και Χάρη Φαντούση στον Απόλλωνα για το ποσό των Λ.Κ 80.000 πληρωτέο ως ακολούθως: ......................
  12. Η ΑΕΚ θα παραχωρεί τους δύο καλαθοσφαιριστές στον Απόλλωνα με υποσχετική μεταγραφή μέχρι την πλήρη αποπληρωμή του ποσού των Λ.Κ 80.000, οπότε και θα τους παραχωρήσει με ελευθέρα. Στη βάση όλων όσων περιγράφονται πιο πάνω το δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει την συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών. Είναι πάγια νομολογημένο ότι εναπόκειται στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει τις γραπτές πρόνοιες της συμφωνίας. (Βλέπε σύγγραμμα Chitty on Contracts, Vol. 1, 22η έκδοση παρ. 587). Ο σκοπός της όλης ερμηνείας των όρων της γραπτής συμφωνίας είναι να αποκαλυφθεί από αυτούς η πρόθεση των μερών της συμφωνίας. Στην παρ. 586 αναφέρονται τα ακόλουθα: "The cardinal presumption is that the parties are presumed to have intended what they have in fact said, so that their words must be construed as they stand. That to say, the meaning of the document or of a particular part of it is to be sought in the document itself". Στην υπόθεση Θεολόγου κ. ά. v. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 (Α) Α.Α.Δ. 407, στη σελ. 13 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες και δεν χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. (Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499). Πρέπει να σημειώσουμε ότι, συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Μαρτυρία που αναφέρεται στους υποκειμενικούς παράγοντες μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε αγωγή για διόρθωση του εγγράφου (rectification). (Βλ. ICS v. West Bromwich BS
(1998)1 All E.R. 98 (HL)). Το αντικείμενο βέβαια της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται σ΄ αυτόν, για τα συμφωνηθέντα." Στις περιπτώσεις σύναψης γραπτής συμφωνίας, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων προκύπτουν από το ίδιο το κείμενο της. Εάν στο κείμενο υπάρχουν ασάφειες, τότε είναι αναγκαία η ερμηνεία. Η ερμηνεία μιας ασαφούς συμβατικής πρόνοιας ή ενός ασαφούς συμβατικού όρου, δηλαδή η διαδικασία απόδοσης του αληθινού τους νοήματος, είναι ζήτημα νομικό, ακολουθεί συγκεκριμένους (ερμηνευτικούς) κανόνες και γίνεται από το Δικαστήριο (Pell Frishcmann Consultants Ltd v. Δημοκρατίας
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 33). Βασικός ερμηνευτικός κανόνας των συμβάσεων συναρτά τη βούληση των συμβαλλομένων με τα όσα καταγράφονται σε μία σύμβαση. Στα καταγεγραμμένα αποδίδεται η σημασία που αυτά ενέχουν στην κοινή καθημερινή συνεννόηση. Είναι απαραίτητο να διαπιστωθεί με ποία σημασία οι όροι, που χρησιμοποιούνται σε μία σύμβαση, γίνονται αντιληπτοί από το μέσο συνετό ενήλικα. Για το σκοπό αυτό είναι συχνά χρήσιμο να αποκαλυφθεί το υπόβαθρο της συμφωνίας, αποκλειομένων, όμως, των διαπραγματεύσεων που προηγήθηκαν, των μονομερών δηλώσεων και των υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων (Χαραλάμπους ν. Αχιλλέως κ.α.
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1058, 1068, Θεολόγος (πιο πάνω), Πολύφημος Χοτέλς Λτδ ν. Μούτση
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1809). Είναι γεγονός ότι τα Δικαστήρια σε μερικές περιπτώσεις παρά την ύπαρξη γραπτού συμφωνητικού εγγράφου επιτρέπουν την εισαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας για να διαπιστωθεί η αληθινή φύση της συναλλαγής. (Polykarpou v. Polykarpou
(1982)1 C.L.R. 182) Η ερμηνεία μιας σύμβασης είναι ζήτημα νομικό και στόχος είναι η αποκάλυψη της κοινής πρόθεσης των μερών. Το Δικαστήριο για να ερμηνεύσει μια σύμβαση λαμβάνει υπόψη του όχι μόνο το γραπτό κείμενο της συμφωνίας το οποία κατατίθεται ενώπιον του αλλά και όλη τη μαρτυρία αλλά και το σκοπό αλλά και τη λεκτική διατύπωση της συμφωνίας. Παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Ζήνωνος κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Χρηματοδοτήσεις Λτδ
(2002)1 Β ΑΑΔ 927, Frederikou Schools Company Ltd κ.α. v. ACCUAC INC
(2002)1 Γ ΑΑΔ 5727, Αλεξάνδρου ν. Κωμοδρόμου
(1997)1 Α ΑΑΔ 576, Pell Frishcmann Consultants Ltd v. Δημοκρατίας
(2001)1 Α ΑΑΔ 33, Maison Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1 Β ΑΑΔ 1156, ΛΑΜΠΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ V. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΤΖΙΗ
(1993)1 Α.Α.Δ 492 . Στην απόφαση στην υπόθεση ΛΑΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ V. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΙΝΗ
(2008)1Β Α.Α.Δ 818 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «To πρωτόδικο δικαστήριο ορθά επέτρεψε εξωγενή μαρτυρία εκ μέρους του εφεσίβλητου εφόσον εκείνο που επιζητείτο να καταδείξει η εξωγενής μαρτυρία ήταν η πραγματική φύση της συναλλαγής, που δεν ήταν αληθινή και γνήσια ενοικιαγορά, πράγμα επιτρεπτό. Αυτή η αρχή έγινε δεκτή και στις αποφάσεις στις υποθέσεις Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1432 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2067 (ανωτέρω). Η παρούσα υπόθεση διαχωρίζεται, επί των γεγονότων, από την απόφαση στην υπόθεση T.J.S. Enterprises Ltd κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 108, στην οποίαν κρίθηκε πως πρόσωπο που είχε παρουσιάσει τον εαυτό του ως τον πωλητή των αντικειμένων της ενοικιαγοράς, κωλύετο από του να το αρνηθεί μεταγενέστερα.» Στην υπόθεση ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ v. MERIDIAN HOTELS LTD 2002) 1Γ Α.Α.Δ 2059 γίνεται αναφορά στη απόφαση Polykarpou v. Polykarpou (πιο πάνω) όπου κρίθηκε ότι: «η εισαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας είναι παραδεκτή, εφόσον το κείμενο της συμφωνίας είναι ασαφές αναφορικά με τις προθέσεις των μερών. Όταν υφίσταται ασάφεια, γίνεται δεκτή εξωγενής μαρτυρία, προς άρση αμφιβολιών ως προς τις προθέσεις των συμβαλλομένων. Εξωγενής μαρτυρία γίνεται δεκτή και για το υπόβαθρο της συμφωνίας, εφόσον κρίνεται τούτο αναγκαίο για τον προσδιορισμό του πλαισίου, στο οποίο εντάσσεται η συμφωνία και μέσα στο οποίο ερμηνεύονται οι πρόνοιές της.» Στην υπό εξέταση υπόθεση έχοντας κατά νου τα δικόγραφα, τη δοθείσα μαρτυρία, το περιεχόμενο του τεκμηρίου 1 και τα παραδεκτά γεγονότα που προέκυψαν στη πορεία της υπόθεσης, θεωρώ ότι είναι η περίπτωση όπου αφήνονται περιθώρια να γίνει κάτι τέτοιο δεδομένου ότι τα όσα καταγράφονται στη συμφωνία του τεκμηρίου 1 είναι βέβαιο ότι δεν αποτυπώνουν με σαφήνεια όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων. Έχοντας λοιπόν υπόψη το κείμενο της συμφωνίας τεκμήριο 1 σε συνδυασμό με τα όσα αναφέρθηκαν και αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών σε σχέση με την παραχώρηση ενός καλαθοσφαιριστή με υποσχετική μεταγραφή, η οποία λήγει με τη λήξη της αγωνιστικής περιόδου κατά την οποία αυτή λαμβάνει χώρα, καθώς και ότι η υποσχετική μεταγραφή δεν είναι δυνατό να διενεργηθεί για χρονικό διάστημα πέραν της μίας αγωνιστικής περίόδου σε συνδυασμό με το χρόνο πληρωμής των δύο πρώτων δόσεων αποπληρωμής του ποσού των Λ.Κ 80.000 εκ Λ.Κ25.000 έκαστη, οι οποίες φαίνεται να ταυτίζονται με τις δύο αγωνιστικές περιόδους για τις οποίες συμφωνήθηκε η παραχώρηση των καλαθοσφαιριστών με υποσχετική μεταγραφή καθώς και τα όσα αναφέρθηκαν σε σχέση με τη σημασία της ελευθέρας μεταγραφής σε συνδυασμό με το χρόνο πληρωμής του ποσού των Λ.Κ 30.000 αποφαίνομαι ότι η λογική ερμηνεία που μπορεί να δοθεί στα συμφωνηθέντα μεταξύ των εναγόντων και εναγομένων 1 είναι αυτή που συνάδει με την εκδοχή του εναγόμενου 2 την οποία και αποδέχομαι. Σημειώνω πως όσα ουσιώδη ο ΜΥ 1 ανέφερε σε σχέση με το τι περιλάμβανε η επίδικη συμφωνία συνάδουν με την υπόλοιπη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το δικαστήριο μέσα από την οποία αποκαλύπτεται ποια ήταν η πραγματική πρόθεση των μερών παρόλο που αυτή δεν εκφράζεται ρητά στους όρους της γραπτής συμφωνίας του τεκμηρίου
  1. Αξιολόγηση μαρτυρίας τριτοδιάδικου Ερχόμενη τώρα στη μαρτυρία του τριτοδιάδικου θα έλεγα ότι τα όσα ανέφερε για τη σχέση του με τον Αθλητικό Ποδοσφαιρικό Όμιλο Απόλλων Λεμεσού τα οποία αποτελούν το περιεχόμενο της συμφωνίας τεκμήριο 5 δεν αμφισβητήθηκαν και συνεπώς γίνονται αποδεκτά. Από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 5 είναι ξεκάθαρο και συνεπώς γίνεται αποδεχτό ότι ο τριτοδιάδικος κατά ή περί την 26.8.2002 συμφώνησε εγγράφως μετά του Αθλητικού Ποδοσφαιρικού Ομίλου ΑΠΟΛΛΩΝ Λεμεσού και όχι με τους εναγόμενους
  2. Από το προοίμιο δε της αναφερόμενης συμφωνίας προκύπτει ότι ο τριτοδιάδικος υπογράφοντας τη συμφωνία συμφώνησε να παραμείνει καλαθοσφαιριστής στη δύναμη του Αθλητικού Ποδοσφαιρικού Ομίλου ΑΠΟΛΛΩΝ Λεμεσού μέχρι την 31.5.03 που προφανώς έληγε η πρώτη επίδικη υποσχετική μεταγραφή. Τούτο πιστεύω υποδεικνύει ότι κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας τεκμήριο 5 είχε ήδη συντελεστεί η επίδικη υποσχετική μεταγραφή του καλαθοσφαιριστή μόνο για την αγωνιστική περίοδο 2002-
  3. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τόσο στο τεκμήριο 5 όσο και στο τεκμήριο 2 ο Αθλητικός Ποδοσφαιρικό Όμιλο Απόλλων Λεμεσού καλείται Σωματείο ενώ σύμφωνα με την υπόλοιπη μαρτυρία όπως έγινε αποδεκτή δεν υπάρχει εγγεγραμμένο Σωματείο ΑΠΟΛΛΩΝ. Στη θέση όμως των υπογραφών της συμφωνίας τεκμήριο 5 φαίνεται καθαρά ότι η συμφωνία υπογράφτηκε από τον Αθλητικό Ποδοσφαιρικό Όμιλο Απόλλων Λεμεσού. Ο ισχυρισμός του τριτοδιάδικου ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν ανήκε στη δύναμη των εναγόντων έρχεται σε αντίφαση με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το δικαστήριο σε σχέση με τη σημασία και έννοια της μεταγραφής δυνάμει των κανονισμών της ΚΟΚ και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Αποδέχομαι ωστόσο από τη μαρτυρία του ότι ο Αθλητικός ποδοσφαιρικός όμιλος Απόλλων Λεμεσού του όφειλε δεδουλευμένους μισθούς κάτι που ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε από τη πλευρά του εναγόμενου 2 ο οποίος κατά την αντεξέταση του αποδέχτηκε ότι οφείλονταν στον τριτοδιάδικο κάποια ποσά. Το ότι ο τριτοδιάδικος αναφέρθηκε σε ποσό μεγαλύτερο από το ποσό που του επιδίκασε η επιτροπή επίλυσης διαφορών της ΚΟΚ δεν αλλάζει την κατάσταση πραγμάτων. Τούτο δεδομένου ότι ο ισχυρισμός του για μείωση του μισθού του παρέμεινε αναντίλεκτος όπως και ο ισχυρισμός του ότι τερμάτισε την συμφωνία τεκμήριο 5 επειδή του οφείλονταν από τον Αθλητικό Ποδοσφαιρικό Όμιλο Απόλλων Λεμεσού δεδουλευμένοι μισθοί τριών μηνών. Φυσικό επακόλουθο ήταν επομένως και η άρνηση του να υπογράψει για την μεταγραφή του και να αγωνιστεί στην καλαθοσφαιρική ομάδα του Απόλλωνα κατά την αγωνιστική περίοδο 2003-
  4. Τα όσα ανέφερε σε σχέση με την προσφυγή του στην επιτροπή επίλυσης διαφορών της ΚΟΚ δεν αμφισβητήθηκαν και γίνονται αποδεκτά. Παρέμεινε επίσης αναντίλεκτο και συνεπώς γίνεται αποδεκτό το περιεχόμενο της εκ συμφώνου εκδοθείσας δικαστικής απόφασης προς όφελος του και εναντίον του Αθλητικού Ποδοσφαιρικού Ομίλου Απόλλων Λεμεσού (τεκμήριο 15). ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Κατ΄ακολουθία του συνόλου της μαρτυρίας όπως αξιολογείται πιο πάνω τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων καθώς και το περιεχόμενο των τεκμηρίων διατυπώνονται και τα ανάλογα ευρήματα τα οποία συνοψίζονται ως ακολούθως: - Οι ενάγοντες είναι εγγεγραμμένο σωματείο δυνάμει του Περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμου που κατά τον επίδικο χρόνο ήταν μέλος της Κυπριακής Ομοσπονδίας Καλαθόσφαιρας (Κ.Ο.Κ) και διατηρεί διάφορα αθλητικά τμήματα, μεταξύ άλλων και τμήμα καλαθόσφαιρας. - Οι εναγόμενοι 1 είναι εγγεγραμμένη εταιρεία η οποία σήμερα βρίσκεται υπό εκκαθάριση και κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας διαχειριζόταν το καλαθοσφαιρικό τμήμα του Αθλητικού Ποδοσφαιρικού Ομίλου Απόλλων Λεμεσού που είναι Λέσχη εγγεγραμμένη δυνάμει του Περί Λεσχών Νόμου και διατηρεί διάφορα αθλητικά τμήματα, μεταξύ άλλων και τμήμα καλαθόσφαιρας. - Με τη συμφωνία ημερομηνίας 26/7/02 οι ενάγοντες ανέλαβαν να παραχωρήσουν στους εναγόμενους 1 τους καλαθοσφαιριστές Μιχαήλ και Φαντούση με υποσχετική μεταγραφή για τις αγωνιστικές περιόδους 2002-2003, 2003-2004 και στη συνέχεια με ελευθέρα μεταγραφή με σκοπό να αγωνιστούν στην καλαθοσφαιρική ομάδα Απόλλων. - Οι εναγόμενοι 1 σε αντάλλαγμα ανέλαβαν να καταβάλουν στους ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ 25.000 για την παραχώρηση των αναφερόμενων καλαθοσφαιριστών με υποσχετική μεταγραφή για την αγωνιστική περίοδο 2002-2003, το ποσό των Λ.Κ 25.000 για την παραχώρηση τους επίσης με υποσχετική μεταγραφή για την περίοδο 2003-2004 και το ποσό των Λ.Κ 30.000 για την παραχώρηση τους με ελευθέρα μεταγραφή. - Ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε την πιστή τήρηση των όρων της συμφωνίας και την πληρωμή των συμφωνηθέντων ποσών. - Οι εναγόμενοι 1 κατέβαλαν στους ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ 25.000 και οι δύο καλαθοσφαιριστές κατά την αγωνιστική περίοδο 2002-2003 αγωνίστηκαν στην καλαθοσφαιρική ομάδα του Απόλλωνα. - Κατά ή περί την 26.8.2002 ο Φαντούσης (τριτοδιάδικος) συμφώνησε εγγράφως μετά του Αθλητικού Ποδοσφαιρικού Ομίλου ΑΠΟΛΛΩΝ Λεμεσού όπως παραμείνει στη δύναμη τους ως καλαθοσφαιριστής και προσφέρει τις υπηρεσίες του για την περίοδο 2002-2003 με δικαίωμα επέκτασης και/ή ανανέωσης του συμβολαίου για τέσσερα έτη δηλαδή για τις καλαθοσφαιρικές περιόδους 2003 μέχρι 2007 εκτός εάν εξασφάλιζε την ελευθέρα μεταγραφή του καταβάλλοντας μέχρι την 15.8.2003 στον Αθλητικό Ποδοσφαιρικό Όμιλο Απόλλων Λεμεσού το ποσό των Λ.Κ 25.
  5. - Ο Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Απόλλων Λεμεσού παρέλειψε να καταβάλει στον Φαντούση τρεις δεδουλευμένους μισθούς με αποτέλεσμα ο τελευταίος να τερματίσει τη συμφωνία ημερ. 26/8/02 (τεκμ. 5) και να προσφύγει στα αρμόδια όργανα της Κ.Ο.Κ εξασφαλίζοντας απόφαση υπέρ του για το ποσό των Λ.Κ 25.210 υπό μορφή αποζημιώσεων και Λ.Κ 1.725 για δεδουλευμένους μισθούς. Η απόφαση σε σχέση με τις αποζημιώσεις εφεσιβλήθηκε και η επιτροπή επίλυσης διαφορών της ΚΟΚ με σχετική απόφαση διέταξε την επανεκδίκαση της υπόθεσης - Επιπρόσθετα ο Φαντούσης καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την υπ' αριθμό 1955/07 αγωγή εναντίον του Αθλητικού Ποδοσφαιρικού Ομίλου Απόλλων Λεμεσού αξιώνοντας μεταξύ άλλων την καταβολή των πιο πάνω ποσών(τεκμήριο 14) και εξασφάλισε εκ συμφώνου απόφαση προς όφελος του για το ποσό των € 20.000 (τεκμήριο 15) . - Συνεπεία του τερματισμού της συμφωνίας του με τον Αθλητικό Ποδοσφαιρικό Όμιλο Απόλλων Λεμεσού ο Φαντούσης αρνήθηκε να αγωνιστεί στην καλαθοσφαιρική ομάδα του Απόλλωνα κατά την αγωνιστική περίοδο 2003-2004 καθώς και να υπογράψει τα απαιτούμενα έντυπα της ΚΟΚ για τη μεταγραφή του. - Οι ενάγοντες για την αγωνιστική περίοδο 2003-2004 παραχώρησαν τους καλαθοσφαιριστές Φαντούση και Μιχαήλ με υποσχετική μεταγραφή σε άλλες καλαθοσφαιρικές ομάδες και συγκεκριμένα στις ομάδες Κεραυνός Στροβόλου και ΑΠΟΕΛ αντίστοιχα και προς τούτο υπέγραψαν τα απαιτούμενα έντυπα της ΚΟΚ (τεκμήρια 9 και 10 ). - Την αγωνιστική περίοδο 2004-2005 οι καλαθοσφαιριστές Φαντούσης και Μιχαήλ αγωνίστηκαν στην ομάδα των εναγόντων (τεκμήριο 7). - Σύμφωνα με τους κανονισμούς της ΚΟΚ για να συντελεστεί η παραχώρηση ενός καλαθοσφαιριστή με μεταγραφή από την δύναμη μίας ομάδας σε άλλη απαιτείται η υπογραφή των σχετικών εντύπων από τον καλαθοσφαιριστή που πρόκειται να παραχωρηθεί. - Η παραχώρηση καλαθοσφαιριστή με υποσχετική μεταγραφή λήγει με τη λήξη της αγωνιστικής περιόδου κατά την οποία αυτή λαμβάνει χώρα. - Με τη λήξη της αγωνιστικής περιόδου κατά την οποία ένας καλαθοσφαιριστής παραχωρείται σε μια άλλη ομάδα συνεχίζει να ανήκει στην ομάδα που τον παραχώρησε. - Η παραχώρηση ενός καλαθοσφαιριστή με υποσχετική μεταγραφή μπορεί να γίνει μόνο για το χρονικό διάστημα μέχρι τη λήξη της αγωνιστικής περιόδου μέσα στην οποία λαμβάνει χώρα η συγκεκριμένη υποσχετική μεταγραφή και όχι για χρονικό διάστημα πέραν της μιας αγωνιστικής περιόδου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΞΕΤΑΣΗ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΕΓΕΙΡΟΝΤΑΙ ΣΤΗ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Από τη πλευρά της υπεράσπισης του εναγόμενου 2 προβάλλεται ότι η συμφωνία μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1 ματαιώθηκε και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα αποζημίωσης των εναγόντων. Η ματαίωση (frustration) αποτελεί ένα τρόπο αυτόματου τερματισμού μιας σύμβασης, ο οποίος επισυμβαίνει κατά το χρόνο επέλευσης του γεγονότος που την επιφέρει και δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα δικαιώματος των συμβαλλομένων για επιλογή (βλ. A. N. Stasis Estates Co. Ltd v. Waldner κ.ά.
(1998)1 (Α) Α.Α.Δ.250) Η νομοθετική πρόνοια είναι το Άρθρο 56
(2)και
(3)του Περί Συμβάσεως Νόμου, Κεφ. 149 που προνοεί τα ακόλουθα: «56.
(2)Σύμβαση προς τέλεση πράξης, η οποία μετά την κατάρτιση της σύμβασης καθίσταται αδύνατη, ή παράνομη λόγω γεγονότος το οποίο ο οφειλέτης δεν μπορούσε να αποτρέψει, καθίσταται άκυρη μόλις η πράξη καταστεί αδύνατη ή παράνομη».
(3)Αν η υπόσχεση αφορά πράξη αδύνατη ή παράνομη και ο οφειλέτης γνώριζε ή αν κατέβαλλε εύλογη επιμέλεια, μπορούσε να γνώριζε το αδύνατο ή το παράνομο αυτής, ο δε δανειστής δεν γνώριζε ότι αυτή ήταν αδύνατη ή παράνομη, ο οφειλέτης υποχρεούται να αποζημιώσει το δανειστή για κάθε ζημιά, την οποία αυτός ήθελε υποστεί λόγω της μη εκπλήρωσης της υπόσχεσης». Στη Maison Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 1156, με ανασκόπηση της προηγούμενης νομολογίας και ιδιαίτερα της Xenophontos v. Tyrimou
(1984)1 CLR 23, αναφέρθηκε ότι: «Πηγή προέλευσης του άρθρου 56
(2)του Νόμου είναι το αντίστοιχο αριθμητικά άρθρο του Ινδικού περί Συμβάσεων Νόμου. Η έννοια της ματαίωσης κάτω από το άρθρο 56
(2), όπως διευκρινίζεται στο σύγγραμμα Pollock and Mulla, 9η έκδοση σελ. 397, διακρίνεται από την έννοια της 'ματαίωσης' όπως διαγράφεται στο αγγλικό δίκαιο - frustration - και διαφέρει από αυτό. Επομένως περιορισμένη είναι η σημασία της 'ματαίωσης' όπως διαμορφώθηκε στο αγγλικό δίκαιο ως βοήθημα για την ερμηνεία των προνοιών του άρθρου 56
(2)του Νόμου». Το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Pollock and Mulla Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η έκδοση, σελ. 402 που υιοθετήθηκε στην KIER (CYPRUS) LTD v. TRENCO CONSTRUCTIONS LTD
(1981)1 C.L.R. 30, είναι σχετικό. «The doctrine of frustration comes into play when a contract becomes impossible of performance, after it is made, on account of circumstances beyond the control of parties or the change in circumstances makes the performance of the contract impossible». Στην υπόθεση KIER, ο δια της κατοχής de facto διαμελισμός της Κύπρου από το 1974 κρίθηκε ως τέτοιος παράγοντας, πέραν του ελέγχου των μερών, που κατέστησε την εκτέλεση της επίδικης σύμβασης αδύνατη. Όπως δε, έχει λεχθεί στην A.N. Stasis Estates Co. Ltd. v. Waldner κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 250 «η ματαίωση τερματίζει τη σύμβαση αυτομάτως κατά το χρόνο επέλευσης του γεγονότος που την επιφέρει και δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα δικαιώματος των συμβαλλομένων για επιλογή» . . . . . . . . Όπως δε, έχει λεχθεί στην A.N. Stasis Estates Co. Ltd. v. Waldner κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 250 «η ματαίωση τερματίζει τη σύμβαση αυτομάτως κατά το χρόνο επέλευσης του γεγονότος που την επιφέρει και δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα δικαιώματος των συμβαλλομένων για επιλογή» . . . . . . . . . .. . . . . . . . . .. . . . . . Το κριτήριο, ως άνω, είναι αντικειμενικό και αφορά στο κατά πόσο το επιγενόμενο γεγονός καταλύει το θεμέλιο της σύμβασης υπό την παρακάτω πρακτική έννοια όπως έχει αναλυθεί στην απόφαση Satyabrata Ghose v. Mugneeram Bangur and Co [1954] S.C.R. 310, του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ινδίας, απόσπασμα της οποίας υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου στην υπόθεση Xenophontos, ανωτέρω: «This much is clear that the word "impossible" has not been used here in the sense of physical or literal impossibility. The performance of an act may not be literally impossible but it may be impracticable and useless from the point of view of the object and purpose which the parties had in view, and if an untoward event or change of circumstances totally upsets the very foundation upon which the parties rested their bargain, it can very well be said that the promisor found it impossible to do the act which he promised to do.» Με βάση την μαρτυρία όπως αυτή έγινε αποδεκτή και τα ευρήματα του δικαστηρίου αποτελεί γεγονός ότι η συμφωνία μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1 δεν ολοκληρώθηκε. Οι δύο αναφερόμενοι καλαθοσφαιριστές μεταγράφηκαν με υποσχετική μεταγραφή στους εναγόμενους 1 και αγωνίστηκαν στην ομάδα του Απόλλωνα μόνο κατά την αγωνιστική περίοδο 2002-
  1. Ο τερματισμός της συμφωνίας μεταξύ του Φαντούση και του Αθλητικού Ποδοσφαιρικού Ομίλου Απόλλων Λεμεσού και κατά λογική συνέπεια η άρνηση του καλαθοσφαιριστή να συνεχίσει να αγωνίζεται με την ομάδα του Απόλλωνα κατέστησε την συνέχιση της συμφωνίας πλέον αδύνατη. Τούτο αποτελεί ματαίωση στην έννοια του Νόμου και συνεπώς δεν εγείρεται θέμα αποζημίωσης των εναγόντων. Η εισήγηση της πλευράς των εναγόντων ότι η ματαίωση οφείλεται σε υπαιτιότητα των εναγομένων 1 δεν βρίσκει έρεισμα στα γεγονότα όπως αυτά έχουν γίνει αποδεκτά από το δικαστήριο. Η παραβίαση της συμφωνίας εργοδότησης του Φαντούση τεκμήριο 5 που είχε ως συνέπεια την άρνηση του να συνεχίσει να αγωνίζεται στην ομάδα του Απόλλωνα δεν επήλθε από υπαιτιότητα των εναγομένων
  2. Οι εναγόμενοι 1 δεν ήταν συμβαλλόμενοι στη συμφωνία τεκμήριο 5 με βάση τις πρόνοιες της οποίας υποχρέωση για την καταβολή των μισθών του Φαντούση είχε ο Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Απόλλων Λεμεσού (εναγόμενοι 3) εναντίον των οποίων μάλιστα ο καλαθοσφαιριστής κινήθηκε δικαστικά και εξασφάλισε την προς όφελος του την δικαστική απόφαση τεκμήριο
  3. Οι εναγόμενοι 1 με την επίδικη συμφωνία ανέλαβαν την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ80.000 με αντάλλαγμα τις μεταγραφές των δύο καλαθοσφαιριστών όπως περιγράφεται πιο πάνω με σκοπό, όπως δείχνουν τα γεγονότα, αυτοί να αγωνιστούν στη καλαθοσφαιρική ομάδα του Απόλλωνα. Δεν έχει δοθεί όμως οποιαδήποτε μαρτυρία που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ανέλαβαν με οποιονδήποτε τρόπο την πληρωμή των μισθών των καλαθοσφαιριστών. Εάν όντως έτσι είχαν τα πράγματα τότε ποιος ο λόγος οι εναγόμενοι 1, οι οποίοι υπέγραψαν την επίδικη συμφωνία, να μην υπέγραφαν και την συμφωνία εργοδότησης του Φαντούση (τεκμήριο 5) η οποία αντίθετα συνάφθηκε και υπογράφτηκε από τους εναγόμενους 3 εναντίον των οποίων σημειώνεται ότι η παρούσα αγωγή έχει αποσυρθεί. Ο γενικός ισχυρισμός που τέθηκε ότι κατά τον χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας οι εναγόμενοι 1 διαχειρίζονταν το καλαθοσφαιρικό τμήμα του Αθλητικού Ποδοσφαιρικού Ομίλου Απόλλων Λεμεσού απογυμνωμένος από οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία σε σχέση με το τι διαλάμβανε η αναφερόμενη διαχείριση δεν κρίνεται αρκετός για να οδηγήσει το δικαστήριο σε διαφορετική κατάληξη για το ζήτημα. Ο τερματισμός συνεπώς της συμφωνίας μεταξύ του Αθλητικού Ποδοσφαιρικού Ομίλου Απόλλων Λεμεσού και του Φαντούση με αποτέλεσμα την άρνηση του τελευταίου να συνεχίσει να αγωνίζεται στην ομάδα του Απόλλωνα και να υπογράψει τα απαιτούμενα έντυπα για την μεταγραφή του για την αγωνιστική περίοδο 2003-2004 ήταν πέραν του ελέγχου των εναγομένων 1 . Η συνέχιση της επίδικης συμφωνίας ήταν πλέον αδύνατη και ως εκ τούτου ματαιώθηκε. Παρά την πιο πάνω κατάληξη για σκοπούς πληρότητας προχωρώ να εξετάσω την απαίτηση των εναγόντων για αποζημιώσεις ίσες προς το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος ποσού και ή αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Η διάκριση μεταξύ απαίτησης για πληρωμή συμφωνηθέντος ποσού αφενός και της απαίτησης για αποζημιώσεις αφετέρου αποτυπώνεται στο πιο κάτω απόσπασμα από το Σύγγραμμα CHITTY OΝ CONTRACTS, General Principles 28η Έκδοση σελ. 1273, παρα. 27-008 "27-008 Distincion between claims for payment of an agreed sum and claims for damages. There is an important distinction between a claim for payment of a debt and a claim for damages for breach of contract. A debt is a definite sum of money fixed by the agreement of the parties as payable by one party in return for the performance of a specified obligation by the other party or upon the occurrence of some specified event or condition; damages may be claimed from a party who has broken his contractual obligation in some way other than failure to pay such a debt (it is also possible that in addition to a claim for a debt there may be a claim for damages in respect of consequential loss caused by the failure to pay such a debt at the due date). The relevance of this distinction is that rules on damages do not apply to a claim for a debt e.g the claimant who claims payment of a debt need not prove anything more that his performance or the occurrence of the event or condition; there is no need for him to prove any actual loss suffered by him as a result of the defendant´s failure to pay; the whole concept of the remoteness of damage is therefore irrelevant, the law on penalties does not apply and the claimant will usually be able to ask summary judgment; . . . . . " Επίσης στο Σύγγραμμα TREITEL THE LAW OF CONTRACT, 8η έκδοση (G.H. Treitel) στις σελίδες 895-896 περιλαμβάνονται τα ακόλουθα σε σχέση με τη φύση της απαίτησης για πληρωμή συμφωνηθέντος ποσού ή συμφωνηθείσας αμοιβής και τη διάκριση τέτοιου είδους απαίτησης από την απαίτηση για αποζημιώσεις: "A contract commonly provides for the payment by one party of an agreed sum in exchange for some performance by the other. Goods are sold for a fixed price; work is done for an agreed remuneration, and so forth. An action for this price or other agreed remuneration is, in its nature, quite different from an action for damages. It is a claim for the specific enforcement of the defendant's primary obligation to perform what he has promised; though, as it is simply an action for money, it is not subject to those restrictions which equity imposes on the remedies of specific performance and injunction, on the ground that it would be undesirable actually to force the defendant to perform certain acts (e.g. to render personal service) or that it would be difficult to secure compliance with the court's order. Obviously, these factors have no weight where the plaintiff simply claims a sum of money . . . . . . . . . . . . The action for the agreed sum differs from a claim for damages not only in its nature, but also in its practical effects. The plaintiff in an action for the agreed sum recovers that sum - neither more nor less; no questions of quantification or remoteness can arise. It is quite irrelevant in an action for the price of goods to ask how much they are worth or how much they cost the seller. The argument that the plaintiff should have mitigated can, however, arise in an action for the agreed sum. If successful, it will lead to the conclusion that the action is not available at all - not to recovery of a reduced price. Where the agreed sum is not paid and the plaintiff also suffers additional loss, he may be able to bring both the action for the agreed sum and an action for damages" Εκείνο το οποίο θα πρέπει να τονισθεί είναι ότι εκεί όπου υπάρχει παράνομος και/ή αντισυμβατικός τερματισμός μιας συμφωνίας το αθώο μέρος έχει επιλογή είτε να τερματίσει τη συμφωνία, είτε να αφήσει τη συμφωνία να συνεχίσει. Στη δεύτερη περίπτωση μπορεί να αξιώσει τη συμφωνηθείσα αμοιβή εάν κατά το στάδιο του τερματισμού το αθώο μέρος έχει ήδη εκπληρώσει όλα όσα χρειάζονταν για να μπορεί να προχωρήσει με τέτοια αξίωση. Αν το αθώο μέρος δεν έχει κάνει όλα όσα απαιτούνται για να μπορεί να προχωρήσει με αξίωση για συμφωνηθέν ποσό, υπάρχουν περιπτώσεις που δεν μπορεί να προχωρήσει με τέτοια αξίωση. Τέτοια είναι η περίπτωση όπου είναι αδύνατο για το αθώο μέρος να κάνει τις απαιτούμενες ενέργειες χωρίς τη συνεργασία του υπαίτιου μέρους το οποίο αρνείται να την παραχωρήσει. Δεν είναι, επίσης, σίγουρο κατά πόσο τέτοια αξίωση για συμφωνηθείσα αμοιβή είναι διαθέσιμη στο αθώο μέρος εάν, κατά το χρόνο τερματισμού, δεν έχει κάνει όσα απαιτούνταν από αυτό για να μπορεί να προχωρήσει με τέτοια απαίτηση αλλά μπορεί και πράγματι συνεχίζει να προσφέρει την εκπλήρωση των δικών του συμβατικών υποχρεώσεων χωρίς τη συνεργασία του άλλου συμβαλλόμενου μέρους. Σχετική με όλα τα πιο πάνω είναι η ακόλουθη περικοπή από το σύγγραμμα TREITEL THE LAW OF CONTRACT, 8η έκδοση στις σελίδες 898-899: "
(3)Conduct of the injured party On wrongful repudiation of a contract, the injured party has a choice: be can either 'terminate' the contract or keep it alive . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . (b) ELECTS TO KEEP THE CONTRACT ALIVE. Where the injured party elects to keep the contract alive, he can bring the action for the agreed sum if, at, the time of repudiation, he has already done all that is required to make the action available: for example, if he is a seller of goods and has already transferred the property in them to the buyer. If the injured party has not yet done all that is required to make the action available, there are some cases in which he cannot bring the action for the agreed sum. This is the position where it is impossible for him to do the required acts without the co-operation of the guilty party, who refuses to give it. For example, if a singer wrongfully repudiates his contract with his agent, the latter cannot continue performance without the co-operation of the former; and the agent's only claim is for damages. The position is similar where work is to be done by A on the land or goods of B who wrongfully refuses to allow A to have access to or possession of the property. In such a case, A cannot do the work without some co-operation from B and so his only remedy is an action for damages. A could only do the work without B's co-operation if he already had possession of the goods or if he could get them without B's co-operation (e.g. from a warehouse who had been effectively directed to deliver them to A) It is disputed whether the action for the agreed sum is available to the injured party where, at the time of repudiation, that party has not yet done all that was required of him to make the action available, but where he can and does, continue performance without the co-operation of the other party." Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές κρίνεται ότι στη παρούσα υπόθεση η αξίωση των εναγόντων για το συμφωνηθέν ποσό δεν μπορεί να επιτύχει. Τούτο διότι στην προκειμένη περίπτωση η καταβολή ολόκληρου του συμφωνηθέντος ποσού εξαρτάτο, όπως είχαν αναλάβει με την επίδικη συμφωνία, από την εκ μέρους τους παραχώρηση των δύο καλαθοσφαιριστών στους εναγόμενους 1 για τις αγωνιστικές περιόδους 2002-2003 και 2003-2004 με υποσχετική μεταγραφή και στη συνέχεια με ελευθέρα μεταγραφή. Σύμφωνα όμως με τα ευρήματα του δικαστηρίου η παραχώρηση των καλαθοσφαιριστών στους εναγόμενους 1 έγινε μόνο για την αγωνιστική περίοδο 2002-2003. Στην συνέχεια οι ενάγοντες παραχώρησαν τους δύο καλαθοσφαιριστές για την αγωνιστική περίοδο 2003-2004 σε άλλες ομάδες υπογράφοντας μάλιστα προς τούτο και τα απαιτούμενα έντυπα της ΚΟΚ κάτι που θα έλεγα ότι δηλώνει και την εκ μέρους τους αποδοχή της ματαίωσης της συμφωνίας. Σύμφωνα δε με τα ευρήματα του δικαστηρίου κατά την επόμενη αγωνιστική περίοδο 2004-2005 οι δύο αναφερόμενοι καλαθοσφαιριστές αγωνίστηκαν με τη ομάδα των εναγόντων. Συνεπώς η θέση της πλευράς των εναγόντων ότι οι ίδιοι με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας είχαν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού κατά τον χρόνο που επήλθε η ματαίωση της συμφωνίας δεν είχαν εκπληρώσει την υποχρέωση που ανέλαβαν να παραχωρήσουν δηλαδή στους εναγόμενους 1 τους εν λόγω καλαθοσφαιριστές για την αγωνιστική περίοδο 2003-2004 με υποσχετική μεταγραφή και στη συνέχεια με ελευθέρα μεταγραφή. Όσον αφορά τις αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης, το είδος των αποζημιώσεων στις οποίες δικαιούται το αναίτιο μέρος εξηγούνται από το νομοθέτη στο άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Η βασική αυτή αρχή έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναφέρω ενδεικτικά την υπόθεση Saab & another v. The Holy Monastery of Ayios Neophytos (ανωτέρω), όπου αναφέρθηκε ότι: "Οι αποζημιώσεις στοχεύουν στο να αποκαταστήσουν το διάδικο στη θέση στην οποία θα ευρίσκετο, αν δεν επεσυνέβαινε η παράβαση ... " Στην υπό εξέταση περίπτωση η αξίωση για αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας δεν θα μπορούσε να επιτύχει για το λόγο ότι οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν μαρτυρία και δεν απέδειξαν ότι έχουν υποστεί οποιανδήποτε ζημιά. Με όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω κρίνεται ότι οι ενάγοντες έχουν αποτύχει να αποδείξουν την αξίωση τους. Δεν μου διαφεύγει ότι στην παρούσα υπόθεση η μαρτυρία που προσκόμισαν οι ενάγοντες παρέμεινε αναντίλεκτη από τη πλευρά των εναγομένων 1, δεδομένης της επιλογής του επίσημου παραλήπτη να μην εμφανιστεί στη διαδικασία, κάτι όμως που δεν απαλλάσσει το Δικαστήριο από την υποχρέωση να κρίνει τη δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα και κατά πόσο έχει αποδείξει την αξίωση του (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας v. Νέστορα Χ΄΄Νέστωρος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41). Έχοντας συνεπώς κατά νου το σύνολο της δοθείσας μαρτυρίας και τα ευρήματα του δικαστηρίου όπως αυτά περιγράφονται πιο πάνω κρίνεται ότι η κατάληξη της αξίωσης των εναγόντων εναντίον των εναγομένων 1 δεν μπορεί να είναι άλλη από την απόρριψη της. Eπακόλουθο τούτου πρέπει να είναι και η απόρριψη της αξίωσης των εναγόντων εναντίον του εναγόμενου 2 ως εγγυητή της επίδικης συμφωνίας. Συνεπακόλουθα η αγωγή εναντίον των εναγομένων 1 και 2 απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των εναγόντων και προς όφελος του εναγόμενου 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η απαίτηση του εναγόμενου 2 εναντίον του τριτοδιάδικου απορρίπτεται. Έχοντας κατά νου ότι η διαδικασία τριτοδιάδικου είναι εντελώς ξεχωριστή και ανεξάρτητη διαδικασία από την προϋπάρχουσα αγωγή (βλ. Stott v. West Yorkshire Road Car Co. [1971] 3 All E.R.534, Annual Practice 1985, σελ. 381 κ.ε.) τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος του τριτοδιάδικου και εναντίον του εναγόμενου 2 όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................. Στ.Λουκίδου Βασιλείου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.