ΑΚΟΥΟΛΟΓΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΛΤΔ ν. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΙΤΤΑΚΗ, Αρ. Αγ: 2894/2011, 18/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγ: 2894/2011 Μεταξύ: ΑΚΟΥΟΛΟΓΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΛΤΔ, εκ Λάρνακας Ενάγοντες και ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΙΤΤΑΚΗ, αρ. ταυτ. 673553, από την Λάρνακα Εναγόμενος Hμερομηνία:18.1.13 Eμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο-Αιτητή: κος. Ιωάννου για Κ. Μικελλίδου Για τον Ενάγοντα-Καθ'ου η αίτηση: κος. Χριστοφόρου για Παπαθανασίου & Παστελλίδης Δ.Ε.ΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση ο εναγόμενος εξαιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται ή και να ακυρώνεται η απόφαση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ημερομηνίας 23.11.11. Η αίτηση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.17 θ.10 Δ.48 θ.9(
- h)και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Ο αιτητής ο οποίος δηλώνει ότι είναι κληρικός υποστηρίζει την αίτηση του με διαβεβαίωση επί της Ιεροσύνης του. Αναφέρει ότι όταν έλαβε το κλητήριο ένταλμα τηλεφώνησε αμέσως στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων και τους ενημέρωσε ότι είχε ήδη πληρώσει τους ενάγοντες και δεν τους οφείλει κανένα ποσό. Από το δικηγορικό γραφείο του ανέφεραν ότι δεν θα προχωρούσαν στην έκδοση απόφασης εναντίον του και έκτοτε εφησύχασε. Τελικά αντιλήφθηκε ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον του μόνο όταν του επιδόθηκε σχετική αίτηση έρευνας της οικονομικής του κατάστασης η οποία καταχωρήθηκε εναντίον του για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης και ήταν ορισμένη στις 11.4.12. Προβάλλει περαιτέρω ότι έχει καλή υπεράσπιση καθότι πριν από την καταχώρηση της αγωγής είχε ήδη εξοφλήσει την απαίτηση των εναγόντων. Προς τούτο με συμπληρωματική διαβεβαίωση που καταχώρησε μετά από σχετική άδεια του δικαστηρίου επισυνάπτει αντίγραφο τιμολογίου το οποίο φέρει σφραγίδα « πληρωμένο»( PAID). Ο ενάγοντας-καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση την αίτηση προβάλλοντας μεταξύ άλλων ότι: - Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη. - Ο αιτητής εσκεμμένα έχει αποκρύψει από το δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα - Οι ισχυρισμοί του αιτητή είναι ψευδείς. - Δεν αποκαλύπτεται καλή υπεράσπιση. - Δεν δικαιολογείται ο χρόνος που έχει παρέλθει από το χρόνο επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος μέχρι το χρόνο καταχώρησης της αίτησης και δεν δίδεται ουσιώδης και αληθής λόγος για τη μη καταχώρηση εμφάνισης εκ μέρους του αιτητή. - Η αίτηση καταχωρήθηκε με μόνο σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας. - Η διαβεβαίωση του αιτητή δεν είναι έγκυρη και σύμφωνη με τους κανονισμούς. Η ένσταση υποστηρίζεται από τις ένορκες δηλώσεις του Γιώργου Παναγιώτου, διευθυντή των εναγόντων και του δικηγόρου Μιχάλη Παπαθανασίου. Στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων θα γίνει αναφορά εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο πιο κάτω στην απόφαση μου. Η ακρόαση της υπόθεσης περιορίστηκε στις ένορκες δηλώσεις και τις αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των πελατών τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι διατάξεις των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών με βάση τις οποίες το Δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει ή να θέσει εκ ποδών μια απόφαση η οποία λήφθηκε συνεπεία παράλειψης ενός εκ των διαδίκων να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια στα πλαίσια της διαδικασίας περιέχονται στις Δ.17 Θ10, Δ.26 Θ14 και Δ.33 Θ5. Τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση καταδεικνύουν ότι η δικονομική διαταγή της οποίας χωρεί η εφαρμογή είναι η Δ.17 Θ10 η οποία αφορά παραμερισμό αποφάσεων που λήφθηκαν λόγω παράλειψης εμφάνισης του εναγομένου στο αρχικό στάδιο της αγωγής. Αφορά δηλαδή την περίπτωση όπου το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε με το δέοντα τρόπο στον εναγόμενο ο οποίος παρέλειψε να εμφανιστεί εντός της καθορισμένης προθεσμίας και ο ενάγοντας προχώρησε σε απόδειξη της υπόθεσης του εξασφαλίζοντας δικαστική απόφαση. Οι αρχές που διέπουν την εξέταση αιτήσεων για παραμερισμό απόφασης απετέλεσαν αντικείμενο πλούσιας νομολογίας σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να παραμερίσει απόφαση δική του κάτω από τις Διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην υπόθεση Mesolongitis v. Koutas
(1986)1 C.L.R. 161, αποφασίστηκε ότι η δικαιοδοσία εκδίκασης αίτησης για επαναφορά αγωγής ανήκει στο Πρωτόδικο Δικαστήριο και όπου τούτο είναι δυνατό είναι προτιμητέο να εξετάζεται από το Δικαστή που είχε επιληφθεί της υπόθεσης. Η εκδίκαση όμως της αίτησης από άλλο Δικαστή δεν καθιστά άκυρη την απόφαση, αφού, η δικαιοδοσία είναι εκείνη του Πρωτόδικου Δικαστηρίου γενικά (βλ. Ευριδίκη Παπανικολάου v. Κυριακής Κότσαπα
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1800). Η κατευθυντήρια γραμμή στη νομολογία δόθηκε από την υπόθεση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646. Προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τη πλούσια νομολογία που υπάρχει στο θέμα, ότι ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπήρχε πραγματικός, σοβαρός και εύλογος λόγος για τη μη παρουσία του στο Δικαστήριο. Στην απόφαση στην υπόθεση Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Constructions & Engineering Company,
(1961)CLR 317, υιοθετήθηκε πλήρως η απόφαση στην υπόθεση Evans v. Bartlam,
(1937)2 All ER 646 στην οποία καθορίστηκαν οι αρχές που διέπουν την εξέταση αίτησης για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του εναγόμενου, η οποία έχει επανειλημμένα ακολουθηθεί ως καθοδηγητική επί του θέματος αυτού στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η Δ.17 θ10 αφορά περίπτωση όπου κανονικά και ορθά είχε εκδοθεί η απόφαση και συνεπώς το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της απόφασης εάν ο εναγόμενος αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και η μη εμφάνιση του ήταν δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις. Το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια εξετάζει τους παράγοντες που έχουν σχέση με την αιτιολόγηση της μη εμφάνισης του διαδίκου αλλά και με την επίδειξη μιας καλής υπόθεσης από πλευράς του. Στην υπόθεση Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118 λέχθηκε πως «Απαραίτητη είναι η εξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης». Επιδίωξη του Δικαστηρίου πρέπει να είναι η εξισορρόπηση από τη μια του δικαιώματος διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων (βλ. Ευριδίκη Παπανικολάου πιο πάνω, και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204). Το δικαίωμα ενός διαδίκου να ακουστεί όπως αυτό διασφαλίζεται από το άρθρο 30 του Συντάγματος πρέπει να συμβαδίζει με το θεμελιώδες δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο (βλ. Στυλιανού v. Σκύρα Λίμα Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1234). Το πρωταρχικό κριτήριο είναι η αποκάλυψη από μέρους του Αιτητή καλής υπεράσπισης η οποία να δικαιολογεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ταυτόχρονα το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συμπεριφορά του Αιτητή. Όπου η συμπεριφορά του Αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941). Στην υπόθεση Phylactou (πιο πάνω), ελέχθηκε και υιοθετήθηκε και σε μεταγενέστερες αποφάσεις, ότι το Δικαστήριο δεν αφαιρεί εύκολα το δικαίωμα ενός διαδίκου να ακουστεί επί της ουσίας εφόσον αποκαλύπτει αιτία αγωγής και υπεράσπισης αλλά μπορεί να το πράξει όταν η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος αιτείται παραμερισμό απόφασης δεν δύναται να συγχωρηθεί λόγω εμφανούς καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Σε αιτήσεις όπως η παρούσα το Δικαστήριο εξετάζει τη συμπεριφορά του Αιτητή και κατά πόσο αυτή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική. Ταυτόχρονα όμως το Δικαστήριο εξετάζει και το Πρωταρχικό κριτήριο που είναι η αποκάλυψη από μέρους του Αιτητή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης. Με βάση τις νομολογημένες αρχές θα πρέπει να δίδεται σοβαρή και εύλογη δικαιολογία για την παράλειψη του εναγόμενου να εμφανιστεί, καθώς επίσης, και να αποκαλυφθεί εκ μέρους του αιτητή-εναγομένου εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση (βλ. ΜΥΡΙΑΝΘΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ v. ΧΡΥΣΤΑΛΛΑΣ ΟΥΡΠΑΝΚΟΒΑ
(2003)1Α Α.Α.Δ.308). Όπως έχει τονισθεί σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου η με ευκολία επανάνοιξη της υπόθεσης ενός διαδίκου θα υποβιβάσει το εχέγγυο της τελεσιδικίας με αρνητικές συνέπειες στην απονομή της δικαιοσύνης. Ο Αιτητής θα πρέπει να καταδείξει στο Δικαστήριο σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψη του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο όπως και ότι επεδίωξε το επανάνοιγμα της υπόθεσης σε σύντομο χρόνο. Όσον αφορά την προϋπόθεση να ικανοποιήσει ο Αιτητής το Δικαστήριο ότι έχει επί της ουσίας της υπόθεσης εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Αρκεί να εγείρει ότι έχει καλή υπεράσπιση πράγμα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο ερευνάει τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό, δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (Μαρία Λευκίδου v. Άριστος Κανναουρίδης
(1999)1(A) Α.Α.Δ.528. Στην υπόθεση Λευκίδου (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με κάποια σύγχυση στη νομολογία που μπορεί να προκλήθηκε από την υπόθεση Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 736). «.. Η υπόθεση Νεάρχου με όλο τον σεβασμό, δεν απομακρύνθηκε από αλλά εκδόθηκε σύμφωνα με τις αρχές Evans v. Bartlam απόσπασμα της οποίας και παραθέτει. Αναφέρεται γενικά στην ανάγκη απόδειξης αμφισβητηθέντων γεγονότων ενόψει της Δ.48 θ4 αλλά, ταυτόχρονα τονίζει πως ό,τι απαιτείται είναι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα.» Στην υπόθεση Λευκίδου (πιο πάνω) αναφέρθηκε ότι η νομολογία σε σχέση με τη Δ.48, θ4 εφαρμόζεται και σε περιπτώσεις αιτήσεως για παραμερισμό αναφορικά με γεγονότα τα οποία στη βάση των αρχών της Evans v. Bartlam πρέπει να αποδειχθούν. Όπως για παράδειγμα, μπορεί να είναι οι λόγοι της μη εμφάνισης ή της όποιας καθυστέρησης. Υποδείχθηκε ότι τα γεγονότα που αφορούν τους λόγους της μη εμφάνισης ή της όποιας καθυστέρησης πρέπει να αποδειχθούν σε αίτηση παραμερισμού απόφασης από τον εναγόμενο. Όπως άλλωστε προκύπτει μέσα από την απόφαση Evans τα γεγονότα θα πρέπει να διαπιστωθούν (ascertained facts) για να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα για το λόγο μη εμφάνισης στην αγωγή. Το ζήτημα αυτό θα πρέπει να αποδειχθεί μέσα στα πλαίσια της αίτησης με βάση τις πραγματικές παραστάσεις της κάθε πλευράς όπως προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις. Όπως λέχθηκε στην πιο πάνω απόφαση η Δ.48 θ4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που εφαρμόζεται και σε περιπτώσεις αιτήσεων για παραμερισμό απόφασης, αναφέρεται σε απόδειξη γεγονότων στην έκταση και βαθμό που υπέχεται βάρος απόδειξης τους. Αναφορικά με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, προκύπτει μέσα από την νομολογία ότι το βάρος να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής το φέρει ο εναγόμενος, ο οποίος πρέπει να προσκομίσει κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας και όχι απλώς να παραθέτει μια εκδοχή διαφορετική από αυτή του ενάγοντα, ούτως ώστε να μην ασκείται επί ματαίω η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σε αυτούς κάποια βαρύτητα, θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για τη τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών (βλ. Ξενοφών Καλλής v. Alpha Bank Ltd,
(2002)1B A.A.Δ. 793 και Βύρων Τεγκεράκης, διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη v. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1Α Α.Α.Δ.289). Όπως λέχθηκε στην απόφαση στην υπόθεση Μιχάλης Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 2118: «Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται.» Στην υπόθεση KCP Commission Agents and Importers Ltd κ.α. v. Μιχάλης
(1993)1 Α.Α.Δ. 415 γίνεται λόγος για «γνήσια προβολή εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης». Στην υπόθεση Phylactou πιο πάνω αναφέρθηκε ότι καθήκον του Δικαστηρίου είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται θετικά στοιχεία ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Το βάρος της απόδειξης είναι στον αιτητή, όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση του, όπως θα έπραττε, αν η υπόθεση του εκδικαζόταν, αλλά για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή και εύλογη υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται βεβαίως στην ουσία της υπεράσπισης, ούτε προβαίνει σε ευρήματα ως προς τα γεγονότα, παρά απλώς προβαίνει σε διαπίστωση περί της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης ή συζητήσιμης υπόθεσης εκ μέρους του εναγόμενου, ο οποίος έχει καθήκον να προσκομίσει προς τούτο αποδεικτικά στοιχεία μέσα από τα οποία να διαφαίνεται, με επαρκή λεπτομέρεια, η ύπαρξη γνήσιας, εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην υπό εξέταση αίτηση θεωρώ ότι πρώτα θα πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα που εγείρεται σε σχέση με την κανονικότητα των διαβεβαιώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση του αιτητή. Ο κ. Παπαθανασίου στην ένορκη δήλωση του ισχυρίζεται ότι ο αιτητής δεν είναι ιερέας αναγνωρισμένος από την Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου και ως εκ τούτου τα όσα αναφέρονται στις διαβεβαιώσεις του δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη δεδομένου ότι δεν έχει την ιδιότητα να προβαίνει σε τέτοιες διαβεβαιώσεις. Επισυνάπτει προς τούτο επιστολή της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου στην οποία αναφέρεται ότι ο αιτητής υποδύεται τον Ορθόδοξο κληρικό της εκκλησίας μας αλλά δεν έχει κανονική χειροτονία και δεν αναγνωρίζεται ως κανονικός κληρικός. Η χειροτονία του έγινε από κάποιο σχισματικό παλαιοημερολογίτη που παρουσιάζεται ως Επίσκοπο Θεσσαλονίκης, ονόματι Ευθύμιος ο οποίος είναι καθηρημένος και από αυτούς τους ίδιους τους παλαιοημερολογήτες. Κρίνω ότι το κατά πόσο ο αιτητής είναι κληρικός αναγνωρισμένος από την Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου δεν είναι θέμα που πρέπει να απασχολήσει το δικαστήριο μέσα στα πλαίσια της εκδίκασης της παρούσας αίτησης. Το ζήτημα εδώ είναι ότι ο αιτητής προς υποστήριξη της αίτησης του έχει προβεί σε διαβεβαιώσεις σύμφωνα με τον Περί Όρκο Νόμο οι οποίες βεβαιώνονται από τον Πρωτοκολλητή ως Διοικητικό όργανο του Δικαστηρίου επιφορτισμένο και εξουσιοδοτημένο να δέχεται επαγωγή όρκων και διαβεβαιώσεων. Συνεπώς τα όσα εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του κ. Παπαθανασίου δεν επιφέρουν ακυρότητα των διαβεβαιώσεων που στηρίζουν την αίτηση. Ερχόμενη τώρα στην ουσία της αίτησης θα προχωρήσω να εξετάσω πρώτα κατά πόσο υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος για τη μη εμφάνιση του εναγόμενου στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Παρά το γεγονός ότι η απόφαση εκδόθηκε στις 23.11.11 ο αιτητής ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση του γεγονότος αυτού στις 17.3.12 όταν του επιδόθηκε η αίτηση έρευνας. Προχώρησε στην καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης στις 9.4.12 , δηλαδή ουσιαστικά τέσσερις
(4)περίπου μήνες μετά την έκδοση της απόφασης. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι δεν υπάρχει υπερβολική καθυστέρηση υποβολής του αιτήματος λαμβανομένου υπόψη και του χρονικού σημείου που ισχυρίζεται ο αιτητής ότι έλαβε γνώση της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης. Αυτό όμως που κρίνω εντελώς αδικαιολόγητο είναι η παράλειψή του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο με τελική κατάληξη την έκδοση της επίδικης απόφασης στις 23.11.11. Ο ίδιος αναφέρει ότι έλαβε γνώση της αγωγής κατά την επίδοση της και ισχυρίζεται πως αμέσως επικοινώνησε με το δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων όπου του ανέφεραν ότι δεν θα προχωρήσουν στην έκδοση απόφασης. Ο κ Παπαθανασίου στην ένορκη δήλωση του αρνείται κατηγορηματικά τον πιο πάνω ισχυρισμό του αιτητή. Αναφέρει ότι χειριζόταν ο ίδιος προσωπικά την αγωγή και είναι το μοναδικό πρόσωπο από το γραφείο του με το οποίο ο εναγόμενος θα μπορούσε να μιλήσει και να λάβει οποιαδήποτε πληροφορία για την υπόθεση. Δηλώνει ρητά ότι ο εναγόμενος-αιτητής ουδέποτε επικοινώνησε με το γραφείο του ή μαζί του και ουδέποτε του δόθηκαν οι διαβεβαιώσεις που ο ίδιος ισχυρίζεται. Οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο αιτητής σε σχέση με το λόγο που δεν εμφανίστηκε στην αγωγή, οι οποίοι αμφισβητούνται με την ένσταση των καθ' ων η αίτηση με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω, παρέμειναν αναπόδεικτοι σε επίπεδο ισχυρισμών στην απουσία αντεξέτασης του κ. Παπαθανασίου ή καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Όπου υπάρχει βάρος απόδειξης συγκεκριμένου γεγονότος κρινόμενου ως αναγκαίου και απαραίτητου για να αποδειχθεί για την επιτυχία κάποιου αιτήματος, σε περίπτωση αμφισβήτησης του γεγονός αυτού, θα πρέπει να προσκομισθεί σχετικό αποδεικτικό υλικό από τη πλευρά που φέρει το βάρος απόδειξης προς το Δικαστήριο. Οι λόγοι της μη εμφάνισης ακόμη και σε αιτήσεις παραμερισμού της απόφασης όπως η παρούσα, καθ'ην έκταση αμφισβητούνται θα πρέπει να αποδειχθούν (βλ. Μαρία Γεώργαινα Λευκίδου πιο πάνω). Με βάση τη Διάταξη 48Θ 4
(2)των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπως αυτός τροποποιήθηκε αλλά και την νομολογία η ακρόαση και κατ' επέκταση απόδειξη των αμφισβητούμενων θέσεων και ισχυρισμών του κάθε διαδίκου σε τέτοιες αιτήσεις, όπως η παρούσα, βασίζεται στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, αλλά και σε μαρτυρία που δυνατό να προσφερθεί, είτε μέσω συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που δύναται να καταχωρηθούν μετά από αίτημα οποιουδήποτε διαδίκου και σχετικής άδειας του Δικαστηρίου, είτε μέσω αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα κατά την ακρόαση της αίτησης είτε με συνδυασμό αυτών ανάλογα βέβαια με το ποιος έχει την ευθύνη να αποσείσει το βάρος απόδειξης. Σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση αίτηση, το βάρος απόδειξης ότι θα πρέπει να εγκριθεί ο παραμερισμός της απόφασης για τους λόγους που ο αιτητής επικαλείται βρίσκεται στους ώμους του αιτητή. Ακόμα όμως και να γινόταν αποδεκτό ότι ο αιτητής επικοινώνησε με το δικηγόρο των εναγόντων, κάτι που βέβαια δεν έγινε αποδεκτό, ούτε και τότε θα ήταν δικαιολογημένη η παράλειψη του να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή. Όφειλε, εφόσον έλαβε γνώση της ύπαρξης του κλητηρίου εντάλματος να προχωρήσει στην καταχώριση σημειώματος εμφανίσεως για να υπερασπιστεί την αγωγή εφόσον σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του είχε σοβαρούς λόγους για υπεράσπιση. Ταυτόχρονα δεν παραγνωρίζω τη γενικότητα και ασάφεια με την οποία παραθέτει το λόγο μη εμφάνισης του στην αγωγή παραλείποντας να αναφέρει με ποιο συγκεκριμένο πρόσωπο συνομίλησε από το δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων. Επιπρόσθετα ο αιτητής από την ημερομηνία που του επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της υπό εξέταση αίτησης ουδέν έπραξε για να ενημερωθεί για τη τύχη της αγωγής. Στη βάση όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι κατ' ουσία δεν υπάρχει καλός λόγος που να δικαιολογεί τη μη εμφάνιση του εναγόμενου, αλλά αντίθετα ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την υπόθεση και την έκβαση της, αφήνοντας να εκδοθεί απόφαση εναντίον του στην απουσία του και να ληφθούν μέτρα εκτέλεσης της απόφασης για να αποταθεί στο Δικαστήριο. Η όλη στάση και οι ενέργειες του θεωρώ ότι συνιστούν περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου του. Όπως επανειλημμένα έχει νομολογηθεί όπου η συμπεριφορά του εναγόμενου είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση για τη δικαστική διαδικασία και για τα δικαιώματα του αντιπάλου του το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση ακόμα και στην περίπτωση αποκάλυψης συζητήσιμης υπεράσπισης. Στη βάση όλων των πιο πάνω καταλήγω συνεπώς ότι ο αιτητής δεν έδωσε σοβαρό και εύλογο λόγο για τη μη εμφάνιση του στην αγωγή. Από τη στιγμή που έλαβε γνώση του κλητηρίου εντάλματος όφειλε να καταχωρήσει εμφάνιση εντός της υπό τους Θεσμούς προβλεπόμενης προθεσμίας. Αναφορικά με την αποκάλυψη υπεράσπισης από τον εναγόμενο ως μία από τις απαιτούμενες προϋποθέσεις προς έγκριση της υπό εξέταση αίτησης διατηρώ υπόψη μου τη μαρτυρία την οποία οι ενάγοντες παρουσίασαν προς απόδειξη της αξίωσης τους και την έκδοση της επίδικης απόφασης ως επίσης και τα όσα σχετικά προβάλλει ο εναγόμενος ο οποίος ισχυρίζεται ότι πλήρωσε την αξίωση των εναγόντων πριν από την καταχώρηση της αγωγής καταθέτοντας προς τούτο αντίγραφο του τιμολογίου το οποίο φαίνεται να φέρει σφραγίδα με τη λέξη «PAID» δηλαδή πληρωμένο. Οι καθ' ων η αίτηση ενάγοντες απορρίπτουν τον ισχυρισμό του αιτητή για δήθεν εξόφληση του επίδικου τιμολογίου. Ο κ. Παναγιώτου στην ένορκη δήλωση του αναφέρει συγκεκριμένα ότι κατά ή περί τον Νοέμβριο του 2010 κατόπιν παρακλήσεως του αιτητή οι ενάγοντες πώλησαν και προμήθευσαν αυτόν με ακουστικά βοηθήματα. Ο αιτητής που είναι εκ γενετής βαρήκοος και ένεκα τούτου όλα τα έξοδα του καλύπτονται από το κράτος τον παρακάλεσε να τον βοηθήσει ζητώντας του να τοποθετήσει στο επίδικο τιμολόγιο την σφραγίδα «πληρωμένο» ( PAID) έτσι ώστε να εισπράξει τα χρήματα από το κράτος και να εξοφλήσει τους ενάγοντες. Οι ενάγοντες μη έχοντας λόγο να μην πιστέψουν τον αιτητή ο οποίος ισχυριζόταν ότι είναι ιερέας τοποθέτησαν την αναφερόμενη σφραγίδα επειδή ποτέ δεν φαντάστηκαν ότι ένας ιερέας θα μπορούσε να τους κοροϊδέψει με αυτό τον τρόπο. Ουδέποτε όμως του εξέδωσαν εξοφλητική απόδειξη. Χωρίς να παραγνωρίζω ότι ο αιτητής αφενός δεν επικαλείται ότι έλαβε εξοφλητική απόδειξη από τους ενάγοντες και αφετέρου παραλείπει να δώσει οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο όπως ισχυρίζεται πλήρωσε το ποσό του τιμολογίου, θα έλεγα ότι με την παράθεση αντιγράφου του τιμολογίου που φαίνεται να φέρει την σφραγίδα πληρωμένο έχει αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Εντούτοις κρίνω ότι η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης από μόνη της δεν είναι αρκετή έτσι ώστε να εγκριθεί το αίτημα του εναγομένου. Εάν όντως ο εναγόμενος είχε την υπεράσπιση την οποία επικαλείται και είχε εξοφλήσει τους ενάγοντες και παρά το γεγονός αυτό καταχωρήθηκε αγωγή με την οποία οι ίδιοι διεκδικούσαν πληρωμή τότε ποιός είναι ο λόγος με βάση τον οποίο παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση και να προβάλει την υπεράσπιση του. Διατηρώντας υπόψη τους όσους ισχυρισμούς οι διάδικοι έχουν θέσει υπόψη του δικαστηρίου κρίνω ότι η διαγωγή του εναγόμενου σύμφωνα και με την εκδοχή των εναγόντων ότι αυτός ουδέποτε επικοινώνησε με το γραφείο των δικηγόρων τους , η οποία και έγινε δεκτή από το δικαστήριο, πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Η επιλογή του εναγόμενου - αιτητή να μην εμφανιστεί στο δικαστήριο παρά το ότι του επιδόθηκε δεόντως το κλητήριο ένταλμα και να ενεργήσει μόνο μετά την λήψη εναντίον του μέτρων εκτέλεσης της απόφασης κρίνεται ότι συνιστά καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας . (Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη πιο πάνω). Συνακόλουθα ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου κρίνω ότι δεν θα ήταν ορθό να παραμεριστεί η επίδικη απόφαση. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι ο εναγόμενος-αιτητής απέτυχε να αποσείσει το βάρος που τον βαρύνει. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ΄ων η αίτηση - εναγόντων και εναντίον του αιτητή - εναγομένου όπως αυτά θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Στ.Λουκίδου Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο