BATONIA LTD ν. ELC CONSTRUCTION LTD, Αρ. Αγωγής: 2779/2009, 28/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A37 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2779/2009 Μεταξύ: BATONIA LTD Ενάγουσας - αιτήτριας και ELC CONSTRUCTION LTD Εναγόμενης -Καθ΄ής η Αίτηση ---------------------------------------- Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα - Καθ΄ής η αίτηση: κ. Φανή για κ.κ. Δαμιανού και Λάρκου στην εκφώνηση της απόφασης κ. Βέης Για την εναγόμενη - Αιτήτρια: κ. Σοφοκλέους για Μάμας Χατζή Χριστοφής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. και κ. Κουκουμά Ενδιάμεση απόφαση (σε αίτηση για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης) Με την αγωγή της που καταχωρήθηκε στις 10.09.2009 η ενάγουσα, η οποία ασχολείτο κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής με εργασίες υπεργολάβων οικοδομικών έργων και άλλες συναφείς εργασίες, αξιώνει από την εναγόμενη το ποσό των €13.704,55σ. ως οφειλόμενο δυνάμει συμφωνίας ή/ και ως υπόλοιπο αμοιβής ή/ και για εκτελεσθείσα εργασία ή/ και υπηρεσίες ή/ και έργο ή/ και ως αποζημίωση για την αξία της εν λόγω εργασίας ή/ και υπηρεσιών ή/ και ως εύλογη αποζημίωση. Η εναγόμενη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 11.11.
- Ακολούθως και αφού σε σχετικό αίτημα της ενάγουσας με βάσει τη Διαταγή 26 ζήτησε χρόνο καταχώρησε την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης της στις 8.03.
- Σε αυτή αρνείται τους ισχυρισμούς και τις αξιώσεις της ενάγουσας επικαλούμενη μεταξύ άλλων και την εξόφληση της και μάλιστα υπερκαλύπτοντας τις όποιες οφειλές της προς την ενάγουσα, ανταπαιτητικά δε αξιώνει από την ενάγουσα το ποσό των €10.000,00 ως αποζημιώσεις και/ ή ζημιές και/ ή βλάβες λόγω πλημμελούς ή/και ατελούς ή/και ελαττωματικής εκτέλεσης εργασιών ή/και προσφοράς υπηρεσιών ή/και παραλείψεων ή/και κακοτεχνιών των εναγόντων και το ποσό των €10.000,00 ως αποζημιώσεις ή/και ζημιές ή/και βλάβες τις οποίες υπέστησαν οι εναγόμενοι στην εμπορική τους φήμη και επιχειρηματική τους παράδοση λόγω καθυστέρησης παράδοσης της οικοδομής στους αγοραστές και λόγω κακοτεχνιών. Στις 28.05.2010 καταχωρήθηκε απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. Έκτοτε η υπόθεση ορίστηκε επανειλημμένα είτε για οδηγίες είτε για ακρόαση. Η εναγόμενη ανέθεσε επιπρόσθετα την υπόθεση της και στο δικηγορικό γραφείο Μάμας Χ¨ Χριστοφής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. με ημερομηνία καταχώρησης εμφάνισης εκ μέρους τους την 15.10.
- Η υπόθεση στο μεταξύ ήταν προγραμματισμένη για ακρόαση στις 18.10.
- Ακολούθως μετά από αίτημα της πλευράς της εναγομένης ορίστηκε εκ νέου στις 5.11.
- Στις 26.10.2012 καταχωρήθηκε αίτηση για τροποποίηση η οποία αργότερα αποσύρθηκε για να καταχωρηθεί στη συνέχεια η υπό εκδίκαση αίτηση στις 3.12.
- Με την αίτηση της αυτή η εναγόμενη επιζητεί την έκδοση διατάγματος που να της επιτρέπει την τροποποίηση της υπεράσπισης της ως ακολούθως: Α) Την προσθήκη νέας παραγράφου μετά την παράγραφο 1 η οποία να αριθμηθεί ως παράγραφος 1 Α με το ακόλουθο περιεχόμενο: «1 Α. Η εναγόμενη λέγει ότι η συναλλαγή είναι παράνομη όσον αφορά την ενάγουσα διότι η ενάγουσα εταιρεία δεν είναι αδειούχος εργολάβος αλλά συνεβλήθη με ιδιοκτήτη.» Β) Την προσθήκη μετά την παράγραφο 7, νέας παραγράφου η οποία να αριθμηθεί ως παράγραφος 7Α με το ακόλουθο περιεχόμενο: «7Α.
- Οι διάδικοι είχαν καταλήξει σε κατ' αποκοπή συμφωνία για την τοποθέτηση των τούβλων, εργατικά μόνο, στο συνολικό ποσό των ΛΚ 4.900.-, για τα σοβατίσματα γενικά εσωτερικά, εξωτερικά, πρώτο, δεύτερο, τρίτο χέρι, εργατικά μόνο στο συνολικό ποσό των ΛΚ 18.161.- και για σχίσματα ηλεκτρολογικών και υδραυλικών ΛΚ 1.500.-, σύνολο ΛΚ 24.561.- ισοδύναμο €41.965.- Επιπλέον η ενάγουσα θα τοποθετούσε 57 μέτρα πατούδες προς ΛΚ5,85.- το μέτρο, σύνολο € 570.-, γενικό σύνολο €42.535.-, λέγε €42.600.- πλέον ΦΠΑ.» «7Α.
- Οι διάδικοι είχαν συνεργαστεί με τον κ. Λουκά Λουβιά, (ιδιοκτήτη τότε άλλης εταιρείας) αρκετές φορές προηγουμένως με τις ίδιες τιμές μονάδος και με συμφωνίες για κατ' αποκοπή ποσό. Όταν τα μέρη συμφώνησαν ως άνω ο κ. Λουβιάς ανέφερε ότι βρισκόταν υπό ίδρυση καινούργια εταιρεία συμφερόντων του η οποία θα αναλάμβανε την εργολαβία. Η εταιρεία αυτή ήταν η ενάγουσα εταιρεία της οποίας μέτοχοι και διευθυντές έγιναν η σύζυγος και η μητέρα του κ. Λουβιά.» «7Α.
- Εν πάση περιπτώσει, οι συμφωνημένες τιμές με τον κ. Λουβιά, τιμές τόσο για τις προηγούμενες εργασίες, όσο και για την παρούσα, ήταν για κτίσιμο τούβλων ΛΚ 200.- (€342.-) ανά χιλιάδα, για σοβατίσματα ΛΚ 5 (€8,55) το τετραγωνικό μέτρο και ΛΚ 4 (€6,83) το τρεχάμενο μέτρο». Γ) Την προσθήκη νέας παραγράφου η οποία να αριθμηθεί ως παράγραφος 9Α με το ακόλουθο περιεχόμενο: «9Α.
- Για την αποπεράτωση των εργασιών που είχαν απομείνει να εκτελεσθούν, η εναγόμενη διόρισε νέο υπεργολάβο, τον κ. Κυριάκο Κυριάκου στον οποίο πλήρωσε το συνολικό ποσό των €2.742.- πλέον ΦΠΑ.» «9Α.
- Η ενάγουσα δεν εκτέλεσε εργασίες σπάτουλας και βαψιμάτων σε ατελή σοβατίσματα αξίας €1.900.-. Συνολικά η ενάγουσα εκτέλεσε εργασίες αξίας €39.258.- πλέον ΦΠΑ αλλά είσπραξε το συνολικό ποσό των €42.000.- πλέον ΦΠΑ (πλέον €650.- για ιδιωτική εργασία στην οικία διοικητικού συμβούλου της εναγομένης) δηλαδή €2.742.- πλέον ΦΠΑ περισσότερα από την εκτελεσθείσα εργασία και συνεπώς η εναγομένη αξιώνει ανταπαιτητικά το ποσό των €2.742.- πλέον ΦΠΑ». Δ) Την προσθήκη νέας παραγράφου η οποία να αριθμηθεί ως παράγραφος 15Α με το ακόλουθο περιεχόμενο: «15Α. Το ολικό κόστος επιδιόρθωσης των κακοτεχνιών το οποίο αναλογεί στην ενάγουσα ανέρχεται σε €18.856.- το οποίο η ενάγουσα ανταπαιτεί.» Ε) Την διαγραφή της ανταπαίτησης της εναγομένης υπό 1 και 2 και την αντικατάσταση της με τις ακόλουθες παραγράφους με αρ. 21: «
- Η εναγομένη ανταπαιτεί τα άνω ποσά όπως η πιο κάτω ανταπαίτηση της:
- Ποσό €2.742.- πλέον ΦΠΑ το οποίο η εναγομένη πλήρωσε σε άλλο εργολάβο για τη συμπλήρωση και/ή επιδιόρθωση εργασιών όπως αναφέρεται στην παρά. 9Α.
- Ποσό €2.742.- πλέον ΦΠΑ το οποίο η Ενάγουσα εισέπραξε χωρίς αντάλλαγμα, όπως αναφέρεται στην παρά. 9Α.
- €18.856.- για αποκατάσταση του ολικού κόστους επιδιόρθωσης των κακοτεχνιών το οποίο αναλογεί στην ενάγουσα όπως αναφέρεται στην παρά. 15Α. Η αίτηση υποστηρίζεται με ένορκο δήλωση της κας Κάκιας Πέτρου υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο του κ. Μ. Χ¨ Χριστοφή η οποία δηλώνει εξουσιοδοτημένη από την εναγόμενη να προβεί στην ένορκη δήλωση. Η ανάγκη τροποποίησης προέκυψε όπως αναφέρει από τη μη ακριβή αναγραφή των γεγονότων της υπόθεσης από τους δικηγόρους της εναγόμενης. Ότι πρόκειται για ουσιώδη γεγονότα και ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να περιληφθούν τα γεγονότα αυτά στην υπεράσπιση της. Τα πιο πάνω τα αντιλήφθηκαν οι δικηγόροι κατά το στάδιο της προετοιμασίας της ακρόασης της υπόθεσης. Η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει αρχίσει ακόμη και ως εκ τούτου θα πρέπει να επιτραπεί η τροποποίηση καθώς η πλευρά της ενάγουσας μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα συνεπεία της ανάγκης που προέκυψε για την τροποποίηση. Η πλευρά του εναγόμενου στην ειδοποίηση περί της πρόθεσης ένστασης του προβάλλει τους ακόλουθους δώδεκα λόγους για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί:
- Με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται στην ουσία η εισαγωγή εκτεταμένων πραγματικών ισχυρισμών που θεμελιώνουν νέα βάση υπεράσπισης ή και νέα βάση ανταπαίτησης και μάλιστα σε σημαντικό μέρος ή και με προτιθέμενους ισχυρισμούς ή και θέσεις που βρίσκονται σε αντίθεση με υφιστάμενους ισχυρισμούς και θέσεις της υπεράσπισης ή και παραδοχές κατά τρόπο αδικαιολόγητο ή και χωρίς να δίδεται ειδική ή και επαρκής εξήγηση για τούτο.
- Επιδιώκεται ουσιαστικά η διεύρυνση των νομικών και πραγματικών πλαισίων της δίκης με αποτέλεσμα τον ουσιαστικό επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία.
- Με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης ή και νέας βάσης ανταπαίτησης ή και επιχειρείται άρση παραδοχών ή και προβολή αντίθετων ισχυρισμών αδικαιολόγητα με βάση την ένορκη δήλωση της αίτησης και κατά τρόπο που θα έχει ως αποτέλεσμα τον δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των εναγόντων σε ανεπανόρθωτο βαθμό ή/και κατά τρόπο ώστε οι ενάγοντες να βρεθούν σε δυσμενή θέση ή/και κατά τρόπο που η επιδίκαση εξόδων δεν θα συνιστά επαρκή ή/και εύλογη αποζημίωση των εναγόντων υπό τις περιστάσεις.
- Η αιτούμενη τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης ή και ανταπαίτησης ζητείται σε πολύ προχωρημένο στάδιο της δίκης, ήτοι μετά από πάροδο 32 περίπου μηνών από την καταχώρηση της και αφού δεν προβλήθηκε τέτοιο αίτημα σε πολύ πιο προγενέστερο στάδιο ενώ αυτό ήταν εφικτό για όλους ή και τους πλείστους ζητούμενους να προστεθούν με την αίτηση ισχυρισμούς.
- Οι εναγόμενοι δεν ενήργησαν με την αναγκαία ταχύτητα και σπουδή για την καταχώρηση αίτησης τροποποίησης αλλά αντίθετα επέδειξαν βραδύτητα, κωλυσιεργία και αδιαφορία, αφού μεταξύ άλλων οι πλείστοι ζητούμενοι να προστεθούν με την αίτηση ισχυρισμοί ήσαν γνωστοί στην άλλη πλευρά από την πρώτη δικάσιμο ακρόασης τον Νοέμβριο του 2010 ή και από προγενέστερα και εν πάση περιπτώσει πολύ νωρίτερα από τον χρόνο που καταχωρήθηκε η αίτηση.
- Δεν δίδεται ουδεμία δικαιολογία ή/και δεν δικαιολογείται επαρκώς η προβολή νέας βάσης υπεράσπισης ή και νέας βάσης ανταπαίτησης στο προχωρημένο αυτό στάδιο ή/και ουδεμία εξήγηση δεν δίδεται στην αίτηση ή/και στην υποστηρικτική αυτής ένορκη δήλωση ή/και ουδεμία βάσιμη δικαιολογία προβάλλεται ή/και ο σχετικός ισχυρισμός περί μελέτης ή και μη ακριβής αναγραφής γεγονότων είναι εντελώς αβάσιμος ή/και δεν τεκμηριώνεται ή/και είναι ασαφής ή/και σε κάθε περίπτωση τα φερόμενα γεγονότα που καθ' ισχυρισμό επιτείνουν την ανάγκη για τροποποίηση δεν εξειδικεύονται και ως εκ τούτου, ελλείπει το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης.
- Πλείστοι ισχυρισμοί όπως σημαντικό μέρος των όσων αναφέρονται στις προτιθέμενες παραγράφους 1Α., 7Α.1 και 7Α.2 είναι αχρείαστοι ισχυρισμοί ή και άσχετοι με τα επίδικα θέματα και την απαίτηση ή και υπόθεση των εναγόντων ενώ δεν αφορούν την ανταπαίτηση, επιπλέον δε οι εν λόγω ή και οι υπόλοιποι ισχυρισμοί των εν λόγων προτιθέμενων παραγράφων αντιτίθενται ή και βρίσκονται σε αντίφαση με την παράγραφο 4 της υφιστάμενης υπεράσπισης και ανταπαίτησης στην οποία οι εναγόμενοι ισχυρίζονται «προσφορά για συγκεκριμένο ποσό» η οποία κατακυρώθηκε αλλά και την παράγραφο 15 της υφιστάμενης υπεράσπισης και ανταπαίτησης.
- Θα καθυστερήσει ακόμη περισσότερο η τελική εκδίκαση της υπόθεσης κατά τρόπο που επηρεάζονται ανεπανόρθωτα τα συνταγματικά δικαιώματα των εναγόντων αναφορικά με εκδίκαση της υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου.
- Ζητείται η προσπέραση ή και υπερκάλυψη ισχυρισμών που εμπεριείχαν παραδοχές ή και θέσεις που περιόριζαν τους ισχυρισμούς των χωρίς να αποκαλύπτεται στην αίτηση καθόλου ή επαρκής λόγος για κάτι τέτοιο.
- Ζητείται η προσθήκη αχρείαστων ισχυρισμών ή και ισχυρισμών που δεν δικαιολογούν ανάγκη τροποποίησης.
- Η υποστηρικτική της αίτησης ένορκη δήλωση είναι άκυρη ή/και ανυπόστατη ή/και δεν αποτελεί μαρτυρία ή/και είναι αντικανονική ή/και αντιβαίνει τις πρόνοιες της Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αφού έγινε από πρόσωπο που δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης ή/και πρόσωπο που δεν είναι σε θέση να γνωρίζει θετικά τα γεγονότα της υπόθεσης ή/και έγινε από δικηγορική υπάλληλο χωρίς να δίδεται λόγος γιατί δεν γίνεται από τους εναγομένους ή από αξιωματούχο τους εκ μέρους τους ή/και ένορκη δήλωση δεν αποκαλύπτει την πηγή γνώσης των γεγονότων που παρατίθενται σε αυτή.
- Δεν αποκαλύπτονται ούτε στοιχειοθετούνται επαρκείς λόγοι για το κατά πόσο είναι νομικά και πραγματικά βάσιμη η αίτηση.» Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. Λούκας Χριστοδούλου Λουβιάς ο οποίος δηλώνει προϊστάμενος υπάλληλος καθ΄όλο τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής της ενάγουσας, γνώστης προσωπικά των γεγονότων της υπόθεσης και ότι είναι εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στη παρούσα ένορκη δήλωση. Πέραν της γενικής και ειδικής άρνησης των ισχυρισμών της ενόρκως δηλούσας στην αίτηση, ισχυρίζεται τους ίδιους πιο πάνω λόγους (1-12) για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους ανέπτυξαν και υποστήριξαν τα προβαλλόμενα στην αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, όπως τα κατέγραψα πιο πάνω. Η κάθε πλευρά υποστήριξε τις θέσεις της με αναφορά σε αρχές της νομολογίας και σε σχετικές αυθεντίες. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.19 Θ. 4, Δ.25 Θ.Θ.1 - 6 και στη Δ.48 Θ.Θ.1,2,3,5,8 και 9 , Δ.64 Θ. 1 και 2 των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας στο άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960)και στις συμφυείς εξουσίες και Πρακτική του Δικαστηρίου. Η Διαταγή 25 Θ.1 προνοεί τα ακόλουθα: « The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Σε μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων». Προκύπτει από τον πιο πάνω θεσμό αλλά και όπως η νομολογία μας φανερώνει ως γενική αρχή ότι η τροποποίηση των δικογράφων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας έχουν αναλυθεί εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Φοινιώτη v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) σελ. 33 συνοψίστηκαν ως ακολούθως οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης από τον Δικαστή κ. Πική (όπως ήταν τότε):
- Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
- Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
- Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
- Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη¨. Σύμφωνα με την υπόθεση Χριστοδούλoυ v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 934, η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Εξαίρεση στον γενικό κανόνα αποτελούν οι περιστάσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. Χρίστου v. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 σελ. 707). Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 560 γίνεται μια διευκρίνηση ή θα μπορούσε να πει κάποιος, περιορισμός της πιο πάνω γενικότητας με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή. Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποιήσεων δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ότι γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και δεν εξικνείται με αναφορά μόνο στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης, που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί το 1988 είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δύο μηνών. Αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο όταν κατά το 1990 η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση. Επομένως στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω). Σε σχέση με την πλατιά διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26: ¨Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης¨. Στην υπόθεση Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω), λέχθηκε ότι διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή από τις διάφορες αποφάσεις ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. (Βλέπε επίσης τις υποθέσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ (ανωτέρω), Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 11). Σε σχέση επίσης με το ζήτημα της καθυστέρησης, στην υπόθεση Kallice Holdings Co. Ltd v. M.T.R. Metals (overseas) Ltd Αγωγή Ναυτοδικείου
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 162, στην οποία το αίτημα αφορούσε τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων, τονίστηκε ότι η καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Στην απόρριψη της αίτησης λήφθηκε υπόψη και το ότι δεν δόθηκε εξήγηση για το λόγο που η προτεινόμενη υπεράσπιση δεν προβλήθηκε εξ αρχής ή σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: Έχοντας υπόψη μεταξύ άλλων τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, τους λόγους που υποστηρίζουν το αίτημα και την ένσταση όπως επίσης και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών, θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξαγάγω τα συμπεράσματα μου κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έγκριση του αιτήματος. Θα εξετάσω τους λόγους ένστασης με τη σειρά όπως αυτοί προβλήθηκαν. Εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης: Προβάλλεται ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή εκτεταμένων πραγματικών ισχυρισμών που θεμελιώνουν νέα βάση υπεράσπισης και νέα βάση ανταπαίτησης. Επιπλέον οι ισχυρισμοί που γίνεται προσπάθεια να εισαχθούν βρίσκονται σε αντίθεση με τους υφιστάμενους ισχυρισμούς, θέσεις και παραδοχές, χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε δικαιολογία και εξήγηση. Αποτέλεσμα θα έχει τον δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων της ενάγουσας. Προβάλλεται ότι εισάγεται καινούργια απαίτηση με την τροποποίηση της ανταπαίτησης όπως το ποσό που αξιώνεται των €2.742,00 πλέον Φ.Π.Α. το οποίο η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι πλήρωσε σε άλλο υπεργολάβο για αποπεράτωση των εργασιών που είχαν απομείνει και ότι το ίδιο ακριβώς ποσό το είχε πληρωθεί επιπλέον από αυτό που είχαν συμφωνήσει (Παρ. 9 Α1 Α 2) το οποίο επιπρόσθετα αξιώνεται. Παρατηρώ όμως ότι η αγωγή εγέρθηκε στις 10.09.2009 και η υπεράσπιση και ανταπαίτηση καταχωρήθηκε στις 8.03.2010. Δεν αναφέρεται πουθενά στην ένορκο δήλωση της κας Κ. Πέτρου πότε η εναγόμενη ανακάλυψε αυτή τη διαφορά της με την ενάγουσα. Πρόκειται στην ουσία για νέους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν αιτιολογείται πότε προέκυψαν και για τους οποίους εν πάση περιπτώσει δεν δίδεται εξήγηση γιατί δεν συμπεριλήφθηκαν στο αρχικό δικόγραφο της εναγόμενης. Ούτως ή άλλως ο υφιστάμενος ισχυρισμός στην ανταπαίτηση καλύπτει το ζήτημα εφόσον διεκδικούνται αποζημιώσεις ή και ζημιές ή και βλάβες λόγω πλημμελούς ή και ατελούς ή και ελαττωματικής εκτέλεσης εργασιών ή και προσφοράς υπηρεσιών ή και παραλείψεων ή και κακοτεχνιών ύψους €10.000,00 έστω και αν προβάλλεται κατά γενικό τρόπο και για τον οποίο δεν ζητήθηκαν λεπτομέρειες. Σε σχέση με τον ισχυρισμό της παρ. 15 Α ότι δηλαδή το ολικό κόστος κακοτεχνιών το οποίο αναλογεί στην ενάγουσα ανέρχεται σε €18.856 το οποίο και ανταπαιτεί, κρίνεται ότι είναι γενικός και αόριστος ισχυρισμός εφόσον δεν παρέχονται λεπτομέρειες αυτών των κακοτεχνιών ή των ειδικών ζημιών που υπέστησαν και με ποιο τρόπο αυτές αναλογούν στην ενάγουσα. Η εισαγωγή τέτοιου ισχυρισμού θα περιπλέξει και θα καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης. Πρόκειται για ισχυρισμούς οι οποίοι θα μπορούσαν να είχαν εισαχθεί εξ αρχής στο αρχικό δικόγραφο της εναγόμενης εφόσον είναι φυσικό να ήταν από τότε γνωστοί σε αυτή και απλά επεφύλασσαν το δικαίωμα τους να αναφερθούν σε αυτές κατά τη δικάσιμο. Κατά τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζεται και η εισαγωγή του ισχυρισμού της παρ. 1 Α ότι δηλαδή η συναλλαγή είναι παράνομη όσον αφορά την ενάγουσα διότι η ενάγουσα εταιρεία δεν ήταν αδειούχος εργολάβος αλλά συνεβλήθη με ιδιοκτήτη. Ο ισχυρισμός αυτός εκτός του ότι είναι αόριστος σίγουρα ήταν υπόψη της εναγομένης όταν καταχωρούσε το δικόγραφο της και δεν μπορεί να κριθεί παρά εκ των υστέρων σκέψη. Αφορά πράγματι μια καινούργια βάση στην οποία θα στηριχθεί η υπεράσπιση. Στην υπόθεση William Patrick Jack of Scotland and another v. Philippa Εstates of Potamos Yermasoyias,
(1988)1 C.L.R.607 στη σελ. 613 αναφέρονται τα εξής: « Leave to amend is sometimes given at the hearing but the Court will not readily allow at the trial an amendment, the necessity of which was abundantly apparent months ago, and then not asked for.» Στο δε σύγγραμμα Annual Practice 1959, στη σελ. 627 αναφέρονται: « The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Mardoch 1 Ch.D.42, Habbuck v. Helm 56 L.J. Ch. P. 539). But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be subject of fresh action (Releigh v. Goschen
(1988)1 Ch.81). Επομένως είναι φανερό σύμφωνα με τη νομολογία ότι η εναγόμενη είχε την ευκαιρία να προβάλει αυτούς τους ισχυρισμούς έγκαιρα εφόσον ήταν γνωστοί σε αυτήν και όμως χωρίς να δίδεται επαρκής δικαιολογία παρέλειψε να το κάνει. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς της παρ. 7 Α 2 η οποία επιχειρείται να εισαχθεί, αυτοί συγκρούονται με όσα προβάλλονται στη παράγραφο 4 της έκθεσης υπεράσπισης, παράγραφος η οποία δεν ζητείται να διαγραφεί. Από τη μια δηλαδή επιχειρείται να εισαχθεί ισχυρισμός για συμφωνία εκτέλεσης εργασιών με ίδιες τιμές μονάδος και με συμφωνίες για κατ΄ αποκοπή ποσό ενώ στη παρ. 4 προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η εν λόγω συμφωνία έγινε στη βάση προσφοράς η οποία κατακυρώθηκε στην ενάγουσα για συγκεκριμένο ποσό. Η επίτρεψη εισαγωγής του πιο πάνω ισχυρισμού σίγουρα θα περιπλέξει την κατάσταση και ίσως να απαιτηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο εκ νέου τροποποίηση του δικογράφου της εναγομένης. Αναφέρονται στην παρ. 7 Α 3 που επιχειρούν να εισαγάγουν για συμφωνία με τον κ. Λουβιά προσωπικά, ενώ στην αρχική τους υπεράσπιση δέχονται συμφωνία μεταξύ της και της ενάγουσας και επομένως εισάγεται ένας καινούργιος ισχυρισμός ο οποίος περιπλέκει και προγενέστερες συμφωνίες για εργασίες που τους πρόσφερε ο πιο πάνω κάτι που θα έχει ως αποτέλεσμα την περιπλοκή της υπόθεσης με αποτέλεσμα την καθυστέρηση και την πρόκληση ζημιάς στην ενάγουσα η οποία δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με την απλή επιδίκαση εξόδων. Είναι φανερό ότι γίνεται επαναπροσδιορισμός της βάσης υπεράσπισης της εναγόμενης η οποία συγκρούεται με ήδη υφιστάμενες παραδοχές της στο αρχικό δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης της. Η προβολή τέτοιων ισχυρισμών σε αυτό το στάδιο δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί και ως κακόπιστη και ότι αποβλέπει στην καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσης. Η αναφορά για εργασίες που συμφωνήθηκαν για ιδιωτική εργασία στην οικία διοικητικού συμβούλου της εναγόμενης σίγουρα θα περιπλέξει ακόμα περισσότερο τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και θα προκαλέσει περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Τέτοιοι ισχυρισμοί ήταν σε γνώση της εναγόμενης από την αρχή και όμως δεν προβλήθηκαν όπως θα έπρεπε στο αρχικό τους δικόγραφο χωρίς να δίδεται επαρκής εξήγηση για την παράλειψη αυτή. Σε σχέση με τον ίδιο λόγο ένστασης ότι δηλαδή η επιδιωκόμενη τροποποίηση θα προκαλέσει τη μεταβολή του πλαισίου της δίκης λόγω της φύσης των προτιθέμενων τροποποιήσεων έχω υπόψη μου όσα λέχθηκαν στην υπόθεση World Tide Shipping Corporation of Liberia v. Vassiliko Cement Work Ltd
(1988)1 C.L.R. 488 όπου βέβαια η ένσταση είχε εστιαστεί στο ότι οι επιζητούμενες τροποποιήσεις δεν περιλαμβάνονταν στην οπισθογράφηση. Αποφασίστηκε ότι ο ενάγοντας μπορεί να αλλάξει, μετατρέψει ή επεκτείνει την αρχική του απαίτηση σε οποιοδήποτε βαθμό και να αξιώνει περαιτέρω ή άλλη θεραπεία χωρίς τροποποίηση του κλητηρίου νοουμένου ότι δεν αλλάζει τελείως την αιτία της αγωγής όπως εκτίθεται στην οπισθογράφηση και δεν εισάγει μια νέα και επιπρόσθετη αιτία αγωγής η οποία δεν θα μπορεί ευχερώς να εκδικασθεί μαζί με την αρχική απαίτηση¨. Στην υπόθεση αυτή όμως καταχωρήθηκε από την εναγόμενη υπεράσπιση όπου προβλήθηκαν εκτός από αρνήσεις, ισχυρισμοί και παραδοχές χωρίς να προβληθούν οι προτιθέμενοι σήμερα να εισαχθούν ισχυρισμοί αν και ήταν σε γνώση ή στην διάθεση της. Κρίνω ότι η παρούσα υπόθεση διακρίνεται των όσων λέχθηκαν στην πιο πάνω υπόθεση. Με δεδομένο ότι με την προσθήκη των ισχυρισμών όπως αυτές προβάλλονται στην αίτηση, οι οποίοι προσκρούουν σε υφιστάμενες παραδοχές της αρχικής έκθεσης υπεράσπισης και άλλων που δεν αναφέρονται καν σε αυτή και δεν αφορούν απλά περίπτωση επέκτασης ή μετατροπής τους όπως για παράδειγμα του ισχυρισμού περί παροχής ιδιωτικής εργασίας στην οικία διοικητικού συμβούλου της εναγόμενης, ισχυρισμός που για πρώτη φορά θα εισαχθεί, ενώ ήταν γνωστός στην εναγόμενη, κρίνω ότι υπάρχει υστεροβουλία σε αυτή την προσπάθεια η οποία κρίνεται και ως κακόβουλη και μόνο καθυστέρηση θα προκαλέσει. Η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος: Προβλήθηκε ως λόγος ένστασης η καθυστέρηση με την οποία υποβλήθηκε το αίτημα αλλά και η καθυστέρηση που θα προκαλέσει τυχόν έγκριση του με δεδομένη την περιπλοκή που θα επιφέρει στην υπόθεση αν επιτραπεί η προσθήκη των προτεινόμενων ισχυρισμών. Στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης της κας Κάκιας Πέτρου, η οποία είναι υπάλληλος του πρόσφατα διορισθέντος δικηγόρου της εναγόμενης, αναφέρει ότι έγινε αντιληπτή η αναγκαιότητα προσθήκης των τροποποιήσεων από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση μόλις πρόσφατα στο στάδιο της προετοιμασίας της ακρόασης. Στην επόμενη παράγραφο τονίζεται ότι η ακρόαση της υπόθεσης ακόμα δεν άρχισε και επομένως η επίκληση οποιασδήποτε βλάβης στην ενάγουσα είναι δυνατό να αποζημιωθεί με έξοδα. Η πλευρά της ενάγουσας στη παράγραφο 5 της ένστασης της προβάλλει ότι: «Οι εναγόμενοι δεν ενήργησαν με την αναγκαία ταχύτητα και σπουδή για την καταχώρηση αίτησης τροποποίησης αλλά αντίθετα επέδειξαν βραδύτητα, κωλυσιεργία και αδιαφορία, αφού μεταξύ άλλων οι πλείστοι ζητούμενοι να προστεθούν με την αίτηση ισχυρισμοί ήσαν γνωστοί στην άλλη πλευρά από την πρώτη δικάσιμο ακρόασης τον Νοέμβριο του 2010 ή και από προγενέστερα και εν πάση περιπτώσει πολύ νωρίτερα από τον χρόνο που καταχωρήθηκε η αίτηση.» Είναι γεγονός ότι η υπόθεση μέχρι σήμερα ορίστηκε 7 φορές για ακρόαση και η πρώτη φορά ήταν στις 17.11.2010 και η τελευταία στις 18.10.2012, ενδιάμεσα ορίστηκε 6 φορές για οδηγίες με σκοπό να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση στη διαφορά. Επομένως ο λόγος με τον οποίο δικαιολογείται το αίτημα δεν είναι πειστικός, δόθηκαν αρκετές ευκαιρίες στους εναγόμενους να μελετήσουν το δικόγραφο τους και να προβούν έγκαιρα σε διόρθωση του. Κάτι τέτοιο παρέλειψαν να το κάνουν και δεν μπορούν να ελπίζουν σήμερα σε δικαίωση τους συνεπεία και αυτού του λόγου, της καθυστέρησης δηλαδή που επέδειξαν. Κρίνω ότι υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος τέτοια που επηρεάζει δυσμενώς τα συμφέροντα της ενάγουσας η οποία προσδοκούσε σε μια γρήγορη εκδίκαση της υπόθεσης της. Επομένως και εξ αυτού του λόγου θα απέρριπτα την αίτηση. Όπως αποφασίστηκε στην Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.,
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1005: «Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Ούτως η άλλως η καθυστέρηση, όπως επιτάσσει η νομολογία μας είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Ακόμα και εάν το Δικαστήριο θα κατέληγε σε διαπίστωση ότι υπάρχει καθυστέρηση, αυτή από μόνη της δεν πρέπει να οδηγεί σε απόρριψη (βλ. Astor Manufacturing (πιο πάνω σελ. 730, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 44) καθώς ο παράγοντας της καθυστέρησης συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος για τη σωστή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. επίσης τη Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P.Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426). Η κα Κ. Πέτρου στην ένορκη δήλωση της παρατηρώ ότι δεν παρέχει κανένα λόγο που να υποστηρίζει και να δικαιολογεί την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στο να εισαχθούν αυτοί οι ισχυρισμοί όταν η εναγόμενη τους γνώριζε αυτούς εξ αρχής. Δεν επικαλείται κάποιο νεότερο γεγονός από το οποίο προέκυψαν τα όσα επιχειρούν να εισαγάγουν. Η επίκληση ¨κακής συνεννόησης¨ χωρίς να δίδονται λεπτομέρειες αυτής, δεν είναι αρκετή για να δικαιολογήσει την καθυστέρηση όταν η εναγόμενη είχε την ευκαιρία να μελετήσει την υπεράσπιση και ανταπαίτηση της κατά την προετοιμασία 7 ακροάσεων και αντίστοιχων ημερομηνιών που είχε οριστεί η υπόθεση για οδηγίες όταν συζητούσαν την υπόθεση με σκοπό τη διευθέτηση της, όπως τουλάχιστον δηλωνόταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα,
(2002)1 Α.Α.Δ. σελ. 223 τονίστηκε ότι όταν διαπιστώνεται καθυστέρηση, όπως στη προκείμενη περίπτωση, θα πρέπει να παρέχονται εξηγήσεις γι΄αυτή, λέχθηκαν δε τα ακόλουθα: ¨Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.» Τέτοια εξήγηση δεν παρέχεται από την κα Κ. Πέτρου. Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 560 τονίστηκε ότι: ¨Το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, γνώμονας στην άσκηση της οποίας είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης.» Στην υπόθεση Sait Electronic S.A. v. Dominique κ.ά,
(1992)1 Α Α..Δ. σελ. 14 λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Η σημασία της καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης και οι επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου αποτιμούνται και στην Αγγλία ως παράγοντας μείζονος σημασίας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει ή όχι την τροποποίηση.». Με δεδομένη και την Συνταγματική κατοχύρωση στη χώρα μας του δικαιώματος ενός διαδίκου για την διάγνωση των αστικών του δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του εντός εύλογου χρόνου, κρίνω ότι εφόσον όλα τα γεγονότα ή ισχυρισμοί που επιδιώκει να εισαγάγει η εναγόμενη ήταν στη σφαίρα της γνώσης της, η τυχόν έγκριση του αιτήματος καθυστερημένα καθώς υποβλήθηκε θα παραβίαζε τα πιο πάνω δικαιώματα της ενάγουσας τα οποία δεν αποτιμώνται εύκολα σε χρήμα. Διάφοροι άλλοι λόγοι ένστασης: Διαπιστώνεται με την αιτούμενη τροποποίηση παράγραφοι 1 Α, 7 Α.1 και 7 Α.2, 7 Α 3 ότι επιχειρείται η εισαγωγή ισχυρισμών διαμετρικά αντίθετων με αυτούς που δικογραφήθηκαν στην υφιστάμενη υπεράσπιση και ανταπαίτηση και τούτο σε αντιπαραβολή συγκεκριμένα με τους ισχυρισμούς των παρ. 4 και 15 με αποτέλεσμα αν εγκριθούν οι τροποποιήσεις όπως αυτές ζητούνται με την παρούσα αίτηση είναι πιθανόν ενδεχόμενο να προκληθεί εκ νέου καινούργιο αίτημα με το οποίο θα γίνεται προσπάθεια για άρση αυτών των αντιθέσεων και διιστάμενων ισχυρισμών που θα παρουσιάζει το ίδιο δικόγραφο. Προβάλλεται περαιτέρω εκ μέρους της ενάγουσας - καθ΄ής η αίτηση η παράλειψη της εναγομένης - αιτήτριας να μετατρέψει τα ποσά που διεκδικεί από Λίρες Κύπρου (Λ.Κ.) σε Ευρώ (€) που είναι το ισχύον σήμερα νόμισμα της χώρας μας, σύμφωνα με τον περί Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμου του 2007 (33
(1)/2007), λόγος ο οποίος επίσης θα επιβάλει στην πλευρά της εναγομένης να επανέλθει με νέα αίτηση για την διόρθωση αυτή. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η κα Κ. Πέτρου, δικηγορικός υπάλληλος στο γραφείο των πρόσφατα διορισθέντων επιπρόσθετα δικηγόρων της εναγόμενης. Η ένορκη αυτή δήλωση κρίνω ότι αντιβαίνει στις πρόνοιες της Δ.39 των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας αφού έγινε από πρόσωπο που δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης ή/και πρόσωπο που δεν είναι σε θέση να γνωρίζει θετικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Η δικηγορική υπάλληλος που ορκίστηκε απλώς λέγει ότι έχει εξουσιοδοτηθεί από την εναγόμενη να προβεί στην ένορκη δήλωση, ορκίζεται όμως για γεγονότα τα οποία δεν εμπίπτουν στην προσωπική της γνώση χωρίς περαιτέρω να αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης της όπως απαιτείται και δεν εξηγεί γιατί η ένορκη δήλωση δεν γίνεται από κάποιον από τους διευθυντές της εναγόμενης ο οποίος γνωρίζει προσωπικά αυτά τα γεγονότα. Δεν εξηγείται ακόμα ποια ήταν η ανάγκη που επέβαλε την εκ μέρους της ένορκη δήλωση. Επομένως κρίνω ότι ακόμα και η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πάσχει από αντικανονικότητα (βλ.Rybolovlev κ.ά. v. Ryboloevla,
(2010)1 (A) A.A.Δ. σελ. 82 και Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά.,
(1992)1 Α.Α.Δ.. σελ. 1453). Επομένως είναι η κατάληξη μου ότι η αίτηση δεν υποστηρίζεται κατάλληλα από νομότυπη ένορκη δήλωση. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πέραν του ότι είναι αντικανονική για τους πιο πάνω λόγους που εξήγησα είναι και γενική και αόριστη εφόσον κάνει απλώς μια γενική αναφορά στα γεγονότα για τα οποία ζητείται η τροποποίηση χωρίς να αναφέρονται αυτά και πότε προέκυψαν και να δικαιολογείται γιατί καθίσταται αναγκαία η αιτούμενη τροποποίηση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Η αιτούμενη τροποποίηση, έχοντας κατά νου τη φύση της αντιδικίας και τις θεραπείες που ζητούνται και έχοντας περαιτέρω υπόψη το σύνολο των ισχυρισμών που προβάλλονται στα δικόγραφα, ισοζυγίζοντας περαιτέρω τις θέσεις των δύο πλευρών, καταλήγω ότι δεν μπορεί να εγκριθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται σε όλη της την έκταση. Για τους πιο πάνω λόγους τους οποίους προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της εναγόμενης - αιτήτριας τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο