Russell J Carman, υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της εταιρείας Ulva Limited ν. Neil Francis Hickling, υπό την ιδιότητα του ως συνδίκου πτώχευσης (Trustee in Bankruptcy) του Darren Timothy Baker, Αρ. Αγωγής: 735/12, 14/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 735/12 Russell J. Carman, υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της εταιρείας Ulva Limited Ενάγοντας και Neil Francis Hickling, υπό την ιδιότητα του ως συνδίκου πτώχευσης (Trustee in Bankruptcy) του Darren Timothy Baker Εναγόμενου Αίτηση Ημερομηνίας 7.5.2012 Ημερομηνία:14.02.2013 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο - Αιτητή: κ. Χαραλάμπους. ( για να ακούσει απόφαση κα. Ορθοδόξου) Για Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση: κ. Κυριακίδης. ( για να ακούσει απόφαση κα. Λιασίδου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 23.3.2012, ο ενάγοντας, στα πλαίσια μονομερούς αίτησης την οποία προώθησε, εξασφάλισε διάταγμα με το οποίο του παραχωρήθηκε άδεια για επίδοση της ειδοποίησης του ως άνω κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας, ως επίσης διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης της ως άνω ειδοποίησης με διπλοσυστημένη επιστολή, σε συγκεκριμένη διεύθυνση στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο εναγόμενος εμφανίστηκε στη διαδικασία υπό διαμαρτυρία, καταχωρώντας σχετικό επί τούτου σημείωμα εμφάνισης. Προχώρησε στη συνέχεια στην καταχώρηση και προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, στα πλαίσια της οποίας αξίωνε: "Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει την επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και/ή οποιονδήποτε άλλων εγγράφων προς τον εναγόμενο ως παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή λανθασμένη. Β. Άνευ βλάβης με το αιτητικό Α, Διάταγμα του δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνει την επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος δια τον λόγο ότι δεν επιδόθηκαν όλα τα έγγραφα στον εναγόμενο και ειδικότερα η αίτηση μαζί με την ένορκη δήλωση η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο με σκοπό την εξασφάλιση άδειας για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος. Γ. Άνευ βλάβης με το αιτητικό Β, Διάταγμα του δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνει και/ή παραμερίζει το κλητήριο ένταλμα δια τον λόγο ότι δεν εξασφαλίσθηκε προηγουμένως άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται η επίδοση της ειδοποίησης του κλητήριου εντάλματος και/ή ο παραμερισμός του κλητήριου εντάλματος λόγω του ότι ο ενάγοντας όταν αποτάθηκε στο Δικαστήριο μονομερώς προκειμένου να εξασφαλίσει άδεια για την επίδοση ειδοποίησης κλητήριου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας δεν προέβη σε ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας αγωγής. Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την αναστολή και/ή τον παραμερισμό του κλητήριου εντάλματος της αγωγής προς τον εναγόμενο λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Στ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την αναστολή και/ή τον παραμερισμό του κλητήριου εντάλματος δια τον λόγο ότι ο ενάγοντας δεν απέδειξε ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι έχει εκ πρώτης όψεως (prima-facie) καλό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγομένου. Ζ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την αναστολή και/ή τον παραμερισμό του κλητήριου εντάλματος λόγω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας και/ή ο ενάγοντας κωλύεται λόγω δεδικασμένου από του να προωθήσει την παρούσα αγωγή. Η. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να αναστέλλει κάθε διαδικασία στη παρούσα αγωγή για το λόγο ότι το παρόν Δικαστήριο δεν είναι το κατάλληλο και/ή το αρμόδιο (forum convenience) για να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Θ. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία αποφασίσει το Σεβαστό Δικαστήριο. Ι. Τα έξοδα της αίτησης πλέον ΦΠΑ." Νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί Δ.
- Δ.2, Δ.5 θ.7, Δ.6, Δ.16 θ.3 και 9, Δ.33 θ.10, Δ.48 θ.1,2,3,8 και 9, Δ.64, τα άρθρα 21 και 22 του περί Δικαστηρίων Νόμου, (Ν14/60), οι Ευρωπαϊκοί Κανονισμοί 44/2001/Ε.Κ., 1393/2007/Ε.Κ. και 1346/2000/Ε.Κ., η νομολογία, οι αρχές της επιείκειας και οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση της Μαρίνας Χατζησωτηρίου, ημερομηνίας επίσης 7.5.
- Η κα Χατζησωτηρίου, δικηγόρος στον δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τον εναγόμενο - αιτητή, αφού εξηγά τους λόγους για τους οποίους προβαίνει η ίδια στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη του αιτήματος, υποδεικνύει ότι δεν επιδόθηκαν στον εναγόμενο η αίτηση και ένορκη δήλωση για εξασφάλιση άδειας σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος ενώ παράλληλα, με παραπομπή στον 1393/2007/Ε.Κ., προβάλλει τη θέση ότι η επιτευχθείσα επίδοση θα πρέπει να ακυρωθεί και/ή παραμεριστεί αφού η επίδοση με υπηρεσία μεταφοράς τύπου «courier», μέσω της οποίας επετεύχθη η επίδοση, δεν προβλέπεται στον εν λόγο κανονισμό ως τρόπος κοινοποίησης πράξεων και δικαστικών εγγράφων από μία χώρα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε άλλη. Κατά τον ίδιο τρόπο, υποδεικνύει, το κλητήριο ένταλμα θα πρέπει να ακυρωθεί και παραμεριστεί αφού ο ενάγοντας δεν εξασφάλισε προηγουμένως την άδεια του Δικαστηρίου για σφράγιση του κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και της νομολογίας. Αποτελεί επίσης θέση της ότι σύμφωνα με τον 44/2001/Ε.Κ., το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αφού ο εναγόμενος θα έπρεπε να εναγόταν στο κράτος μέλος που έχει την κατοικία του. Τα Αγγλικά Δικαστήρια, υποστηρίζει, θα αποτελούσαν το κατάλληλο βήμα, (forum of convenience) για εκδίκαση της αγωγής. Η επίδικη διαφορά υποδεικνύει η ομνύουσα, έχει σχέση με ζητήματα πτώχευσης/εκκαθάρισης κατά τρόπο που με βάση τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας 1346/2000/Ε.Κ., υπαγορεύεται ο παραμερισμός της, αφού αρμόδιο Δικαστήριο να την εκδικάσει δεν μπορεί να είναι άλλο από το Πτωχευτικό Δικαστήριο της Αγγλίας. Αποτελεί περαιτέρω θέση της ότι η έγερση και η προώθηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, αφού υπάρχει ήδη η αγωγή με αριθμό 1071/07 η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, στα πλαίσια της οποίας καταχωρήθηκε αίτηση με την οποία επιζητείτο η άδεια και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται και/ή να επιτρέπεται τροποποίηση του τίτλου, δια της προσθήκης του ενάγοντα στην παρούσα αγωγή, ως ενάγοντα αρ. 2 στην αγωγή υπ' αριθμό 1071/
- Οι δύο αγωγές, υποστηρίζει, αφορούν τα ίδια ακριβώς γεγονότα και το ίδιο επίδικο ποσό, προβάλλοντας τη θέση ότι δεν μπορεί να συντρέχουν παράλληλα αφού οι θεραπείες οι οποίες επιζητούνται είναι οι ίδιες και στις δύο αγωγές. Το ως άνω αίτημα για προσθήκη που προωθήθηκε στα πλαίσια της αγωγής 1071/07 απορρίφθηκε μετά από απόφαση του Δικαστηρίου, απόφαση η οποία εφεσιβλήθηκε από την πλευρά του αιτητή στην εν λόγω υπόθεση, έφεση η οποία εξακολουθεί να προωθείται με ανάλογες ενέργειες, στις οποίες γίνεται αναφορά από την ομνύουσα. Η καταχώριση της υπό συζήτηση αγωγής, υποστηρίζει, αποτελεί κλασσικό παράδειγμα κατάχρησης των δικαστικών διαδικασιών, ενώ η παράλειψη του ενάγοντα να αναφέρει τα πιο πάνω γεγονότα, όταν αποτάθηκε μονομερώς στο Δικαστήριο, συνιστά απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων παραβιάζοντας την υποχρέωση για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων προς το Δικαστήριο. Αποτελεί καταληκτική της θέση πως ο ενάγοντας, απευθυνόμενος με την αίτηση του ημερ. 2.3.2012 προς το Δικαστήριο, δεν απέδειξε ως όφειλε ότι είχε εκ πρώτης όψεως καλό αγώγιμο δικαίωμα, όπως προνοείται από την νομολογία. Ο ενάγοντας, (καθ' ου η αίτηση στα πλαίσια της παρούσας) καταχώρισε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην αίτηση. Η ένσταση εδράζεται ουσιαστικά στην ίδια νομική βάση που στηρίζεται και η αίτηση. Οι λόγοι της ένστασης προβάλλονται στο σώμα της. Ειδικότερα, προτάσσεται πως: «
- Οι αξιούμενες θεραπείες είναι νόμω και ουσία αβάσιμες.
- Οι θέσεις που προβάλλονται προς υποστήριξη των αξιούμενων θεραπειών είναι αβάσιμες.
- Η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή καταχωρίστηκε μετά από άδεια που εξασφαλίστηκε προς τούτο με διάταγμα ημερομηνίας 14.2.2012 που εκδόθηκε στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης με αριθμό 12/2012 («Διάταγμα Σφράγισης»).
- Το εν λόγω Διάταγμα Σφράγισης και η μονομερής αίτηση στην οποία βασίστηκε είχαν επιδοθεί στον Εναγόμενο μαζί με το σύνολο των λοιπών εγγράφων που έλαβε. Ανεξάρτητα ή/και άνευ βλάβης ή/και διαζευκτικά, η επίδοση των εν λόγω εγγράφων δεν ήταν ούτε αναγκαία ούτε προβλεπόμενη από οποιοδήποτε νόμο, κανονισμό ή/και νομολογιακή αυθεντία.
- Η θέση περί μη επίδοσης δυνάμει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007 είναι αβάσιμη, καθ΄ ότι ο εν λόγω Κανονισμός δεν ακυρώνει και ούτε αναιρεί τη δυνατότητα υποκατάστατης επίδοσης δυνάμει των διατάξεων του εθνικού δικαίου.
- Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, καθ΄ ότι: (α) Η βάση της αγωγής προέκυψε εντός δικαιοδοσίας ή/και από γεγονότα που έλαβαν χώρα εν όλω ή εν μέρει εντός δικαιοδοσίας. (β) Η αγωγή αφορά ποσό χρημάτων ή/και περιουσία που βρίσκεται κατατεθειμένη σε τραπεζικό ίδρυμα που έχει συσταθεί και λειτουργεί σύμφωνα με τους νόμους ή/και κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας ή/και σε υποκατάστημα αυτού που λειτουργεί εντός της επαρχίας Λάρνακας. Ανεξάρτητα των πιο πάνω, ο εναγόμενος έχει ήδη αποδειχθεί τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων ή/και δεν έχει υποβάλει οποιαδήποτε ένσταση δικαιοδοσίας σε παράλληλη διαδικασία που εκκρεμεί ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων με το ίδιο επίδικο θέμα (αγωγή 1071/2007 του Ε.Δ. Λάρνακας), συνεπεία δε τούτου κωλύεται ή/και εμποδίζεται (estopped) από του να προβαίνει σε ισχυρισμούς ή/και να προβάλλει θέσεις αντίθετες με τις θέσεις που προβάλλει στην ανωτέρω διαδικασία ή/και εν πάση περιπτώσει μια τέτοια ενέργεια ή/και συμπεριφορά συνιστά κατάχρηση διαδικασίας.
- Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για αναστολή της παρούσας αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας ή/και στη βάση της αρχής forum non convenience.
- Η επίδικη διαφορά δεν συνιστά πτωχευτική διαφορά εν τη εννοία του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1346/2000 περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας.
- Ουδεμία κατάχρηση διαδικασίας υπάρχει σε σχέση με την αγωγή 1071/2007 που εκκρεμεί ενώπιον του Ε.Δ. Λάρνακας, δοθέντος του ότι: (α) Ο ενάγοντας στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή και ο ενάγοντας στην αγωγή 1071/2007 που εκκρεμεί ενώπιον του Ε.Δ. Λάρνακας είναι διαφορετικά πρόσωπα. (β) Η αίτηση που καταχωρίστηκε στα πλαίσια της αγωγής 1071/2007 για προσθήκη του Russal J. Carman, υπό την ιδιότητά του ως εκκαθαριστής της εταιρείας Ulva Limited ως ενάγοντα, καταχωρίστηκε από τον ενάγοντα στην αγωγή 1071/2007 και όχι από τον ενάγοντα στην παρούσα αγωγή.
- Ουδεμία απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων έλαβε χώρα.
- Η αίτηση υποβάλλεται καταχρηστικά ή/και άνευ λόγου ή/και αιτίας και με μοναδικό γνώμονα να καθυστερήσει την εκδίκαση της παρούσας διαδικασίας και με αποκλειστικό σκοπό να μην συνεκδικαστούν ή/και να μην συνενωθούν οι αγωγής 1071/2007 και η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή.
- Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση γίνεται από δικηγόρο κατά τρόπο παράτυπο ή/και χωρίς να συντρέχουν οι δέουσες προϋποθέσεις ή/και χωρίς να δίδεται επαρκής ή/και ικανοποιητική εξήγηση ή/και η αίτηση είναι ανυποστήρικτη.» Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση, ως στο σώμα της αναφέρεται, περιέχεται στο φάκελο της διαδικασίας, στο φάκελο της Γενικής Αίτησης 12/2012 Ε.Δ. Λάρνακας και της αγωγής υπ' αριθμό 1071/07 Ε.Δ. Λάρνακας, ως επίσης στην ένορκη δήλωση της κας Νίκης Λιασίδου, ημερ. 25.6.
- Η δικηγόρος Νίκη Λιασίδου, δικηγόρος στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τον ενάγοντα-καθ'ου η αίτηση, με την ως άνω δήλωση της αφού δηλώνει εξουσιοδοτημένη από τον τελευταίο να προβεί στη σχετική ένορκη δήλωση, εξηγώντας παράλληλα ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από προσωπική πείρα, υποδεικνύει ότι εξ όσων πληροφορείται από την υπεύθυνη θεμάτων επιδόσεων των δικηγόρων του ενάγοντα, στον εναγόμενο επιδόθηκε πέραν των όσων ο ίδιος παραδέχεται και το διάταγμα με το οποίο παρασχέθηκε άδεια σφράγισης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, ημερ. 14.2.
- Εν πάση περιπτώσει, υποστηρίζει, η επίδοση του συγκεκριμένου εγγράφου δεν ήταν αναγκαία ούτε προβλεπόμενη από οποιοδήποτε νόμο. Ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 1393/2007/Ε.Κ. υποδεικνύει, δεν ακυρώνει ούτε αναιρεί τη δυνατότητα υποκατάστατης επίδοσης δυνάμει των διατάξεων του Εθνικού Δικαίου. Αποτελεί παράλληλα θέση της ότι το Ε.Δ. Λάρνακας έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση αφού η βάση της αγωγής προέκυψε εντός της δικαιοδοσίας του ή/και από γεγονότα που έλαβαν χώρα εν όλω ή εν μέρει εντός της δικαιοδοσίας του ενώ αυτή αφορά ποσό χρημάτων ή/και περιουσία που βρίσκεται κατατεθειμένη σε τραπεζικό ίδρυμα που λειτουργεί εντός της επαρχίας Λάρνακας. Άλλωστε, υποδεικνύει, ο εναγόμενος έχει ήδη αποδεχθεί τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων χωρίς να υποβάλει οποιαδήποτε ένσταση δικαιοδοσίας σε παράλληλη διαδικασία που εκκρεμεί ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων με το ίδιο επίδικο θέμα (αγωγή υπ΄ αριθμό 1071/07, Ε.Δ. Λάρνακας). Σε κάθε περίπτωση, υποστηρίζει, η επίδικη διαφορά δεν συνιστά πτωχευτική διαφορά εν τη εννοία του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1346/2000/Ε.Κ. ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για αναστολή της παρούσας αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας ή και στη βάση της αρχής forum on convenience. Περαιτέρω, απορρίπτονται ως αβάσιμες οι θέσεις περί κατάχρησης της διαδικασίας αφού ο ενάγοντας στην αγωγή υπ΄ αριθμό 1071/07 του Ε.Δ. Λάρνακας είναι διαφορετικό πρόσωπο από τον ενάγοντα στην παρούσα αγωγή. Διαφορετική κρίση, υποδεικνύει, θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη απαγόρευση και περιορισμό του δικαιώματος του ενάγοντα για πρόσβαση στο Δικαστήριο. Απορρίπτοντας τέλος τη θέση ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε εκ μέρους του ενάγοντα απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, προβάλλει τη θέση ότι η υπό συζήτηση αίτηση προωθείται καταχρηστικά άνευ λόγου και αιτίας, με μοναδικό γνώμονα την καθυστέρηση της διαδικασίας και απώτερο σκοπό να μην συνεκδικαστούν ή/και συνενωθούν η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή με την αγωγή υπ' αριθμό 1071/
- Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό συζήτηση αίτησης και οι δύο πλευρές επέλεξαν να περιοριστούν σε αγορεύσεις, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, υιοθετώντας τις, στα πλαίσια των οποίων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους παραπέμποντας σε σχετική νομολογία. Το Δικαστήριο έχει σημειώσει με πολλή προσοχή τις αναφορές, τοποθετήσεις, επιχειρήματα και εισηγήσεις των δύο πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της συζήτησης της παρούσας αίτησης. Ειδικότερη αναφορά γίνεται σε αυτές όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς της παρούσας. Σπεύδω εξ αρχής να σημειώσω πως με δεδομένη τη δήλωση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγόμενου - αιτητή, ότι η πλευρά του δεν θα υποστηρίξει ούτε θα επιμείνει στην προώθηση των αιτητικών Β, Γ και Ε ως αυτά περιλαμβάνονται στην αίτηση του, τα συγκεκριμένα ζητήματα δεν θα απασχολήσουν ούτε το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας απόφασης του. Ανυποστήριχτη είναι η υπό συζήτηση αίτηση, προβάλλει ανάμεσα σε άλλα η πλευρά του ενάγοντα-καθ΄ ου η αίτηση, ενόψει του γεγονότος ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση γίνεται κατά τρόπο παράτυπο από δικηγόρο και χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις ή να δίνεται επαρκής ικανοποιητική εξήγηση προς τούτο. Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης, ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ' ου η αίτηση παρέπεμψε το Δικαστήριο στο λόγο της υπόθεσης Rybolovlev κ.α. v. Rybolovleva
(2010)1(Α) ΑΑΔ 82, η οποία συνοψίζει ουσιαστικά τις καλά καθιερωμένες αρχές της νομολογίας σε σχέση με το ζήτημα της κατάρτισης και υποβολής, σε δικαστική διαδικασία, ένορκης δήλωσης από δικηγόρο. Ως υποδεικνύεται, ανάμεσα σε άλλα στην αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση: «.. θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ΄ ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν΄ αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω)..» Για να συμπληρώσει καταλήγοντας πιο κάτω στην εν λόγω απόφαση του ο σεβαστός Δικαστής κ. Κληρίδης, ότι: «.. Μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ο ομνύον είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών.» Εξετάζοντας την ως άνω εισήγηση της πλευράς του ενάγοντα-καθ΄ ου η αίτηση, πέραν του γεγονότος ότι η ομνύουσα προς υποστήριξη του αιτήματος δικηγόρος εξηγεί ότι προβαίνει η ίδια σε ένορκη δήλωση μετά από μελέτη του σχετικού φακέλου, από πληροφορίες που έλαβε από άλλους δικηγόρους του δικηγορικού οίκου που χειρίζονται την υπόθεση για την πλευρά του εναγομένου-αιτητή, υποδεικνύοντας παράλληλα το γεγονός ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον τελευταίο να προβεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση, εξηγεί περαιτέρω ότι λόγω του κατεπείγοντος του θέματος και των πολλαπλών υποχρεώσεων του εναγομένου, (κάτοικου εξωτερικού) ήταν αδύνατο γι' αυτόν να μεταβεί στην Κύπρο σε αυτό το στάδιο, για να προβεί ο ίδιος στην ένορκη δήλωση. Οι πιο πάνω αναφορές και εξηγήσεις, από μόνες τους, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Rybolovlev (ανωτέρω), είναι κατά την αντίληψη μου και στην υπό συζήτηση περίπτωση, χωρίς οποιαδήποτε άλλη εξήγηση, ικανές να δικαιολογήσουν γιατί το πραγματικό υπόβαθρο προς υποστήριξη της υπό συζήτηση αίτησης τέθηκε μέσω της δήλωσης της συγκεκριμένης δικηγόρου και όχι του ίδιου του διάδικου, η οποία αποκάλυψε ικανοποιητικά τις πηγές πληροφόρησης της. Δεν μπορεί παρά να σημειωθεί το γεγονός πως προφανώς, κατ΄ επίκληση και εφαρμογή των πιο πάνω αρχών και την ειδοποίηση ένστασης του ενάγοντα-καθ΄ ου η αίτηση, συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση δικηγόρου αντί του ίδιου του διαδίκου, χωρίς να δίδονται μάλιστα οποιεσδήποτε περαιτέρω εξηγήσεις προς τούτο, πέραν από την δήλωση της ομνύουσας ότι είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στη σχετική ένορκη δήλωση από τον ενάγοντα και ότι έτυχε σχετικής πληροφόρησης από αυτόν. Το γεγονός ότι η επίδοση των σχετικών εγγράφων στον εναγόμενο- αιτητή επετεύχθη διά μέσου υπηρεσίας «courier», αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των δύο πλευρών. Τούτο εξάλλου τέθηκε ως πραγματικό γεγονός από την πλευρά του αιτητή, (παράγραφος 5 ένορκης δήλωσης ημερ. 7.5.2012 της Μαρίνας Χατζησωτηρίου) το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του ενάγοντα-καθ΄ ου η αίτηση. Επιχειρηματολόγησαν άλλωστε οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών ως προς το σύννομο του συγκεκριμένου τρόπου επίδοσης, απασχολώντας τους ειδικότερα το ζήτημα αν ο συγκεκριμένος τρόπος επίδοσης καλύπτεται από τις πρόνοιες του 1397/2007 Ε.Κ. και αν ο εν λόγο Ευρωπαϊκός Κανονισμός ακυρώνει ή αναιρεί την δυνατότητα υποκατάστατης επίδοσης δυνάμει των διατάξεων του εθνικού δικαίου. Η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος υποστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή, η οποία φαίνεται να έγινε, ως οι πρόνοιες του διατάγματος, μέσω υπηρεσίας μεταφοράς αντικειμένων, τύπου «courier», πρέπει να ακυρωθεί αφού έγινε με τρόπο που δεν προβλέπεται από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007/Ε.Κ. Καθ' ην έκταση, υποστηρίζει, η επίδοση φαίνεται να έγινε κατά παράβαση του ως άνω Ευρωπαϊκού Κανονισμού, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί άκυρη και ως εκ τούτου να παραμεριστεί. Εξετάζοντας το φάκελο της διαδικασίας διαπιστώνεται ότι στις 23.3.2012, ημερομηνία που εξεδόθη τελικά το προσβαλλόμενο διάταγμα, η άδεια/διάταγμα του Δικαστηρίου σε σχέση με το ζήτημα που εδώ ενδιαφέρει, ήταν ως το Α και Β της μονομερούς αίτησης ημερ. 2.3.12 του ενάγοντα-αιτητή, με επιπρόσθετες οδηγίες όσον αφορά τη δυνατότητα εμφάνισης του εναγομένου και τον τρόπο προώθησης της αγωγής σε βάρος του, σε περίπτωση που ο τελευταίος δεν εμφανιζόταν στη διαδικασία εντός της ταχθείσας από το Δικαστήριο ημερομηνίας. Τα αιτητικά Α και Β της αίτησης ημερ. 2.3.2012 έχουν ως εξής: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου παρέχον άδεια για επίδοση ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου παρέχον άδεια για υποκατάσταση επίδοση ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος στον εναγόμενο δια διπλοσυστημένης επιστολής στην κατωτέρω διεύθυνση: 1 St Swithin Street Worcester Worcestershire WR1 2PY United Kingdom» Είναι φανερό από τα πιο πάνω, ότι το Δικαστήριο μέσω του διατάγματος του ημερ. 23.3.2012, πέραν από την άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας, παραχώρησε άδεια για υποκατάσταση επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στην ως άνω διεύθυνση δια διπλοσυστημένης επιστολής, κατά τον τρόπο δηλαδή που ζητείτο στην αίτηση. Το ως άνω διάταγμα του Δικαστηρίου συντάχθηκε στις 26.3.2012. Εξετάζοντας το διάταγμα όπως αυτό συντάχθηκε στις 26.3.2012, εντοπίζεται ότι όσον αφορά τον τρόπο υποκατάστατης επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, πέραν της αναφοράς και της διαταγής του Δικαστηρίου όπως αυτή γίνει δια διπλοσυστημένης επιστολής σε συγκεκριμένη διεύθυνση, άγνωστο πως, παρείσφρησε σε αυτό και η φράση «ή υπηρεσίας courier». Η πλευρά του ενάγοντα-καθ΄ ου η αίτηση, εξασφαλίζοντας το διάταγμα ως αυτό είχε λανθασμένα προφανώς συνταχθεί, προχώρησε στην επίδοση των εγγράφων όχι όπως ο ίδιος επιζητούσε με την αίτηση του και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, αλλά μέσω υπηρεσίας «courier» όπως αυτή η πρόνοια λανθασμένα είχε παρεισφρήσει κατά το στάδιο που το διάταγμα συντασσόταν από το αρμόδιο τμήμα του Πρωτοκολλητείου. Δεν χρειάζονται να λεχθούν πολλά. Είναι φανερό ότι η επιτευχθείσα επίδοση πάσχει, αφού ουσιαστικά έγινε στη βάση όχι του διατάγματος που πραγματικά εξεδόθη από το Δικαστήριο κατά την 23.3.2012, το οποίο ήταν όπως είχε ζητηθεί από την πλευρά του αιτητή, αλλά στη βάση λανθασμένα συνταχθέντος διατάγματος. Ο εντοπισμός της ως άνω αταξίας, καταδεικνύει ότι η επίδοση των εγγράφων επιτεύχθηκε κατά τρόπο που δεν είχε ουσιαστικά εγκριθεί από το Δικαστήριο Τούτο, από μόνο του, αποβαίνει καταλυτικό για το ζήτημα της εγκυρότητας της επίδοσης των σχετικών εγγράφων στον εναγόμενο - αιτητή σφραγίζοντας την ακύρωση της επιτευχθείσας επίδοσης. Η ως άνω κατάληξη του Δικαστηρίου, καθιστά κατά την αντίληψη μου αχρείαστη και εν πολλοίς θεωρητική άσκηση εκ μέρους του Δικαστηρίου, την περαιτέρω ενασχόληση στα πλαίσια της παρούσας απόφασης με την προβληματική εάν και κατά πόσο ο κοινά αποδεκτός τρόπος επίδοσης στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι σύννομος, επιτρεπτός ή αντίθετος με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007/Ε.Κ. και αν ο εν λόγω Ευρωπαϊκός Κανονισμός ακυρώνει ή αναιρεί την δυνατότητα υποκατάστατης επίδοσης δυνάμει των διατάξεων του εθνικού δικαίου. Αντίθετα, καθ' ην έκταση η πλευρά του αιτητή πέραν από τον παραμερισμό της επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος προσβάλλει και την εγκυρότητα του διατάγματος ημερ. 23.3.2012, ενώ επιζητείται και ο παραμερισμός του ίδιου του κλητηρίου εντάλματος, κρίνεται αναγκαία η εξέταση των υπόλοιπων ζητημάτων που η πλευρά του εναγομένου προκρίνει με την αίτηση της. Η αίτηση της πλευράς που εκπροσωπεί, υποστηρίζει ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου - αιτητή, θα πρέπει να έχει επιτυχή κατάληξη, αφενός, ενόψει του γεγονότος ότι ο ενάγοντας προσερχόμενος μονομερώς στο Δικαστήριο για την εξασφάλιση του σχετικού διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που σχετίζονται με την ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και αφετέρου, επειδή με την ένορκη δήλωση της Μαρίας Καμάρη, η οποία υποστήριζε το αίτημα, δεν ικανοποιήθηκε το κριτήριο της κατάδειξης εκ πρώτης όψεως καλού αγώγιμου δικαιώματος σε βάρος του εναγομένου, ως είχε υποχρέωση ο ενάγοντας-αιτητής να καταδείξει στο Δικαστήριο σύμφωνα με τη νομολογία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή, στα πλαίσια της επιχειρηματολογίας του, παραπέμποντας στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστήριζε την αίτηση του ενάγοντα για εξασφάλιση της άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, υπέδειξε ότι δεν μπορεί να ικανοποιηθεί το κριτήριο της κατάδειξης του εκ πρώτης όψεως καλού αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα-καθ΄ ου η αίτηση στα πλαίσια της παρούσας, επισημαίνοντας παράλληλα ότι δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου το γεγονός ότι έγινε προσπάθεια εισαγωγής του ενάγοντα στην παρούσα αγωγή, ως ενάγοντα αρ.2 στην αγωγή υπ' αριθμό 1071/07 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, η οποία αφορά τα ίδια γεγονότα και στα πλαίσια της οποίας επιζητούνται σε βάρος του εναγομένου οι ίδιες θεραπείες. Ούτε τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου το γεγονός πως μετά την απόρριψη του πιο πάνω αιτήματος από το Δικαστήριο στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμό 1071/07, ασκήθηκε έφεση από την πλευρά που επεδίωκε την πρόσθεση του καθ' ου η αίτηση στην παρούσα ως ενάγοντα αρ.2 στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμό 1071/07, η οποία εξακολουθεί να εκκρεμεί στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της χώρας. Η προβλεπόμενη από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς άδεια για σφράγιση και επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας, δεν συνιστά ασφαλώς τυπική διαδικασία. Μέσω της διευρύνεται η τοπική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, αφού το τελευταίο καθιστά τον εαυτό του κατάλληλο να εκδικάσει υπόθεση στην οποία υπάρχουν αλλοδαποί εναγόμενοι που διαμένουν στο εξωτερικό. Ο ενάγοντας, θα πρέπει να πείσει ότι έχει καλή υπόθεση σε βάρος των εναγομένων οι οποίοι βρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας και ότι οι τελευταίοι είναι αναγκαίοι ή κατάλληλοι διάδικοι. Εν πάση περιπτώσει, ως προβλέπεται στην Δ.6 θ.1 των Διαδικαστικών Κανονισμών, η άδεια του Δικαστηρίου προς τούτο είναι δυνατό να δοθεί εάν συντρέχουν οι περιστάσεις που εναλλακτικά εκτίθενται στα σημεία a - h του θ.1 της Δ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας. Σε σχέση με τον τρόπο που το Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίζει και να εξετάζει αιτήσεις αυτού του είδους, στην υπόθεση Zachar. & Pant. Enter. Ltd v. Fiat Auto S.P.A.
(2000)1(A) AAΔ 447, υποδείχθηκε ότι: «Δεν θα ήταν ανωφελές να παρατηρήσουμε περαιτέρω ότι αιτήσεις για επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να εξετάζονται με σχολαστική προσοχή, όπως απαιτείται στα πλαίσια του άρθρου 3 και της Δ.6, ώστε το Δικαστήριο να ικανοποιείται με βάση πλήρη και λεπτομερή ένορκη δήλωση σε στήριξη της αίτησης ότι συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις. Όπως τονίσθηκε και στη Demstar, ανωτέρω, η ύπαρξη των προϋποθέσεων για τη χορήγηση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να τεκμηριώνεται με την προσαγωγή ανάλογης μαρτυρίας, και δεν αρκεί η επίκληση γνώμης για την ύπαρξη των αναγκαίων δεδομένων, ούτε, ασφαλώς, η απλή γενική και συμπερασματική αναφορά ότι οι προϋποθέσεις συντρέχουν.» Σύμφωνα με την Δ.6 θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών, μέσω της ένορκης δήλωσης η οποία θα πρέπει να συνοδεύει σχετικό αίτημα, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί μεταξύ άλλων ότι ο ενάγοντας έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής, καταδεικνύοντας τον τόπο ή τη χώρα στην οποία ο εναγόμενος δυνατό να ευρεθεί, ως επίσης το υπόβαθρο των γεγονότων στο οποίο η αίτηση βασίζεται. Σε σχέση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει αίτηση για εξασφάλιση άδειας επίδοσης κλητηρίου εντάλματος στο εξωτερικό, και τι ζητήματα αυτή θα πρέπει να καλύπτει, βλέπε επίσης την Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική του 1956 (Annual Practice) σελ. 99 και 100 ως επίσης Hani Mousa El-Sayegh v. Gredit Suisse
(1996)1(B) AAΔ.836 και Willstrop κ.α. ν. Mammous κ.α.
(2010)1(Γ) ΑΑΔ 1740. Στην υπόθεση Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1(A) AAΔ.597, επιβεβαιώθηκε ουσιαστικά ο κανόνας σύμφωνα με τον οποίο ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση χορήγηση θεραπείας, θα πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Υπογραμμίστηκε παράλληλα ότι η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. Σε κάθε περίπτωση δε, το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. Δεν συνιστά βέβαια παραπλάνηση του Δικαστηρίου κάθε παράλειψη, όπως επεξηγείται στην υπόθεση Brink΄s Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ
- Ότι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, τα οποία θα βάρυναν τη σκέψη του τελευταίου όταν εξέταζε την μονομερή αίτηση. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω σε συνδυασμό πάντα με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της Μαρίας Καμάρη ημερ. 2.3.2011 η οποία συνόδευε την μονομερή αίτηση ίδιας ημερομηνίας του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση στην παρούσα, όσο και τη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση ημερ. 21.3.2011, είναι φανερό κατά την αντίληψη μου ότι δεν έχει τεθεί μέσω τους το υπόβαθρο εκείνων των γεγονότων που θα καταδείκνυε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ο νόμος και η νομολογία τάσσει, ως πιο πάνω με συντομία έχουν αναφερθεί, καταδεικνύοντας ανάμεσα σε άλλα ότι υπάρχει πράγματι εκ πρώτης όψεως καλό αγώγιμο δικαίωμα σε βάρος του εναγομένου, κατά τρόπο που θα δικαιολογείτο η εξασφάλιση της σχετικής άδειας. Ομοίως, η μη αποκάλυψη του γεγονότος ότι ο ενάγοντας επιχειρήθηκε να προστεθεί ως ενάγοντας αρ.2 στα πλαίσια ήδη υφιστάμενης αγωγής εναντίον του εναγομένου που αφορά τα ίδια ζητήματα και στα πλαίσια της οποίας επιζητούνται οι ίδιες θεραπείες, ενώ ταυτόχρονα η απορριπτική απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου στο πιο πάνω αίτημα έχει εφεσιβληθεί, με αποτέλεσμα το ζήτημα να παραμένει για σκοπούς εξέτασης ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου της χώρας, αν δηλαδή θα εγκριθεί ή όχι τελικά το αίτημα για να ενσωματωθεί ως ενάγοντας αρ. 2 εναντίον του εναγομένου στα πλαίσια της αγωγής υπ' αρ. 1071/07 που προηγήθηκε, αποτελούν κατά την αντίληψη μου γεγονότα, εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, τα οποία θα βάραιναν τη σκέψη του τελευταίου όταν εξέταζε την μονομερή αίτηση. Η πλευρά του ενάγοντα-αιτητή όφειλε κατά την αντίληψη μου να επιστήσει την προσοχή του Δικαστηρίου στο ζήτημα και να θέσει την πιο πάνω πληροφόρηση και γεγονότα υπόψη του. Οι ως άνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου δεν θα μπορούσαν ασφαλώς, από μόνες τους, να οδηγήσουν στον παραμερισμό του ίδιου του κλητηρίου. Αποτέλεσμα ωστόσο των παραλείψεων που εντοπίστηκαν πιο πάνω δεν μπορεί να είναι άλλο από τον παραμερισμό όχι μόνο της επίδοσης που επιτεύχθηκε αλλά και της άδειας/διατάγματος για επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος εκτός της δικαιοδοσίας, ημερ. 23.3.
- (βλ. Αίτηση Certiorari αρ. 3/99 Γενικός Εισαγγελέας
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1196). Προβάλλοντας τη θέση ότι με την παρούσα αγωγή επιζητείται η ίδια θεραπεία που διεκδικείται στα πλαίσια της υπόθεσης υπ. αρ. 1071/07 Ε.Δ. Λάρνακας, κατά την εξέλιξη της διαδικασίας της οποίας επιχειρήθηκε, ανεπιτυχώς, να καταστεί ο καθ' ου η αίτηση ως ενάγοντας αρ.2, του γεγονότος ότι κατά της απόφασης του Δικαστηρίου στα πλαίσια της υπόθεσης 1071/07 να απορρίψει το ως άνω αίτημα έχει ασκηθεί έφεση, η οποία μέχρι σήμερα εκκρεμεί, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τα γεγονότα των δύο υποθέσεων είναι τα ίδια, η πλευρά του αιτητή ζητά τέλος την αναστολή και/ή τον παραμερισμό του κλητήριου εντάλματος της παρούσας αγωγής, λόγω κατάχρησης των δικαστικών διαδικασιών εκ μέρους του ενάγοντα. Αδιαμφισβήτητη είναι η σύμφυτη δικαιοδοσία και εξουσία του Δικαστηρίου να ανακόψει και να καταστείλει, τη δεδομένη στιγμή, διαδικασίες οι οποίες καταχρηστικά προωθούνται ενώπιον του. Αποκαλυπτικό της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου να περιστείλει καταχρήσεις της δικαιοδοσίας του, είναι το πιο κάτω απόσπασμα της απόφασης του σεβαστού πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πική, στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 AAΔ 217: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσω τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι΄ αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δεν συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα. Μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Ως έχει άλλωστε υποδειχθεί από τον σεβαστό Δικαστή κ. Καλλή στην υπόθεση Loucos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρέινμπ Πλ και Ντάιγκ Κο, Λτδ,
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1014: «Έχει νομολογηθεί ότι τα Δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της διαδικαστικής διαδικασίας. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 CLR 348, Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ.2)
(1993)1 ΑΑΔ 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217, Re Beogradska D.D. Πολιτική Έφεση 9495 ημερομηνίας 6/9/1996 και Βασιλείου ν. Μακρίδη Ποινική Έφεση 6805 ημερομηνίας 24/2/2000).» Το γεγονός ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, κάποτε μοναδικές, έχει σημειωθεί άλλωστε και από τον Λόρδο Diplock στην υπόθεση Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another
(1981)3 All E.R. 727. Στη σελίδα 729 του ως άνω τόμου που αυτή βρίσκεται δημοσιευμένη, υποδεικνύεται ειδικότερα πως: «It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power.» Το γεγονός ότι ουσιαστικά επιζητούνται οι ίδιες θεραπείες στα πλαίσια της αγωγής 1071/2007 Ε. Δ. Λάρνακας και της παρούσας αγωγής, δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του καθ' ου η αίτηση. Διαπιστώνεται άλλωστε τούτο από τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση και από τον φάκελο της διαδικασίας. Προβάλλεται ωστόσο από την πλευρά του καθ' ου η αίτηση πως η αίτηση για προσθήκη του ως ενάγοντα αρ. 2 στην αγωγή υπ. αρ. 1071/2007 επιχειρήθηκε από τρίτο πρόσωπο, υποδεικνύοντας ότι η μέσω της παρούσας αγωγής αιτούμενη παροχή από την πλευρά του δικαστικής προστασίας, δεν συνιστά κατάχρηση διαδικασίας. Στην περίπτωση που γίνει δεκτή η εισήγηση του αιτητή, υποστηρίζει, ο καθ' ου η αίτηση δεν θα μπορεί να προστατεύσει τα δικαιώματα του. Το γεγονός ότι την αίτηση για πρόσθεση του καθ' ου η αίτηση ως ενάγοντα αρ. 2 στην αγωγή υπ' αριθμό 1071/07 επιχείρησε, μέσω του ίδιου δικηγορικού οίκου άλλο πρόσωπο, (ο ενάγοντας στην αγωγή 1071/07) δεν φαίνεται να διαφοροποιεί την κατάσταση πραγμάτων. Γεγονός παραμένει ότι σε περίπτωση που επιτευχθεί τελικά τούτο, μέσω της επιτυχίας της έφεσης κατά της απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου που δεν το επέτρεψε, η οποία ασκήθηκε ήδη προ της καταχώρισης και προώθησης της παρούσας αγωγής, τούτο ουσιαστικά θα έχει σαν αποτέλεσμα να εκκρεμούν ενώπιον των Δικαστηρίων δύο ανεξάρτητες δικονομικά διαδικασίες οι οποίες σε σχέση τουλάχιστον με τον καθ' ου η αίτηση και τον αιτητή θα είναι όμοιες ως προς το αντικείμενο και τις θεραπείες. Προς επίτευξη δηλαδή του ίδιου στόχου εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση, προβάλλοντας μάλιστα τους ίδιους λόγους, ο τελευταίος θα μετέρχεται ουσιαστικά δύο διαφορετικά ένδικα μέσα. Εξέλιξη που ως πιο πάνω έχει εκτεθεί δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως κατάχρηση των διαδικασιών η οποία μπορεί και πρέπει να παρεμποδισθεί. Έχοντας κατά νου τον λόγο του σεβαστού Δικαστή Κωνσταντινίδη, στα πλαίσια της απόφασης του στην υπόθεση Δημητρίου ν. Γαβριήλ
(2001)1(Α) 16, όπου απασχόλησαν παρόμοια ζητήματα, με δεδομένη την προώθηση και την εκκρεμότητα της έφεσης κατά της απόφασης που δεν επέτρεψε την προσθήκη του καθ' ου στην παρούσα αίτηση ως ενάγοντα αρ.2 στην ως άνω αγωγή 1071/07, και στη υπό εξέταση περίπτωση, τυχόν επιτυχία του υπό συζήτηση αιτήματος δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποστερεί από τον καθ' ου η αίτηση το δικαίωμα για δικαστική προστασία και διεκδίκηση των δικαιωμάτων του. Η δυνατότητα αυτή παραμένει πάντα ανοιχτή, επιζητείται άλλωστε μέσω της καταχώρησης και προώθησης της ως άνω έφεσης μέχρι και σήμερα. Παρά το γεγονός ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να παρεμβαίνει κατά τον πιο πάνω τρόπο σε δικαστικές διαδικασίες επιβάλλεται όπως ασκείται με φειδώ, συνάρτηση προφανώς της δραστικότητας αυτής της παρέμβασης, έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, ως πιο πάνω έχουν εκτεθεί, αισθάνομαι ότι το Δικαστήριο στην υπό εξέταση περίπτωση καθηκόντως θα πρέπει να παρέμβει, προς τον σκοπό διαφύλαξης των Δικαστικών Διαδικασιών και της παρεμπόδισης της καταχρηστικής προώθησης τους. Ότι απασχολεί είναι αν η παρέμβαση αυτή του Δικαστηρίου θα πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της παρούσας μεταγενέστερης αγωγής, ως καταχρηστικά προωθούμενης ή να περιοριστεί στην αναστολή της. Με δεδομένο δε ότι η διαδικασία προσθήκης του καθ' ου η αίτηση ως ενάγοντα αρ.2, στα πλαίσια της αγωγής υπ. αρ. 1071/07 δεν προωθήθηκε από τον ίδιο τον καθ' ου η αίτηση, όπως και η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης που δεν επέτρεψε τούτο, η οποία εξακολουθεί να εκκρεμεί μέχρι και σήμερα, είναι φανερό ότι τυχόν απόπειρα το Δικαστηρίου να κληθεί ο καθ' ου η αίτηση για να επιλέξει ποια από τις δύο διαδικασίες θα προωθηθεί, (Δημοκρατία v Υψαρίδη κ.α. (Αρ.2)
(1993)3 ΑΑΔ 347) δεν θα μπορούσε σύννομα εδώ να ακολουθηθεί ούτε θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Re Beogradska D.D.
(1996)1Β ΑΑΔ 911, δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας στην επιλογή του μέτρου που το Δικαστήριο μπορεί να λάβει προς καταστολή διαπιστωμένης κατάχρησης. Υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό εξέταση περίπτωση, τυχόν απόρριψη της παρούσας αγωγής, σε περίπτωση αποτυχίας της ως άνω αναφερόμενης έφεσης που εκκρεμεί κατά της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην επιτρέψει την προσθήκη του καθ' ου η αίτηση ως ενάγοντα αρ.2 στα πλαίσια της όμοιας αγωγής υπ. αρ. 1071/07 Ε.Δ. Λάρνακας, θα είχε σαν αποτέλεσμα ο καθ' ου η αίτηση-ενάγοντας στην παρούσα αγωγή, στο τέλος της μέρας να στερηθεί του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο προς υποστήριξη και διεκδίκηση των δικαιωμάτων του. Υπό τις περιστάσεις, κρίνεται προσφορότερη η παρέμβαση του Δικαστηρίου μέσω του μέτρου της αναστολής της διαδικασίας της παρούσας αγωγής μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας της ως άνω αναφερόμενης έφεσης και της έκδοσης σχετικής απόφασης του Δικαστηρίου. Με την απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου της χώρας επί του ζητήματος, οι διάδικοι θα έχουν τη δυνατότητα να προωθήσουν ανάλογα αιτήματα σε σχέση με την περαιτέρω πορεία της παρούσας αγωγής. Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, τόσο η επιτευχθείσα επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής στο εξωτερικό, όσο και η άδεια/διάταγμα ημερ. 23.3.2012, που εξασφαλίστηκε προς τούτο, παραμερίζονται και ακυρώνονται. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα αναστολής της διαδικασίας της παρούσας αγωγής μέχρι την έκδοση της απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου επί της έφεσης που ασκήθηκε κατά της ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 23.03.2012 που εκδόθηκε τα πλαίσια της αγωγής υπ. αρ. 1071/07, Ε.Δ. Λάρνακας. Κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα σε σχέση με τα έξοδα, σύμφωνα με τον οποίο συνήθως πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας (βλ. Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 30, σελ. 421, παρ. 795-796), τα έξοδα της αίτησης θα επιβαρυνθεί η πλευρά του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση προς όφελος του εναγόμενου - αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο