Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Paul Marshall κ.α., Αρ. Αγωγής: 2949/11, 31/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2949/11 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγοντες - Καθ΄ ων η αίτηση και
- Paul Marshall
- Debra Elizabeth Marshall
- V.K.C.A. Quality Limited Εναγόμενοι - Αιτητές Αίτηση Ημερομηνίας 21.9.2012 Ημερομηνία: 31.01.
- Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές: κ. Μ. Δράκος (για να ακούσει απόφαση η κα Χαραλαμπίδου). Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Γ. Λουκαϊδης (για να ακούσει απόφαση ο κ. Φούλιας). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των εναγόντων, όπως αυτή κωδικοποιείται στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 10.10.2011 είναι: «Εναντίον των εναγομένων 1 και 2 ως πρωτοφειλετών και εναντίον των εναγομένων 3 ως εγγυητών αλληλεγγύως ή και κεχωρισμένως μετά των εναγομένων 1 και 2 δια: Α. CHF215.556,53 ως οφειλόμενο υπόλοιπο λογαριασμού δανείου δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ή και συμφωνιών ημερομηνίας 19.6.2006 ή και 24.6.2006 ή και άλλης ημερομηνίας ή και δυνάμει εγγράφου εγγυήσεως ημερομηνίας 24.6.2006 ή και άλλης ημερομηνίας ή και άλλως πως ως κατωτέρω αναφέρεται. Β. Κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο προς το εκάστοτε επιτόκιο των εναγόντων που προς το παρόν είναι 10.24667% ετησίως επί του ποσού των CHF211.930,48 από 05.09.11 μέχρι εξοφλήσεως και κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30ην Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Γ. Δήλωση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι οι ενάγοντες είναι δυνάμει σύμβασης εκχώρησης ημ. 24.6.2006 οι αποκλειστικοί δικαιούχοι όλων των δικαιωμάτων των εναγομένων 1 και 2 που απορρέουν από το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ημερομηνίας 21.7.2006 μεταξύ εναγομένων 1 και 2 και των εναγομένων 3, για την αγορά του διαμερίσματος με αριθμό Β11 ή και υπό άλλο αριθμό στο Block Β στο οικοδομικό συγκρότημα με την ονομασία TERSEFANOU VILLAGE 1 που κτίστηκε ή και θα κτισθεί επί μέρους των κτημάτων υπ΄ αρ. εγγραφής 5557 και 5267, τεμάχια υπ΄ αρ. 724 και 179, Φ/Σχ. L/29 στο χωριό Τερσεφάνου της Επαρχίας Λάρνακας, που οι εναγόμενοι 1 και 2 αγόρασαν από τους εναγομένους
- Δ. Δήλωση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο επιτρέπεται στους ενάγοντες να προβούν, καθ΄ οιονδήποτε χρόνο αποφασίσουν, την απόσυρση του πιο πάνω αναφερομένου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου στο οποίο κατετέθη δεόντως. Ε. Δήλωση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται στους ενάγοντες να προβούν καθ΄ οιονδήποτε χρόνο αποφασίσουν στην ακύρωση του πιο πάνω αναφερομένου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου. Ζ. Δήλωση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται στους ενάγοντες να προβούν καθ΄ οιονδήποτε χρόνο αποφασίσουν την πώληση του πιο πάνω αναφερομένου διαμερίσματος σε οποιοδήποτε πρόσωπο αποφασίσουν. Η. Δήλωση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται στους ενάγοντες, μετά την έκδοση χωριστών τίτλων για την πλήρη εξόφληση του τιμήματος πώλησης, βάσει του πιο πάνω αναφερομένου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, να ζητήσουν μεταβίβαση του τίτλου του πιο πάνω αναφερομένου διαμερίσματος στο όνομά τους ή στο όνομα οποιουδήποτε προσώπου αυτοί υποδείξουν. Θ. Δήλωση ή και Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται στους ενάγοντες να ανακτήσουν ελεύθερη και κενή την κατοχή του πιο πάνω διαμερίσματος από τους εναγομένους 1, 2 και
- Ι. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο θεωρήσει εύλογον. Ια. Όλα τα δικαστικά έξοδα, πλέον 15% ΦΠΑ, πλέον έξοδα επίδοσης.» Για την πλευρά της εναγομένης αρ. 3 εταιρείας, αφού της επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα στις 21.10.2011, καταχωρήθηκε στις 25.10.2011 σημείωμα εμφάνισης στη διαδικασία. Στις 16.12.2011, αφού προηγήθηκε σχετική αίτηση εκ μέρους των εναγόντων, εξασφαλίστηκε από τους τελευταίους διάταγμα με το οποίο επιτρεπόταν, σε σχέση με τους εναγομένους 1 και 2, η επίδοση του κλητηρίου ή και ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, εκτός δικαιοδοσίας. Στις 26.7.2012, καταχωρήθηκε για την πλευρά των εναγομένων 1 και 2 σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, ενώ στις 21.9.2012, η πλευρά των τελευταίων προχώρησε στην καταχώριση και προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, στα πλαίσια της οποίας αξιώνει: «
- Διάταγμα που να απορρίπτει και/ή να παραμερίζει και/ή να ακυρώνει: 1.
- την αγωγή, και/ή 1.
- το κλητήριον ένταλμα, και/ή 1.
- την ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος, και/ή 1.
- το διάταγμα ημερομηνίας 16.12.2011 που εκδόθηκε μονομερώς και που επιτρέπει την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και/ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος εκτός της δικαιοδοσίας, και/ή 1.
- την επίδοση της πιο πάνω αγωγής και/ή της ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος και/ή 1.
- την μέχρι σήμερα διαδικασία στην παρούσα αγωγή,
- Περαιτέρω ή διαζευκτικά, διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται κάθε διαδικασία και/ή περαιτέρω διαδικασία στην παρούσα αγωγή.
- Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.» Οι λόγοι επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση καταγράφονται στο σώμα της. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι: «μεταξύ άλλων και άνευ περιορισμού είναι αντινομικά, παράτυπα και/ή άκυρα και/ή διότι τα Κυπριακά Δικαστήρια και/ή το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στερούνται δικαιοδοσίας και/ή διότι το διάταγμα ημερ. 16.12.2011 εκδόθηκε λανθασμένα και/ή μονομερώς χωρίς να έχει γίνει πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη και/ή διότι οι ενάγοντες δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια και/ή διότι το κλητήριο ένταλμα δεν σηματοδοτήθηκε όχι για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου και/ή διότι η αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν είχε καμία ή τη σωστή νομική βάση.» Η αίτηση ορίζει ως νομικό υπόβαθρο της τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό ΕΚ44/2001, ειδικότερα τα άρθρα 2, 3, 15, 16 και 17 του εν λόγω Κανονισμού, τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό ΕΚ1393/2007 άρθρα 1, 4, 5, 8 και 26, τον Περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ. 9 άρθρο 17, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.2, θ.2, 3 και 11, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6, θ.θ.1-9, Δ.16, θ.9, Δ.19, θ.26, Δ.39, θ.11 και 17, Δ.48, θ.θ.1,2,3,4,5,6,7,8,9,10,11,12 και 13, Δ.64 θ.θ.1 και 2, στις αρχές του Κοινοδικαίου και του Δικαίου της Επιείκειας και στη σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Ως υποδεικνύεται στην αίτηση, τα γεγονότα επί των οποίων αυτή βασίζεται, πέραν του γεγονότος ότι φαίνονται από τον φάκελο της υπόθεσης, εκτίθενται: (α) στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Γιώργου Κωνσταντινίδη ημερ. 6.9.2012 και (β) στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της Debra Elisabeth Marshall ημερ. 22.8.
- Είναι προφανές ότι το έγγραφο που είναι συνταγμένο στην Αγγλική γλώσσα και τιτλοφορείται «AFFIDAVIT OF DEBRA ELIZABETH MARSHALL» (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Γιώργου Κωνσταντινίδη) δεν πληρεί τους όρους και τις προϋποθέσεις που τίθενται με την Δ.39 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, κατά τρόπο που θα επέτρεπε να αντιμετωπιστεί, στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, ως ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει το αίτημα. Ούτε τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία που θα επέτρεπε την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου εγγράφου ως ένορκης δήλωσης, δεόντως γενομένης και συνοδεύουσας την αίτηση ως προβλέπεται τούτο στην Κυπριακή έννομη τάξη. Σημειώνεται ότι η ως άνω κατάληξη του Δικαστηρίου, δεν έχει σχέση με το γεγονός ότι η γλώσσα στην οποία φέρεται να είναι συνταγμένο το συγκεκριμένο έγγραφο είναι η Αγγλική. Τούτο, ενόψει του γεγονότος ότι οι πρόνοιες του άρθρου 5 του Ν.67/88, ως έχει υποδειχθεί στην απόφαση στα πλαίσια της υπόθεσης Τόσκας v BNP Paribas (Cyprus) Ltd
(2010)1Γ ΑΑΔ, 1962, δημιουργούν εξαίρεση στις πρόνοιες του άρθρου 3 του Συντάγματος που αφορούν τις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας, επιτρέποντας την αποδοχή ως αποδεικτικού μέσου οποιουδήποτε εγγράφου το οποίο είναι συνταγμένο σε ξένη γλώσσα. Το δικαστήριο βέβαια, δια του εδαφίου 2 του εν λόγω άρθρου, διατηρεί πάντα την ευχέρεια, αν αυτό υπαγορεύουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης να διατάξει μετάφραση του εγγράφου. Στο εδάφιο 4 εξάλλου του άρθρου 5 του Ν.67/88, διευκρινίζεται ότι: «έγγραφο περιλαμβάνει και ένορκη δήλωση". Υπόβαθρο πραγματικών γεγονότων που υποστηρίζουν την αίτηση αποτελεί ασφαλώς, ως άλλωστε υποδεικνύεται στο σώμα της, τόσο το περιεχόμενο του φακέλου της διαδικασίας όσο και η ένορκη δήλωση του Γιώργου Κωνσταντινίδη, ημερ. 6.9.2012, στα πλαίσια της οποίας ο Κωνσταντινίδης παρουσιάζει ως Τεκμήριο 1 την ως άνω δήλωση της εναγομένης 2, Debra Elizabeth Marshall, δηλώνοντας μάλιστα ότι υιοθετεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της. Παράλληλα στην εν λόγω δήλωση του, ο Κωνσταντινίδης προβάλλει την θέση ότι οι ενάγοντες δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο, ως είχαν υποχρέωση, τα γεγονότα που οδήγησαν στη σύναψη της σύμβασης δανείου ως επίσης το γεγονός ότι κάποια από αυτά έλαβαν χώρα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά τον ίδιο τρόπο, υποδεικνύει, δεν αποκάλυψαν ότι οι αιτητές φαίνεται να ενεργούσαν ως καταναλωτές και ότι αρνήθηκαν να παραλάβουν την επίδικη κατοικία. Τα συγκεκριμένα γεγονότα, υποστηρίζει, όπως αυτά με περισσότερη λεπτομέρεια εκτίθενται στην δήλωση της εναγομένης 2, (Τεκμήριο 1) ήταν σχετικά με την απόφαση του Δικαστηρίου κατά πόσο έπρεπε να δώσει άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ως επίσης κατά πόσο το Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Οι ενάγοντες, (καθ' ων η αίτηση στα πλαίσια της παρούσας) καταχώρισαν ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην αίτηση. Ένσταση η οποία εδράζεται πέραν από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας, (μεταξύ άλλων στην Δ.2, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6, Δ.16, Δ.19, Δ.39, Δ.48, Δ.64), στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 44/2001/Ε.Κ. άρθρα 2, 3, 15, 16 και 17, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007/Ε.Κ. άρθρα 1, 4, 5, 8 και 26, στον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9, άρθρο 17, στις αρχές του Κοινοδικαίου και του Δικαίου της Επιείκειας, και στη σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης προβάλλονται στο σώμα της. Ειδικότερα προτάσσεται πως: «
- Η Ένορκος Δήλωση του Γιώργου Κωνσταντινίδη περιορίζεται στην πραγματικότητα στον ισχυρισμό της παραγράφου 8 ότι οι ενάγοντες δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο τα γεγονότα που οδήγησαν στην σύναψη δανείου ούτε και ότι οι αιτητές ενεργούσαν ως καταναλωτές και ότι αρνήθηκαν να παραλάβουν την επίδικη οικία.
- Παρά ταύτα οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έχουν καμία σχέση με τη συμφωνία επί της οποίας εγείρεται η παρούσα αγωγή και η οποία αποτελεί συμφωνία δανείου μεταξύ της Τράπεζας και του πελάτη και όχι μεταξύ του πελάτη και του αγοραστή.
- Περαιτέρω το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση διότι αναφέρεται σε εκχώρηση ακινήτου το οποίο βρίσκεται εντός της Επαρχίας Λάρνακας.
- Η Ένορκος Δήλωση της 2ης εναγομένης το μόνο το οποίο αναφέρει είναι ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί ενόψει των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω και ότι ο 3ος εναγόμενος είναι κάτοικος Λάρνακας.
- Ολόκληρη η Ένορκός της Δήλωση της 2ης εναγομένης αναφέρεται σε γεγονότα που αναφέρονται σε σχέσεις μεταξύ των εναγομένων 1 και 2 αφενός και των εναγομένων 3 αφετέρου. Δεν υπάρχει τίποτε που να αναφέρεται στη σχέση μεταξύ των εναγόντων και εναγομένων 1 και 2 η οποία είναι μια συμφωνία που κατηρτίσθη και συνεπληρώθη στην Λάρνακα για δάνειο.
- Περαιτέρω οι ενάγοντες δεν είχαν καμία υποχρέωση να αποκαλύψουν οτιδήποτε περισσότερο απ΄ ό,τι έχουν αποκαλύψει με την αίτησή τους.
- Η αίτηση των αιτητών δεν βασίζεται σε οποιαδήποτε άρθρα ή και τα άρθρα στα οποία αναφέρεται δεν έχουν καμία σχέση ή και δεν μπορούν να τους βοηθήσουν." Η Κατερίνα Κονναρή, υπάλληλος στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες, με την ένορκη δήλωση της ημερ. 18.9.2012 που υποστηρίζει την ένσταση επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους λόγους ένστασης όπως αυτοί προβάλλονται στο σώμα της, αρνούμενη στο σύνολο τους τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης του Γιώργου Κωνσταντινίδη ημερ. 6.9.2012 που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση. Απορρίπτει παράλληλα τις αναφορές που γίνονται στην δήλωση της Debra Elizabeth Marshall (εναγόμενης 2), υποδεικνύοντας ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση αφού αναφέρεται σε εκχώρηση ακινήτου που βρίσκεται εντός της επαρχίας Λάρνακας, ενώ ο 3ος εναγόμενος αποτελεί κάτοικο Λάρνακας. Σε κάθε περίπτωση, υποδεικνύει, οι ενάγοντες δεν είχαν υποχρέωση να αποκαλύψουν οτιδήποτε πέραν από ότι έχει αποκαλυφθεί στην αίτησή τους. Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό συζήτηση αίτησης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επέλεξαν να περιοριστούν σε αγορεύσεις, τις οποίες μάλιστα προνόησαν να καταγράψουν, στα πλαίσια των οποίων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Το Δικαστήριο έχει μελετήσει τις τοποθετήσεις των συνηγόρων με την επιβαλλόμενη προσοχή, σημειώνοντας τις αναφορές, τα επιχειρήματα και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της συζήτησης της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά γίνεται όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας. Το ζήτημα της έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να επιληφθεί της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής σε βάρος των εναγομένων 1 και 2, αποτέλεσε βασικό πυρήνα της εισήγησης του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων 1 και 2 - αιτητών. Αποτελεί αξίωμα πως ο προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων που απασχολούν σε μια δικαστική υπόθεση γίνεται από τα δικόγραφα. Τα επίδικα θέματα, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd κ.α.
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 729, προσδιορίζονται με τις γραπτές προτάσεις ενώ τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαίτησης. (Βλ. επίσης Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 225 και Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 ΑΑΔ 24). Την καταχώρηση και την επίδοση του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, ακολούθησε από την πλευρά των εναγομένων 1 και 2 η προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης. Δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου οποιοδήποτε κοινό υπόβαθρο γεγονότων σχετικών με τα ζητήματα που αφορά η παρούσα αγωγή, τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν, επιπρόσθετα από το περιεχόμενο του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου της αγωγής, συμφωνημένη βάση εξέτασης του ζητήματος της δικαιοδοσίας που τίθεται. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, πέραν της επισήμανσης ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας θα πρέπει να εξεταστεί αποκλειστικά από τις γραπτές προτάσεις των εναγόντων, (ελλείψει οποιουδήποτε άλλου κοινού υπόβαθρου γεγονότων) θα πρέπει παράλληλα να σημειωθεί ότι η πλευρά των καθ' ων η αίτηση - εναγόντων αρνείται κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς οι οποίοι προβάλλονται, είτε στην ένορκη δήλωση του Γιώργου Κωνσταντινίδη ημερ. 6/9/2012 που υποστηρίζει την αίτηση, είτε στο Τεκμήριο 1 που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένορκη δήλωση του τελευταίου που τιτλοφορείται ως «AFFIDAVIT OF DEBRA ELIZABETH MARSHALL» ημερ. 22.8.2012. Θέσεις και ισχυρισμούς για την εξέλιξη των γεγονότων, τους οποίους η πλευρά των εναγομένων 1 και 2 - αιτητών θεωρεί δεδομένους, ορίζοντας μάλιστα κάποιους από αυτούς κατά την ανάπτυξη της επιχειρηματολογίας της πλευράς της, ως ακρογωνιαίους λίθους για την υποστήριξη των θέσεων της για το ζήτημα της δικαιοδοσίας το οποίο εγείρει, οι οποίες όμως δεν προκύπτουν ξεκάθαρα ούτε επιβεβαιώνονται από το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα των εναγόντων. Για παράδειγμα, η θέση η οποία προβάλλεται από την πλευρά των αιτητών ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 αποτελούν «καταναλωτές» ως η έννοια του όρου περιλαμβάνεται στο άρθρο 15 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001/ΕΚ κατά την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των αιτητών, δεν προκύπτει από το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο της αγωγής, ούτε αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ενώ ως ισχυρισμός που προβάλλεται από τους αιτητές στην ένορκη δήλωση του Κωνσταντινίδη ημερ. 6/9/2012 ή μέσω του έγγραφου που τιτλοφορείται «AFFIDAVIT OF DEBRA ELIZABETH MARSHALL» ημερ. 22.8.2012, το οποίο επισυνάπτεται ως τεκμήριο 1 στην δήλωση του Κωνσταντινίδη, ρητά απορρίπτεται από την Κατερίνα Κονναρή με την ένορκη δήλωση της ημερ. 18/9/2012 που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση (παράγραφοι 3 και 8). Περαιτέρω, ενώ προβάλλεται από την πλευρά των αιτητών ότι μέρος τουλάχιστον της συμφωνίας που περιγράφεται στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο των εναγόντων μεταξύ των τελευτάιων και των εναγομένων 1 και 2 έχει καταρτιστεί στην Αγγλία, αντίθετη είναι η τοποθέτηση της πλευράς των εναγόντων για το ζήτημα, οι οποίοι, πέραν του ότι δεν επιβεβαιώνουν τούτο στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα τους, ρητά υποδεικνύουν μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση τους στην υπό εξέταση αίτηση, (παράγραφος 8) ότι η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε και συμπληρώθηκε στη Λάρνακα. Το Δικαστήριο σε καμία περίπτωση δεν υποβαθμίζει με οποιοδήποτε τρόπο την σοβαρότητα των ζητημάτων δικαιοδοσίας που επιχειρείται να τεθούν για δικαστική επίλυση από αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Ούτε την επιμελή εργασία των συνηγόρων των δύο πλευρών, οι οποίοι προέβησαν σε ευρεία ανάλυση Ευρωπαϊκών Κανονισμών και εσωτερικής νομοθεσίας της Δημοκρατίας σε σχέση με το ζήτημα. Αντίθετα έχει ιδιαίτερα εκτιμήσει την επιμελή και εργώδη προσπάθεια των δύο πλευρών να βοηθήσουν το Δικαστήριο στην κατάληξη του στο ζήτημα της δικαιοδοσίας. Ωστόσο, έχοντας κατά νου το περιεχόμενο του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της αγωγής, την αποκλειστική πηγή αναζήτησης γεγονότων που αφορούν το ζήτημα της δικαιοδοσίας στην παρούσα περίπτωση, με δεδομένο ότι δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου οποιοδήποτε άλλο κοινά αποδεκτό υπόβαθρο γεγονότων για το υπό εξέταση ζήτημα δυνάμενο να συνεκτιμηθεί, αντίθετα, θέσεις επί των οποίων η πλευρά των αιτητών στήριξε την επιχειρηματολογία της όχι μόνο δεν φαίνεται να βρίσκουν έρεισμα στο περιεχόμενο του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος αλλά ρητά απορρίφτηκαν από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση, είναι φανερό ότι η οποιαδήποτε κατάληξη του Δικαστηρίου για το ζήτημα θα ήταν, σε αυτό τουλάχιστο το στάδιο, ακροσφαλής. Σοβαρά έχει απασχολήσει το Δικαστήριο η αναγκαιότητα ενασχόλησης με τους επιμέρους ισχυρισμούς και επιχειρηματολογία των δύο πλευρών για το ζήτημα της δικαιοδοσίας, όπως τουλάχιστο αυτοί έχουν προβληθεί από τις δύο πλευρές στα πλαίσια της παρούσας. Έχοντας κατά νου ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας μπορεί να τεθεί, ως θέμα δημόσιας τάξης, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, συνειδητά το Δικαστήριο επιλέγει να μην υπεισέλθει σε μια θεωρητική και ακαδημαϊκή ως θα απέληγε στο τέλος της ημέρας συζήτηση του ζητήματος σε αυτό το στάδιο. Η εκ των προτέρων ενασχόληση με τις θέσεις και τοποθετήσεις των δύο πλευρών για το ζήτημα, ως αυτές αναπτύχθηκαν ενώπιων του από τους δικηγόρους των δύο πλευρών, χωρίς στο μεταξύ να έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου κοινά αποδεκτό πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων, κατά τρόπο που θα καθιστούσε επιτρεπτή την ουσιαστική ενασχόληση με το ζήτημα, δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό. Αποτελεί, ανάμεσα σε άλλα, εισήγηση των αιτητών ότι η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει αφού το κλητήριο ένταλμα «δεν σηματοδοτήθηκε όχι για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου». Παρά το γεγονός ότι η ως άνω θέση δεν προωθήθηκε κατά το στάδιο της ανάπτυξης της επιχειρηματολογίας της πλευράς των αιτητών κρίνεται αναγκαία και χρήσιμη η εξέτασή του. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.2 θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, κανένα κλητήριο που προορίζεται για επίδοση εκτός Κύπρου ή του οποίου η ειδοποίηση θα δοθεί εκτός Κύπρου, δεν θα σφραγίζεται χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Οι πρόνοιες της Δ.2 θ.2 θα πρέπει πάντα να διαβάζονται κατά τρόπο που να εναρμονίζονται με αυτές της Δ.6 θ.1 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας. Όπως αναφέρεται και στην Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική του 1958 (Annual Practice), σελ.146, σε σχέση με την τότε ισχύουσα Αγγλική Ο.2 r.6 (που ήταν η αντίστοιχη της Κυπριακής Δ.2 Κ.2) η συγκεκριμένη θεσμική πρόνοια θα πρέπει να διαβάζεται μαζί με την υποπαράγραφο (g) της Αγγλικής Ο.11 r.1 (που ήταν η αντίστοιχη της Κυπριακής Δ.6 θ.1 [h]). Σύμφωνα με όσα στην Δ.6 θ.1 (h) των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας προβλέπονται, στην περίπτωση κατά την οποία στο κλητήριο ένταλμα εμφανίζονται εναγόμενοι από τους οποίους ένας τουλάχιστον διαμένει ή εδρεύει στην Κύπρο ενώ άλλος ή άλλοι βρίσκονται εκτός Κύπρου, επίδοση εκτός δικαιοδοσίας μπορεί να επιτραπεί οποτεδήποτε κάποιο πρόσωπο εκτός Κύπρου είναι αναγκαίος ή κατάλληλος διάδικος σε αγωγή η οποία ορθά κινήθηκε εναντίον κάποιου άλλου προσώπου προς το οποίο επιδόθηκε δεόντως στην Κύπρο. Στην υπόθεση Niki Christoforou Cosmetics Ltd v. Αγαθοκλή (Λάκη) Στυλιανού κ.α.
(2005)1 ΑΑΔ 273, ο σεβαστός Δικαστής κ. Κραμβής συνοψίζοντας το ζήτημα, υπέδειξε ουσιαστικά ότι η υποβολή αίτησης για λήψη άδειας για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος πριν από την καταχώριση του λόγω της ύπαρξης εναγομένου που βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας, δεν είναι αναγκαία, εφόσον η αγωγή στρέφεται και εναντίον εναγομένου που βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας. (βλέπε επίσης Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 AAΔ 1121). Ουσιαστικά, σε τέτοια περίπτωση το κλητήριο ένταλμα μπορεί να σφραγιστεί και να εκδοθεί χωρίς άδεια, μετά δε την επίδοση του κλητηρίου στους εναγομένους που βρίσκονται εντός δικαιοδοσίας, (βλέπε Collins v. North British and Mercantile Insurance Co
(1984)3 Ch. 228) ακολουθεί η υποβολή αίτησης προς το Δικαστήριο για εξασφάλιση άδειας επίδοσης του κλητηρίου ή της ειδοποίησης του ανάλογα, στον διάδικο στο εξωτερικό, οπότε εξετάζεται κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.6 θ.1 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας. (Halsbury΄s Laws of England, 3rd edition, Vol. 30 Para. 588). Χωρίς διάθεση να επεκταθεί η παρούσα απόφαση πέραν του αναγκαίου για την περίπτωση, θα πρέπει να αναφερθεί ότι στην Κύπρο δεν εντοπίζεται θεσμοθετημένη δικονομική δυνατότητα έκδοσης παράλληλου κλητηρίου, (concurrent writ) ως προβλεπόταν στην Αγγλική Δικονομία. Στην Κυπριακή έννομη τάξη, την καταχώριση του κλητηρίου ακολουθεί η έκδοση πιστών αντιγράφων του (office copies) τα οποία θα χρησιμοποιηθούν για σκοπούς επίδοσης στους εναγομένους (Δ.2 θ.11). Είναι σημαντικό να σημειωθεί πως εάν σε περιπτώσεις ως η υπό συζήτηση, απαιτείτο εκ νέου άδεια για σφράγιση του κλητηρίου, τότε ομολογουμένως θα οδηγούμαστε στην παραδοξότητα να καλείται το Δικαστήριο να εγκρίνει τη σφράγιση, εκ νέου και για δεύτερη φορά, κλητηρίου εντάλματος το οποίο έχει ήδη σύμφωνα με όσα πιο πάνω έχουν αναφερθεί, νομότυπα σφραγισθεί, καταχωρηθεί και ισχύει (Δ.2. θ.12). Επανερχόμενος στα γεγονότα της υπό συζήτηση περίπτωσης όπως αυτά αναδύονται από το φάκελο της διαδικασίας, εντοπίζεται πράγματι, ως η θέση των αιτητών, ότι κατά την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής δεν είχε αναγραφεί σε αυτό η φράση «όχι για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους εναγομένους 1 και 2 χωρίς τη σχετική άδεια του Δικαστηρίου». Η παράλειψης της ένθεσης στο κλητήριο, κατά τον χρόνο καταχώρισής του της φράσης «όχι για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους εναγομένους 1 και 2 χωρίς τη σχετική άδεια του Δικαστηρίου» δεν θεωρώ, υπό τις περιστάσεις της παρούσας περίπτωσης, ότι θα μπορούσε να έχει καταλυτικό αποτέλεσμα για το ίδιο το κλητήριο και την αγωγή, κατά τον τρόπο που εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών. Πέραν του γεγονότος ότι θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν εντοπίζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας ως ισχύουν στη Δημοκρατία, σχετική πρόνοια η οποία ρητά να επιβάλλει την σηματοδότηση του νόμιμα καταχωρημένου κλητηρίου εντάλματος σε περιπτώσεις ως η υπό συζήτηση με την ένθεση της συγκεκριμένης επιφύλαξης, δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός πως αν υπήρχε τέτοια υποχρέωση, αυτή προφανώς θα αφορούσε πρωτίστως τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή, ο οποίος σφραγίζοντας το κλητήριο ένταλμα στο οποίο υπήρχαν και εναγόμενοι που κατοικούν στη Δημοκρατία, επιτρέποντας έτσι την καταχώριση και την δρομολόγηση της αγωγής (βλέπε Δ.2 Θ.12), θα έπρεπε να προβεί στην ανάλογη σημείωση. Στα πλαίσια της υπόθεσης Re Pritchard (deceased),
(1963)1 ALL E.R. 873, όπου αφορούσε τις συνέπειες για μια υπόθεση από την εκ παραδρομής τοποθέτηση λανθασμένης σφραγίδας από το Πρωτοκολλητείο, o Δικαστής λόρδος Denning, με τον διαχρονικά διαυγή δικαστικό του λόγο υπέδειξε στην δική του απόφαση (μειοψηφίας) μεταξύ άλλων ότι: «As it was, the officer himself did not notice it. He sealed the summons and issued it. He made a mistake himself. Hence all this trouble. When an officer of the court itself makes a mistake, the consequences should not be visited the unfortunate litigant, but it should be remedied by the court itself.» Σε κάθε περίπτωση, την «παράληψη» αυτή του Πρωτοκολλητή η πλευρά των εναγόντων δεν φαίνεται να την εκμεταλλεύτηκε. Αντίθετα, παρά το γεγονός ότι δεν τέθηκε ο συγκεκριμένος περιορισμός στο κλητήριο, κατά τρόπο που θα λειτουργούσε ως προειδοποίηση ώστε να μην επιχειρηθεί οποιαδήποτε επίδοση στους εκτός της δικαιοδοσίας εναγομένους χωρίς άδεια, η πλευρά των εναγόντων, μετά την επίδοση του κλητηρίου στον εναγόμενο που βρίσκεται στην Κύπρο, εφαρμόζοντας από την πλευρά της τις πρόνοιες του σχετικού κανονισμού αποτάθηκε ως όφειλε στο Δικαστήριο, προς εξασφάλιση άδειας επίδοσης του κλητηρίου και/ή της ειδοποίησης του κλητηρίου στους εναγομένους που βρίσκονται στο εξωτερικό την οποία και έλαβε. Κατά την αντίληψη μου η «παράλειψη» αναγραφής στο κλητήριο της σχετικής φράσης, στην περίπτωση που τούτο υπαγορευόταν από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς, στην υπό συζήτηση περίπτωση θα είχε εντελώς τυπική μορφή, χωρίς να μπορεί να αγγίξει την ορθότητα των διαδικασιών αφού καμιά βλάβη δεν προκαλείται. Η μη ένθεση της φράσης στο κλητήριο ένταλμα που καθόλα νομότυπα φαίνεται να καταχωρήθηκε, δεν απέτρεψε την κανονική πορεία της διαδικασίας όπως αυτή προβλέπεται από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς, σύμφωνα με την οποία ως προς τους εναγομένους εκτός δικαιοδοσίας η επίδοση της αγωγής ή ανάλογα της σχετικής ειδοποίησης, μπορεί και πρέπει να γίνει μόνο αφού εξασφαλιστεί η άδεια του Δικαστηρίου προς τούτο και ενώ στο μεταξύ θα έχει προηγηθεί η επίδοση στους εντός δικαιοδοσίας εναγομένους. Αποτελεί επίσης θέση της πλευράς των αιτητών ότι η αίτηση τους θα πρέπει να έχει επιτυχή κατάληξη, καθ' ην έκταση οι ενάγοντες προσερχόμενοι μονομερώς στο Δικαστήριο για την εξασφάλιση του σχετικού διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, δεν προέβησαν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, ούτε προσήλθαν με καθαρά χέρια. Ως εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος ων αιτητών στα πλαίσια της επιχειρηματολογίας του, οι ενάγοντες όφειλαν στην ως άνω μονομερή αίτηση τους να είχαν υποδείξει στο Κυπριακό Δικαστήριο ότι οι αιτητές ενδεχομένως να ενεργούσαν ως καταναλωτές και ότι ενδεχομένως να εφαρμοζόταν το άρθρο 15 του 44/2001/ΕΚ. Αποτέλεσμα της παράλειψης τους ήταν να στερηθεί το Δικαστήριο της ευκαιρίας να αξιολογήσει το θέμα. Η προβλεπόμενη από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς άδεια για σφράγιση και επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας δεν συνιστά ασφαλώς τυπική διαδικασία. Μέσω της διευρύνεται η τοπική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, αφού το τελευταίο καθιστά τον εαυτό του κατάλληλο να εκδικάσει υπόθεση στην οποία συνυπάρχουν αλλοδαποί εναγόμενοι που διαμένουν στο εξωτερικό. Ο ενάγοντας, πέραν του γεγονότος ότι θα πρέπει να έχει καλή υπόθεση σε βάρος των εναγομένων που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας, θα πρέπει παράλληλα να πείσει ότι οι εναγόμενοι οι οποίοι βρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας είναι αναγκαίοι ή κατάλληλοι διάδικοι. Εν πάση περιπτώσει, ως προβλέπεται στην Δ.6 θ.1 των Διαδικαστικών Κανονισμών, η άδεια του Δικαστηρίου προς τούτο είναι δυνατό να δοθεί εάν συντρέχουν οι περιστάσεις που εναλλακτικά εκτίθενται στα σημεία a - h του θ.1 της Δ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας. Σε σχέση με τον τρόπο που το Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίζει και να εξετάζει αιτήσεις αυτού του είδους, στην υπόθεση Zachar. & Pant. Enter. Ltd v. Fiat Auto S.P.A.
(2000)1(A) AAΔ 447, υποδείχθηκε ότι: «Δεν θα ήταν ανωφελές να παρατηρήσουμε περαιτέρω ότι αιτήσεις για επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να εξετάζονται με σχολαστική προσοχή, όπως απαιτείται στα πλαίσια του άρθρου 3 και της Δ.6, ώστε το Δικαστήριο να ικανοποιείται με βάση πλήρη και λεπτομερή ένορκη δήλωση σε στήριξη της αίτησης ότι συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις. Όπως τονίσθηκε και στη Demstar, ανωτέρω, η ύπαρξη των προϋποθέσεων για τη χορήγηση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να τεκμηριώνεται με την προσαγωγή ανάλογης μαρτυρίας, και δεν αρκεί η επίκληση γνώμης για την ύπαρξη των αναγκαίων δεδομένων, ούτε, ασφαλώς, η απλή γενική και συμπερασματική αναφορά ότι οι προϋποθέσεις συντρέχουν.» Σύμφωνα με την Δ.6 θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών, μέσω της ένορκης δήλωσης η οποία θα πρέπει να συνοδεύει σχετικό αίτημα, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί μεταξύ άλλων ότι ο ενάγοντας έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής, καταδεικνύοντας τον τόπο ή τη χώρα στην οποία ο εναγόμενος δυνατό να ευρεθεί, ως επίσης το υπόβαθρο των γεγονότων στο οποίο η αίτηση βασίζεται. Σε σχέση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει αίτηση για εξασφάλιση άδειας επίδοσης κλητηρίου εντάλματος στο εξωτερικό, και τι ζητήματα αυτή θα πρέπει να καλύπτει, βλέπε επίσης την Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική του 1956 (Annual Practice) σελ. 99 και 100 ως επίσης Hani Mousa El-Sayegh v. Gredit Suisse
(1996)1(B) AAΔ.836 και Willstrop κ.α. ν. Mammous κ.α.
(2010)1(Γ) ΑΑΔ 1740. Στην υπόθεση Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1(A) AAΔ.597, επιβεβαιώθηκε ουσιαστικά ο κανόνας σύμφωνα με τον οποίο ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση χορήγηση θεραπείας, θα πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Υπογραμμίστηκε παράλληλα ότι η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. Σε κάθε περίπτωση δε, το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. Δεν συνιστά βέβαια παραπλάνηση του Δικαστηρίου κάθε παράλειψη, όπως επεξηγείται στην υπόθεση Brink΄s Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, τα οποία θα βάρυναν τη σκέψη του τελευταίου όταν εξέταζε την μονομερή αίτηση. Οι ενάγοντες με την ένορκη δήλωση τους που συνόδευε την αίτηση τους για εξασφάλιση άδειας επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος ή και ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας στους εναγομένους 1 και 2, στην προσπάθεια τους να πείσουν το Δικαστήριο ότι η περίπτωση εμπίπτει στις περιστάσεις που εκτίθενται και καλύπτει η Δ.6 θ.1 και ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 αποτελούν πρόσωπα που είναι αναγκαίοι και κατάλληλοι διάδικοι στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, έχουν ουσιαστικά μεταφέρει, σχεδόν αυτούσιο το περιεχόμενο του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Από το σύνολο των στοιχείων που έχουν θέσει υπόψη του Δικαστηρίου με την ένορκη δήλωση του Μιχάλη Στυλιανού, ημερ. 6/12/2011 που υποστήριζε το αίτημα, έχουν πείσει το Δικαστήριο, παραθέτοντας στοιχεία και λεπτομέρειες για την εμπλοκή των εναγομένων 1 και 2 με τα επίδικα ζητήματα. Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνόδευε το αίτημα, σε συνδυασμό θεωρούμενο με τις πρόνοιες της Δ.6 θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών και τις αρχές της νομολογίας σε σχέση με το τι πρέπει να περιλαμβάνεται και να καταδεικνύεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει αίτημα αυτής της φύσης, είναι φανερό κατά την αντίληψη μου ότι ορθά το Δικαστήριο παραχώρησε την αιτούμενη άδεια. Τούτο, άλλωστε, δεν αμφισβητείται από την πλευρά των αιτητών. Το παράπονο των τελευταίων στην παρούσα περίπτωση, ως έχει συγκεκριμενοποιηθεί από την πλευρά τους, έγκειται στο γεγονός ότι οι καθ' ων η αίτηση ενάγοντες προσερχόμενοι στο Δικαστήριο δεν αποκάλυψαν ότι οι αιτητές, ενδεχομένως να ενεργούσαν ως καταναλωτές κατά τρόπο που ενδεχομένως και πάλι να ετύγχανε εφαρμογής το άρθρο 15 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001 ΕΚ. Το ενδεχόμενο οι εναγόμενοι 1 και 2 να είναι καταναλωτές, ως η έννοια του όρου περιλαμβάνεται στο άρθρο 15 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001/ΕΚ, δεν αναφέρεται, ούτε βεβαίως μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής. Παράλληλα, δεν αποτέλεσε τούτο παραδεκτό γεγονός, κατά τρόπο που θα επέτρεπε στο Δικαστήριο να το λάβει υπόψη του. Στην υπό συζήτηση περίπτωση τη θέση ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 δυνατό να αποτελούν καταναλωτές προβάλλουν αποκλειστικά και μόνο οι ίδιοι οι εναγόμενοι μέσω του υπόβαθρου γεγονότων που παραθέτουν προς υποστήριξη της παρούσας αίτησής τους, υπόβαθρου που εν πάση περιπτώσει η πλευρά των εναγόντων ρητά απορρίπτει μέσω της ένστασής της στην υπό συζήτηση αίτηση. Η υπόθεση Willstrop (ανωτέρω) στην οποία ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών έστρεψε την προσοχή του Δικαστηρίου, δεν φαίνεται να βοηθά την υπόθεση των εναγομένων 1 και 2 - αιτητών. Στην εν λόγω υπόθεση ήταν δεδομένη και μη αμφισβητούμενη η ύπαρξη της ρήτρας διαιτησίας για την οποία ο αιτητής, ως υπέδειξε το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της χώρας, όφειλε να επιστήσει την προσοχή του Δικαστηρίου. Στην υπό εξέταση περίπτωση, ουσιαστικά η πλευρά των εναγομένων 1 και 2 - αιτητών καλεί το Δικαστήριο να λάβει ως δεδομένο το δικό της ισχυρισμό για το ζήτημα. Το ενδεχόμενο, όμως, όπως προβάλλεται από την πλευρά των εναγομένων 1 και 2 - αιτητών, οι τελευταίοι να αποτελούν καταναλωτές, κατά τρόπο που θα ήταν δυνατό να τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 15 του ως άνω αναφερόμενου Ευρωπαϊκού Κανονισμού, όχι μόνο δεν περιλαμβάνεται στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής αλλά και ως πιο πάνω έχει ήδη σημειωθεί, μέσω της ένορκης δήλωσης των εναγόντων - καθ΄ ων η αίτηση που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση τους, απορρίπτεται. Θα πρέπει παράλληλα να σημειωθεί ότι κατά την αντίληψη μου θα ήταν τουλάχιστο άδικο για την πλευρά των εναγόντων, στα πλαίσια της προσπάθειας τους να υποστηρίξουν το αίτημα τους για εξασφάλιση άδειας επίδοσης του κλητηρίου ή ανάλογα της ειδοποίησης του κλητηρίου σε εναγομένους που διαμένουν στο εξωτερικό, πέραν από την υποχρέωση να θέσουν με την ένορκη δήλωση τους που υποστηρίζει το αίτημα όλα εκείνα τα στοιχεία και πληροφορίες που προβλέπονται στην Δ.6 θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών αλλά και τη νομολογία, να καλούνται, προκαταβολικά να αποκλείσουν ένα απροσδιόριστο αριθμό περιπτώσεων ή υποθέσεων που η άλλη πλευρά δυνατό να έχει κατά νου να προβάλει, οι οποίες μάλιστα, ως την υπό συζήτηση περίπτωση φαίνεται να συμβαίνει, δεν προκύπτουν ως θέσεις της πλευράς των εναγόντων - αιτητών ούτε αποτελούν κοινά αποδεκτές θέσεις μεταξύ των δύο πλευρών. Ούτε η εισήγηση της πλευράς των αιτητών ότι η άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να παραμεριστεί, καθ' ην έκταση η αίτηση δεν στηριζόταν στο ορθό δικονομικό βάθρο, αφού δεν περιλαμβανόταν σε αυτό ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 44/2001/Ε.Κ. μπορεί να υιοθετηθεί. Το συγκεκριμένο δικονομικό διάβημα των αιτητών σε συνάρτηση και κατ' εφαρμογή της Δ.48 θ.1 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, φαίνεται να έχει ως νομικό υπόβαθρο τους ορθούς και αναγκαίους Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας. Η θέση ότι για την προώθηση της συγκεκριμένης αίτησης ήταν αναγκαία η επίκληση του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001 Ε.Κ., δεν φαίνεται να έχει οποιοδήποτε έρεισμα. Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και ως εκ τούτου οδηγείται σε απόρριψη. Κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα σε σχέση με τα έξοδα, σύμφωνα με τον οποίο συνήθως πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας (βλ. Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 30, σελ. 421, παρ. 795-796), τα έξοδα της αίτησης θα επιβαρυνθεί η πλευρά των εναγομένων 1 και 2 - αιτητών προς όφελος των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της Διαδικασίας. (Υπ.) .......... Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο