Broda Agro Trade (Cyprus) Limited ν. Alfred C Toepfer Interantional GmbH, Γεν. Αίτ.: 85/12, 22/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Γεν. Αίτ.: 85/12 Μεταξύ: Broda Agro Trade (Cyprus) Limited Αιτητών και Alfred C. Toepfer Interantional GmbH Καθ΄ων η Αίτηση Ημερομηνία: 22 Φεβρουαρίου,
- Αίτηση ημ. 5-7-12 για Εγγραφή Αλλοδαπής Διαιτητικής Απόφασης. Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Κωνσταντίνου, για Χ. Αργυρού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ων: κ. Ιακωβίδης, για Μοντάνιος & Μοντάνιος Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση τους οι Αιτητές αιτούνται: Απόφαση και ή Διάταγμα για την εγγραφή και αναγνώριση της απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Κρασνοντάρ της Ρωσικής Ομοσπονδίας ημ. 26-6-
- Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 1-3 του Κυρωτικού Ν. 172/86, στα άρθρα 1-7, 15, 23-28 της Συνθήκης μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας και Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, στο άρθρο 2
(4)του Κυρωτικού Ν.34(iii)/01, στον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Ν. 121
(1)/00, στον Κανονισμό (ΕΚ) 1393/07 και στη Δ.48 θ.1-
- Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου κας Αντωνίας Θεοφάνους, στην οποίαν μεταξύ άλλων αναφέρει: i. Ότι στις 26-6-08 οι Αιτητές εξασφάλισαν απόφαση από το Διαιτητικό Δικαστήριο του Κρασνοντάρ Ρωσίας πως ουδέποτε είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων η Σύμβαση υπ' αρ. 1-053/2007 ημερ. 22-2-07 (Τεκμήρια 1,1Α). ii. Ότι η απόφαση είναι τελεσίδικη και εκτελεστή. iii. Ότι οι Καθ' ων είχαν εμφανιστεί και έλαβαν μέρος στη διαδικασία. iv. Ότι οι Καθ' ων είχαν ξεκινήσει διαδικασία εναντίον των Αιτητών ενώπιον του Οργανισμού Εμπορίας Σιτηρών και Ζωοτροφών (στο εξής "GAFTA") στο Λονδίνο επί τη βάσει του ότι είχε συναφθεί σύμβαση μεταξύ των μερών περιέχουσα ρήτρα διαιτησίας. Παραθέτει δε το ιστορικό της όλης διαφοράς η οποία κατέληξε σε απόφαση εις βάρος των Αιτητών για $4.297,750, ενώ αίτημα για περαιτέρω έφεση στο Supreme Court απερρίφθη στις 4-4-
- v. Ότι έχουν προηγηθεί τρεις αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και μια του Εφετείου εν σχέσει με τις προσπάθειες για εγγραφή στην Κύπρο, ήτοι στις Γ.Α αρ. 79/08, 91/09, 72/10 και στην Πολ. Εφ. 141/11 (Τεκμήρια 2-5). Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρισαν ένσταση προβάλλοντας πέντε λόγους οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι:
- Υπάρχει δεδικασμένο λόγω της προηγηθείσας απόρριψης της Γ.Α 79/
- Η Συνθήκη που κυρώθηκε με το Ν.172/86δεν τυγχάνει εφαρμογής σε νομικά πρόσωπα που εδρεύουν εκτός των συμβαλλομένων Κρατών, όπως στην παρούσα όπου οι Καθ' ων έχουν την έδρα τους στην Γερμανία.
- Η Συνθήκη δεν προνοεί για την εγγραφή διαιτητικών αποφάσεων.
- Το αντίγραφο της Ρωσικής απόφασης (Τεκμ. 1) δεν είναι δεόντως πιστοποιημένο.
- Η μετάφραση της Ρωσικής απόφασης (Τεκμ. 1Α) δεν είναι δεόντως πιστοποιημένη. Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση της η δικηγορική υπάλληλος κα Ξένια Αντωνιάδου στην πραγματικότητα επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης τους οποίους υιοθετεί. Νομική πτυχή. Δεδομένου ότι οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε αγορεύσεις, απαιτείται η εξέταση των προϋποθέσεων εγγραφής αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης σε συνδυασμό με τους εγερθέντες λόγους ένστασης. Θα πρέπει επί τούτου να σημειωθεί πως οι Αιτητές δεν ασχολήθηκαν στην αγόρευση τους με τις προϋποθέσεις εγγραφής, αλλά περιορίστηκαν μόνο στον σχολιασμό των λόγων ένστασης, στηριζόμενοι προφανώς στο ότι δεν αμφισβητούνται τυχόν άλλες προϋποθέσεις εγγραφής και αναγνώρισης, πέραν αυτών που αναφέρθηκαν στην ένσταση. Προέχει η εξέταση της θέσης των Καθ' ων ότι το θέμα αποτελεί δεδικασμένο. Θα πρέπει όμως να επισημανθεί πως σύμφωνα με το άρθρο 29 της Συνθήκης ο Καθ' ου σε μια τέτοια διαδικασία δικαιούται να φέρει ένσταση στην εκτέλεση της απόφασης ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου του Κράτους στο οποίο θα εκτελεστεί βασιζόμενος σε λόγους αποδεκτούς κατά το δίκαιο του Κράτους στο οποίο έχει εκδοθεί η απόφαση. Στην παρούσα δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ότι όλοι οι λόγοι ένστασης είναι αποδεκτοί στη Ρωσική Ομοσπονδία, υπό την έννοια ότι δύνανται να προβληθούν εκεί. Κανονικά θα έπρεπε να απορριφθούν χωρίς την εξέταση τους ελλείψει μαρτυρίας για το Ρωσικό δίκαιο που θα έπρεπε να αποδειχθεί ως πραγματικό γεγονός. Παρά ταύτα κρίνω ορθό να εξεταστούν όλες οι προϋποθέσεις, καθώς και οι λόγοι που προέβαλαν οι Καθ' ων, λαμβάνοντας υπόψιν ότι όλοι, εκτός της ένστασης δεδικασμένου, σχετίζονται ούτως ή άλλως και με τις προϋποθέσεις αναγνώρισης και εκτέλεσης. Δεδικασμένο (res judicata). Όσον αφορά το κώλυμα λόγω δεδικασμένου, με βάση την υπ. Πανεράς v. Πανερά
(2001)1 Γ ΑΑΔ 1684 η εφαρμογή του κανόνα αυτού προϋποθέτει: α) Ταύτιση διαδίκων. β) Ταύτιση ιδιότητας διαδίκων. γ) Ταύτιση επίδικων θεμάτων. δ) Τελεσίδικη απόφαση (Final). (βλ. και υπ. Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 670). Οι Καθ' ων επικεντρώνουν την εισήγηση τους περί ύπαρξης δεδικασμένου στην προηγηθείσα απόφαση στην Γ.Α. 79/08 ημερ. 30-9-09, ισχυριζόμενοι ότι ήταν παρόμοια αίτηση με ταυτόσημη θεραπεία μεταξύ των ίδιων διαδίκων, η οποία είχε απορριφθεί επί της ουσίας και για αυτό οι Αιτητές κωλύονται να ζητήσουν για δεύτερη φορά την ίδια θεραπεία. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως συντρέχουν οι τρεις πρώτες πιο πάνω προϋποθέσεις αφού όπως συνάγεται από το Τεκμήριο 2 η Γ.Α 79/08 αφορούσε αίτηση των Αιτητών εναντίον των Καθ΄ων, με πανομοιότυπο αίτημα. Ως προς την τελευταία προϋπόθεση, δηλαδή την ανάγκη ύπαρξης τελικής απόφασης αξίζει να σημειωθούν τα ακόλουθα από την υπ. Carl-Zeiss-Stiftung v. Rayner
(1969)3 All E.R. 897: "No finding or decision would occasion an estoppels unless it were final but it may be said that no finding or decision on an interlocutory application, apart from the actual relief granted (which may or may not be of a final nature), is final in the relevant sense unless in consequence of the doctrine of res judicata it is a bar to further litigation of that issue. Possibly the solution of this apparent dilemma may depend on whether the issue was explicitly raised in the earlier proceedings and the parties ought to be treated as having then put forward all the facts and arguments which they then considered to be relevant to its resolution, so that the issue was fully considered on its merits in a judicial manner". Τα πιο πάνω συνάδουν όντως και με τα αποφασισθέντα στην υπ. Salaman v. Κυριάκου
(1997)1 Γ Α.Α.Δ 1741 η οποία αφορούσε επίσης αίτηση εγγραφής και στην οποίαν λέχθηκαν τα εξής: "Μια άλλη εισήγηση του συνηγόρου του εφεσείοντα που μας απασχόλησε, είναι η πρόταση του πως το ζήτημα της εγγραφής της επίδικης απόφασης είναι δεδικασμένο, με την έννοια ότι άλλος δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, που λειτουργούσε ως Δικαστήριο Εγγραφής, απέρριψε προηγούμενη παρόμοια αίτηση, που αφορούσε την ίδια απόφαση. Τούτο είναι γεγονός. Ο λόγος όμως που απορρίφθηκε η προηγούμενη αίτηση ήταν γιατί δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του Κανονισμού 3
(1)γιατί δεν είχε επισυναφθεί σ' αυτήν η απόφαση του αρχικού Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο, στην υπό συζήτηση απόφαση του, αφού έκαμε αναφορά στη νομολογία που άπτεται της αρχής του δεδικασμένου, κατέληξε στο συμπέρασμα πως δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση γιατί στην άλλη αίτηση, 216/94, το Δικαστήριο δεν εξέτασε την ουσία της συνδρομής των προϋποθέσεων εγγραφής, που θέτει ο Νόμος και οι νομολογιακές αρχές, και ως εκ τούτου το θέμα της εγγραφής της απόφασης παρέμεινε ζωντανό για να διερευνηθεί στην ενώπιον του αίτηση. Συμφωνούμε. Ο αιτητής δεν εμποδιζόταν να επανέλθει στο Δικαστήριο με νέα αίτηση, γιατί η προηγούμενη είχε απορριφθεί για καθαρά διαδικαστικούς τυπικούς λόγους, και όχι ουσίας". Στην παρούσα περίπτωση μια απλή εξέταση της απόφασης ημ. 30-9-09 στην Γ.Α.79/08 καταδεικνύει ότι η αίτηση απερρίφθη διότι: (
- i)Δεν υπήρχε πιστοποιητικό για το τελεσίδικο και εκτελεστό της αλλοδαπής απόφασης. Υπήρχε μόνον μια ένορκη δήλωση κάποιας δικηγόρου με αναφορές στον Κώδικα Διαιτητικής Δικονομίας της Ρωσίας. (
- ii)Δεν υπήρχε πιστό αντίγραφο του πρωτότυπου εγγράφου της απόφασης κατάλληλα πιστοποιημένο. Υπήρχε πιστοποίηση αντιγράφου του αντιγράφου από κάποια συμβολαιογράφο. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, οι Αιτητές ακολούθησαν εκεί διαφορετική διαδικασία και πάντως ούτε το αντίγραφο, ούτε το Apostille στην παρούσα είναι τα ίδια με εκείνα που είχε ενώπιον του το δικαστήριο στην Γ.Α.79/09. Αυτό προκύπτει από την ημερομηνία πιστοποίησης αντιγράφου, καθώς και του Apostille, που εδώ είναι 1-10-09, δηλ. αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης στην παλαιότερη αίτηση. Είναι αυτονόητο και προκύπτει μέσα από το αιτιολογικό της απόφασης εκείνης πως το δικαστήριο μη έχοντας ενώπιον του τα απαραίτητα έγγραφα δεν προχώρησε να εξετάσει την συνδρομή των προϋποθέσεων εγγραφής και αναγνώρισης. Με βάση τα πιο πάνω είναι προφανές ότι, όπως και στην υπ. Salaman v. Κυριάκου (ανωτέρω), το δικαστήριο στην υπ. Γ.Α 79/08 δεν εξέτασε την ουσία της συνδρομής των προϋποθέσεων που θέτει ο Νόμος και κατά συνέπεια δεν πρόκειται για τελική (Final) απόφαση η οποία εξέτασε στην ουσία τους τα εγερθέντα ζητήματα. Δεν συμφωνώ ότι έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο. Κρίνω ότι οι Αιτητές είχαν το δικαίωμα να επανέλθουν με νέα αίτηση διότι η προηγούμενη είχε απορριφθεί για διαδικαστικούς λόγους. Νομική Βάση της Αίτησης. Καταρχάς πρέπει να διευκρινιστεί ότι η συμπερίληψη του Ευρωπαϊκού Κανονισμού αρ. 1393/2007 δεν εξυπηρετεί σε οτιδήποτε σχετικά με την εγγραφή και αναγνώριση εφόσον η απόφαση προέρχεται από χώρα μη μέλος της Ε.Ε. Προφανώς άλλωστε η συμπερίληψη του έγινε για θέματα επιδόσεων και όχι για το ζήτημα της αναγνώρισης. Σχετικά δε με τον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Ν. 121
(1)/00 θα πρέπει να λεχθεί πως σύμφωνα με την υπ. Υπουργός Δικαιοσύνης v. Χρήστου Καραμπατάκη
(2007)1 Α ΑΑΔ 503: "Ο Ν. 121
(1)/00 δεν προσθέτει στο ουσιαστικό δίκαιο. Εξαντλείται στην ακολουθητέα διαδικασία, με δοσμένη την κατά τον τρόπο που εξειδικεύει ύπαρξη υποχρέωσης αναγνώρισης και εγγραφής". Όπως εξηγήθηκε στην ίδια απόφαση ο Ν.121
(1)/00 "δεν παρέχει δυνατότητα για αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων αλλοδαπού δικαστηρίου μη προηγουμένως υπαρκτή". Εξ ου και το άρθρο 3
(1)του εν λόγω νόμου προνοεί πως: "3
(1)Απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου σημαίνει απόφαση δικαστηρίου ή διαιτητικού σώματος ή οργάνου ξένης χώρας με την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία έχει συνομολογήσει ή συνδέεται με συνθήκη για αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών και διαιτητικών αποφάσεων και η οποία είναι εκτελεστή στη χώρα στην οποία εκδίδεται". Δυνατότητα Εγγραφής. Συνεπώς η τυχόν δυνατότητα εγγραφής και αναγνώρισης της επίδικης διαιτητικής απόφασης θα πρέπει να αναζητηθεί στη Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας (στο εξής "Κ.Δ.") και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (στο εξής "Ε.Σ.Σ.Δ") για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 172/86 και συνεχίζει να ισχύει μεταξύ Κ.Δ και Ρωσικής Ομοσπονδίας δυνάμει μεταγενέστερου Πρωτοκόλλου, το οποίο κυρώθηκε με το Ν.34(iii)/2001. Το ερώτημα το οποίο τίθεται είναι ποιες αποφάσεις μπορούν να αναγνωριστούν στο έδαφος των Συμβαλλομένων, με βάση τη Συνθήκη και την απάντηση δίδουν καταρχάς τα άρθρα 23-28 και το άρθρο 1 της Συνθήκης. Για ό,τι ενδιαφέρει, το άρθρο 23
(1)απαντώντας ακριβώς σ' αυτό το ερώτημα προβλέπει ότι: "1. Δικαστικές αποφάσεις των αρχών εκάτερου Συμβαλλόμενου Μέρους που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του Άρθρου 1 θα αναγνωρίζονται και εκτελούνται στο έδαφος του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους κάτω από τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στη Συνθήκη αυτή". Είναι σαφές λοιπόν πως αντικείμενο της πρόνοιας αυτής είναι οι αποφάσεις που εκδίδονται σε μια από τις δύο χώρες και σκοπός της είναι να μπορούν αυτές να αναγνωριστούν και εκτελεστούν στο άλλο κράτος. Το άρθρο 1 της Συνθήκης καθορίζει ακριβώς την έννομη προστασία που κατοχυρώνεται υπέρ των πολιτών. Όπως ειδικότερα προβλέπεται, οι πολίτες του ενός Κράτους, π.χ οι πολίτες της Κύπρου, απολαύουν στο έδαφος του άλλου π.χ της Ρωσίας, της ίδιας έννομης προστασίας, όπως και οι πολίτες της Ρωσίας. Είναι σαφές πως ο σκοπός είναι η ισότιμη αντιμετώπιση των πολιτών του ενός Κράτους στο άλλο και η απόλαυση των ίδιων δικαιωμάτων. Τα πιο πάνω επεξηγούνται στο εδ. 2 του άρθρου 1, το οποίο προνοεί ότι οι πολίτες του ενός Κράτους θα δικαιούνται ελεύθερα και ανεμπόδιστα να προσφεύγουν στα δικαστήρια ή στο Γραφείο Δημόσιου Κατηγόρου (τις οποίες ονομάζει "δικαστικές αρχές" ) ή και σε άλλες αρχές του άλλου Κράτους έχοντας τα ίδια δικαιώματα όπως και οι πολίτες του τελευταίου αυτού Κράτους. Συνάγεται λοιπόν πως η Συνθήκη κατοχυρώνει δικαιώματα για πρόσωπα που είναι πολίτες του ενός ή του άλλου Κράτους. Σαφώς η πιο πάνω πρόνοια καλύπτει και διαιτητικά δικαστήρια τα οποία ανήκουν οργανικά στις δικαστικές αρχές ενός Κράτους. Επειδή δε η έννοια "πολίτες" παραπέμπει σε φυσικά πρόσωπα ήταν αναγκαία και η αναφορά και επεξήγηση και ως προς τα νομικά πρόσωπα. Πράγμα που έγινε με το εδ. 3 του άρθρου 1, το οποίο προνοεί ότι οι διατάξεις της Συνθήκης ". θα εφαρμόζονται στα νομικά πρόσωπα που έχουν την έδρα τους στο έδαφος εκάτερου των Συμβαλλομένων Μερών και που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο αυτού". Η πρόνοια αυτή είναι αντίστοιχη με εκείνη του εδ. 2 για τα φυσικά πρόσωπα. Δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο από το ότι απολαύουν της αναφερθείσας προστασίας νομικά πρόσωπα που συστάθηκαν και εδρεύουν στο έδαφος ενός από τα Συμβαλλόμενα Κράτη. Η σύσταση και η έδρα του νομικού προσώπου συνιστά τη σύνδεση του με ένα Κράτος, όπως και η υπηκοότητα και η διαμονή για κάποιον πολίτη. Εδώ τα στοιχεία αυτά συντρέχουν ως προς τους Αιτητές. Όντως θα αναμένετο διαφορετική διατύπωση εάν πρόθεση των Συμβαλλομένων ήταν όπως το δικαίωμα προσφυγής στα δικαστήρια ισχύει μόνο στην περίπτωση που το ένα νομικό πρόσωπο ανήκει στο ένα Κράτος και το άλλο (νομικό πρόσωπο) στο άλλο Κράτος, αφού έτσι ουσιαστικά θα παρέχετο περιορισμένη προστασία. Αξίζει να σημειωθεί και το άρθρο 2 του Ν.121
(1)/00, το οποίο στον ορισμό "δικαστήριο" αναφέρει ότι στις περιπτώσεις που ο Καθ' ου (σε παρόμοια διαδικασία εγγραφής και αναγνώρισης) διαμένει στο εξωτερικό, τότε αρμόδιο (κατά τόπον) είναι το δικαστήριο της επαρχίας όπου διαμένει ο Αιτητής, πράγμα που κατ' αναλογίαν προς κάποιο νομικό πρόσωπο σημαίνει πως κατά την υποβολή της αίτησης είναι δυνατό να μην έχει την έδρα του στην Κύπρο. Άλλωστε και στην Πολ. Εφ. 141/11, μεταξύ των διαδίκων, αφενός δεν είχε εγερθεί τέτοιο θέμα και αφετέρου λέχθηκε πως δεν απαιτείτο καν άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Στην παρούσα περίπτωση είναι αναντίλεκτο πως οι Αιτητές είναι Κυπριακή Εταιρεία εγγεγραμμένη σύμφωνα με τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στην αίτηση περιγράφονται ως εταιρεία από τη Λάρνακα (Καλογερά 54), πράγμα που επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί. Συνεπώς οι Αιτητές είναι νομικό πρόσωπο, στο οποίο εφαρμόζονται οι διατάξεις της Συνθήκης. Νομότυπα διεκδίκησαν τα δικαιώματα τους στο έδαφος της Ρωσίας εναντίον των Καθ' ων, οι οποίοι αποτελούν Γερμανική εταιρεία με έδρα τη Γερμανία. Το κατά πόσον υπήρχε δικαιοδοσία εκδίκασης της αγωγής από το Ρωσικό Διαιτητικό Δικαστήριο ήταν θέμα που αφορούσε το εν λόγω δικαστήριο (και πράγματι, το εξέτασε καταλήγοντας στη σελ. 4 της απόφασης του ότι ήταν αρμόδιο). Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι εκδόθηκε μια απόφαση και το ερώτημα είναι κατά πόσον οι επιτυχόντες διάδικοι θα μπορούσαν να ζητήσουν αναγνώριση της στην Κύπρο. Επαναλαμβάνω πως κατά τη γνώμη μου η αναλογία είναι με τα φυσικά πρόσωπα και ότι εάν εκδίδετο παρόμοια απόφαση μεταξύ φυσικών προσώπων, ήτοι υπέρ Κύπριου εναντίον Γερμανού στη Ρωσία, θεωρώ πως το όλο πνεύμα της Συνθήκης είναι ακριβώς να μπορεί να εκτελεστεί η εν λόγω απόφαση (στην Κύπρο), σε περίπτωση που ο επιτυχών επιθυμεί να προχωρήσει στην Κύπρο είτε για εγγραφή και αναγνώριση, είτε για εκτέλεση επειδή θεωρεί π.χ ότι υπάρχει στην Κύπρο περιουσία που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί. Πάντως το άρθρο 27.2 της Συνθήκης δίδει το δικαίωμα στον επιτυχόντα να υποβάλει την αίτηση του στο Κράτος στο οποίο ο ίδιος (ο επιτυχών) έχει τη διαμονή του, αντί στον τόπο έκδοσης της απόφασης, κατ' εξαίρεσιν προς το άρθρο 27.1 που καθιερώνει ως τόπο καταχώρισης τον τόπο έκδοσης της απόφασης. Συνάγεται δηλαδή πως ο κανόνας είναι πως ο επιτυχών καταχωρεί την αίτηση του στο Κράτος στο οποίο εκδόθηκε η απόφαση. Εγγραφή ή Αναγνώριση. Οι Καθ' ων προέβαλαν ότι η Συνθήκη δεν προνοεί για "εγγραφή" δικαστικών αποφάσεων. Θα πρέπει να παρατηρήσω ότι στους όρους "εγγραφή", "αναγνώριση" και "εκτέλεση" αναφέρεται επανειλημμένως ο Ν.121
(1)/00 (π.χ τίτλος, άρθρα 4,5
(1),(α), και 5
(2)). Θεωρώ πως με δεδομένη τη δυνατότητα για αναγνώριση και εκτέλεση όπως αυτή παρέχεται από τη Συνθήκη, εξυπακούεται ότι ταυτόχρονα, δηλαδή με την αναγνώριση γίνεται και η εγγραφή στο μητρώο του αρμόδιου ημεδαπού δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει οι όροι "εγγραφή" και "αναγνώριση" χρησιμοποιούνται πολλές φορές στην πρακτική εναλλακτικά ο ένας προς τον άλλο και ούτε οι Καθ' ων εισηγήθηκαν ότι έχουν διαφορετικό περιεχόμενο ή ότι επηρεάζονται καθ' οιονδήποτε τρόπο από τη χρήση και των δύο όρων (που αναφέρονται ούτως ή άλλως στον διαδικαστικό Ν.121
(1)/00). Άλλωστε τους όρους αυτούς χρησιμοποίησε και το ίδιο το Εφετείο στην Πολ. Έφεση 141/11, ημ. 2-7-12, μεταξύ των διαδίκων. Προϋποθέσεις Εγγραφής. Πέραν των πιο πάνω θα πρέπει να σημειωθεί πως για να επιτύχει η αίτηση θα πρέπει να διαπιστωθεί ότι έχουν τηρηθεί τόσον οι πρόνοιες του άρθρου 5 του Ν.121
(1)/00 εν σχέσει με την ακολουθητέα διαδικασία, όσον και οι πρόνοιες των άρθρων 24,25 και 28 της Συνθήκης. 1. Προϋποθέσεις Ν.121
(1)/00. Ως προς το Ν.121
(1)/00 δεν υπάρχει αμφιβολία πως έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη ακολουθητέα διαδικασία του άρθρου 5, αφού έχει καταχωριστεί αίτηση δια κλήσεως συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση και έχουν τηρηθεί οι προβλεπόμενες προθεσμίες. Διευκρινίζεται πως με βάση το άρθρο 5
(2)". η αίτηση δύναται να γίνει μόνο για την αναγνώριση και εγγραφή απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου, χωρίς να είναι απαραίτητο να ζητείται ταυτόχρονα και η εκτέλεση της". Προφανώς αυτό επέλεξαν και έπραξαν οι Αιτητές στην παρούσα.
- Προϋποθέσεις του Ν.172/86 (Συνθήκης). Όπως προνοεί το Άρθρο 26.2 της Συνθήκης: "Κατά τη χορήγηση της άδειας εκτέλεσης το δικαστήριο θα περιορίζεται στο να διαπιστώσει κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των Άρθρων 24 και 25 καθώς και οι απαιτήσεις του Άρθρου 28". Πρόκειται συνολικά για έξι προϋποθέσεις (Άρθρα 24,25) και τρεις απαιτήσεις (Άρθρο 28) οι οποίες εξετάζονται κατωτέρω. Σημειώνεται εκ των προτέρων πως οι Καθ' ων εστίασαν την προσοχή τους στις απαιτήσεις του Άρθρου 28 και δεν αμφισβητούν τις προϋποθέσεις των Άρθρων 24 και
- i. Τελεσίδικη και Εκτελεστή Απόφαση (Άρθρο 24
(1)). Το ότι η επίδικη απόφαση είναι τελεσίδικη και εκτελεστή αναφέρεται στην § 6 της ένορκης δήλωσης των Αιτητών με παραπομπή και στο κείμενο της ίδιας της απόφασης (ήτοι στη σελ. 9 του Ρωσικού κειμένου και στη σελ. 27 της μετάφρασης) ενώ δεν αμφισβητείται από τους Καθ' ων. Η προϋπόθεση αυτή σχετίζεται και με την απαίτηση υπ' αρ.
(1)του άρθρου 28, η οποία καθορίζει ότι ακόμα και πιστοποιητικό για το τελεσίδικο και εκτελεστό της απόφασης δεν απαιτείται αν αυτό μαρτυρείται από αυτή την ίδια τη δικαστική απόφαση. ii. Ειδοποίηση διαδίκου που ερημοδίκησε (Άρθρο 24
(2)). Η προϋπόθεση αυτή δεν τυγχάνει εφαρμογής καθότι δεν πρόκειται για περίπτωση διαδίκου που παρέλειψε να εμφανιστεί. iii. Αποκλειστική Αρμοδιότητα (Άρθρο 24
(3)). Στην § 7 της ένορκης δήλωσης των Αιτητών επιβεβαιώνεται ότι η υπόθεση δεν εμπίπτει εντός της αποκλειστικής αρμοδιότητας κάποιας αρχής της Κυπριακής Δημοκρατίας, πράγμα που δεν έχουν αρνηθεί οι Καθ' ων. Άρα πληρούται και αυτή η προϋπόθεση. iv. Προηγηθείσα ημεδαπή τελεσίδικη απόφαση (Άρθρο 24
(4)). Στην § 8 της ένορκης δήλωσης των Αιτητών επιβεβαιώνεται ότι δεν έχει εκδοθεί οποιαδήποτε δικαστική απόφαση προηγουμένως μεταξύ των ιδίων διαδίκων για το ίδιο αντικείμενο (με την επίδικη διαιτητική) στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ούτε αυτή τη θέση έχουν αρνηθεί οι Καθ' ων. Συνεπώς συντρέχει και αυτή η προϋπόθεση. v. Άλλη εκκρεμής διαδικασία στη Ρωσία (Άρθρο 24
(5)). Επίσης στην § 8 της ένορκης δήλωσης τους οι Αιτητές αναφέρουν ότι (α) δεν εκκρεμεί ενώπιον δικαστικής αρχής της Ρωσικής Ομοσπονδίας διαδικασία μεταξύ των ιδίων διαδίκων για το ίδιο επίδικο αντικείμενο και (β) ότι η διαδικασία αυτή ήταν η πρώτη που είχε εγερθεί. Οι Καθ' ων δεν προέβαλαν οποιαδήποτε αντίθετη θέση. vi. Αλλοδαπή απόφαση μεταγενέστερη της Συνθήκης (Άρθρο 25)). Η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε στις 26-6-08, οπότε πληρούται και αυτή η προϋπόθεση, αφού πρόκειται για απόφαση μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης. Απαιτήσεις του Άρθρου 28. vii. Πιστοποιητικό για το τελεσίδικο και εκτελεστό της απόφασης (Άρθρο 28
(1)). Πιστοποιητικό για το τελεσίδικο και εκτελεστό της διαιτητικής απόφασης δεν απαιτείται εφόσον αυτό μαρτυρείται από την ίδια την απόφαση, όπως εξηγείται κατωτέρω. Ακόμα και αν θεωρηθεί ότι απαιτείται τότε σίγουρα η βεβαίωση της Δικαστού Γκρίμποβα στο Τεκμ. 1 συνιστά ένα τέτοιο πιστοποιητικό. viii. Πρωτότυπο ή Πιστοποιημένο Αντίγραφο Απόφασης (Άρθρο 28
(1)). ix. Πιστοποιημένη Μετάφραση Εγγράφων (Άρθρο 28)
(3). Οι Αιτητές αναφέρουν στην § 5 της ένορκης δήλωσης τους ότι επισυνάπτουν πιστό αντίγραφο της απόφασης στη Ρωσική γλώσσα (Τεκμ. 1). Οι Καθ' ων τόσο στην ένσταση όσον και στην ένορκη δήλωση τους περιορίστηκαν στην απλή και γενική αναφορά ότι "το πιστό αντίγραφο της Ρωσικής απόφασης ... δεν είναι δεόντως πιστοποιημένο". Στην αγόρευση τους προέβαλαν ότι το Πιστοποιητικό - Apostille επί του Τεκμ. 1 δεν πιστοποιεί ούτε την υπογραφή ούτε την ιδιότητα της κας Ρεσσέτοβα και θα έπρεπε να το κάνει. Ως προς την μετάφραση της απόφασης οι Καθ' ων ισχυρίστηκαν ότι δεν είναι δεόντως πιστοποιημένη εξηγώντας στην αγόρευση (μόνο) ότι η υπογραφή του μεταφραστή στη σελ. 28 του Τεκμ. 1Α δεν είναι πρωτότυπη, αλλά απλή φωτοτυπία. Δεν συμφωνώ με τις θέσεις των Καθ' ων για τους πιο κάτω λόγους: α) Δεδομένου ότι δεν υποστήριξαν κάτι τέτοιο στην ένορκη δήλωση τους οι Καθ' ων, δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου ότι η υπογραφή του μεταφραστή δεν είναι πρωτότυπη. Εάν οι Καθ' ων καλούν το δικαστήριο να κρίνει, προσθέτω ότι αυτή είναι πρωτότυπη. Εν πάση περιπτώσει ακριβώς δίπλα υπάρχει επίσημη βεβαίωση του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών ότι η υπογραφή του μεταφραστή ανήκει στον κ. Α. Καρεκλά. Συνεπώς θεωρώ ότι υπάρχει δεόντως πιστοποιημένη μετάφραση. β) Στο Τεκμήριο 1, δηλαδή στο Ρωσικό κείμενο της απόφασης, υπάρχει σε κάθε σελίδα πρωτότυπη σφραγίδα ότι πρόκειται για αντίγραφο. γ) Στο Τεκμήριο 1 στη σελίδα 9 υπάρχει υπογραφή της Δικαστού Α.Ι Γκρίμποβα (σελ. 26 του Τεκμ. 1Α) και ακριβώς από κάτω πρωτότυπη σφραγίδα με υπογραφή της Γραμματέως του Δικαστηρίου κας Ζ.Μ. Ρεσσέτοβα ημερ. 1-10-09 ότι πρόκειται για "ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ" του Διαιτητικού Δικαστηρίου. δ) Μετά τα πιο πάνω ακολουθεί μικρό χειρόγραφο κείμενο ότι η απόφαση τέθηκε σε ισχύ στις 28-7-08 και ότι είναι τελεσίδικη και εκτελεστή και μετά ακολουθεί νέα υπογραφή της Δικαστού Α.Ι. Γκρίμποβα. Το μικρό αυτό κείμενο είναι πρωτότυπη γραφή και υπογραφή επί του Τεκμηρίου 1 με στρογγυλή πρωτότυπη σφραγίδα του Διαιτητικού Δικαστηρίου του Κρασνοντάρ. ε) Ακολουθεί και νέα πρωτότυπη βεβαίωση της Δικαστού Α.Ι. Γκρίμποβα ότι έχουν συρραφεί και απαριθμηθεί εννέα σελίδες, συνοδευόμενη και πάλι από πρωτότυπη στρογγυλή σφραγίδα του εν λόγω δικαστηρίου. στ) Προς συμμόρφωση με τα άρθρα 3 και 4 της Κυρωθείσας με τον Ν.50/72 Σύμβασης περί Καταργήσεως της Υποχρεώσεως προς Νομιμοποίησιν Αλλοδαπών Δημοσίων Εγγράφων (στο εξής "η Σύμβαση"), αμέσως μετά τις εννέα σελίδες του Τεκμηρίου 1 τέθηκε επ' αυτού πρόσθεμα ("allonge") με το προβλεπόμενο Πιστοποιητικό - Apostille (Convention de la Haye du 5 Octobre 1961). ζ) Το Πιστοποιητικό - Apostille είναι ακριβώς στον τύπο που προβλέπει το άρθρο 4 της Σύμβασης και επισυνάπτεται σ' αυτή. Η μετάφραση του από τον κ. Καρεκλά επιβεβαιώνει πως συμμορφώνεται απολύτως και με το περιεχόμενο του Τύπου της Σύμβασης. η) Σύμφωνα με το άρθρο 3 της Σύμβασης αυτό το Πιστοποιητικό - Apostille είναι η μόνη διατύπωση η οποία δυνατόν να απαιτηθεί προς πιστοποίηση της αυθεντικότητος της υπογραφής και της ιδιότητας υπό την οποίαν ενήργησεν και ο υπογράψας και στην κατάλληλη περίπτωση της ταυτότητας της σφραγίδας η οποία τέθηκε επί του εγγράφου. Βασικά όταν υπάρχει αυτό δεν απαιτείται και δεν μπορεί να απαιτηθεί οτιδήποτε άλλο για την πιστοποίηση της υπογραφής, της ιδιότητας και της σφραγίδας. θ) Οι συνέπειες του πιστοποιητικού Apostille καθορίζονται στο άρθρο 5 της Σύμβασης το οποίο έχει ως εξής: Άμα ως συμπληρωθή προσηκόντως, τούτο θα πιστοποιή την αυθεντικότητα της υπογραφής, την ιδιότητα υφ' ην ενήργησεν ο υπογράψας το έγγραφον και, συντρεχούσης περιπτώσεως, την ταυτότητα της τεθειμένης επί του εγγράφου σφραγίδος. Η υπογραφή και η σφραγίς επί του πιστοποιητικού απαλλάσονται πάσης προς θεώρησιν υποχρεώσεως. ι) Στην παρούσα περίπτωση το Apostille έχει συμπληρωθεί δεόντως και άρα πιστοποιεί την αυθεντικότητα της υπογραφής, την ταυτότητα της σφραγίδας και την ιδιότητα υπό την οποίαν ενήργησεν η υπογράψασα την απόφαση. Το εν λόγω Apostille πιστοποιεί ότι πρόκειται για επίσημο αντίγραφο το οποίο έχει υπογραφεί από την Δικαστή Γκρίμποβα, η οποία ενήργησε ως Δικαστής και φέρει την σφραγίδα του Διαιτητικού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Κρασνοντάρ. κ) Εν ολίγοις δεν ήταν απαραίτητη η πιστοποίηση της υπογραφής της κας Ρεσσέτοβα, αφού το ίδιο το Apostille πιστοποιεί ότι πρόκειται για αντίγραφο, το οποίο φέρει την υπογραφή της Δικαστού που εξέδωσε την απόφαση, δηλαδή στην πραγματικότητα πιστοποιεί κάτι περισσότερο από αυτό που ζητούν οι Καθ' ων η Αίτηση. Υπενθυμίζω πως το Apostille χορηγήθηκε από την Αναπληρώτρια Διευθύντρια του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Ρωσικής Ομοσπονδίας και πως η δική της υπογραφή δεν χρειάζεται οποιαδήποτε θεώρηση, όπως ρητώς προνοείται στη Σύμβαση. Κατάληξη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι πληρούνται όλες οι απαραίτητες προϋποθέσεις για έγκριση της αίτησης. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα ως η § Α της αίτησης. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Αιτητών ως θα υπολογιστούν συν Φ.Π.Α. (Υπ.)..................................... Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο