← Κύπρος

Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ν. Best Way Estates Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 398//2011, 26/3/2013

Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ν. Best Way Estates Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 398//2011, 26/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A51 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 398//2011 Μεταξύ: Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Ενάγουσας - Καθ΄ής η αίτηση και

  1. Best Way Estates Ltd
  2. Ευστάθιος Ζουρίδης Εναγόμενων - Αιτητών ---------------------------------------- Ημερομηνία: 26 Μαρτίου, 2013 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα - Καθ΄ής η αίτηση: κα Ραφαήλ για Ι. Φράγκος & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους - Αιτητές: κ. Α. Χρ. Δημητριάδης Ενδιάμεση απόφαση (Σε αίτηση για περαιτέρω και καλύτερο κατάλογο τεκμηρίων και στα πλαίσια αυτής σε αίτηση για έκδοση διατάγματος με το οποίο ο ενόρκως δηλών στην ένσταση παρουσιαστεί στο Δικαστήριο για αντεξέταση του) Η ενάγουσα - καθ΄ ής η αίτηση είναι τραπεζίτες και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες σε ολόκληρη την Κύπρο. Διατείνονται στην έκθεση απαιτήσεως τους ότι στις 13.07.2007 χρηματοδότησαν την εναγόμενη 1 με την εγγύηση του εναγόμενου 2 για την αγορά ενός αυτοκινήτου με συμφωνία ενοικιαγοράς για το υπόλοιπο του συνολικού τιμήματος του αυτοκινήτου για το ισάξιο ποσό των €34.264,29σ., το οποίο η εναγόμενη 1 θα έπρεπε να εξοφλήσει με 60 ίσες μηνιαίες δόσεις των €686,55σ. Λόγω της μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1, η ενάγουσα στις 19.08.2010 τερμάτισε την πιο πάνω συμφωνία όταν τα ληγμένα ενοίκια ανέρχονταν στο ποσό των €2.048,91σ. και τα μη ληγμένα στο ποσό των €16.624,70σ. Έτσι η ενάγουσα αξιώνει εναντίον τους το συνολικό ποσό που οφείλεται και συναφή διατάγματα για παράδοση και πώληση σε δημόσιο πλειστηριασμό του επίδικου αυτοκινήτου. Στις 9.01.2012 εκ συμφώνου μετά από κοινό προφορικό αίτημα και των δύο πλευρών εκδόθηκε από το Δικαστήριο διάταγμα για εκατέρωθεν αποκάλυψη των εγγράφων τα οποία έχει στην κατοχή της η κάθε πλευρά και σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Η ενάγουσα στις 13.01.2012 καταχώρησε ένορκη δήλωση του υπαλλήλου της κ. Μιχάλη Στυλιανού με την οποία προέβαινε σε αποκάλυψη όλων των εγγράφων που έχει στην κατοχή ή έλεγχο ή φύλαξη της τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Στις 18.05.2012 οι εναγόμενοι καταχώρησαν αίτηση για έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου που να διατάσσει την ενάγουσα όπως ετοιμάσει και επιδώσει στους αιτητές περαιτέρω και καλύτερο κατάλογο εγγράφων και ειδικότερα τα παραστατικά (vouchers) της κάθε δοσοληψίας χωριστά. Ισχυρίζονται ότι είναι απαραίτητο να αποκαλυφθούν τα παραστατικά όλων των δοσοληψιών και πράξεων τους με τους εναγόμενους για να μπορέσουν αυτοί να ελέγξουν την νομιμότητα και εγκυρότητα των δοσοληψιών και πράξεων της εναγόμενης 1 με την ενάγουσα. Η καθ΄ ής η αίτηση καταχώρησε στις 10.09.2012 ένσταση η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Μιχάλη Στυλιανού ο οποίος ισχυρίζεται ότι η καθ΄ ής η αίτηση δεν μπορεί να αντιληφθεί τι σημαίνει περαιτέρω και καλύτερος κατάλογος εγγράφων αναφορικά με τα έγγραφα ¨Παραστατικά κάθε δοσοληψίας ξεχωριστά¨ αλλά και ότι δεν έχει οποιαδήποτε άλλα έγγραφα στην κατοχή της. Στις 23.10.2012 οι εναγόμενοι καταχώρησαν την παρούσα υπό εκδίκαση αίτηση, με την οποία εξαιτούνται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο πιο πάνω ενόρκως δηλών όπως παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και αντεξεταστεί επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του. Σε αυτή την αίτηση εκ μέρους της ενάγουσας καταχωρήθηκε ένσταση στις 14.01.
  3. Η αίτηση έχει ως νομική βάση την Δ.39 Θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και Δ.48 Θ. 1 -
  4. Οι εναγόμενοι λοιπόν επιζητούν όπως αντεξετάσουν τον κ. Μ. Στυλιανού αναφορικά με τα παραστατικά των δοσοληψιών του επίδικου λογαριασμού τα οποία είναι σχετικά και ουσιώδη, κατά την άποψη τους, με τα επίδικα θέματα, γιατί στο παραστατικό της κάθε δοσοληψίας ισχυρίζονται ότι φαίνονται οι καταχρηστικές χρεώσεις που επέβαλε η ενάγουσα/ καθ΄ής η αίτηση στον λογαριασμό της εναγόμενης
  5. Με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, ο ενόρκως δηλών - εναγόμενος 2 κ. Ζουρίδης, δηλώνει ότι η ενάγουσα παρέλειψε να αποκαλύψει λεπτομερή κατάλογο των παραστατικών κάθε δοσοληψίας και παραπονείται ότι είναι απαραίτητο όπως η ενάγουσα αποκαλύψει τα παραστατικά όλων των δοσοληψιών και πράξεων τους με τους εναγόμενους για να μπορέσουν οι εναγόμενοι να ελέγξουν την νομιμότητα και εγκυρότητα των δοσοληψιών και πράξεων μεταξύ της εναγομένης 1 και της ενάγουσας. Σύμφωνα με τους αιτητές, τα εν λόγω παραστατικά είναι αναγκαίο να τηρούνται από την ενάγουσα με βάση τους κανονισμούς της Κεντρικής Τράπεζας αλλά και την τραπεζική πρακτική, ο δε ενόρκως δηλών αρνείται ότι κατέχει τέτοια έγγραφα και ούτε επεξηγεί τι απέγιναν αυτά τα παραστατικά και/ή παραπλανητικά ισχυρίζεται ότι δεν δύναται να αντιληφθεί το σημαίνει παραστατικά των δοσοληψιών που είναι διεθνής τραπεζικός όρος ο οποίος χρησιμοποιείται συχνά για τα σχετικά έγγραφα που συνοδεύουν κάθε δοσοληψία (κατάθεση, ανάληψη κ.λπ.). Κάθε δοσοληψία μεταξύ της ενάγουσας και του πρωτοφειλέτη, όπως διατείνεται, πρέπει να τεκμηριώνεται και/ή αποδεικνύεται με έγγραφα τα οποία καταδεικνύουν βασικές λεπτομέρειες της δοσοληψίας, το ποσό, την ημερομηνία, την υπογραφή του δικαιούχου του λογαριασμού και άλλα βασικά στοιχεία για να ελέγχεται η εγκυρότητα και η νομιμότητα της κάθε δοσοληψίας χωριστά. Η επιδιωκόμενη αντεξέταση του μάρτυρα άπτεται των ζητημάτων που θα εξεταστούν από το Δικαστήριο κατά πόσο θα εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα που να διατάσσει την ενάγουσα / καθ΄ής η αίτηση όπως ετοιμάσει και επιδώσει στους αιτητές περαιτέρω και καλύτερο κατάλογο εγγράφων. Σύμφωνα με τους εναγόμενους το διάταγμα του Δικαστηρίου που αφορούσε την αποκάλυψη όλων των σχετικών εγγράφων δημιούργησε υποχρέωση στην καθ΄ής η αίτηση να αποκαλύψει κάθε έγγραφο που βρίσκεται ή ήταν στην κατοχή, φύλαξη και έλεγχο της, παραθέτοντας πλήρη περιγραφή του καθενός από τα έγγραφα αυτά. Το διάταγμα βρίσκεται σε ισχύ και το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να διαφοροποιήσει τις πρόνοιες του υπάρχοντος διατάγματος για αποκάλυψη κάθε εγγράφου που βρίσκεται ή ήταν στην κατοχή, φύλαξη και έλεγχο της καθ΄ ής η αίτηση, παραθέτοντας πλήρη περιγραφή του καθενός από τα έγγραφα αυτά. Η πλευρά της ενάγουσας - καθ΄ής η αίτηση στην ειδοποίηση περί της πρόθεσης υποβολής ένστασης, προβάλλει τους ακόλουθους βασικά λόγους τους οποίους υποστηρίζει με ένορκη δήλωση του ο κ. Μ. Στυλιανού:
  6. Με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση προβάλλονται διαζευκτικοί ισχυρισμοί αναφορικά με γεγονότα.
  7. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας και της νομολογίας για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  8. Δεν υπάρχει αιτιολογία και/ή επεξήγηση και/ή δικαιολόγηση και/ή επαρκής αιτιολογία και/ή επεξήγηση και/ή αιτιολόγηση για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  9. Δεν συντρέχουν ή/και δεν αποκαλύπτονται εξαιρετικές περιστάσεις προς έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  10. Το αιτούμενο διάταγμα επ΄ουδενί δεν είναι απαραίτητο για τη διαπίστωση της βασιμότητας της αίτησης ημερομηνίας 18.05.
  11. Δια της αίτησης ημερομηνίας 18.05.2012, οι εναγόμενοι/ αιτητές δεν έχουν εξειδικεύσει οποιαδήποτε έγγραφα για πρόσθετη αποκάλυψη.
  12. Οι εναγόμενοι/αιτητές αιτούνται εν λευκώ άδεια για αντεξέταση επί όλων των σημείων της ενόρκου δηλώσεως, αφού η αίτηση δεν καθορίζει επακριβώς επί ποιών σημείων της ένορκης δήλωσης θα λάβει χώρα η αντεξέταση.
  13. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, υπό τις περιστάσεις, πρέπει να κλίνει υπέρ της άρνησης χορήγησης του αιτούμενου διατάγματος.
  14. Σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, η ακρόαση της αίτησης ημερομηνίας 18.05.2012 θα εκτροχιαστεί και θα απολήξει σε εκτροπή μιας απλής ενδιάμεσης διαδικασίας από την ορθή της διάσταση.
  15. Η αντεξέταση επί των θεμάτων που προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του ομνύοντα θα μετέτρεπε τη διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας.
  16. Το αίτημα για αντεξέταση σκοπό έχει την εκμαίευση μαρτυρίας.
  17. Οι αιτητές επιδιώκουν την καθυστέρηση και παρέλκυση της διαδικασίας, καθιστώντας την αίτηση καταχρηστική και ενοχλητική. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους ανέπτυξαν και υποστήριξαν τα προβαλλόμενα στην αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, όπως τα κατέγραψα πιο πάνω. Η κάθε πλευρά υποστήριξε τις θέσεις της με αναφορά σε αρχές της νομολογίας και σε σχετικές αυθεντίες. Ένα διάταγμα αποκάλυψης σύμφωνα με τη Διαταγή 28 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, δημιουργεί υποχρέωση καταχώρησης ένορκης δήλωσης για αποκάλυψη εγγράφων η οποία να είναι ακριβής και επαρκής (βλ. Myers v. Elmen,

(1939)4 All E.R. 484, H.L.). Υπάρχει καθήκον περιγραφής των εγγράφων με τέτοια λεπτομέρεια ώστε να είναι δυνατή η επιθεώρηση των εγγράφων εάν το Δικαστήριο εξέδιδε μια τέτοια διαταγή. (βλ. Annual Practice, 1958, Τόμος 1, σελ. 716), όπου αναφέρονται τα πιο κάτω: « Sufficient Description of Documents. It is sufficient if the documents are described in such a manner as to enable production, if ordered, to be enforced.» Βλέπε ακόμα στο The Supreme Court Practice 1970, Vol.1, σελ. 372, παρ. 372, παρ. 24/5 όπου υποδεικνύονται τα πιο κάτω σχετικά: « A list of documents made. must enumerate the documents in a convenient order and as shortly as possible but describing each of them or, in the case of them or, in the case of bundles of documents of the same nature, each bundle, sufficiently to enable it to be identified.» Στους Halsbury's Laws of England, 3rd Edition, Vol.12, para 28, par.39, επίσης υποδεικνύονται τα ακόλουθα: « Description of documents: All documents in the party's possession must be so described and identified as to enable an order for production of them, if made, to be enforced.» Η πλευρά των αιτητών προβάλλει ότι είναι για την παράλειψη του ενόρκως δηλούντος, ο οποίος προέβη σε γενική και πλήρη αποκάλυψη όλων των εγγράφων που η ενάγουσα έχει στην κατοχή της και της παράλειψης του να τοποθετηθεί κατά πόσο η ενάγουσα είχε στην κατοχή, φύλαξη και έλεγχο της τα παραστατικά των δοσοληψιών των επίδικων λογαριασμών τα οποία είναι σχετικά και ουσιώδη με τα επίδικα θέματα και/ή που ο ενόρκως δηλών ισχυρίστηκε ότι δεν είναι στην κατοχή της καθ΄ής η αίτηση ή δεν αντιλαμβάνεται τι είναι αυτά τα έγγραφα τα οποία χρίζουν κατά τον ισχυρισμό του περαιτέρω προσδιορισμού, που οι αιτητές νομιμοποιούνταν να υποβάλουν την παρούσα αίτηση για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα επί των συγκεκριμένων πιο πάνω αναφερθέντων θεμάτων. Εάν ο ενόρκως δηλών δεν αντεξεταστεί επί των ισχυρισμών του ότι δεν υπάρχουν τέτοια παραστατικά, τότε η αίτηση των εναγομένων / αιτητών έγινε επί ματαίω και το σεβαστό δικαστήριο δεν θα έχει διακριτική ευχέρεια να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα για περαιτέρω και καλύτερο κατάλογο εγγράφων. Η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος επί των πιο πάνω αναφερομένων ισχυρισμών του είναι απαραίτητη προς τον σκοπό αποκάλυψης όλων των ουσιαστικών γεγονότων για λόγους ορθής απονομής της δικαιοσύνης κατά την άσκηση της δικαστικής κρίσης αναφορικά με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ο ενόρκως δηλών κ. Στυλιανού ισχυρίζεται ότι η καθ΄ής η αίτηση δεν κατέχει τα αιτούμενα έγγραφα και/ ή ότι δεν κατανοεί τον ορισμό των αιτούμενων εγγράφων και /ή αποφεύγει να απαντήσει κατά πόσο τα αιτούμενα έγγραφα ήταν ποτέ στην κατοχή της καθ΄ής η αίτηση. Για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα για την παροχή περαιτέρω και καλύτερου καταλόγου εγγράφων είναι απαραίτητο οι αιτητές να αποδείξουν εκ πρώτης όψεως ότι η καθ΄ής η αίτηση είχε και/ή έχει στην κατοχή της τέτοια έγγραφα, αλλιώς το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα εφόσον η καθ΄ής η αίτηση αρνείται την ύπαρξη των εγγράφων αυτών και ο μόνος τρόπος που έχουν οι αιτητές στην διάθεση τους να αποδείξουν την ύπαρξη των αιτούμενων εγγράφων είναι να αντεξετάσουν τον ενόρκως δηλούντα. Η άσκηση της εξουσίας αυτής επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται δικαστικά. Στη παρούσα περίπτωση εάν το Δικαστήριο δεν επιτρέψει την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος, θα στερηθούν οι αιτητές του δικαιώματος να υποβάλουν στον ενόρκως δηλούντα τα πραγματικά γεγονότα για να υποχρεωθεί να αιτιολογήσει τους ισχυρισμούς του οι οποίοι είναι παραπλανητικοί και αναληθείς. Εάν το Δικαστήριο απορρίψει το αίτημα, εφόσον ο αιτητής φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, το Δικαστήριο δεν θα έχει ενώπιον του τα πραγματικά γεγονότα και η απόφαση του ενδεχόμενα θα βασιστεί στα παραπλανητικά και αναληθή γεγονότα που ο ενόρκως δηλών έχει θέσει ενώπιον του. Η Δ.39 Θ.1 των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας διαλαμβάνει τα ακόλουθα: « Μετά από αίτηση, μαρτυρία δύναται να δίδεται με ένορκη δήλωση, αλλά το Δικαστήριο ή Δικαστής δύναται, ύστερα από παράκληση οποιουδήποτε διαδίκου να διατάξει την παρουσία του ενόρκως δηλούντος για αντεξέταση.» Σύμφωνα με τη νομολογία μας η Δ.39 Θ. 1 θα πρέπει να διαβάζεται σε συνδυασμό με τη Δ.48 Θ. 4
(2), στην οποία διατυπώνεται ο κανόνας ότι: « η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις.» Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χ¨Λοϊζου,
(2008), 1 Α.Α.Δ. σελ. 280 λέχθηκε ότι θα πρέπει το Δικαστήριο να εξετάζει, επί τη βάση των ιδιαίτερων γεγονότων της υπόθεσης, αν η αντεξέταση είναι σχετική προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς της. Στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τα πλαίσια της υπό εξέταση διαφοράς, ώστε να διαπιστωθεί αν η αιτούμενη αντεξέταση του κ. Μ. Στυλιανού για το συγκεκριμένο ζήτημα μπορεί αν εξυπηρετήσει τους σκοπούς της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Θα πρέπει επομένως να εξετάσει κατά πόσο η ενώπιον του μαρτυρία είναι επαρκής και ικανοποιητική προς διαπίστωση της βασιμότητας και/ή μη της αίτησης για περαιτέρω και καλύτερο κατάλογο εγγράφων και αν οι λόγοι που εναγόμενοι προβάλλουν στην αίτηση τους είναι τέτοιοι που καθιστούν την αντεξέταση του κ. Μ. Στυλιανού αναγκαία. Σκοπός της Δ.28 Θ. 11 είναι η αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων ή κατηγορίας ή κατηγοριών εγγράφων, τα οποία δεν αποκαλύφθηκαν στα πλαίσια ένορκης δήλωσης αποκάλυψης δυνάμει της Δ.28 Θ. 1. Σχετική είναι η υπόθεση TBF (CYPRYS) Ltd κ.ά v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.ά.,
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 153 στην οποία επικροτήθηκε η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο διάγνωσε ότι η Δ.28 Θ. 11 « χρησιμοποιείται εφόσον η προηγηθείσα διαταγή για γενική αποκάλυψη δεν απέληξε στην αποκάλυψη και συγκεκριμένων εγγράφων που με έρεισμα πλέον τον Θ. 11 μπορεί ο διάδικος να ζητήσει για να ολοκληρωθεί η διαδικασία.» Επομένως ο λόγος που προβάλλεται περί άγνοιας περί του τι σημαίνει περαιτέρω και καλύτερος κατάλογος εγγράφων δεν έχει έρεισμα. Η αναγκαιότητα εξειδίκευσης η οποία ενυπάρχει και στις περιπτώσεις αρχικών ή γενικών αποκαλύψεων δυνάμει της Δ.28 Θ. 1, έχει αναγνωρισθεί νομολογιακά στην υπόθεση Kipagrotiki Ltd και Παναγιώτη Σάββα,
(2002)1 Α..Α.Δ. 1610, και δεν μπορεί παρά να είναι απολύτως απαραίτητη στις περιπτώσεις που επιζητείται ειδική αποκάλυψη δυνάμει της Δ.28 Θ. 11 και προωθείται ο ισχυρισμός περί μη συμπερίληψης συγκεκριμένων εγγράφων στην αρχική ή γενική αποκάλυψη. Στην προκείμενη περίπτωση το τι επιζητείται να αποκαλυφθεί εξειδικεύεται κατά την άποψη αρκούντως στην αίτηση όσο και με την ένορκο δήλωση του κ. Ε. Ζουρίδη. Συμπεράσματα - Κατάληξη: Έχοντας υπόψη τις αιτιάσεις της κάθε πλευράς και τις νομολογιακές αρχές στις οποίες έκανα αναφορά πιο πάνω θα προσπαθήσω στη συνέχεια να σχολιάσω τους λόγους ένστασης της πλευράς της ενάγουσας - καθ΄ ής η αίτηση. Προβάλλεται ότι με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση προβάλλονται διαζευκτικοί ισχυρισμοί αναφορικά με τα γεγονότα. Έχω διεξέλθει την ένορκη δήλωση του κ. Ε. Ζουρίδη χωρίς να έχω αντιληφθεί σε πιο σημείο της προβάλλονται τέτοιοι διαζευκτικοί ισχυρισμοί αναφορικά με γεγονότα. Επομένως χωρίς να δίδεται συγκεκριμένη διευκρίνιση ο λόγος αυτός κρίνεται ως γενικός και αόριστος. Προβάλλεται ως λόγος ότι δεν υπάρχει αιτιολογία και/ή επεξήγηση και/ή δικαιολόγηση και/ή επαρκής αιτιολογία και/ή επεξήγηση και/ή αιτιολόγηση για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Όπως γίνεται κατανοητό, οι αιτητές εξηγούν ότι επιζητούν την αποκάλυψη των παραστατικών εγγράφων που συνοδεύουν κάθε δοσοληψία (κατάθεση, ανάληψη κ.λ.π.). Επομένως εξειδικεύεται τι είναι που επιζητείται με την αίτηση με συγκεκριμένα σημεία και ισχυρισμούς στην ένορκη δήλωση, για τα οποία επιδιώκεται η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος, και έτσι βρίσκω ότι ο σχετικός λόγος ένστασης δεν έχει έρεισμα. Είναι δε τουλάχιστον περίεργο που ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι δεν αντιλαμβάνεται τι είναι αυτά τα έγγραφα όταν ο κάθε ένας που συναλλάσσεται με τράπεζες τα γνωρίζει. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός του από την άλλη στην παρ. 8 της ενόρκου δηλώσεως του ότι: «στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 10.09.2012 ρητώς αναφέρω ότι οι ενάγοντες δεν έχουν οποιαδήποτε άλλα έγγραφα στην κατοχή τους που σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα, πέραν από αυτά που έχω αποκαλύψει στην ένορκη δήλωση μου με ημερομηνία 13.01.2012». Αν αυτή είναι η θέση του, τότε διερωτώμαι γιατί να μη μπορεί να δοθεί το δικαίωμα στην άλλη πλευρά να τον αντεξετάσει επί αυτού του ζητήματος για να δώσει εξήγηση κατά πόσο αυτά υπήρξαν πράγματι και αν υπήρχε υποχρέωση εκ μέρους της ενάγουσας για φύλαξη τους είτε στη βάσει σχετικών οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας ή πρακτικής που τηρείται από την ενάγουσα και ποιος ο λόγος που δεν υπάρχουν πλέον. Η σημασία τους στην υπόθεση σίγουρα δεν μπορεί να προσδιοριστεί ή αξιολογηθεί από τον ενόρκως δηλούντα. Επομένως κρίνω ότι το αιτούμενο διάταγμα είναι απαραίτητο για τη διαπίστωση της βασιμότητας του αιτήματος και συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες επιτάσσουν να αποκαλυφθούν αυτά τα έγγραφα αν υπάρχουν ή και να δοθούν οι ενδεδειγμένες εξηγήσεις από την πλευρά της ενάγουσας αν δεν μπορεί αυτό να γίνει. Καταλήγω επομένως ότι και αυτοί οι λόγοι ένστασης δεν έχουν έρεισμα και απορρίπτονται. Ούτε κατά την άποψη μου αυτό το συγκεκριμένο αίτημα για αποκάλυψη των συγκεκριμένων εγγράφων, όπως υποβλήθηκε, συνιστά εκμαίευση μαρτυρίας εφόσον ήδη με την έκδοση του γενικού διατάγματος αποκάλυψης η κάθε πλευρά όφειλε να είχε αποκαλύψει όλα τα έγγραφα που έχει στην κατοχή της. Τέλος, δεν διαπιστώνω ότι αυτό το διαδικαστικό διάβημα, το οποίο έχει ως έρεισμα ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος κ. Μ. Στυλιανού, αποσκοπεί στην καθυστέρηση και παρέλκυση της διαδικασίας ή ότι είναι καταχρηστική και ενοχλητική. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω καταλήγω ότι οι αιτητές έχουν το δικαίωμα να επιζητούν όπως αποκαλυφθούν τα παραστατικά των δοσοληψιών των επίδικων λογαριασμών τα οποία ανήγαγαν ως σχετικά και ουσιώδη για την επίλυση των επίδικων θεμάτων, ασφαλώς αν υπάρχουν αυτά ή να εξηγηθεί από τον κ. Μ. Στυλιανού γιατί αυτά δεν υπάρχουν πλέον ή είναι αδύνατη η αποκάλυψη τους και η παροχή της δυνατότητας στην άλλη πλευρά να τα επιθεωρήσει αν αυτό θα είναι το αίτημα τους. Μετά τα όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια καταλήγω ότι συντρέχουν τόσο οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας όσο και της νομολογίας για την έγκριση του αιτήματος και του επιζητούμενου διατάγματος. Επομένως εκδίδεται διάταγμα ως το Α της αίτησης. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ ών η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία όμως θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.