TC BUILDING CIVIL ENGINEERING CONTRACTORS LTD ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΝΤΕΑΣ, Αρ. Αγωγής.: 268/13, 22/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A33 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής.: 268/13 T&C BUILDING & CIVIL ENGINEERING CONTRACTORS LTD και ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΝΤΕΑΣ Αίτηση ημερ. 23-1-13 για Ενδιάμεσο Διάταγμα. Ημερομηνία: 22 Φεβρουαρίου, 2013. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Νικηφόρου για Νέστορα Νικηφόρου Για Εναγόμενους - Καθ' ων: κα Ζίκκου για Δρ Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ταυτόχρονα με την αγωγή τους οι Ενάγοντες - Αιτητές καταχώρισαν και την πιο πάνω αίτηση με την οποίαν αιτούνται διαταγμάτων τα οποία να διατάσσουν τους Εναγομένους να αποδεσμεύσουν και ή απελευθερώσουν και ή μεταφέρουν σε άλλο λογαριασμό και ή παραδώσουν στους Ενάγοντες από τον λογαριασμό υπ' αρ. 4005298-8 το ποσόν των €80.414,62, καθώς και οποιοδήποτε άλλο ποσό θα κατατεθεί στον εν λόγω λογαριασμό μετά την έκδοση του διατάγματος για το πιο πάνω ποσόν. Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 4,5,6,7 και 9 του Κεφ. 6, στα άρθρα 21
(1), 31 και 32 του Ν.14/60 και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 και Δ.
- Συνοδεύεται από δύο ένορκες δηλώσεις, ήτοι των Αντώνη Αντωνίου και Μάριου Χριστοδούλου. Ο Αντώνης Αντωνίου είναι διευθυντής των εναγόντων, οι οποίοι είναι Αδειούχοι Εργολήπτες τάξης Α και αναφέρει μεταξύ άλλων ότι:
- Οι Ενάγοντες διατηρούν στους Ενάγοντες τρεχούμενο λογαριασμό χωρίς όριο υπ' αρ. 4005298-8 (στο εξής "ο λογ. 400").
- Οι Ενάγοντες αναλαμβάνουν συμβόλαια εργολαβίας με την Κυπριακή Δημοκρατία και οι πληρωμές βάσει αυτών γίνονται μέσω του πιο πάνω λογαριασμού. Στις 12-10-12 όμως οι Ενάγοντες ενημερώθηκαν με επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας και συγκεκριμένα τη Διαχειριστική Επιτροπή του Κεντρικού Αρχείου Πληροφοριών στο εξής το ("Κ.Α.Π") ότι ο πιο πάνω λογαριασμός είχε παγοποιηθεί (Τεκμήριο Γ).
- Παρά την παγοποίηση οι Εναγόμενοι συνέχισαν μετά από εντολή του να μεταφέρουν στον λογ. 2010157-5 (στο εξής "ο λογ. 201") όσα ποσά κατατίθεντο από τη Δημοκρατία στον λογ.
- Παράλληλα οι Εναγόμενοι είχαν προβεί σε αίτηση για ακύρωση της καταχώρισης στο Κ.Α.Π, πλην όμως έλαβαν απαντητική επιστολή ημ. 10-12-12 (Τεκμήριο Δ) από την Κεντρική Τράπεζα (στο εξής "Κ.Τ") πως θα έπρεπε να υποβληθούν στοιχεία ότι οι επιταγές είχαν τακτοποιηθεί.
- Στις 31-12-12 ο ενόρκως δηλών μαζί με τον Διευθυντή των Εναγόντων (Μάριο Χριστοδούλου) είχαν επαφή με Διευθυντή των Εναγομένων (Ευρυπίδη Πέτρου) προκειμένου να πετύχουν μεταφορά ποσού από τον λογ.400 στον λογ.
- Εκείνος όμως ανέφερε πως είχε λάβει Αμετάκλητη Εντολή - Εξουσιοδότηση από την KEDRIS CONSTRUCTION LTD (στο εξής "η KEDRIS") και δεν μπορούσε να μεταφέρει οποιοδήποτε ποσό. Όταν τού επισήμαναν ότι οι πελάτες του ήταν οι Ενάγοντες είπε πως έκανε λάθος που είχε παραλάβει την Αμετάκλητη Εντολή (Τεκμήριο Ε).
- Στις 2-1-13 οι Εναγόμενοι ενημέρωσαν μέσω του δικηγόρου τους (Τεκμήριο ΣΤ) ότι είχαν στην κατοχή τους την εντολή της KEDRIS. Οι Ενάγοντες απάντησαν επίσης μέσω του δικηγόρου τους την ίδια μέρα ζητώντας να μην μεταφέρουν οποιαδήποτε χρήματα στην KEDRIS χωρίς την συγκατάθεση τους, καθότι η εξουσιοδότηση που κατείχαν ήταν μέρος κάποιας άλλης συμφωνίας την οποίαν παραβίασε η KEDRIS (Τεκμήριο Ζ). Οι Εναγόμενοι απάντησαν στις 3-1-13 ότι δεν πρόκειται να προβούν σε πληρωμές (Τεκμήριο Η), για αυτό και οι Ενάγοντες στις 8-1-13 ζήτησαν να απελευθερωθεί το υπόλοιπο ποσό του λογαριασμού εξαιρουμένου του ποσού που απαιτείτο για να πληρωθούν οι επτά επιταγές που είχαν καταχωριστεί στο Κ.Α.Π (Τεκμήριο Θ). Οι Εναγόμενοι απάντησαν στις 9-1-13 λέγοντας ότι έχουν δικαίωμα επίσχεσης επί των χρημάτων των Εναγόντων λόγω της κατάστασης που δημιουργήθηκε με την KEDRIS και επειδή αντιμετώπιζαν πρόβλημα με το Κ.Α.Π (Τεκμήριο Ι).
- Με την άρνηση τους οι Εναγόμενοι παραβίασαν την συμφωνία τους (με τους Ενάγοντες) κατακρατώντας χωρίς νόμιμη αιτία ποσό το οποίο ανήκε σ' αυτούς. Λόγω της δημιουργηθείσας κατάστασης οι Ενάγοντες στις 7-1-13 ενημέρωσαν τη Δημοκρατία ότι αλλάσσουν τον λογαριασμό για τις πληρωμές διατακτικών από έργα του Δημοσίου.
- Οι Ενάγοντες στις 16-1-13 πλήρωσαν με μετρητά τις τέσσερεις από τις επτά επιταγές που ευρίσκοντο στο Κ.Α.Π (Τεκμήριο Κ). Στις 19-1-13 ο ενόρκως δηλών ζήτησε από τους Εναγόμενους ξανά να απελευθερώσουν το υπόλοιπο του λογ. 400 εφόσον αφαιρεθεί το ποσό που απαιτείτο για να πληρωθούν οι επιταγές που ήταν στο Κ.Α.Π. Αλλά οι τελευταίοι και πάλι αρνήθηκαν, παρότι μέχρι και τις 31-12-12 προέβαιναν σε πληρωμές, δηλαδή μετά την καταχώριση των επιταγών στο Κ.Α.Π.
- Η άρνηση αποδέσμευσης του λογαριασμού έχει ως αποτέλεσμα να μην μπορούν οι Ενάγοντες να συνεχίσουν την εκτέλεση των έργων με κίνδυνο να οδηγηθούν σε οικονομική καταστροφή, καθότι αδυνατούν να πληρώσουν εργαζόμενους και υπεργολάβους, ενώ απειλούνται με τερματισμό συμβολαίων, κατάσχεση εγγυητικών (Τεκμήρια Λ,Μ) σε τέσσερα κυβερνητικά έργα. Στον λογ. 400 έγιναν εμβάσματα €28.000 στις 28-12-12 και €93.000 στις 2-1-13, ενώ αναμένονται και άλλα για €50.000 και €60.000 (Τεκμήρια Π,Ρ,Σ,Τ). Η δε καθυστέρηση στην παράδοση των έργων συνεπάγεται την καταβολή αποζημιώσεων (Τεκμήρια Υ,Φ,Χ,Ψ), ενώ υφίστανται και άλλες ζημιές από τη μισθοδοσία προσωπικού.
- Όπως φαίνεται σε σχετική κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο Ω) οι άλλες τρεις επιταγές έχουν χρεωθεί στον λογαριασμό, άρα δεν οφείλονται. Ο Μάριος Χριστοδούλου στην δική του ένορκη δήλωση αναφέρεται σε κάποια από τα πιο πάνω γεγονότα επιβεβαιώνοντας τα. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν ένσταση η οποία περιέχει 13 λόγους, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν στα εξής:
- Το διάταγμα το οποίο ζητείται είναι προστακτικό και όχι απαγορευτικό.
- Με αυτό δεν ζητείται η διατήρηση του status quo ante.
- Στις ένορκες δηλώσεις των Εναγόντων δεν αναφέρονται ημερομηνίες.
- Η εντολή - εξουσιοδότηση προς τους Ενάγοντες έφερε και την υπογραφή δύο μαρτύρων, εκ των οποίων ο ένας είναι γραμματέας των Εναγόντων (Μάριος Χριστοδούλου).
- Η εντολή - εξουσιοδότηση ήταν αμετάκλητη και παραδόθηκε από τους Ενάγοντες στην KEDRIS και από αυτήν στους Εναγόμενους οι οποίοι απλώς φρόντισαν να μην εκτεθούν οι ίδιοι έναντι της.
- Η KEDRIS έπρεπε να είναι συνεναγόμενη.
- Λόγω της κατάστασης οι Εναγόμενοι αποφάσισαν να μην καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό και να το κατακρατήσουν υπό μορφή επισχέσεως, επειδή η KEDRIS απείλησε ότι θα αξίωνε το εν λόγω ποσό δικαστικά.
- Οι Ενάγοντες δεν έχουν σοβαρό θέμα προς εκδίκαση, ούτε και πιθανότητα επιτυχίας, ενώ ούτε οποιαδήποτε ζημιά μπορεί να προκύψει αφού ως Συνεργατική μπορεί να καλύψει οποιοδήποτε ποσό. Στην συνοδεύουσα ένορκη της δήλωση η δικηγορική υπάλληλος επαναλαμβάνει verbatim όλους τους λόγους ένστασης υπό μορφή δικής της μαρτυρίας. Οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε αγορεύσεις, στις οποίες ανέλυσαν τις σχετικές νομολογιακές αρχές παραπέμποντας στη σχετική νομολογία. Νομική πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60ενδιάμεσο διάταγμα δύναται να εκδοθεί όταν καταδεικνύεται σωρευτικά ότι: i. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. ii. Υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. iii. Εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (Βλ. Andreas Odysseos v.
- A. Pieris Estates Ltd and others
(1982)1 C.L.R. 557 και Ιερά Μονή Κύκκου v. White Moon Services Ltd, Πολ. Εφ. 398/12, ημ. 13-2-13). Το δικαστήριο δεν εξετάζει σε αυτό το στάδιο την αίτηση με στόχο την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, είτε επί του πραγματικού, είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (υπόθεση The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και
- Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.ά. v.
- Χριστίνας Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Όπως έχει λεχθεί δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης ως προς τα θέματα που άπτονται των επιδίκων θεμάτων και η ενδιάμεση διαδικασία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας. (Βλ. Μυριάνθη Νικόλα v. 1. Μιχάλης Κεφάλα
(1998)1 Γ Α.Α.Δ. 1400 και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1572). Γίνεται, όμως, δεκτό ότι κάποια αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση. Η κατάσταση ως προς το βάρος απόδειξης παραμένει η ίδια και μετά την τροποποίηση της Δ.48, δηλαδή το βάρος ανήκει στον αιτητή να ικανοποιήσει τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις (υπ. Μαίρη Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1980). Τα αμφισβητούμενα γεγονότα σε αιτήσεις επιβάλλεται να αποδεικνύονται από το διάδικο που τα επικαλείται (υπ. Thinking Steel International Bv. v. Caramondani Bros Public Co Ltd, Πολ. Εφ. 361/08, ημ. 29-6-12). Σοβαρό ζήτημα Το κατά πόσον υπάρχει ή όχι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται στο παρόν στάδιο με αναφορά στα καταχωρισθέντα δικόγραφα και ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις (Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1 Β Α.Α.Δ. 598). Δεν είναι απαραίτητο να έχει προηγηθεί η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, αφού και οι ένορκες δηλώσεις μπορούν να αποτελέσουν το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας (υπ. American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504). Αυτό το οποίο εξετάζεται εν σχέσει με την πρώτη προϋπόθεση είναι το κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στο νόμο αιτία αγωγής, η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια την χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Στην παρούσα προκύπτει από το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο και τις ένορκες δηλώσεις πως οι Ενάγοντες επικαλούνται παράβαση συμφωνίας διεκδικώντας το ποσόν των €80.414 συν ειδικές και γενικές αποζημιώσεις, δηλαδή με βάση αιτίες αγωγής που καλύπτονται από το Κεφ. 179, ενώ γίνεται αναφορά και στις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Να σημειωθεί ότι ταυτόχρονα με την ένσταση οι Εναγόμενοι καταχώρισαν και την Υπεράσπιση τους. Με βάση τα αναφερθέντα υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και οποιαδήποτε από τις πιο πάνω αιτίες αγωγής, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια την χορήγηση ανάλογης θεραπείας. Πιθανότητα Δικαιώματος Θεραπείας Όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση θα πρέπει να ικανοποιηθεί το δικαστήριο ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και η έννοια αυτή απαιτεί κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. υπ. Odysseos, ανωτέρω και Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Όπως έχει αναφερθεί στην υπ. Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1Α Α.Α.Δ. 253 η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων. Όσον αφορά την παρούσαν ειδικότερα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην πραγματικότητα οι Εναγόμενοι δεν έχουν αρνηθεί τα γεγονότα όπως τα έχουν εκθέσει οι Ενάγοντες. Συνεπώς στη βάση αυτών θα πρέπει να εξεταστεί η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής και στα πλαίσια αυτά παρατηρούνται τα εξής:
- Η συνολική εξέταση των εκατέρωθεν ισχυρισμών καταλήγει στο ότι αφορμή για την καταχώριση της αγωγής αποτέλεσε η τελική άρνηση των Εναγομένων στις 19-1-13 να αποδεσμεύσουν το ποσόν των €80.414 από τον λογ. 400, πράγμα το οποίο οι Ενάγοντες θεωρούν ως παράβαση συμφωνίας τραπεζίτη - πελάτη. Το ερώτημα λοιπόν είναι κατά πόσον υπάρχει ορατό ενδεχόμενο να κριθεί αυτή η άρνηση ως παράβαση της εξυπακουόμενης ή ρητής συμφωνίας Εναγόντων - Εναγομένων ως προς τη διαχείριση του τραπεζικού των λογαριασμού. Το ιστορικό των γεγονότων που ενδιαφέρουν ξεκινά από την καταχώριση των Εναγόντων, του Διευθυντή τους και οκτώ επιταγών της εταιρείας στο Κ.Α.Π.
- Το Κ.Α.Π έχει δημιουργηθεί βάσει του άρθρου 41 του Περί Τραπεζικών Εργασιών Ν. 66
(1)/97, του άρθρου 53Α του περί Συνεργατικών Εταιρειών Ν.22/85 και των βάσει αυτών εκδοθεισών Οδηγιών του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και Εφόρου Συνεργατικών Εταιρειών και Συνεργατικής Ανάπτυξης ημερ. 5-11-02, όπως αυτές έχουν τροποποιηθεί μέχρι τις 16-11-
- Με βάση την οδηγία 7 στο Κ.Α.Π καταχωρούνται στοιχεία για τους εκδότες ακάλυπτων επιταγών και τις ακάλυπτες επιταγές. Όλα τα Τραπεζικά ιδρύματα οφείλουν να γνωστοποιούν τα στοιχεία αυτά αυθημερόν στην Κ.Τ μετά την επιστροφή ακάλυπτης επιταγής, (Οδηγία 9). Μεταξύ άλλων, φυσικό ή νομικό πρόσωπο καταχωρείται στο Κ.Α.Π εάν εντός οποιουδήποτε διαστήματος 12 μηνών εκδώσει είτε 3 ακάλυπτες επιταγές είτε μία της οποίας η αξία υπερβαίνει το ποσό των €2.000 (Οδηγία 10
(1)(α)). 4. Μετά την καταχώριση στο Κ.Α.Π κάθε τράπεζα οφείλει να μην επιτρέπει οποιαδήποτε ανάληψη ή χρέωση σε σχέση με οποιοδήποτε τρεχούμενο λογαριασμό, εξαιρουμένων οφειλών στην ίδια την τράπεζα ή κατά διακριτική ευχέρεια, προς εξόφληση επιταγών εκδοθεισών πριν την γνωστοποίηση της καταχώρισης του εκδότη τους στο Κ.Α.Π ή προς πληρωμή ασφαλίστρων σε κάποιες περιπτώσεις. Επίσης οφείλει να ενημερώσει τον πελάτη της για την καταχώριση και να τον καλέσει να μην εκδίδει άλλες επιταγές, καθώς και να παραδώσει όλα τα αχρησιμοποίητα έντυπα επιταγών. Οι συνέπειες αυτές και οι υποχρεώσεις των τραπεζών δεν τερματίζονται παρά μόνο με τη διαγραφή του προσώπου από το Κ.Α.Π (Οδηγία 14
(1)).
- Καταχωρημένο στο Κ.Α.Π πρόσωπο διαγράφεται μόνον: (α) Μετά την παρέλευση 3 ετών από την καταχώρηση του και αποδεδειγμένη τακτοποίηση όλων των ακάλυπτων επιταγών του, καθώς και παρέλευση 12 μηνών από την τελευταία τακτοποίηση ή (β) Κατά διακριτική ευχέρεια της Δ.Ε: - Εάν αποδειχθεί ότι η τακτοποίηση της κάθε ακάλυπτης επιταγής του έγινε εντός ενός μηνός από την ημερομηνία επιστροφής της ως ακάλυπτης ή - Μετά την παρέλευση 12 μηνών από την αποδεδειγμένη τακτοποίηση όλων των ακάλυπτων επιταγών του. Για τη διαγραφή απαιτείται υποβολή αίτησης συνοδευόμενης από τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία.
- Στην παρούσα περίπτωση οι Ενάγοντες δέχονται ότι ως εταιρεία καταχωρίστηκαν στο Κ.Α.Π στις 12-10-12 για μια επιταγή αξίας €5.000, η οποία είχε εκδοθεί από τον λογ. 400 των Εναγόντων. Πράγμα που είχε ως συνέπεια την παγοποίηση των τρεχούμενων λογαριασμών τους. Θα πρέπει να διευκρινιστεί πως η καταχώριση στο Κ.Α.Π γίνεται για πρόσωπο ή τις ακάλυπτες επιταγές που εξέδωσε, πλην όμως οι συνέπειες αφορούν οποιουσδήποτε τρεχούμενους λογαριασμούς στο όνομα του. Αυτό συνάγεται από την οδηγία 13
(1)και την αναφορά ". οποιοιδήποτε τρεχούμενοι λογαριασμοί στο όνομα οποιουδήποτε καταχωρημένου προσώπου.", καθώς και από την οδηγία 13
(1)(β) και την αναφορά σε ". επιβληθέντα περιορισμό στην τήρηση των λογαριασμών του." και ". για όλους τους τρεχούμενους λογαριασμούς που τηρεί στην τράπεζα.". Εν πάση περιπτώσει το ουσιώδες ως προς την παρούσα αίτηση είναι πως οι Ενάγοντες όφειλαν να συμμορφωθούν με τις Οδηγίες της Κ.Τ. και να μην επιτρέψουν ανάληψη ή χρέωση των λογαριασμών των Εναγόντων. Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 43 του Ν.66
(1)/97 η παράβαση οποιασδήποτε από τις πιο πάνω Οδηγίες της Κ.Τ συνιστά και ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση μέχρι 2 έτη. 7. Μετά την καταχώριση τους στο Κ.Α.Π και παγοποίηση των λογαριασμών τους οι Ενάγοντες είχαν τις εξής επιλογές: 1η Να υποβάλουν αίτηση για επανεξέταση της περίπτωσης τους από την Δ.Ε και την ακύρωση της σχετικής καταχώρισης, με βάση την οδηγία 12
(1)επικαλούμενοι πλάνη, λάθος ή παρουσιάζοντας νεώτερα στοιχεία ή 2η Να τακτοποιήσουν τις ακάλυπτες επιταγές εντός ενός μηνός από την επιστροφή τους και να ζητήσουν τη διαγραφή από το Κ.Α.Π κατά διακριτική ευχέρεια της Δ.Ε, κατ' εξαίρεσιν δηλαδή, πριν την πάροδο 3 ετών από την καταχώριση στο Κ.Α.Π και 12 μηνών από την τελευταία τακτοποίηση με βάση την οδηγία 15
(1)(β) ή 3η Μόλις απέκτησαν πιστωτικό υπόλοιπο στον λογαριασμό τους να επιδιώξουν αποπαγοποίηση του λογαριασμού εν μέρει ή στο σύνολο του εφόσον επέτρεπε τούτο η Δ.Ε με δεόντως αιτιολογημένη απόφαση της με βάση την οδηγία 14
(2).
- Προφανώς δεν έχει τεθεί θέμα όσον αφορά την 1η επιλογή αφού οι Ενάγοντες δεν έχουν επικαλεστεί οποιαδήποτε πλάνη, λάθος ή νεώτερα στοιχεία, τουλάχιστον με όσα προκύπτουν στην παρούσα.
- Όσον αφορά τη 2η επιλογή οι Ενάγοντες δέχονται ότι είχαν προβεί σε αίτηση για ακύρωση της καταχώρισης τους στο Κ.Α.Π. Δεν έχουν δοθεί λεπτομέρειες για το αίτημα, την ημερομηνία υποβολής του και την βάση επί της οποίας στηρίχθηκε. Από την απάντηση της Δ.Ε ημερ. 10-12-12 διαφαίνεται ότι όχι μόνον απερρίφθη το αίτημα, αλλά ενημερώθηκαν ότι εκτός από την αρχική επιταγή καταχωρίστηκαν και άλλες 7 επιταγές συνολικής αξίας €18.
- Όπως φαίνεται από το Τεκμήριο Ω, η αρχική επιταγή κατατέθηκε στις 3-10-12 και επιστράφηκε την ίδια μέρα, ενώ οι υπόλοιπες 7 κατατέθηκαν και επιστράφηκαν στο διάστημα από 22-10-12 μέχρι 4-12-
- Με την απάντηση της η Δ.Ε (Τεκμ. Δ) ζητούσε την υποβολή στοιχείων με τα οποία να αποδεικνύεται ότι όλες οι πιο πάνω επιταγές είχαν τακτοποιηθεί. Όλα συνηγορούν στο ότι το αίτημα αφορούσε τη 2η από τις πιο πάνω επιλογές, αφού αν ήταν άλλως θα αναμένετο διαφορετικού περιεχομένου απάντηση και από τη Δ.Ε. Όσον αφορά την εξόφληση επιταγών, από το συνδυασμό των όσων αναφέρουν οι Ενάγοντες, με την κατάσταση λογαριασμού προκύπτουν τα εξής για σκοπούς της παρούσας αίτησης: Αρ. 30896697 Οι Ενάγοντες δεν αναφέρουν κάτι στις Ένορκες δηλώσεις τους, αλλά από την κατάσταση λογαριασμού προκύπτει ότι χρεώθηκε στο λογαριασμό στις 15-10-12, άρα εξοφλήθηκε. Αρ. 30896662, 30896663, 30896665,
- Για τις τέσσερεις αυτές επιταγές οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι στις 16-1-13 τις πλήρωσαν με μετρητά και παρέλαβαν τα πρωτότυπα τα οποία έδωσαν στους Ενάγοντες για να τα αποστείλουν στο Κ.Α.Π. Αρ. 30896691, 30896710,
- Για τις τελευταίες τρεις επιταγές οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι αυτές έχουν χρεωθεί στο λογαριασμό, άρα εννοούν ότι έχουν εξοφληθεί. Επικαλούνται προς τούτο την κατάσταση λογαριασμού. Στην πραγματικότητα αυτό που φαίνεται στο λογαριασμό είναι ότι στις 10-1-13 χρεώθηκε η επιταγή 30896720 για €
- Για την 30896710 φαίνεται να κατατέθηκε στις 14-1-13 για €6.500 και να επιστράφηκε την ίδια μέρα, παρότι υπήρχε υπόλοιπο. Τόσο για αυτήν, όσο και για την 30896691 ισχυρίζονται ότι εξοφλήθηκαν με τις χρεώσεις που φαίνονται στις 21-1-13 για €3.650 και €6.500 αντίστοιχα. Στις χρεώσεις αυτές δεν φαίνονται αριθμοί επιταγών στο λογαριασμό, ενώ για την επιταγή 30896691 οι Ενάγοντες αναφέρουν ότι ήταν για ποσό €3.500 (και όχι €3.650 όπως ο λογαριασμός). Παρά ταύτα ενόψει αφενός του ότι το ποσό συνάδει και με την ενημέρωση που είχε δοθεί αρχικά από τη Δ.Ε (€3.650) και αφετέρου του ότι οι Εναγόμενοι δεν αρνήθηκαν την εξόφληση θα δεχθώ για σκοπούς της αίτησης τη θέση των Εναγόντων ότι δηλαδή όλες οι επιταγές έχουν πλέον εξοφληθεί. Όμως εκτός από την αρχική επιταγή (που εξοφλήθηκε στις 15-10-12), οι Ενάγοντες θα αντιμετώπιζαν δυσκολίες στο να ισχυριστούν ότι εξόφλησαν και τις υπόλοιπες 7 επιταγές εντός ενός μηνός στα πλαίσια της 2ης επιλογής που ανέφερα. Αυτό διότι στις 16-1-13 διευθέτησαν με μετρητά τις 4 επιταγές οι οποίες όμως είχαν επιστραφεί όλες στις 12-11-12, άρα πέραν του ενός μηνός, ενώ τα ίδια ισχύουν και για τις άλλες τρεις οι οποίες επιστράφηκαν στις 23-10-12, 21-11-12 και 4-12-12 και χρεώθηκαν στο λογαριασμό στο διάστημα 10-1-13 έως 21-1-13 άρα και πάλι μετά τον ένα μήνα. Συνεπώς με βάση τις οδηγίες και τα όσα οι ίδιοι αναφέρουν μάλλον δεν προσφέρεται η 2η επιλογή στους Ενάγοντες.
- Φαίνεται πως μοναδική επιλογή θα ήταν η 3η για τους λόγους που εξηγούνται κατωτέρω και προφανώς για αυτό με την επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 8-1-13 (Τεκμ. 8) οι Ενάγοντες επιχείρησαν να προχωρήσουν με αυτή. Ζήτησαν δηλαδή να απελευθερωθεί το υπόλοιπο του λογ. 400 "εξαιρουμένου του ποσού που εκκρεμεί για τις επιταγές που φαίνονται στην επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας". Η κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. Ω) δεικνύει ότι μέχρι εκείνη τη μέρα και οι 8 επιταγές είχαν παρουσιαστεί και επιστραφεί ανεξαργύρωτες, αλλά όντως υπήρχε πιστωτικό υπόλοιπο προς όφελος των Εναγόντων για το ποσόν των €93.949,
- Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η οδηγία 14
(2)σε τέτοια περίπτωση παρέχει στην τράπεζα την ευχέρεια να αποπαγοποιήσει εν μέρει ή στο σύνολο του τον λογαριασμό, αλλά, όπως έχει ήδη αναφερθεί, αυτό γίνεται μόνον υπό τον όρο ότι "επιτρέψει τούτο η Δ.Ε με δεόντως αιτιολογημένη απόφαση της". Η οδηγία δεν διευκρινίζει ποιος υποβάλλει το αίτημα στη Δ.Ε. Σίγουρα όμως ο πελάτης, δηλαδή οι Ενάγοντες είχαν (και έχουν) το δικαίωμα να το πράξουν. Φαίνεται πως είχαν αμφιβολία για το κατά πόσον απαιτούντο οποιεσδήποτε ενέργειες βάσει της εν λόγω οδηγίας και πάντως με το Τεκμ. Θ καλούσαν τους Εναγόμενους να προχωρήσουν εκείνοι λέγοντας: "Εάν χρειαστεί να γίνουν οποιεσδήποτε ενέργειες βάση (sic) του Άρθρου 14
(2)των Κοινών οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας καλείστε όπως προχωρήσετε άμεσα στην διεκπεραίωση τους ούτως ώστε να αποπαγοποιηθεί ο λογαριασμός". 11. Το βέβαιο πάντως είναι πως απαιτείται αιτιολογημένη απόφαση της Δ.Ε του Κ.Α.Π για την αποπαγοποίηση λογαριασμού και προφανώς κάποιος πρέπει να υποβάλει το αίτημα. Χωρίς τέτοια απόφαση είναι αδύνατη η αποπαγοποίηση εν όλω ή εν μέρει του λογαριασμού βάσει της οδηγίας 14
(2). Λογικά, εάν οι Ενάγοντες πιστεύουν ότι όφειλαν οι Εναγόμενοι να προβούν στις σχετικές ενέργειες (όπως αφήνουν να νοηθεί στο Τεκμήριο Θ) και εκείνοι αρνούνται, τότε μάλλον (θα κριθεί στο τέλος ότι) θα έπρεπε να επιδιώξουν με κάθε τρόπο να τους εξαναγκάσουν να εκτελέσουν το καθήκον τους, συμπεριλαμβανομένης και τη λήψης νομικών μέτρων προς αυτό το σκοπό. Δεν νομίζω ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας στη θέση ότι έπρεπε να επιτρέψουν αποδέσμευση του λογαριασμού χωρίς να προηγηθεί απόφαση της Δ.Ε του Κ.Α.Π η οποία συνιστά το αρμόδιο όργανο. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η παράβαση των Οδηγιών συνιστά ποινικό αδίκημα. Ούτε και το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας μπορεί να παρακάμψει το Νόμο και τις σχετικές Οδηγίες, ιδιαιτέρως όταν δεν προκύπτει μάλιστα κάποιο πρόβλημα ή παρανομία στη λειτουργία της Δ.Ε, η οποία εξ όσων φαίνεται δεν κλήθηκε καν να αποφασίσει επί του θέματος. Αμετάκλητη εντολή - Εξουσιοδότηση. Δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση των Εναγόντων ότι σε διαβήματα τους προς τους Εναγόμενους για αποδέσμευση του λογ. 400 λάμβαναν απάντηση ότι αυτό δεν ήταν δυνατό λόγω και της υποβολής από την KEDRIS προς τους Εναγόμενους της Αμετάκλητης Εντολής - Εξουσιοδότησης (Τεκμ. ΣΤ). Οι Ενάγοντες δεν αρνούνται ότι την υπέγραψαν. Αυτή φέρει ημερ. 19-12-12 και εξουσιοδοτεί τη μεταφορά του 95% των ποσών που θα κατατίθενται στον λογ.201 σε λογαριασμό της KEDRIS. Όντως αναφέρεται εκεί ότι η μεταφορά πρέπει να γίνεται, δηλαδή η εντολή να εκτελείται χωρίς οι Εναγόμενοι να αναφέρονται στους Ενάγοντες και κυρίως χωρίς να λαμβάνουν υπόψιν οποιεσδήποτε τυχόν ενστάσεις ή διαμαρτυρίες ή αντίθετες γραπτές ή προφορικές οδηγίες των Εναγόντων. Όπως φαίνεται από τις ένορκες δηλώσεις οι Ενάγοντες με την επιστολή τους ημερ. 9-1-13 (Τεκμ. Ι), αλλά και προφορικώς, επικαλέστηκαν την Αμετάκλητη Εντολή ως επιχείρημα για την άρνηση τους να αποδεσμεύσουν τον λογ. 400. Είναι γεγονός πως η Εντολή αυτή αφορά τον λογ.201 (και όχι τον λογ. 400). Οι Εναγόμενοι συσχετίζουν τον ένα λογαριασμό με τον άλλο ενόψει του ότι το αίτημα των Εναγόντων αφορούσε μεταφορά ποσού από τον λογ. 400 στον λογ. 201 (παρ.11 ένορκης δήλωσης του Α. Αντωνίου) και ισχυρίζονται ότι δεν μπορούν να αποδεσμεύσουν το ποσό, αφενός λόγω της Αμετάκλητης Εντολής και αφετέρου λόγω της καταχώρισης των λογαριασμών στο Κ.Α.Π. Ως προς την καταχώριση στο ΚΑΠ ισχύουν τα προαναφερθέντα. Η ανάληψη ή χρέωση των παγοποιημένων λογαριασμών συνιστά ποινικό αδίκημα για το οποίο σαφώς και δεν μπορεί να δοθεί διάταγμα από το δικαστήριο. Αλλά και ως προς την Αμετάκλητη Εντολή υπάρχει πρόβλημα. Παρόμοιου περιεχομένου Εντολή είχε δοθεί και σε μια από τις αγωγές που αφορούσε η υπ. R. D Harbottle (Mercantile) Ltd v. National Westminster Bank Ltd
(1977)2 All E.R.
- Λέχθηκαν τα εξής καθοριστικά για την παρούσα: "It is only in exceptional cases that the courts will interfere with the machinery of irrevocable obligations assumed by banks. .....................................Except possibly in clear cases of fraud of which the banks have notice, the courts will leave the merchants to settle their disputes under the contracts by litigation or arbitration as available to them or stipulated in the contracts. .................................... In both cases the banks are only concerned to ensure that the terms of their mandate and confirmations are complied with, e.g of the conformity of the documents presented. ". Συνεπώς και αν ακόμα δεν υπήρχε η παγοποίηση των λογαριασμών θα έκρινα και πάλι ότι δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, δεδομένου ότι δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην ένορκη δήλωση ή στην αγωγή σε δόλο εις γνώσιν των Εναγομένων και πολύ περισσότερο δεν προσφέρθηκε τέτοια μαρτυρία. Η ουσία όμως είναι πως εφόσον υπάρχει η παγοποίηση του λογ. 400 δεν μπορεί καν να διαταχθούν οι Εναγόμενοι να μεταφέρουν χρήματα από αυτόν σε άλλο λογαριασμό, ενώ και η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής για την άρνηση τους δεν είναι τέτοια που να πληροί το απαραίτητο επίπεδο που θέτει η νομολογία μας. Δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όσον αφορά αυτή την προϋπόθεση απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Parico Aluminium Desigs Ltd v.
- Muskita - Aluminimum Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ.2015: "Η καθοδηγητική αρχή είναι ότι το δικαστήριο πρέπει πρώτα να εξετάσει κατά πόσο σε περίπτωση που ο ενάγων πετύχει στην αξίωση του για διηνεκές απαγορευτικό διάταγμα στη δίκη θα αποζημιωθεί επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων για την απώλεια που θα υποστεί πριν από τη δίκη ως αποτέλεσμα των συνεχιζόμενων πράξεων του εναγομένου. Αν οι αποζημιώσεις με το μέτρο που ανακτώνται σύμφωνα με το κοινοδίκαιο θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία και ο Εναγόμενος θα ήταν σε οικονομική θέση να τις καταβάλει το δικαστήριο κανονικά θα αρνηθεί να χορηγήσει παρεμπίπτουν απογορευτικό διάταγμα όσο ισχυρή και αν φαίνεται η αξίωση του Ενάγοντα". Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει αμφισβητηθεί η καλή οικονομική κατάσταση των Εναγομένων. Από την άλλη πλευρά οι αξιώσεις των Εναγόντων περιορίζονται σε θέματα τα οποία είναι δυνατόν να αποτιμηθούν οικονομικά πράγμα που ήδη έχουν πράξει στην έκθεση απαίτησης τους οι Ενάγοντες. Κρίνω πως σε περίπτωση επιτυχίας οι Ενάγοντες θα μπορούσαν να αποζημιωθούν επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων. Κατάληξη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και Φ.Π.Α. Ενόψει των καταγγελιών από τους Ενάγοντες ότι μετά την παγοποίηση του λογ. 400 επιτράπηκαν δοσοληψίες (π.χ μεταφορά ποσών) δίδονται οδηγίες όπως φ/δι του Πρωτοκολλητή αντίγραφο της παρούσας κοινοποιηθεί στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για τις τυχόν δικές του ενέργειες εν σχέσει με πιθανή παράβαση του άρθρου 43 του Ν.66
(1)/97 και των Οδηγιών για τη λειτουργία του ΚΑΠ, από τους Εναγόμενους. (Υπ.)..................................... Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο