ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΛΤΔ ν. ΤΣΙΗΣΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Γεν. Αίτηση Αρ.:101/ 2012, 19/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A30 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Γεν. Αίτηση Αρ.:101/ 2012 ΜΕΤΑΞΥ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΛΤΔ Αιτητών και ΤΣΙΗΣΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ Καθ'ού η Αίτηση Ημερομηνία: 19 Φεβρουαρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για τους αιτητές: κα Παπαευσταθίου για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον καθ΄ού η αίτηση: κ.κ. Αν. A. Κουμής και Τάσος Γ. Κουμής Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης) Οι αιτητές αιτούνται άδεια και/ ή διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης με ημερομηνία 22.02.2012 κατά τον ίδιο τρόπο που εκτελούνται οι δικαστικές αποφάσεις εναντίον του καθ΄ ού η αίτηση. Επί πλέον αξιώνει τα δικηγορικά και δικαστικά έξοδα. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν. 22/ 85 στα άρθρα 21, 22 και 23 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, στη Διαταγή 48 Θ. 1 - 3, Θ. Θ.8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος και στις γενικές ή/και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα της αίτησης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση της υπεύθυνης λειτουργού του τμήματος ανάκτησης χρεών των αιτητών κας Στάλως Μαρδαπήττα η οποία δηλώνει ότι τα καθήκοντα της, της επιτρέπουν να γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση. Καταγράφονται ως πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης ότι οι αιτητές χορήγησαν στον καθ' ου η αίτηση δάνειο ύψους €44.423,64σ. δυνάμει σχετικής σύμβασης με ημερομηνία 10.06.2005 και σύμφωνα με τους όρους που εμφαίνονται σε σχετικά έγγραφα τα οποία υπογράφτηκαν από τους διαδίκους. Λόγω του ότι ο καθ' ού η αίτηση παρέλειψε ή/ και αμέλησε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις τις οποίες ανέλαβε έναντι των αιτητών, οι τελευταίοι, ως είχαν δικαίωμα με βάση τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, παρέπεμψαν την εγερθείσα διαφορά τους με τον καθ' ού η αίτηση σε διαιτησία καθώς ο τελευταίος λόγω της σύναψης της πιο πάνω συμφωνίας κατέστη μέλος ή/και οφειλέτης της Συνεργατικής Εταιρείας δηλαδή των αιτητών. Με βάση το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Ν.22/1985)και εφόσον επρόκειτο για διαφορά που προέκυψε μεταξύ μέλους και του αιτητή, διορίστηκε ως διαιτητής για επίλυση της διαφοράς ο κ. Λεωνίδας Λεωνίδου ο οποίος στις 22.02.2012 αφού κλήθηκε με σχετική ειδοποίηση ο καθ΄ ού η αίτηση περί της διεξαγωγής διαιτησίας αναφορικά με τη διαφορά, όπως καταγράφεται στην ίδια την διαιτητική απόφαση, εξέδωσε διαιτητική απόφαση υπέρ των αιτητών δυνάμει της οποίας διατάχθηκε όπως καταβάλει στους αιτητές το ποσό των €36.453,25σ. πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 22/02/2012 μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των δεδουλευμένων τόκων την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, πλέον €150,00 έξοδα της διαιτητικής απόφασης. Η εν λόγω απόφαση γνωστοποιήθηκε στον καθ΄ ού η αίτηση με σχετικό έντυπο ¨ Δήλωση Γνωστοποίησης Απόφασης Διαιτησίας¨ (Τεκμ. Β στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση), την οποία προσυπέγραψε ο καθ΄ού η αίτηση ως παραλήπτης την ίδια ημερομηνία, δηλαδή στις 22.02.2012. Η εν λόγω απόφαση δεν εφεσιβλήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο εντός είκοσι μιας
(21)ημερών από της γνωστοποίησης της διαιτητικής απόφασης με αποτέλεσμα αυτή να έχει καταστεί τελική και να δύναται να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως μια δικαστική απόφαση πολιτικής δικαιοδοσίας. Ο καθ' ού η αίτηση ειδοποιήθηκε έκτοτε επανειλημμένα από τους αιτητές ή/ και από τους δικηγόρους τους για το οφειλόμενο ποσό και την εκδοθείσα διαιτητική απόφαση και αυτός δεν έχει ανταποκριθεί μέχρι σήμερα στις υποχρεώσεις του. Προκειμένου οι αιτητές να ικανοποιηθούν από τη ληφθείσα διαιτητική απόφαση και να εισπράξουν το λαβείν τους καταχώρησαν την παρούσα αίτηση. Ο καθ΄ού η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί της πρόθεσης του να προβάλει ένσταση σύμφωνα με την οποία προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- Ότι μεταξύ του και των αιτητών δεν υπογράφτηκε γραπτή συμφωνία συνυποσχετικού για την υποβολή υφιστάμενων ή μελλοντικών διαφορών των διαδίκων σε διαιτησία σύμφωνα με τον Νόμο περί Διαιτησίας, Κεφ.
- (Λόγοι ένστασης 1 και 3).
- Ότι ο διαιτητής δεν είχε δικαιοδοσία να εκδώσει την επίδικη απόφαση γιατί τόσο ο καθ΄ού η αίτηση όσο και η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ δεν είναι μέλη της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας και έτσι η απόφαση του διαιτητή είναι παράνομη, άκυρη και χωρίς αντικείμενο και εκδόθηκε καθ΄ υπέρβαση εξουσίας. (Λόγος ένστασης 2).
- Η απόφαση του διαιτητή δεν είναι τελική γιατί δεν γνωστοποιήθηκε νομότυπα στον καθ΄ού η αίτηση για να μπορέσει αυτός να την εφεσιβάλει. (Λόγοι ένστασης 4 και 6).
- Ότι η αίτηση είναι διά κλήσεως και δεν είναι πρωτογενής αίτηση και έτσι δεν πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Θεσμοί και δεν στηρίζεται στους ορθούς διαδικαστικούς θεσμούς Δ.47 Θ.1,2 και 3 δυνάμει των οποίων παρέχεται και δίδεται η δικαιοδοτική εξουσία για να επιληφθεί των αιτούμενων θεραπειών των αιτητών. (Λόγος ένστασης 5).
- Ισχυρίζεται ότι η απόφαση του διαιτητή εκδόθηκε καθ΄ υπέρβαση και κατάχρηση εξουσίας και λανθασμένης διαδικασίας για τον λόγο ότι εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας που ήταν διάδικος δεν εξέδωσε οποιαδήποτε απόφαση και εξέδωσε θεραπείες και διατάγματα τα οποία ο διαιτητής δεν έχει εξουσία να εκδώσει. (Λόγος ένστασης 7).
- Ισχυρίζεται ότι το φερόμενο έγγραφο των αιτητών δεν είναι δεόντως υπογεγραμμένο και δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία γιατί η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει προηγείται χρονολογικά του φερόμενου εντύπου και δεν υπάρχει νομότυπη ένορκος δήλωσης. (Λόγος ένστασης 8).
- Ισχυρίζεται ότι δεν είναι εγγεγραμμένο μέλος της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ και αιτητών. (Λόγος ένστασης 9). Την ένσταση υποστηρίζει με ένορκη δήλωση του ο καθ΄ού η αίτηση ο οποίος επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους πιο πάνω λόγους ένστασης, αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της κας Μαρδαπίττα και περαιτέρω αρνείται ότι του χορηγήθηκε το ισχυριζόμενο δάνειο από τους αιτητές και ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό, ισχυρίζεται περαιτέρω ότι πλήρωσε τους δανειστές του και επαναλαμβάνει ότι δεν είναι μέλος των αιτητών οι οποίοι δεν έχουν άδεια να κάμνουν δάνεια. Οι δυο πλευρές προχώρησαν με γραπτές αγορεύσεις μετά από άδεια του Δικαστηρίου χωρίς να ζητήσουν να αντεξετάσουν οποιονδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Στις εισηγήσεις τους επιχειρηματολόγησαν με παραπομπή σε νομολογία και αυθεντίες σε σχέση με τα επίδικα θέματα υποστηρίζοντας ο καθένας τις θέσεις του. Το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις ώστε η πιο πάνω διαιτητική απόφαση είναι ορθό να καταχωρηθεί και να εγγραφεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο για σκοπούς εκτέλεσης. Οι προϋποθέσεις που θέτει ο περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος (Ν. 22/1985)στο Άρθρο 52 είναι οι ακόλουθες: • ειδοποίηση περί διεξαγωγής της διαιτησίας, • έκδοση διαιτητικής απόφασης, • γνωστοποίηση της απόφασης στον καθ' ου η αίτηση, • να μην έχει υποβληθεί έφεση κατά της απόφασης εντός 21 ημερών από τη γνωστοποίηση, • η σχετική αίτηση για εγγραφή της απόφασης να έχει γίνει δια κλήσεως ώστε να έχει δικαίωμα να ακουστεί και η πλευρά του καθ' ου η αίτηση. Είναι η εισήγηση της πλευράς των αιτητών με την οποία και συμφωνώ ότι, από τη στιγμή που τηρήθηκαν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και έχει παρέλθει η προθεσμία των 21 ημερών για την υποβολή έφεσης, κατόπιν γενικής αίτησης η οποία γίνεται δια κλήσεως, η διαιτητική απόφαση δύναται να εγγραφεί και εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο ως να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου. Παρόλη την πιο πάνω διαπίστωση μου, θα προχωρήσω για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου και θα εξετάσω στη συνέχεια τους υπόλοιπους λόγους ένστασης οι οποίοι υποστηρίχθηκαν με την τελική εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων του καθ΄ού η αίτηση. Ο περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ. 4, στον οποίο παραπέμπει το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, καθιστά σαφές ότι με άδεια του Δικαστηρίου η διαιτητική απόφαση εκτελείται ως δικαστική απόφαση. Ο ρόλος του Δικαστηρίου στη διαδικασία αυτή είναι τυπική και δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε θέματα εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης. Ο καθ΄ού η αίτηση δεν έχει ζητήσει να αντεξετάσει την ενόρκως δηλούσα για τα γεγονότα τα οποία βεβαιώνει στην ένορκο δήλωση της με την οποία υποστηρίζει την αίτηση προκειμένου να αντικρούσουν αυτά ή/ και να αμφισβητήσουν το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Όπως έχει αναγνωριστεί από τη νομολογία μας οι προϋποθέσεις για την εγγραφή μιας διαιτητικής απόφασης με βάση τη νομοθεσία και τη νομολογία είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης, ότι η διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο ή στα πρόσωπα εναντίον του οποίου ή των οποίων στρέφεται και ότι έχει εκπνεύσει η περίοδος των 21 ημερών χωρίς να υποβληθεί έφεση κατά της διαιτητικής απόφασης, (βλ. Χ¨ Γεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς, με ημερομηνία 11 Απριλίου 2012, Πολιτική Έφεση 357/2008). Ενόψει ακριβώς της μη ανταπόκρισης του καθ΄ ού η αίτηση στις υποχρεώσεις του έναντι των αιτητών, η διαφορά που προέκυψε λαμβάνοντας υπόψη την ιδιότητα του καθ΄ού η αίτηση ως μέλους των αιτητών καθ' όλα νόμιμα και νομότυπα έχει παραπεμφθεί σε διαιτησία σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με το Άρθρο 52
(1)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου: « οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τας εργασίας εγγεγραμμένης εταιρείας: α) μεταξύ μελών, πρώην μελών, προσώπων αξιούντων μέσω μελών, καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους................................................ η τοιαύτη διαφορά θα παραπέμπεται υφ' οιουδήποτε εξ αυτών εις τον Έφορον.» Σύμφωνα δε με το Άρθρο 52
(2)ο Έφορος δύναται: « (α) να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή (β) να παραπέμπη την διαφοράν προς επίλυση εις διαιτησίαν ήτις διεξάγεται συμφώνως προς τα διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης νομοθεσίας περί διαιτησίας.» Η θέση των αιτητών ότι έχει επιδοθεί δεόντως ειδοποίηση στον καθ' ού η αίτηση αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαιτησίας σχετικά με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ του και της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ δεν έχει αμφισβητηθεί από την άλλη πλευρά εφόσον δεν αντεξετάστηκε η ενόρκως δηλούσα που υποστήριξε αυτό το γεγονός. Σε αυτό το ζήτημα συνηγορεί και το γεγονός ότι στο περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης με ημερομηνία 22.02.2012 διαλαμβάνεται το γεγονός ότι ο καθ' ού η αίτηση που ήταν και ο πρωτοφειλέτης, ειδοποιήθηκε δεόντως για τη διεξαγωγή της διαιτησίας ως μέλος της Συνεργατικής. Μάλιστα κατά την διεξαγωγή της διαιτησίας όπως αναφέρεται στην ίδια την απόφαση παρουσιάστηκε ο ίδιος ενώπιον του διαιτητή και παραδέχτηκε το χρέος του. Η κα Μαρδαπίττα στην ένορκη δήλωση της ισχυρίζεται ότι ο καθ΄ού η αίτηση ως πρωτοφειλέτης του δανείου ήταν μέλος των αιτητών και λόγω αυτής του της ιδιότητας επωφελήθηκε των τραπεζικών διευκολύνσεων της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ. Πέραν όμως των πιο πάνω αυτός μετά την άρνηση του να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που ανέλαβε έναντι των αιτητών κατέστη οφειλέτης των αιτητών και όπως ρυθμίζει το ίδιο άρθρο 52
(1)οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των αιτητών και των μελών ή οφειλετών ή εγγυητών τους μπορεί να παραπέμπεται σε διαιτησία. Για το ζήτημα της ειδοποίησης του καθ' ού η αίτηση για τη διεξαγωγή της διαιτησίας όχι μόνο δηλώθηκε ξεκάθαρα στην ένορκη δήλωση της κας Μαρδαπήττα, αλλά αποτέλεσε και εύρημα του διαιτητή το οποίο επισημαίνεται στο σώμα της διαιτητικής απόφασης με ημερομηνία 22.02.2012. Όπως φαίνεται περαιτέρω στην ένορκη δήλωση της κας Μαρδαπήττα, η ίδια πιο πάνω διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε στον καθ' ού η αίτηση αυθημερόν και προς τούτο υπέγραψε το σχετικό έντυπο το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ως τεκμήριο (Τεκμ.Β). Η διαιτητική απόφαση με ημερομηνία 22.02.2012 γνωστοποιήθηκε στον καθ' ού η αίτηση ο οποίος υπέγραψε και σχετική δήλωση την ίδια ημέρα αν και θα αρκούσε ακόμα και απλή γνωστοποίηση σύμφωνα με τον νόμο αλλά και τη νομολογία μας (βλ. Αίτηση Δημοσθένους,
(2000)1 Α.Α.Δ.1699 στην οποία αποφασίστηκε ότι εφόσον ο νόμος δεν προβλέπει έγγραφη γνωστοποίηση, ακόμη και προφορική γνωστοποίηση ικανοποιεί πλήρως την σχετική απαίτηση του νομοθέτη). (βλ. επίσης Husson v. Husson
(1962)3 ΑΙΙ. Ε.R 1056 και Westminster City Council v. Chapman and Others
(1975)2 All E.R/ 1103,1105.) Αν ο καθ΄ού η αίτηση δεν αποδεχόταν τα όσα είχαν αναγραφεί σε αυτή, ασφαλώς και είχε το δικαίωμα να την αμφισβητήσει και να την προσβάλει καταχωρώντας την προβλεπόμενη έφεση εντός της καθοριζόμενης προθεσμίας των είκοσι μιας
(21)ημερών σύμφωνα με το άρθρο 52
(4)του Ν. 22/85, κάτι για το οποίο πληροφορήθηκε με το πιο πάνω τεκμήριο το οποίο και προσυπέγραψε, κάτι όμως που δεν έκανε και έτσι αυτή κατέστη τελική και δεσμευτική. Παρόλα τα πιο πάνω και για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου θα προχωρήσω στη συνέχεια και θα αναλύσω τους λόγους που έχουν προβληθεί στην ένσταση. Για το ζήτημα της υπογραφής συνυποσχετικού, στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας v. Άντυ Κυριακίδη κ.ά,
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 716 είχε εγερθεί το ίδιο ζήτημα και το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τη θέση αυτή εξηγώντας ότι η περίπτωση του άρθρου 21 του περί Διαιτησίας Νόμου όπου η διαιτητική απόφαση εκδίδεται στη βάση συνυποσχετικού είναι διαφορετική από εκείνη του άρθρου 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου το οποίο ειδικά προβλέπει ότι εφόσον παρέλθει η ημερομηνία υποβολής έφεσης, η απόφαση του Διαιτητή εκτελείται ως να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου. Ο καθ΄ού η αίτηση ισχυρίστηκε ότι η παρούσα καταχωρήθηκε πρόωρα και έτσι είναι νομικά λανθασμένη. Όμως με όσα αναφέρονται πιο πάνω η διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε στον καθ΄ού η αίτηση αυθημερόν εφόσον συμμετείχε και στην διαδικασία και υπέγραψε τη σχετική δήλωση (Τεκμ.Β). Παρήλθαν 21 ημέρες από την απόφαση και αυτός δεν καταχώρησε έφεση εναντίον της διαιτητικής απόφασης και έτσι αυτή κατέστη τελεσίδικη. Επομένως η καταχώρηση της παρούσας αίτησης σχεδόν 5 μήνες αργότερα και μετά από σχετικές επιπλέον προειδοποιήσεις προς τον καθ΄ού η αίτηση όπως διατείνεται στην ένορκη δήλωση της η κα Μαρδαπίττα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόωρη. Οι αιτητές σύμφωνα με τη νομολογία μας καταχώρησαν αίτηση διά κλήσεως δίδοντας έτσι το δικαίωμα στον καθ' ού η αίτηση να ακουστεί και να προβάλει τους ισχυρισμούς του και στην παρούσα διαδικασία (βλ. Αλεξάνδρου,
(2008)1 (Α) ΑΑΔ σελ. 313 τονίστηκε ότι: « η αίτηση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης στο Επαρχιακό Δικαστήριο θα έπρεπε να είχε γίνει όχι μονομερώς, αλλά δια κλήσεως, ώστε να δινόταν το δικαίωμα να ακουστεί και η άλλη πλευρά», (βλ. επίσης Αιτήσεις 152/1999, Τάσου (Κακουρή)
(2000)1 ΑΑΔ 1372, Πιττάκα
(2001)1 ΑΑΔ 1932, και Αλεξάνδρου κ. ά
(2007)1 (Α) ΑΑΔ 158). Η παρούσα αίτηση αναμφίβολα είναι πρωτογενής αίτηση καθώς δεν εκκρεμεί καμία άλλη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου που να αφορά την υπόθεση αυτή. Η νομιμότητα αυτής της διαδικασίας επιβεβαιώθηκε και στις πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου Χ¨ Γεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς (πιο πάνω) και στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Ανίας Νάπας ν. Άντυ Κυριακίδη κ.ά.
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 716. Τα πιο πάνω απαντούν και στις αιτιάσεις που προβάλλονται περί του τύπου της αίτησης που χρησιμοποιήθηκε. Ο ισχυρισμός ότι η αίτηση είναι παράτυπη γιατί δεν βασίζεται στους ορθούς διαδικαστικούς Θεσμούς προβάλλεται εντελώς αόριστα και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος. Κατέγραψα πιο πάνω τη νομική βάση της αίτησης η οποία είναι κατά την άποψη μου σύμφωνη με τους Θεσμούς. Σε σχέση με τη Διαταγή 47 η οποία δεν συμπεριλήφθηκε στην αίτηση αυτή η διάταξη κρίθηκε στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας v. Άντυ Κυριακίδη (πιο πάνω), ότι καμιά σχέση δεν έχει με την παρούσα αίτηση όπου κρίθηκε ότι σχετικό είναι το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και ότι η περίπτωση αυτή διαφέρει και δεν εφαρμόζεται το άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, όπου η διαιτητική απόφαση εκδίδεται στη βάση συνυποσχετικού. Στην υπόθεση Χ¨ Γεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς (πιο πάνω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «η εφεσίβλητη κατ' εφαρμογή των προνοιών του πιο πάνω άρθρου αποτάθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης. Η διαδικασία εξ αρχής μέχρι τέλους διατηρήθηκε στα πλαίσια του νόμου όπου το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά διαπίστωσε ότι η διαιτητική απόφαση μπορούσε να εγγραφεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο εφόσον αυτή εκδόθηκε αρμοδίως από το διορισθέντα συμφώνως του νόμου διαιτητή και ότι αυτή γνωστοποιήθηκε στον εφεσείοντα. » Ο καθ΄ ού η Αίτηση ως μέλος των αιτητών με την υπογραφή των σχετικών συμβάσεων και λόγω αυτής ακριβώς της ιδιότητας του επωφελήθηκαν των τραπεζικών διευκολύνσεων της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ. Περαιτέρω, ο καθ' ού η αίτηση μετά την άρνηση του να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που ανέλαβε έναντι των αιτητών, έχει καταστεί οφειλέτης των αιτητών, όπως ορίζει το Άρθρο 52
(1)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και μόνο ως εκ της ιδιότητας του αυτής και πάλι παρεχόταν δυνατότητα στον Έφορο να παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία. Σε κάθε περίπτωση, ο καθ' ού η αίτηση δεν αμφισβήτησε τη νομιμότητα και την ορθότητα της παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία ως όφειλε κατά τον χρόνο που έπρεπε, είτε: α) σύμφωνα με τις ειδικές γι' αυτό το σκοπό πρόνοιες του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, είτε β) καταχωρώντας έφεση σύμφωνα με το άρθρο 52
(4)του ίδιου Νόμου. Οι ισχυρισμοί του καθ' ού η αίτηση περί κακού χειρισμού της υπόθεσης από το διαιτητή εκτός του ότι είναι ανυπόστατοι, επιπλέον τίθενται εκ των υστέρων γενικά και αόριστα και έτσι δεν μπορούν να εξεταστούν από το Δικαστήριο και απορρίπτονται. Η αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας θα έπρεπε να είχε γίνει ενώπιον του διαιτητή κάτι που δεν έγινε και δεν μπορεί να εγείρεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Οι παράγραφοι
(4)και
(5)του άρθρου 52 του Ν.22/85 προνοούν τα ακόλουθα: «
(4)Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτόν του ηδικιμένον από την απόφασιν οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριον εντός είκοσι και μιας ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως.
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφτεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου.» Τέτοια έφεση εναντίον της διαιτητικής απόφασης μετά την καταχώρηση της παρούσας αίτησης δεν έχει καταχωρηθεί. Όπως επιτάσσει πάγια νομολογία οποιαδήποτε ζητήματα που αφορούν την ουσία της διαιτητικής απόφασης και την διαδικασία έκδοσης της δεν μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια της αίτησης για εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Αυτά τα θέματα μπορούν να εγερθούν μόνο σε διαδικασία έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης όπως προνοεί το άρθρο 52
(4). Ο ρόλος του Δικαστηρίου στο παρόν στάδιο αφορά στην διαπίστωση των προϋποθέσεων για εγγραφή - καταχώρηση της απόφασης στα αρχεία του Πρωτοκολλητείου, ώστε να μπορεί αυτή να εκτελεστεί προς όφελος των αιτητών και όχι σε έλεγχο των ζητημάτων που έχουν να κάνουν με την ουσία της διαιτησίας και της διαιτητικής απόφασης και ανεξάρτητα από το τι συνέβηκε στη διαιτησία (βλ. Ελένη Κούλουρου ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αθηαίνου
(2005)1 Α.Α.Δ 987: «η διαιτησία δεν είναι και δεν αποτελεί προστάδιο για την προσφυγή στο δικαστήριο, άλλα αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία με τους δικούς της διαδικαστικούς και αποδεικτικούς κανόνες, ανάλογους προς εκείνους των δικαστικών διαδικασιών και ο διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστική εξουσία...» Όπως χαρακτηριστικά αποφάσισε το Ανώτατο Δικαστήριο στην Σωτηρούλλα Κωνσταντινίδου
(1995)1 Α.Α.Δ. 827 στη σελ. 831: «Αντικείμενο της αίτησης είναι το διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο για την καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή. Δεν είναι αντικείμενο αυτής της διαδικασίας η απόφαση του Διαιτητή και, εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω πως το άρθρο 52
(4)του Ν. 22/85 παρέχει σε όποιον θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει. Δεν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον της απόφασης του Διαιτητή, η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη και δεν έχει εξηγηθεί πώς θα μπορούσε να εκδηλωθεί τώρα, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας που, επαναλαμβάνω, αναφέρεται μόνο στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου που ακολούθησε, τέτοιο παράπονο.» Τα πιο πάνω απαντούν και στους προβαλλόμενους λόγους ένστασης περί της μη τήρησης των διαδικασιών και αποδεικτικών κανόνων ή ότι η διαιτησία διεξήχθη παράτυπα (λόγοι ένστασης 2, 5 και 7 πιο πάνω), οι οποίοι προβλήθηκαν εντελώς αόριστα και οι οποίοι στο τέλος δεν υποστηρίχθηκαν με επαρκή επιχειρηματολογία. Είναι ο ισχυρισμός του καθ΄ού η αίτηση ότι η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε καθ΄ υπέρβαση εξουσίας και ακολουθώντας λανθασμένη διαδικασία και επικαλείται συγκεκριμένα το γεγονός ότι δεν εκδόθηκε παρόμοια απόφαση και εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας η οποία είχε εγγυηθεί το δάνειο. Ο ισχυρισμός όμως αυτός παραγνωρίζει την δυνατότητα κάποιου πιστωτή να προχωρήσει εναντίον οποιουδήποτε οφειλέτη του χωρίς να εξαναγκάζεται να προχωρήσει ταυτόχρονα εναντίον όλων. Το δικαίωμα βέβαια να προχωρήσει και εναντίον κάποιου εγγυητή που παρέλειψε να στραφεί εναντίον του αρχικά δεν παραγράφεται και μπορεί να προχωρήσει στη συνέχεια και να λάβει μέτρα εναντίον του στη συνέχεια. Στην απόφαση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Ανίας Νάπας ν. Άντυ Κυριακίδη κ.ά, (πιο πάνω), διασαφηνίστηκε πλήρως από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι οι διαιτητικές αποφάσεις σε τέτοιες περιπτώσεις εγγράφονται με σκοπό την εκτέλεση δυνάμει της ειδικής ρύθμισης του άρθρου 52
(5)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. Στην εν λόγω απόφαση λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί» δηλαδή στα αρχεία του Πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι' αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου ο,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» Περαιτέρω στην ίδια πιο πάνω απόφαση Χατζηγεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς αναφέρθηκαν τα ακόλουθα : «το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς.» Επομένως εφόσον δεν έχει εφεσιβληθεί η διαιτητική απόφαση εντός 21 ημερών από την γνωστοποίηση της απόφασης, έχει ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα την απόρριψη των οποιωνδήποτε λόγων ένστασης του καθ' ού η αίτηση, καθότι η διαιτητική απόφαση με ημερομηνία 22.02.2012 έχει καταστεί τελική και δεσμευτική Η εκδοθείσα διαιτητική απόφαση είναι τελική και δεσμευτική για τον καθ' ού η αίτηση και δεν δικαιολογείται η ακύρωση η προβολή οποιασδήποτε υπεράσπισης επί της ουσίας της διαφοράς, σε αυτό το στάδιο και στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Τα ζητήματα αυτά τα εξετάζει ο διαιτητής αν τεθούν ενώπιον του και με βάση το μαρτυρικό υλικό που έχει στη διάθεση του, προτού προχωρήσει στην έκδοση της διαιτητικής απόφασης. Συνεπώς απορρίπτονται και οι σχετικοί λόγοι ένστασης. Στην παρούσα περίπτωση, όχι μόνο δεν έγινε έφεση εναντίον της απόφασης του διαιτητή για την οποία οι καθ΄ού η αίτηση έλαβε γνώση την ίδια ημέρα εφόσον συμμετέσχε στη διαδικασία ενώπιον του διαιτητή στις 22.02.2012 όπου παραδέχθηκε το χρέος του και έλαβε γνώση της απόφασης υπογράφοντας σχετική δήλωση. Προβλήθηκε ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση φέρει προγενέστερη της αίτησης ημερομηνία και επομένως είναι παράτυπη. Όμως εξετάζοντας τις ημερομηνίες στο φάκελο διαπιστώνω ότι έχουν την ίδια ημερομηνία. Επομένως δεν εντοπίζω οποιαδήποτε παρατυπία πάνω στο ζήτημα αυτό. Δράττομαι της ευκαιρίας να επαναλάβω τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Κούλουρου v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αθηαίνου
(2005)1 Α.Α.Δ. 601, 987, ότι δηλαδή: «η διαιτησία δεν είναι και δεν αποτελεί προστάδιο για την προσφυγή στο δικαστήριο, αλλά αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία με τους δικούς της διαδικαστικούς και αποδεικτικούς κανόνες, ανάλογους προς εκείνους των δικαστικών διαδικασιών και ο διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστική εξουσία.» Το πιο πάνω απόσπασμα αποτελεί την πεμπτουσία της αντιμετώπισης του θεσμού της διαιτησίας και του σεβασμού που αυτός θα πρέπει να τυγχάνει. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω γεγονότα καταλήγω ότι οι λόγοι ένστασης πρέπει να απορριφθούν, αφού όχι μόνο είναι νόμω και ουσία αβάσιμοι αλλά και διότι οι ισχυρισμοί του καθ' ού η αίτηση παρέμειναν εντελώς μετέωροι και δεν αποδείχθηκαν ως όφειλαν. Η άρνηση των ισχυρισμών των αιτητών εκ μέρους του καθ΄ ου η αίτηση δεν αντέστρεψε το βάρος απόδειξης που είχε ο καθ΄ού η αίτηση το οποίο δεν κατάφερε να αποσείσει. Η επί μέρους εξέταση των πιο πάνω λόγων ένστασης και τα σχόλια και η κατάληξη μου για κάθε ένα χωριστά όπως τα κατέγραψα πιο πάνω, με οδηγούν στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι αυτοί δεν μπορούν να έχουν αντίκρισμα καθώς δεν έχουν έρεισμα ούτε στα γεγονότα της υπόθεσης ούτε και ως προς τη νομική πτυχή της και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Καταλήγω να εκδώσω διάταγμα που να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης με ημερομηνία 22.02.2012 κατά τον ίδιον τρόπο που εκτελούνται οι δικαστικές αποφάσεις εναντίον του καθ΄ ού η αίτηση. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον του καθ΄ ού η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Χρήστος Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο