Μικαέλλα Ιακωβίδου ν. Δημήτρης Μαύρος κ.α., Αρ.Αγωγής: 3604/2012, 7/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ : Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 3604/2012 ΜΕΤΑΞΥ: Μικαέλλα Ιακωβίδου Ενάγουσας και
- Δημήτρης Μαύρος
- Eurosure Insurance Cοmpany Limited Εναγόμενων ......... Ημερ. 7 Μαρτίου, 2013 Για την Ενάγουσα: κα Πέτρου για κ. Θεοφάνη Β. Παυλήμπεη Για τους Εναγόμενους: Καμιά εμφάνιση Εναγόμενοι απόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της, η ενάγουσα που είναι 33 ετών και κατά τον επίδικο χρόνο ήταν καθ' όλα υγιής και βρισκόταν στον 6ο μήνα της δεύτερης εγκυμοσύνης της, διεκδικεί από τους εναγόμενους γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστη συνεπεία του τραυματισμού της σε τροχαίο δυστύχημα που επισυνέβη στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας με κατεύθυνση προς τη Λευκωσία στις 24.07.
- Επί πλέον διεκδικεί νόμιμο τόκο επί των ποσών που θα επιδικασθούν από της ημερομηνίας του δυστυχήματος και τα δικηγορικά της έξοδα. Στην απουσία των εναγομένων και εφόσον το κλητήριο ένταλμα διαπιστώθηκε ότι επιδόθηκε σε αυτούς δεόντως, στον εναγόμενο 1 στις 29.10.2012 και στην εναγόμενη 2 στις 30.10.2012, το Δικαστήριο, μετά από σχετική αίτηση της ενάγουσας σύμφωνα με τους Θεσμούς περί Πολιτικής Δικονομίας, όρισε την υπόθεση για απόδειξη και δόθηκε σχετική άδεια όπως η ενάγουσα προχωρήσει προς τούτο με γραπτή ένορκη δήλωση και κατάθεση όλων των σχετικών εγγράφων που δικαιολογούν τις αξιώσεις της. Σύμφωνα με τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, στις 24.07.2011 η ενάγουσα ήταν συνεπιβάτης στο όχημα με αριθμό εγγραφής HXP 719 το οποίο οδηγούσε ο σύζυγος της και ταξίδευε νόμιμα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου Λεμεσού - Λευκωσίας με κατεύθυνση τη Λευκωσία. Το αυτοκίνητο EKH 961 οδηγείτο κατά τον ουσιώδη χρόνο από τον εναγόμενο 1 στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου Λεμεσού - Λευκωσίας με ιδία κατεύθυνση και ακολουθούσε το όχημα HXP
- Κοντά στη περιοχή της Κοφίνου της Επαρχίας Λάρνακας, το όχημα EKH 961 εισχώρησε αιφνίδια στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με το όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΧΡ 719 στο οποίο επέβαινε η ενάγουσα. Από τη σύγκρουση προκλήθηκαν στην ενάγουσα διάφορες σωματικές βλάβες, πόνος και ταλαιπωρία. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το εν λόγω δυστύχημα οφείλεται αποκλειστικά στην αμέλεια και/ή παράβαση των εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων και/ή υποχρεώσεων του εναγόμενου
- Οι λεπτομέρειες της αμέλειας και/ ή παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων του εναγόμενου 1 και κατά συνέπεια η κατ΄ ισχυρισμό αποκλειστική ευθύνη του για την πρόκληση του δυστυχήματος καθώς και οι λεπτομέρειες των ειδικών ζημιών τις οποίες έχει υποστεί η ενάγουσα και οι αποζημιώσεις τις οποίες διεκδικεί, εμφαίνονται στις λεπτομέρειες που παρατίθενται στην έκθεση απαιτήσεως με τις οποίες η ενάγουσα δήλωσε στην ένορκη της δήλωση ότι συμφωνεί και τις υιοθετεί και οι οποίες λαμβάνονται υπόψη ως αδιαμφισβήτητες από το Δικαστήριο. Σε σχέση με τις λεπτομέρειες των σωματικών της βλαβών θα επανέλθω στη συνέχεια στο κατάλληλο μέρος της απόφασης μου. Η ενάγουσα πράγματι σήμερα και μετά από άδεια του Δικαστηρίου, όπως προανέφερα, κατάθεσε ένορκη δήλωση όπου περιγράφει όλα τα πιο πάνω γεγονότα της υπόθεσης και επισυνάπτει σε αυτή διάφορα τεκμήρια προς απόδειξη των ισχυρισμών της. Ως τεκμ. 1 κατέθεσε την αστυνομική έκθεση, ως τεκμ. 2 αποδείξεις για τις ειδικές ζημιές που υπέστη και το πιστοποιητικό που δείχνει το ύψος του μισθού της, ως τεκμ. 3 αντίγραφα ιατρικών πιστοποιητικών που αποδεικνύουν τους τραυματισμούς της, ως τεκμήριο 4 πιστοποιητικά αναρρωτικής άδειας, ως τεκμ. 5 την ειδοποίηση που στάλθηκε στην εναγόμενη 2 μετά την καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής καθώς και την απόδειξη παραλαβής της επιστολής. Η πιο πάνω μαρτυρία παρέμεινε αναντίλεκτη εφόσον οι εναγόμενοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου για να εκθέσουν τη δική τους εκδοχή αν υπάρχει και αν είναι πράγματι διαφορετική. Εν πάση περιπτώσει δεν διακρίνω από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν οποιαδήποτε τάση υπερβολής εκ μέρους της ενάγουσας αναφορικά με τις ειδικές ζημιές που υπέστη και αξιώνει και την περιγραφή που έκαμε των τραυμάτων της η οποία συνάδει με τα ιατρικά πιστοποιητικά. Η ΕΥΘΥΝΗ: Το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να εξετάσει και να εξακριβώσει την αμέλεια, την τυχόν συντρέχουσα αμέλεια και τον καθορισμό ευθύνης μεταξύ των διαδίκων. Στην υπόθεση Μαυρίδης v. Dharaghji κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ.1013 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω από τον έντιμο Δικαστή (όπως ήταν τότε) του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Στυλιανίδη: « Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα Άρθρα 51,57 και 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148. Η ορθή προσέγγιση του Δικαστηρίου όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Fitzgerald v. Lane
(1988)2 All E.R.961, η οποία ανέτρεψε την απόφαση του Lord Pearce στην υπόθεση The Miraflores and The Abades
(1967)1 All E.R.672,677 είναι: Το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα εάν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική, τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 αν ο ενάγοντας έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ των εναγομένων από τη μια, και του ενάγοντα από τη άλλη, και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα.» Στην συνέχεια της ίδιας πιο πάνω απόφασης αναφέρονται: «Στον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ δύο οδηγών, οι καθοριστικοί παράγοντες είναι η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών της σύγκρουσης και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. » Όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση Φοινικαρίδης v. Γεωργίου κ.α.,
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 η έννοια της αμέλειας ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση τη αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχομένου οδηγού (βλ. Μαρκαντώνης v. Δημάκη,
(1989)1 C.L.R. 387) και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων διαφαίνεται κατά τη λογική πρόβλεψη (βλ. Βίκης v. Νεοφύτου,
(1990)1 Α.Α.Δ. 345). Στην παρούσα υπόθεση λαμβάνοντας υπόψη τις νομικές αρχές και εφαρμόζοντας τις στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι γενεσιουργός και μόνη αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος ήταν η οδική συμπεριφορά του εναγομένου 1. Η αμέλεια του εναγομένου 1 δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως έκδηλη. Με την ενέργεια του να εισέλθει ξαφνικά στην αριστερή λωρίδα χωρίς να ελαττώσει ταχύτητα ή να εφαρμόσει τα φρένα του οχήματος του έτσι που να μην επιπέσει στο πίσω μέρος του οχήματος το οποίο οδηγούσε ο σύζυγος της ενάγουσας στο οποίο επέβαινε ως συνεπιβάτης η ενάγουσα, το οποίο χρησιμοποιούσε εκείνη τη στιγμή νόμιμα και σύμφωνα με τους περί τροχαίας κίνησης κανονισμούς την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και χωρίς να αφήσει στον οδηγό του εν λόγω οχήματος κανένα λογικό περιθώριο ή λογική ευκαιρία να αντιδράσει για να αποφύγει τη σύγκρουση τους, είχε ως συνέπεια την πρόκληση του δυστυχήματος. Κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις ο οδηγός του οχήματος στο οποίο επέβαινε η ενάγουσα ήταν αδύνατο να προβλέψει αυτή την από κάθε άποψη αδικαιολόγητη ενέργεια του εναγομένου 1 να εισέλθει εντός της λωρίδας στην οποία ο ίδιος οδηγούσε και να επιπέσει επί του οχήματος του. Τα πιο πάνω καθίστανται φανερά και από το σχεδιαγράφημα της σκηνής και τα ευρήματα που σημειώθηκαν σε αυτό όπως και από τις ζημιές που υπέστη το όχημα στο οποίο επέβαινε η ενάγουσα όπως καταγράφονται σε αυτό και επομένως κρίνω ότι η εκδοχή της ενάγουσας σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος ανταποκρίνεται στη πραγματικότητα και την αποδέχομαι. Καθήκον για λήψη προστατευτικών μέτρων γεννάται όταν εκδηλωθεί κίνδυνος. Στη δοσμένη περίπτωση η στιγμή αυτή, ήταν όταν ο εναγόμενος 1 εισήλθε με το όχημα του στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και χρησιμοποιώντας τέτοια ταχύτητα κατάφερε να επιπέσει στο πίσω μέρος του οχήματος στο οποίο επέβαινε η ενάγουσα ο οδηγός του οποίου δεν είχε προσέξει οποιοδήποτε εμπόδιο στο δρόμο όπως ήταν κατ΄ ισχυρισμό του στην αστυνομικό κάποιος σκύλος. Όπως αναφέρεται και στην υπόθεση Σχίζα v. Βραχίμη
(2003)1 Α.Α.Δ. σελ. 1742 επαναλαμβάνοντας τη πάγια νομολογία: « Ένας οδηγός δε είναι συνήθως υπόχρεος να προβλέψει ότι ένα άλλο πρόσωπο μπορεί να ενεργήσει αμελώς εκτός αν η πείρα δείχνει μια συγκεκριμένη αμέλεια να είναι συνηθισμένη κάτω από τις περιστάσεις (βλ. επίσης την Panayiotou v. Mavrou
(1970)1 C.L.R. 215,219, Βλάσιος v. Αντωνίου
(1990)1 Α.Α.Δ. 815,818 και Χαριλάου v. Νικολάου, Πολ. Έφεση 11331 ημερ.23.10.2003).» Καταλήγω σε σχέση με το ζήτημα της ευθύνης ότι οδηγός του οχήματος στο οποίο επέβαινε η ενάγουσα δεν είχε τέτοια υποχρέωση πρόβλεψης όπως αυτή καθορίζεται στο πιο πάνω απόσπασμα υπό τις περιστάσεις και συνθήκες που έγινε το δυστύχημα, κρίνω δε ότι αυτός δεν είχε καμιά ευθύνη για το δυστύχημα και ότι ολόκληρη η ευθύνη βάρυνε τον εναγόμενο 1, ο οποίος δεν επέδειξε τη δέουσα παρατηρητικότητα στο δρόμο γεγονός που αποδεικνύεται από τη πορεία που ακολούθησε χωρίς να εφαρμόσει τα φρένα του οχήματος του και να ακολουθήσει μια πορεία η οποία θα απέφευγε τη σύγκρουση με το προπορευόμενο εξ αριστερά όχημα και παραγνωρίζοντας γενικά την υπόλοιπη τροχαία κίνηση. Κατά συνέπεια έχοντας υπόψη περαιτέρω και τις πιο πάνω αρχές καταλήγω ότι η ενέργεια του εναγομένου 1 ήταν το αποτέλεσμα της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας που όφειλε προς την ενάγουσα, επιβάτη οχήματος με το οποίο συγκρούστηκε. Το δυστύχημα οφείλεται εξ ολοκλήρου στην αμέλεια του εναγομένου 1 (βλ. Κωνσταντινίδης κ.ά v. Παπαμιλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Β Α.Α.Δ. 733, Κεζαρίδης v.Κωνσταντίνου,
(2007)1 Β Α.Α.Δ. σελ. 1373). ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ: Η ενάγουσα διατείνεται στην έκθεση απαίτησης της κάτι που επαναλαμβάνει και στην ένορκη της δήλωση ότι συνεπεία του δυστυχήματος τραυματίστηκε και υπέστη διάφορες σωματικές βλάβες, πόνο, άγχος, ταλαιπωρία, έξοδα, δαπάνες, απώλειες και ζημιές. Συγκεκριμένα έχει ξοδέψει €20.53σ. σε φάρμακα, €422,26 ιατρικά έξοδα και είχε απώλεια εισοδημάτων €2.017,50σ. για την περίοδο 25.07.11 μέχρι 16.09.11 δηλαδή συνολικά €2.460,29σ. Η ενάγουσα σε σχέση με τις σωματικές της βλάβες ισχυρίστηκε ότι υπέστη θλάση αυχένα, θλάση οσφύος, εγκεφαλική διάσειση, κεφαλαλγία και πονοκεφάλους, περιορισμό κάμψης και έκτασης και δυσκαμψία του αυχένα, πρόωρες συσπάσεις της εγκυμοσύνης της, απώλεια φυσιολογικής λόρδωσης του αυχένα και περιορισμό στις στροφικές κινήσεις του αυχένα της λόγω άλγους. Η εγκυμοσύνη της επιβάρυνε τον πόνο, το άγχος, την ταλαιπωρία και τον χρόνο αποθεραπείας της. Λόγω των πρόωρων συσπάσεων επισκέφθηκε γυναικολόγο ο οποίος της συνέστησε άδεια από την εργασία της αρχικά από 25.07.11 μέχρι τις 31.08.11 και στη συνέχεια από 1.09.11 μέχρι 16.09.11. Όλα τα πιο πάνω παρουσιάζονται στα ιατρικά πιστοποιητικά που παρουσίασε η ενάγουσα. Σημαντική είναι επίσης και η μαρτυρία της ίδιας στην ένορκη δήλωση της αναφορικά με τον πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη ενόσω αυτή βρισκόταν σε προχωρημένη εγκυμοσύνη την οποία και αποδέχομαι. Η εναγόμενη 2 ήταν η ασφαλιστική εταιρεία στην οποία ήταν ασφαλισμένο το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 με το ασφαλιστήριο έγγραφο ΜΡΑ 43991/10/Χ1Β12 και ειδοποιήθηκε τόσο για το ατύχημα εντός της υπό του νόμου προβλεπόμενης προθεσμίας και σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία και ακολούθως μετά την καταχώρηση της αγωγής και πάλιν ενημερώθηκαν με σχετική επιστολή του δικηγόρου της ενάγουσας. Η ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας προτείνοντας το ποσό των €8.000,00 με παρέπεμψε σε σχετική νομολογία και πρωτόδικες αποφάσεις για το ύψος των αποζημιώσεων σε σχέση με τον τραυματισμό της ενάγουσας οι οποίες κατά την άποψη της για παρόμοια ή παρεμφερή τραύματα και ως προς τις συνέπειες που είχαν αυτά στα θύματα, αποφάσεις τις οποίες λαμβάνω μεταξύ άλλων υπόψη. Υπό το φως των ευρημάτων που έχουν διατυπωθεί ανωτέρω αναφορικά με τον τραυματισμό που υπέστη η ενάγουσα από το δυστύχημα, τη θεραπεία που έτυχε, τον πόνο και ταλαιπωρία που έζησε, το Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί σε αποτίμηση της δίκαιης αποζημίωσης την οποία δικαιούται. Το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο με το καθήκον υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων του φυσικού πόνου, της ταλαιπωρίας, της απώλειας των ανέσεων και απολαύσεων της ζωής που υπέστη η ενάγουσα σαν συνέπεια του τραυματισμού της. Οι αρχές που διέπουν τον προσδιορισμό του ύψους των αποζημιώσεων έχουν εν πολλοίς αποκρυσταλλωθεί μέσα από σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται από τα Δικαστήρια πρέπει να είναι δίκαιες και λογικές. Στόχος είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά χωρίς να τίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα. Όπως τονίζεται στην κλασική πλέον πάνω στο ζήτημα αυτό απόφαση Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1992)1 C.L.R.789: ".Το ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτό. Συνεπώς η κοινωνική δεοντολογία κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι σε κάθε περίπτωση παράγοντας σχετικός προς το έργο μας, ειδικά σε σχέση με τη χρηματική απώλεια. Η χρηματική ζημιά, ως περισσότερο επιδεκτική μαθηματικού υπολογισμού εξαρτάται λιγότερο από κοινωνικά κριτήρια. Στόχος του εγχειρήματος είναι η κατάληξη στο τέλος της πορείας σε αριθμό που είναι δίκαιος και εύλογος κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης.» Στην απόφαση Νεοκλέους v. Worley,
(2001)1 Α.Α.Δ. σελ. 652 η οποία παραπέμπει επίσης στην αμέσως πιο πάνω απόφαση αναφέρονται περαιτέρω ότι: « Οι αποζημιώσεις είναι το μέσο για την αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και της αντιμετώπισης των λειτουργικών δυσχερειών που επιφέρει ο τραυματισμός.» Είναι σταθερή η τάση για ελευθεροποίηση των ποσών που επιδικάζονται ως γενικές αποζημιώσει η οποία καταλήγει σε αύξηση τους σε σύγκριση με εκείνο που θεωρείτο το μέτρο στο παρελθόν έτσι που να τοποθετείται μεγαλύτερη αξία στον ανθρώπινο πόνο και τις αγωνίες της ανικανότητας. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικότητες όπως μπορούν να εξακριβωθούν με γνώμονα και την αγοραστική αξία του χρήματος κατά τον χρόνο της επιδίκασης των αποζημιώσεων ως αυτοτελή παράγοντα αλλά και ως συγκριτικό όταν ανατρέχουμε σε υποθέσεις του παρελθόντος στο βαθμό που αυτές σε περιπτώσεις αυτής της φύσεως θα μπορούσε να είναι βοηθητικές (βλέπε Fysko v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014,1029). Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Μαυροπετρή v. Γεωργίου Λουκά,
(1995)1 Α.Α.Δ. 66: « Η νομολογία αποκαλύπτει σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, τάση που αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και την ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου (βλ. μεταξύ άλλων Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi, (ανωτέρω) Polykarpou v. Adamou,
(1988)1 C.L.R. 727, Φοινικαρίδης και άλλη v. Γεωργίου και άλλων,
(1991)1 Α.Α.Δ.475, Παναγή v. Θεοδώρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1303, Κωνσταντίνου v. Ιωάννου,
(1993)1 Α.Α.Δ.669), Μερακλή κ.ά v. Ταλιώτη,
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1148. Σταθερή είναι όμως η αρχή του δικαίου ότι οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι κοινωνικά παραδεκτές. Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία αλλά την αποκατάσταση. Αυτή τούτη η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση, δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων.» Βέβαια όπως αναφέρθηκε και στην Μερακλή (πιο πάνω): « Η τάση όμως αυτή (ανοδικής πορείας των αποζημιώσεων) δεν πρέπει να είναι ανεξέλεγκτη και πρέπει να περιορίζεται μέσα στα σωστά πλαίσια της λογικής για όλους τους διάδικους αποζημίωσης.» Τελικά σκοπός των αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του θύματος του αστικού αδικήματος στη θέση στην οποία εύλογα θα μπορούσε να αναμένεται ότι θα βρισκόταν εάν δεν τραυματιζόταν. Αυτή είναι η βασική αρχή η οποία διέπει τον καθορισμό των αποζημιώσεων στο δίκαιο των αστικών αδικημάτων υπό τον όρο πάντα ότι ζημιά η οποία αποδίδεται είναι εύλογη μεταξύ τους (βλ. Μιχαήλ κ.ά. v. Συκοπετρίτη κ.ά ,
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1049 και Ιακώβου v. Παπαδάκη κ.ά.,
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 2079.) Προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο υπό την έννοια της αρχής του Stare decisis αλλά παρέχουν καθοδήγηση. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η συνεχής μείωση της αξίας του χρήματος (βλ. Polykarpou v. Adamou, (πιο πάνω) όπου ο Έντιμος κ. Πικής Δικαστής (όπως ήταν τότε) υποδεικνύει: ¨ Previous awards do not give rise to binding precedent in the sense of stare decisis as pointed out in Tziellas v. The Ship Natalena H
(1982)1 C.L.R. 807,820. The offer quidance, especially awards made by Courts of the Republic that reflect the realities of the country and the purchasing power of the Cyprus pound.". Στην υπόθεση Ερωτοκρίτου κ.ά v. Καραολή,
(1998)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 445 επισημαίνεται ότι προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με αποζημιώσεις μόνο ενδεικτική σημασία μπορούν να έχουν γιατί κάθε ειδική περίπτωση διαφέρει ανάλογα με το είδος και την έκταση του τραυματισμού καθώς και τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε υπόθεσης. Στην Σπύρος Μελής και Ελένη Λτδ κ.ά. v. Πολίτη,
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 590 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Με δεδομένες τις αρχές αυτές (δηλαδή τη σημασία της υγείας σαν καθοδηγητικού παράγοντα στην οικονομική στάθμιση του πόνου και της ταλαιπωρίας και στη λεγόμενη αυξητική τάση των αποζημιώσεων), το έργο του δικαστηρίου σε κάθε περίπτωση παραμένει η συγκριτική αποτίμηση του τραυματισμού σε χρηματικό μέτρο, ως προς την οποία η επί μέρους νομολογία είναι σημαντική ώστε να υπάρχει και συνέχεια και σχετική βεβαιότητα στα πράγματα.» Και πιο κάτω: « Η οποιαδήποτε αυξητική τάση στις αποζημιώσεις ήταν αποτέλεσμα της ανάγκης εξισορρόπησης υπερβολικά χαμηλών αποζημιώσεων σε κατάλληλες περιπτώσεις και δεν τάσσεται ως χάρτης για αιτιολόγηση παροχής συνεχώς αυξανόμενων ποσών σε κάθε περίπτωση. Υπάρχουν πλαίσια που συναρτώνται όχι μόνο προς την νομολογία αλλά και προς τα κοινωνικά και οικονομικά δεδομένα της κοινωνίας και κυρίως προς τη σοβαρότητα της κάθε υπόθεσης, υπό το πρίσμα πάντοτε της κοινής λογικής και αντίληψης.» Θα αντλήσω καθοδήγηση από αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά και πρωτόδικων αποφάσεων Επαρχιακών Δικαστηρίων - μεταξύ άλλων και αυτών στις οποίες με παρέπεμψε η ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας - στις οποίες υπάρχει αναλογία με τη υπό εξέταση υπόθεση ως προς τον καθορισμό των γενικών αποζημιώσεων. Στην υπόθεση Παπαγγελοδήμου κ.ά. v. Ηλιάδη,
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 639 σε σχέση με την έφεση 7622 πρωτόδικα είχε επιδικαστεί το ποσό των Λ.Κ.1.500,00 όπου ο ενάγοντας είχε υποστεί εγκεφαλική διάσειση με απώλεια της συνείδησης και τραυματική αμνησία διάρκειας μιας περίπου ώρας, εκχυμώσεις του τριχωτού της κεφαλής, θλάση και εκχυμώσεις της κατώτερης μοίρας του αυχένα, θλάση του θώρακα και δυσπνοϊκά φαινόμενα και αιμάτωμα του δεξιού γόνατος και εκδορές στην αριστερή κνήμη. Από ακτινολογικό έλεγχο διαπιστώθηκε κάταγμα της 10ης, 11ης και 12ης δεξιάς πλευράς, καθώς και σμίκρυνση του μεσοσπονδύλιου διαστήματος μεταξύ 6ου και 7ου αυχενικού σπονδύλου. Το εφετείο αύξησε το πιο πάνω ποσό σε Λ.Κ.2.250,
- Στην υπόθεση Δημητριάδης v. Μαρίνου που ήταν απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 30.05.1994 το δικαστήριο επιδίκασε στον ενάγοντα σαν γενικές αποζημιώσεις το ποσόν των Λ.Κ.2.500,00 όπου ο ενάγοντας είχε υποστεί θλάση αυχένα, θλάση οσφύος και εγκεφαλική διάσειση. Στην υπόθεση Μαρακλή κ.ά. v. Ταλιώτη, ( πιο πάνω), επιδικάσθηκε στον εφεσίβλητο αποζημίωση Λ.Κ.3.500,00 για θλάση του αυχένα (soft tissue injuries) και μωλώπιασμα του δεξιού ώμου. Υπήρξε πλήρης αποθεραπεία σε κάπως μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από τη συνήθη περίοδο που χρειάζεται για αποθεραπεία παρόμοιων κακώσεων, λόγω προϋπάρχοντος ιστορικού οστεοαρθριτικών αλλοιώσεων. Κρίθηκε εσφαλμένη η καθοδήγηση που είχε το πρωτόδικο Δικαστήριο και μειώθηκε το ποσό που επιδικάσθηκε που ήταν Λ.Κ.3.500 σε Λ.Κ.1.500,
- Στην υπόθεση Νεοκλέους v. Worley,
(2001)1 Α.Α.Δ. σελ. 652 ο εφεσείων υπέστη βαρύ διάστρεμμα του αυχένα. Τρία χρόνια μετά το δυστύχημα ο θεράπων ιατρός του παρατήρησε μεγάλη αύξηση των οστεοαρθριτικών αλλοιώσεων από αυτές που προϋπήρχαν του τραυματισμού, αύξηση που δεν κρίθηκε φυσιολογική, αποδίδεται δε μερικώς στον τραυματισμό. Επιδικάστηκαν πρωτόδικα αποζημιώσεις ύψους Λ.Κ.2.000,00 οι οποίες κρίθηκαν ανεπαρκείς από το Εφετείο και αυξήθηκαν σε Λ.Κ.3.500. Στην υπόθεση Δημητρίου v. Ιωάννου κ.ά
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 274 όπου υπέστη διάστρεμμα του αυχένα και της οσφυϊκής μοίρας ο οποίος παρέμεινε εκτός εργασίας για 10 βδομάδες, επικυρώθηκε ποσό Λ.Κ.800,00 και την Χαραλάμπους v. Αναστασιάδη,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1709 στην οποία επικυρώθηκε ποσό Λ.Κ.3.500 ως αποζημίωση όμως για πιο σοβαρά τραύματα όπως ήταν σοβαρή κάκωση και θλαστικό τραύμα της ινιακής χώρας του κρανίου, εγκεφαλική διάσειση, σοβαρά διαστρέμματα και θλάσεις αυχένα, θώρακα, ράχεως και οσφύος. Θα πρέπει να λαμβάνονται πάντοτε υπόψη η έκταση του τραυματισμού και στα επακόλουθα του και να γίνονται οι αναγκαίες προσαρμογές αφού κάθε υπόθεση έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες. Λαμβάνοντας συνεπώς υπόψη μου τη φύση, τη έκταση και την σοβαρότητα των σωματικών βλαβών που υπέστη η ενάγουσα όπως παρατίθενται πιο πάνω, την ταλαιπωρία και την αναστάτωση που της προκάλεσαν, δεν αναφέρθηκαν οποιαδήποτε κατάλοιπα ως εκ του τραυματισμού της ούτε και ότι υπήρξε άλλη περαιτέρω συνέπεια ως προς την εγκυμοσύνη της πέραν των όσων περιγράφησαν πιο πάνω, καθοδηγούμενος από τη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως την έχω σκιαγραφήσει προηγουμένως και πως αυτή θα πρέπει να τυγχάνει εφαρμογής. Τέλος, λαμβάνοντας υπόψη και την εισήγηση εκ μέρους της ίδιας της ενάγουσας, κρίνω ότι ένα ποσό της τάξης των €.6.000,00 αποτελεί υπό τις περιστάσεις εύλογη αποζημίωση. ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ: Όσον αφορά τις ειδικές ζημιές επισημαίνω αρχικά την νομολογιακά καθιερωμένη αρχή ότι η ενάγουσα έχει το βάρος να τις αποδείξει αυστηρά (βλ. Ηρακλέους v. Πέτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239 και Κούνουνα κ.ά.v Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.ά.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. σελ. 2126 στις οποίες γίνεται αναφορά στη ρήση του Λόρδου Goddard στην υπόθεση Bonham - Carter v. Hyde Park Hotel Ltd
(1948)64 T.L.R. 177): ¨Δεν είναι αρκετό, οι ζημιές να προβάλλονται στα δικόγραφα, θα πρέπει να αποδεικνύονται με σαφήνεια και στοιχεία¨ (βλ.επίσης Ηρακλέους v. Του Ταχύπλοου σκάφους ¨Νίκη¨ κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ.510). Συγκεκριμένη μέθοδος απόδειξης δεν υπάρχει. Είναι πιθανόν ο τρόπος απόδειξης να διαφέρει από υπόθεση σε υπόθεση και από ζημιά σε ζημιά. Θα πρέπει όμως πάντοτε να τηρούνται οι αυστηροί κανόνες απόδειξης έστω και αν δεν εμφανίζεται ο εναγόμενος και παραμένει η όλη μαρτυρία που παρουσιάζεται αναντίλεκτη. Καταληκτικά των πιο πάνω κρίνω ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία προς απόδειξη των ειδικών ζημιών τις οποίες υπέστη η ενάγουσα είναι τέτοια που δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης. Ως εκ τούτου η ενάγουσα απέδειξε στον βαθμό που επιβάλλεται ειδικές ζημιές ύψους €2.460,29σ. που αφορούν απώλεια εισοδημάτων, φαρμάκων και ιατρικά έξοδα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγόμενων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €8.460,29σ. ως γενικές και ειδικές αποζημιώσεις πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από της ημερομηνίας που προκλήθηκε το δυστύχημα δηλαδή από τις 24.07.2011 πλέον δικηγορικά έξοδα τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην ανάλογη κλίμακα. (Υπ.) .............................. Χρ. Φιλίππου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο