← Κύπρος

Χριστόδουλου Λαζάρου ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λάρνακας, Αρ.αγωγής 2711/2007, 15/3/2013

Χριστόδουλου Λαζάρου ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λάρνακας, Αρ.αγωγής 2711/2007, 15/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A46 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ.Ν.Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 2711/2007 Μεταξύ: Χριστόδουλου Λαζάρου, από Λάρνακα Ενάγοντα και Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λάρνακας Εναγομένων 15 Μαρτίου 2013 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: κ.Α.Ποιητής Για εναγόμενο: κ.Αντ.Ανδρέου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αγωγή αυτή είναι κυρίως για κακόβουλη δίωξη αλλά και για δυσφήμιση, δια του γραπτού λόγου. Κινήθηκε από τον ενάγοντα Χριστόδουλο Λαζάρου και στρέφεται εναντίον του εργοδότη του που είναι το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λάρνακας, ως εναγομένου. Η αξίωση του είναι για αποζημιώσεις και για τα δύο αυτά αστικά αδικήματα τα οποία, κατ΄ ισχυρισμό, διαπράχθηκαν σε βάρος του. Οι εναγόμενοι αρνούνται ότι τέτοια αδικήματα έχουν διαπραχθεί από αυτούς. Επομένως, θα πρέπει να παρατεθεί η μαρτυρία η οποία είναι άμεσα σχετική και αναγκαία για διαπίστωση της διάπραξης ή όχι των προαναφερθέντων αστικών αδικημάτων, μέσα από την εξέταση των διαφόρων επί μέρους στοιχείων που τα συνθέτουν. Συγκεκριμένα, ο ενάγων κ.Λαζάρου βρίσκεται στην υπηρεσία των εναγομένων από το 1993, κατέχοντας τη θέση του μηχανικού αποχετεύσεων. Η κοινοποίηση του διορισμού του είχε γίνει με επιστολή ημερομηνίας 18.1.1994, τεκμήριο 5. Αυτό που οδήγησε στην έναρξη της παρούσας αγωγής είναι μια πειθαρχική διαδικασία η οποία είχε κινηθεί εναντίον του δέκα χρόνια αργότερα, κατά το 2003, και παρέμεινε εκκρεμής για τέσσερα χρόνια, μέχρι τα μέσα του 2007, οπότε και διακόπηκε. Τον είχαν κατηγορήσει ότι σε επτά διαφορετικές περιπτώσεις παρέλειψε να εκτελέσει τα καθήκοντα του ως μηχανικός αποχετεύσεων και ως συμμετέχων μηχανικός στην επίβλεψη της κατασκευής του Αποχετευτικού Συστήματος Λάρνακας. Όλα άρχισαν με την απόφαση η οποία λήφθηκε κατά τη συνεδρία του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 2002, τεκμήριο 7. Σε αυτή τα παρόντα μέλη έτυχαν λεπτομερούς ενημέρωσης σε σχέση με ζημιές που είχαν παρουσιαστεί στις εγκαταστάσεις του συστήματος αποχέτευσης καθώς επίσης για την απόφαση της Επιτροπής Εργασίας για τη διεξαγωγή σχετικά έρευνας από ερευνώντα λειτουργό. Θα εξετάζετο το ενδεχόμενο να είχαν διαπραχθεί πειθαρχικά παραπτώματα από το μηχανικό αποχετεύσεων. Η πιο πάνω απόφαση της Επιτροπής Εργασίας επικυρώθηκε από το Συμβούλιο και στις 24.3.2003 η έκθεση του ερευνώντα λειτουργού, τεκμήριο 29, ήταν έτοιμη. Να σημειωθεί ότι ως ερευνών λειτουργός είχε διοριστεί από τον Υπουργό Εσωτερικών, ως η αρμόδια αρχή, ο Επαρχος Αμμοχώστου. Αντίγραφο της εν λόγω έκθεσης παραδόθηκε από το Συμβούλιο στο νομικό του σύμβουλο για να τη μελετήσει. Στις 6.5.2003 το Συμβούλιο πραγματοποίησε νέα συνεδρία προκειμένου να ακούσουν τι είχε να τους πει ο νομικός σύμβουλος σε σχέση με το πόρισμα της έρευνας και να λάβουν τις ανάλογες αποφάσεις. Στο πρακτικό της εν λόγω συνεδρίας, τεκμήριο 8, αναφέρονται σε σχέση με την τοποθέτηση του νομικού συμβούλου ότι: «(ι) Ορθά έγινε η διαδικασία της έρευνας από ανεξάρτητο Ερευνώντα Λειτουργό. (ιι) Η έρευνα της οποίας αντίγραφο του πορίσματος του έχει δοθεί και το έχει μελετήσει, κατέληξε ότι για επτά συνολικά υποθέσεις φαίνεται εκ πρώτης όψεως να υπάρχουν στοιχεία που να δικαιολογούν τη πειθαρχική δίωξη του Μηχανικού Αποχετεύσεων και για το λόγο αυτό έχει προβεί στην ετοιμασία δείγματος κατηγορητηρίου. (ιιι) Το Συμβούλιο είναι το σώμα που θα αποφασίσει με βάση τα στοιχεία που έχει σήμερα ενώπιον του (δηλ. «εκ πρώτης όψεως») εάν θα προχωρήσει με τη πειθαρχική δίωξη του Μηχανικού Αποχετεύσεων, αιτιολογώντας ταυτόχρονα την απόφαση του». Στις υπόλοιπες παραγράφους (
  2. iv)και (
  3. v)της τοποθέτησής του, όπως καταγράφοντα στο προαναφερθέν πρακτικό, ο νομικός σύμβουλος εξηγεί πως θα έπρεπε να διεξαχθεί η διαδικασία της δίωξης ενώ ακολούθως έδωσε και απαντήσεις σε ερωτήματα που του είχαν θέσει διάφορα μέλη του Συμβουλίου. Απαντώντας σε μια τέτοια ερώτηση τους συνεβούλευσε και για την πρακτική που υπαγορεύουν οι σχετικοί κανονισμοί σε τέτοια περίπτωση∙ ότι πρόσωπο που διώκεται πειθαρχικά ενώ βρίσκεται στη θέση που κατείχε ο ενάγοντας θα πρέπει να τίθεται σε διαθεσιμότητα. Το Συμβούλιο ενεργώντας αναλόγως, με απόφασή του έθεσε τον ενάγοντα σε διαθεσιμότητα αφού αποφάσισε πρώτα ομόφωνα να προχωρήσει με την πειθαρχική δίωξή του. Ενώ τονίστηκε, συγχρόνως, ότι η διαδικασία δε θα έπρεπε να αφεθεί να μακρυγορήσει αλλά θα έπρεπε να προχωρήσει τάχιστα. Τις πιο πάνω αποφάσεις ακολούθησε η ετοιμασία κλήσης πειθαρχικής διαδικασίας σύμφωνα με τους περί Υπηρεσίας Κανονισμούς του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λάρνακας του 1995, Κ.Δ.Π. 278/1995. Σ΄ αυτή περιέχονται λεπτομέρειες για επτά περιπτώσεις παράλειψης εκτέλεσης καθήκοντος από τον ενάγοντα. Εκδόθηκε στις 15.5.2003 με την υπογραφή του Προέδρου του Συμβουλίου, τεκμήριο 6, και επιδόθηκε στον κ.Λαζάρου την επομένη 16.5.2003. Τον καλούσε να εμφανιστεί ενώπιον του Συμβουλίου την Πέμπτη 5 Ιουνίου 2003 και ώρα 7.00 μ.μ. για την ακρόαση της πειθαρχικής κατηγορίας που διατυπώθηκε εναντίον του. Δεν είναι γνωστό τι έγινε στις 5.6.2003 αφού δεν κατατέθηκε το σχετικό πρακτικό της συνεδρίας του Συμβουλίου, ως πειθαρχικό σώμα πλέον, κατά την ημερομηνία εκείνη. Όμως, δόθηκε αντίγραφο στο δικηγόρο του ενάγοντα κατά τη συνεδρία της 17.7.2003 όπως φαίνεται από το σχετικό πρακτικό, τεκμήριο 9. Κατά τη διάρκεια της πιο πάνω τελευταίας συνεδρίας ηγέρθησαν διάφορες προδικαστικές ενστάσεις από το δικηγόρο του ενάγοντα αναφορικά με τη διεξαγόμενη πειθαρχική διαδικασία. Ακολούθως, αυτή αναβλήθηκε προκειμένου να δίδετο η ευκαιρία στο δικηγόρο ο οποίος ορίστηκε από το Σύμβουλο στη θέση κατηγόρου να απαντήσει, αλλά και για το Συμβούλιο να αποφασίσει επί των εγερθέντων ενστάσεων. Ορίστηκε νέα συνεδρία για τις 22.7.2003. Κατά την ημερομηνία αυτή αφού ακούστηκε και ο δικηγόρος ο οποίος είχε αναλάβει ως κατήγορος, το Συμβούλιο αποφάσισε όπως συνεχίσει η διαδικασία της πειθαρχικής δίωξης. Για να βρεθεί, όμως, αντιμέτωπο με δύο νέες προδικαστικές ενστάσεις αναφορικά με τη σύνθεση του Συμβουλίου ως πειθαρχικό σώμα και την παρουσία στη συνεδρία της διευθύντριας του. Θα τα εξέταζε και θα έδινε την απόφαση του σε άλλη ημερομηνία, κατά την οποία θα συνέχιζε και η πειθαρχική διαδικασία. Ορίστηκαν για το σκοπό αυτό η 3η, 4η και 5η Σεπτεμβρίου 2003. Σχετικό με την πιο πάνω συνεδρία είναι το πρακτικό, τεκμήριο 10. Στις 3.9.2003 η πειθαρχική διαδικασία συνέχισε από το σημείο που είχε μείνει προηγουμένως, με το Συμβούλιο να δίνει την απόφαση του επί των δύο ενστάσεων που είχαν εγερθεί κατά την τελευταία του συνεδρία. Όμως, αμέσως μετά ηγέρθηκε ακόμα μια ένσταση. Τη φορά αυτή σε σχέση με το κατηγορητήριο. ΄Οτι διέπετο από πολλαπλότητα. Ο δικηγόρος, κατήγορος, ζήτησε χρόνο να μελετήσει και η υπόθεση αναβλήθηκε χωρίς να δοθεί νέα ημερομηνία. Το πρακτικό της συνεδρίας αυτής είναι τεκμήριο 11. Νέα συνεδρία του Συμβουλίου σε σχέση με την πειθαρχική διαδικασία πραγματοποιήθηκε στις 8.12.2003. ΄Αρχισε με την απόρριψη της ένστασης κατά του κατηγορητηρίου για πολλαπλότητα. Μόνο για να εγερθεί η ένσταση αυτή ξανά στη συνέχεια, μαζί και με άλλες ενστάσεις αφορούσες στην εγκυρότητα των κατηγοριών. Με αυτά αναλώθηκε ολόκληρος ο χρόνος της συνεδρίας εκείνης, όπως φαίνεται στο πρακτικό τεκμήριο 13. Η επόμενη συνεδρία πραγματοποιήθηκε στις 11.12.2003 και ήταν σε δύο μέρη. Στο πρώτο παρευρέθηκε μόνο ο νομικός σύμβουλος του Συμβουλίου προς τον οποίο τα μέλη υπέβαλαν σωρεία ερωτήσεων εκφράζοντας του συγχρόνως την ανησυχία τους για την πορεία της όλης διαδικασίας, υπό το φως και των πολλών ενστάσεων που υπέβαλε σε σχέση με αυτή ο δικηγόρος του ενάγοντα. Ο νομικός σύμβουλος έδωσε σε όλες τις απαντήσεις και ήταν καθησυχαστικός ως προς τη νομιμότητα της διαδικασίας. Ενώ σε κάποιο σημείο επεσήμανε, επίσης, ότι ο ανεξάρτητος ερευνών λειτουργός είχε διαπιστώσει πως ο ενάγοντας είχε επιπέσει σε παραπτώματα, «και σαν μέλη του Συμβουλίου δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να τον δικάσουν. Τα μέλη του Συμβουλίου έχουν αυτό το δικαίωμα και την υποχρέωση ...», όπως τους υπέδειξε. Ακολούθησε το δεύτερο μέρος της συνεδρίας με το Συμβούλιο να συνεδριάζει ως πειθαρχικό σώμα, παρόντων του ενάγοντα και των δικηγόρων, και να διεξάγεται συζήτηση αναφορικά με το κατηγορητήριο. Η συνεδρία ολοκληρώθηκε με τον Πρόεδρο του Συμβουλίου να υποδεικνύει ότι είχαν σημειωθεί οι ενστάσεις και ότι κατά τις επόμενες συνεδρίες η διαδικασία θα προχωρούσε επί της ουσίας. Δεν καθορίστηκαν όμως ημερομηνίες. Θα καθορίζοντο μετά από διαβούλευση των μερών και θα ενημερώνοντο σχετικά οι δικηγόροι. Αυτά αναφέρονται στο πρακτικό της συνεδρίας 11.12.2003, τεκμήριο 14. Τελικώς, η επόμενη συνεδρία του Συμβουλίου πραγματοποιήθηκε έξι και πλέον μήνες μετά την προηγούμενη, στις 17.6.2004. ΄Αρχισε με την έγερση από το δικηγόρο του ενάγοντα θέματος καθυστέρησης στην ολοκλήρωση της πειθαρχικής διαδικασίας, το οποίο κατέληξε με την εισήγηση για απαλλαγή του τελευταίου. Η εισήγηση απερρίφθη, όμως, για τη συζήτηση της αφιερώθηκε ολόκληρη η συνεδρία, όπως διαπιστώνεται από το πρακτικό τεκμήριο 15. Με το πέρας της η πειθαρχική διαδικασία αναβλήθηκε για συνέχιση στις 12, 13 και 14 Ιουλίου 2004. Πράγματι συνέχισε, όμως στις 13.7.2004 και ακολούθως στις 14.7.2004 και στις 22.7.2004. Κατά τις συνεδρίες αυτές προσφέρθηκε η μαρτυρία κατά την κυρίως εξέταση και κατά την αντεξέταση, χωρίς όμως να ολοκληρωθεί το τελευταίο στάδιο, της πρώτης μάρτυρος εκ μέρους του Συμβουλίου που ήταν η διευθύντρια του κα Ευρυδίκη Θεοπέμπτου. Πραγματοποιήθηκε κανονική ακρόαση, όπως προκύπτει από τα τηρηθέντα πρακτικά, τεκμήρια 16, 17 και 18. Η αντεξέταση της εν λόγω μάρτυρος θα συνέχιζε και στις 30.7.2004, όμωςμ τελικώς δεν πραγματοποιήθηκε συνεδρία κατά την πιο πάνω μαρτυρία. Η επόμενη συνεδρία του Συμβουλίου πραγματοποιήθηκε στις 16.9.2004 και τότε ο δικηγόρος του ενάγοντα για τους λόγους που αναφέρονται στο πρακτικό, τεκμήριο 19, ήγειρε ξανά θέμα διακοπής της πειθαρχικής διαδικασίας. Το αίτημα απορρίφθηκε και η υπόθεση ορίστηκε για συνέχιση της ακρόασης στις 27.9.2004. Με τον Πρόεδρο του Συμβουλίου να υποδεικνύει, συγχρόνως, για την ανάγκη διαβούλευσης ώστε, όπως είπε, «να οριστούν εντατικές 2 - 3 συνεδρίες για να μπορέσουμε να ολοκληρώσουμε τη διαδικασία». Το αποτέλεσμα ήταν να συνεχίσει η αντεξέταση της κας Θεοπέμπτου σε ακόμα τρεις ημερομηνίες, στις 27.9.2004, στις 20.10.2004 και στις 4.11.2004, χωρίς όμως και πάλιν να ολοκληρωθεί. Σχετικά είναι τα πρακτικά, τεκμήρια 20, 21 και 22, αντίστοιχα. Από το τελευταίο πρακτικό της 4.11.2004 δε φαίνεται να δόθηκε τότε άλλη ημερομηνία για συνέχιση της διαδικασίας. Για την ακρίβεια δε συνέχισε μετά τη πιο πάνω ημερομηνία, και η αντεξέταση της εν λόγω μάρτυρος δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Η επομένη συνεδρία για το θέμα της πειθαρχικής δίωξης του ενάγοντα πραγματοποιήθηκε ένα περίπου χρόνο μετά, την 1.11.2005, παρόντων σ΄ αυτή μόνο μελών του Συμβουλίου και του δικηγόρου που εκτελούσε χρέη κατηγόρου. Σύμφωνα με το πολύ σύντομο πρακτικό που τηρήθηκε την ημέρα εκείνη, τεκμήριο 24, αντηλλάγησαν απόψεις αναφορικά με τη διαδικασία η οποία ακολουθείτο κατά την πειθαρχική διαδικασία και για τον προγραμματισμό των επόμενων συνεδριάσεων σε σχέση με αυτή. Τίποτε όμως δε φαίνεται να έγινε για το θέμα αυτό και αντίθετα δεκατέσσερεις περίπου μήνες μετά, σε συνεδρία η οποία πραγματοποιήθηκε στις 6.3.2007, το νέο Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λάρνακας αφού ενημερώθηκε από το νομικό του σύμβουλο αποφάσισε ομόφωνα για συνέχιση της πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον του ενάγοντα. Μάλιστα, το Συμβούλιο ακολουθώντας την εισήγηση του νομικού συμβούλου, του ζήτησε να υποδείξει νέο δικηγόρο ο οποίος θα αναλάμβανε χρέη κατηγόρου και θα ετοίμαζε και νέο κατηγορητήριο. Τα ανωτέρω καταγράφονται στο πρακτικό, τεκμήριο 23. Η επόμενη συνεδρία του Συμβουλίου, η οποία πραγματοποιήθηκε μετά από τέσσερεις, περίπου μήνες, στις 19.6.2007, ήταν και η πλέον κρίσιμη για την τύχη της πειθαρχικής διαδικασίας. Παρόντες σ΄ αυτή ήσαν επίσης ο νομικός σύμβουλος του Συμβουλίου και ο νέος δικηγόρος ο οποίος διορίστηκε στο μεταξύ στη θέση κατηγόρου. Αρχικά εξηγήθηκε από τους νομικούς ότι αν και είχε ξεκινήσει ορθά η διαδικασία εντούτοις στην πορεία παρουσιάστηκαν αδυναμίες. Στη συνέχεια εξηγήθηκαν και κάποια άλλα θέματα σε σχέση με ανησυχίες μελών του Συμβουλίου για την περίπτωση που διακόπτετο η πειθαρχική διαδικασία. Και τότε αφού εξετάστηκαν όλα τα δεδομένα, το Συμβούλιο έλαβε την απόφαση όπως αυτή διακοπεί. Μάλιστα, όπως καταγράφεται στο πρακτικό, τεκμήριο 26, «Ολοκληρώνοντας τα Μέλη εισηγούνται όπως το Συμβούλιο με τη στήριξη του Προέδρου βοηθήσει ώστε να υπάρξει ομαλή επανένταξη του Μηχανικού Αποχετεύσεων στη θέση του». Στις 21.6.2007 ο Πρόεδρος του Συμβουλίου πληροφόρησε γραπτώς τον ενάγοντα για την πιο πάνω απόφαση και τον κάλεσε να επιστρέψει στην εργασία του. Αυτό έγινε με την επιστολή, τεκμήριο 25. Ο ενάγων δε θεώρησε ότι η πιο πάνω κατάληξη της πειθαρχικής δίωξης του συνιστούσε αίσιο τέλος για τον ίδιο. Ακόμα και με δεδομένο ότι έλαβε όλους τους κατακρατηθέντες μισθούς του για την περίοδο που τελούσε σε διαθεσιμότητα. Αντίθετα, θεωρώντας ότι η πειθαρχική δίωξη του και η συνέχιση της σχετικής διαδικασίας εναντίον του ήσαν κακόβουλα και τον εζήμιωσαν στην υπόληψη του καθώς επίσης οικονομικά, καταχώρησε την παρούσα αγωγή με την οποία αξιώνει αποζημιώσεις για κακόβουλη δίωξη. Η συμπερίληψη σε αυτή και αιτίας για δυσφήμιση στηρίζεται στο γεγονός ότι σε δύο περιπτώσεις θέματα αφορώντα στην προαναφερθείσα πειθαρχική διαδικασία είδαν το φως της δημοσιότητας. Τα δημοσιεύματα τεκμήρια 27 και 28, εμφανίστηκαν στην εφημερίδα «Σημερινή» στις 30.11.2003 και στις 16.1.2007, αντίστοιχα. Επομένως, ο ενάγοντας αξιώνει εναντίον του Συμβουλίου αποζημιώσεις και για δυσφήμιση του, όχι όμως και εναντίον της εν λόγω εφημερίδας. Τα γεγονότα που αναφέρονται πιο πάνω προκύπτουν από τα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν εκ συμφώνου ως τεκμήρια. Γίνεται ειδική αναφορά σ΄ αυτά συγχρόνως με την κατάθεση της σχετικής μαρτυρίας. Αποτελούν δε κοινό τόπο μεταξύ των δύο μερών. Με δεδομένο ότι δε διαπιστώνεται και οποιαδήποτε αντίφαση ή αντινομία σ΄ αυτά γίνονται αποδεκτά στην ολότητά τους και από το δικαστήριο ως αποκαλυπτικά των όσων είχαν συμβεί και είναι σχετικά με την παρούσα υπόθεση. Στη βάση αυτών θα εξεταστούν τα επίδικα θέματα, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δικόγραφα ή και έχουν συζητηθεί από τους συνηγόρους μέσω των γραπτών αγορεύσεών τους. Όμως, προηγουμένως θα πρέπει να αναφερθεί ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης προσφέρθηκε και άλλη μαρτυρία και από τις δύο πλευρές. Συγκεκριμένα, από την πλευρά του ενάγοντα αυτή προήλθε από τον ίδιο και ένα άλλο μάρτυρα. Ο τελευταίος ανάφερε για το πώς αντιλήφθηκε το περιεχόμενο των δημοσιευμάτων στον τύπο και την επιφυλακτική στάση που τήρησε έναντι του ενάγοντα, για το ενδεχόμενο τα όσα αναφέρονταν γι΄ αυτό να ήσαν αληθινά. Ενώ η μαρτυρία του ενάγοντα αφορούσε μερικώς σε θέματα για τα οποία το δικαστήριο μπορεί να διαπιστώσει τα γεγονότα με βάση τα όσα έχουν κατατεθεί εκ συμφώνου και κατά ένα άλλο μέρος της σε ισχυρισμούς οι οποίοι σχετίζονται με τη πτυχή των αποζημιώσεων. Με εξαίρεση τη μαρτυρία για το τελευταίο θέμα, η υπόλοιπη μαρτυρία δεν προσθέτει οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να φανεί χρήσιμο στην εξέταση των επίδικων θεμάτων. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για τη μαρτυρία της κας Θεοπέμπτου, η οποία κατάθεσε για λογαριασμό του Συμβουλίου. Επομένως, δεν κρίνεται αναγκαίο να γίνει παράθεση της και να εξεταστεί περαιτέρω. Αναφορικά με την κύρια αιτία αγωγής, δηλαδή την κακόβουλη δίωξη, αυτή φέρεται να εδράζεται στην πειθαρχική διαδικασία η οποία ξεκίνησε και συνέχισε εναντίον του ενάγοντα ως εργοδοτούμενου σε συγκεκριμένη θέση στην υπηρεσία του εναγόμενου Συμβουλίου. Το αστικό αυτό αδίκημα προβλέπεται στο άρθρο 32 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Αποτελεί κωδικοποίηση του κοινοδικαίου και ερμηνεύεται με βάση τη νομολογία του συστήματος αυτού και κυρίως την αγγλική. Στην παρούσα υπόθεση δεν τίθεται οποιοδήποτε θέμα ερμηνείας των συστατικών του στοιχείων, δεδομένων των πιο πάνω γεγονότων. Όμως, έχει ευθέως τεθεί θέμα δυνατότητας διάπραξης του συγκεκριμένου αστικού αδικήματος σε σχέση με πειθαρχική διαδικασία, όπως ήταν η εν προκειμένω. Πριν εξεταστεί το πιο πάνω θέμα θα πρέπει να υπομνησθεί ότι η εν λόγω πειθαρχική διαδικασία εναντίον του ενάγοντα έγινε με βάση τους περί Υπηρεσίας Κανονισμούς του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λάρνακας του 1995, ΚΔΠ 278/1995 και δη τον κανονισμό 53

(1). Αφορά δε εσωτερική διαδικασία του Συμβουλίου, η οποία εφαρμόζεται μόνο σε σχέση με υπαλλήλους του, προκειμένου να τιμωρηθεί κάποιος υπάλληλος για τη διάπραξη συγκεκριμένου πειθαρχικού παραπτώματος. Όλα τα σχετικά με την εφαρμογή, έναρξη και διεκπεραίωση της εν λόγω πειθαρχικής διαδικασίας προβλέπονται στο Μέρος VI των προαναφερθέντων Κανονισμών. Ενώ όλες οι αποφάσεις, πράξεις ή παραλείψεις του Συμβουλίου ως πειθαρχικού οργάνου εμπίπτουν στη σφαίρα του διοικητικού δικαίου και ελέγχονται με προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δυνάμει του Αρθρου 146 του Συντάγματος, (βλ. Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατρών ν. Αγαθαγγέλου
(2001)3 Α.Α.Δ. 447, Παπασάββας ν. Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ. 134 και Πλατρίτης ν. Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ. 571. Mε δεδομένο αυτό ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι η διακοπή της πειθαρχικής διαδικασίας στις 19.6.2007 με σχετική απόφαση του Συμβουλίου, τεκμήριο 26, αποτελεί διοικητική πράξη την οποία ο ενάγων, εφόσον είχε παράπονο, θα έπρεπε να προσβάλει δυνάμει του Αρθρου 146 που αναφέρθηκε προηγουμένως. Απαντούσε στη θέση εκ μέρους του ενάγοντα με την οποία δίδεται ιδιαίτερη σημασία στην πιο πάνω διακοπή, συνεπεία της οποίας παρέμεινε ημιτελής και η αντεξέταση της κας Θεοπέμπτου, ως αποδεικνύουσας την ύπαρξη κακοβουλίας εκ μέρους του Συμβουλίου. Πράγματι, έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Takis P. Markides Ltd. v. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1424, ότι η ανάκληση από αρμόδια διοικητική αρχή μιας προηγούμενης απόφασης της αποτελεί νέα διοικητική πράξη, η οποία υπόκειται επίσης σε προσφυγή αν κατά την περίοδο πριν από την ανάκληση της το επηρεαζόμενο μέρος έχει εκ πρώτης όψεως υποστεί ζημιά, η οποία δεν εξαλείφθηκε με την ανάκληση, (βλ. Καλλίμαχου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 135). Όμως, για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης δεν είναι αναγκαίο να αποφασιστεί η φύση και οι επιπτώσεις από την απόφαση του Συμβουλίου για διακοπή της πειθαρχικής δίωξης του ενάγοντα, από απόψεως διοικητικού δικαίου. Δεν υπεισέρχεται θέμα ότι θα έπρεπε να είχε προσβληθεί με προσφυγή για να μπορούσε να γίνεται αναφορά σ΄ αυτή στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Αφού, η σημασία η οποία αποδίδεται στην εν λόγω διακοπή είναι ότι αυτή αποτελεί ένα γεγονός το οποίο μαζί με άλλα σχετικά γεγονότα συνθέτουν την εικόνα κακοβουλίας, την οποία ο ενάγοντας καταλογίζει σε βάρος του Συμβουλίου, αναφορικά με την έναρξη και συνέχιση της σε βάρος του πειθαρχικής δίωξης. Για χάρη της συζήτησης θα μπορούσε να παρομοιαστεί με την περίπτωση κατά την οποία μια ποινική δίωξη είτε διακόπτεται είτε απολήγει σε αθώωση του ενάγοντα. Με δεδομένη μια τέτοια κατάληξη δε χωρεί έφεση, αφού η ποινική διαδικασία έχει ουσιαστικά εξαλειφθεί όσον αφορά τον ενάγοντα. Εντούτοις, ο ενάγοντας δυνατό να δικαιούται σε αποζημιώσεις αν μπορέσει να αποδείξει ότι η συγκεκριμένη σε βάρος του ποινική δίωξη συνιστά το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης. ΄Ιδια λοιπόν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι και η σημασία της διακοπής της πειθαρχικής δίωξης του ενάγοντα, στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Όμως, πιο σημαντικό είναι το επόμενο θέμα. Αφορά στο κατά πόσο μπορεί να θεμελιωθεί το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης σε εσωτερική διαδικασία πειθαρχικής δίωξης προσώπου, η οποία διενεργείται από πειθαρχικό όργανο το οποίο δεν αποτελεί δικαστήριο σύμφωνα με το Σύνταγμα και τον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960. Η απάντηση την οποία έδωσε στο πιο πάνω ερώτημα ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα, ο οποίος ας σημειωθεί ήγειρε και το θέμα, είναι καταφατική. Εχει δε βασιστεί προς τούτο στη σημαντική υπόθεση Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R.
  1. Στην πιο πάνω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο αναγνώρισε ότι το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης μπορεί να διαπραχθεί εκτός του πλαισίου του άρθρου 32 του Νόμου, Κεφ.
  2. Ητοι, στη βάση καθιερωμένων αρχών του κοινοδικαίου και σε σχέση με γεγονότα τα οποία συνιστούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (abuse of the legal process) καθώς επίσης σε σχέση με διαδικασία συγγενή προς ποινική διαδικασία. Αφορούσε η υπόθεση εκείνη περίπτωση κατά την οποία ο εναγόμενος είχε επιδιώξει, κατ΄ επίκληση των προνοιών του περί Διανοητικά Ασθενών Νόμου Κεφ.252, ο οποίος ίσχυε τότε, να κηρυχθεί ο ενάγοντας διανοητικά ασθενής. Επιτυχής έκβαση της αναληφθείσας προς τούτο δικαστικής διαδικασίας θα συνεπάγετο στέρηση από τον ενάγοντα της ελευθερίας του και προσβολή της προσωπικότητας και των αισθημάτων του. Όμως, τελικώς απέτυχε και ο ενάγων καταχώρησε εναντίον του εναγόμενου αγωγή για κακόβουλη δίωξη. Το θέμα του κατά πόσο θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί το συγκεκριμένο αστικό αδίκημα στην προαναφερθείσα δικαστική διαδικασία εξετάστηκε προδικαστικά και είχε την κατάληξη που αναφέρθηκε πιο πάνω. Η προαναφερθείσα υπόθεση σχολιάστηκε επιδοκιμαστικά και υιοθετήθηκε, στην έκταση που ήταν αναγκαίο, στη μεταγενέστερη υπόθεση Αριστοδήμου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην υπόθεση αυτή το Ανώτατο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το σκεπτικό της παλαιότερης υπόθεσης ήταν το ακόλουθο: «(α) Κατά το κοινοδίκαιο χωρεί αγωγή για κακόβουλη δίωξη, εφόσον υφίστανται όλα τα στοιχεία που συνιστούν κατάχρηση της νόμιμης διαδικασίας, και για διαδικασία ανάλογη ή συγγενή προς ποινική διαδικασία. Η αγωγή για κακόβουλη δίωξη δεν περιορίζεται στην ποινική διαδικασία, τη διαδικασία πτώχευσης ή διάλυσης εταιρείας. Το αποτέλεσμα κακόβουλης δίωξης, στην οποία μπορεί να στηριχθεί η αγωγή, περιλαμβάνει και ζημιά ή βλάβη στη φήμη ατόμου, κίνδυνο στη ζωή ή σωματική του ακεραιότητα, την προσωπική του ελευθερία καθώς και ζημιά σε περιουσία. Στην υπόθεση Paikkos αποφασίστηκε πως η αίτηση που υπέβαλε ο εφεσείων, για να κηρυχθεί ο εφεσίβλητος πνευματικά ασθενής, με αποτέλεσμα ο ενδεχόμενος εγκλεισμός του σε κατάλληλο ίδρυμα, συνιστούσε διαδικασία συγγενή προς ποινική δίωξη, και επομένως μπορούσε να καταχωριστεί αγωγή για κακόβουλη δίωξη. (β) Η διαδικασία, που συνιστά τη δίωξη, πρέπει να είναι ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου.» Αφορούσε και η μεταγενέστερη αυτή υπόθεση αγωγή για κακόβουλη δίωξη. Όμως, σε αντίθεση με την προηγούμενη είχε βασιστεί σε πειθαρχική διαδικασία η οποία καταχωρίστηκε εναντίον του ενάγοντα από την Αστυνομική Δύναμη Κύπρου, της οποίας αυτός ήταν μέλος. Στο στάδιο της προώθησης της, η εν λόγω διαδικασία είχε διεξαχθεί ενώπιον Πειθαρχικής Επιτροπής. Ετέθη δε θέμα, τόσο πρωτόδικα όσο και κατ΄ έφεση, κατά πόσο θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί σ΄ αυτή κακόβουλη δίωξη. Μετά την αναφορά στο σκεπτικό της παλαιότερης υπόθεσης που αναφέρθηκε πιο πάνω, το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση κατέληξε με τα εξής: «Τα πιο σοβαρά επομένως κριτήρια, που αφορούν και στην υπόθεση που εξετάζουμε, είναι: (α) κατά πόσο η διοικητική πειθαρχική διαδικασία είναι ταυτόσημη ή συγγενής προς ποινική δίωξη, και (β) γίνεται ενώπιον δικαστηρίου. Εχουμε τη γνώμη, συμφωνώντας με το πρωτόδικο δικαστήριο, πως η απάντηση στα ερωτήματα είναι αρνητική. Η διοικητική πειθαρχική διαδικασία, όπως είναι γνωστή στο διοικητικό δίκαιο, δεν είναι συγγενής με την ποινική διαδικασία, μήτε και αυτή διεξάγεται ενώπιον δικαστηρίου.» Ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα εισηγήθηκε ότι η παρούσα υπόθεση διακρίνεται από την Αριστοδήμου ν. Γενικού Εισαγγελέα, ανωτέρω. Όμως, πραγματικά, είναι αδύνατο να διαπιστωθεί πάνω σε ποια βάση θα μπορούσε να γίνει οποιαδήποτε διαφοροποίηση μεταξύ των δυο. Και, αντίθετα, διαπιστώνεται ότι υπάρχει καταπληκτική ομοιότητα ως προς τα γεγονότα τους που αφορούν στην υπό εξέταση πτυχή. Ενώ, πρόσθετα, είναι επίσης σημαντικό να σημειωθεί ότι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πιο πάνω υπόθεση είναι δεσμευτική για το δικαστήριο τούτο. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να είναι διαφορετική η κατάληξη και της υπόθεσης αυτής όσον αφορά την αιτία για κακόβουλη δίωξη. Η πιο πάνω διαπίστωση βασίζεται στο ότι η πειθαρχική δίωξη δεν αποτελεί δικαστική διαδικασία και ασφαλώς δε διεξάγεται ενώπιον δικαστηρίου. ΄Ιδια φαίνεται να είναι η αντιμετώπιση και σε άλλες δικαιοδοσίες του κοινοδικαίου. Η διαπίστωση αυτή γίνεται στην αγγλική υπόθεση Gregory v. Portsmooth City Council 2000) 1 All E.R. 560 (H.L.) . Αφορούσε η υπόθεση εκείνη αγωγή για κακόβουλη δίωξη η οποία, όπως και εδώ, είχε βασισθεί σε πειθαρχική διαδικασία που αναλήφθηκε εναντίον του ενάγοντα από τοπικό συμβούλιο, όμως, στην πορεία διεκόπη. Η κατάληξη της απόφασης του House of Lords, στη σελίδα 570, είναι ότι: ".. the tort of malicious prosecution does not extend to disciplinary proceedings". Η πιο πάνω κατάληξη συνοδεύτηκε από την εκφρασθείσα άποψη ότι παραπονούμενος σε σχέση με πειθαρχική διαδικασία μπορεί να βρει θεραπεία μέσω κάποιων άλλων αστικών αδικημάτων τα οποία θα μπορεί να επικαλεσθεί αν έχει υποστεί ζημιά λόγω της αδικαιολόγητης και κακόβουλης έναρξης εναντίον του πειθαρχικής διαδικασίας. Βεβαίως, αυτά πρέπει να στοιχειοθετούνται από τα γεγονότα. ΄Εγινε αναφορά σε κάποια, με πρώτο το αστικό αδίκημα για δυσφήμιση. Στην παρούσα υπόθεση ο ενάγων έχει πράγματι καταφύγει και στο προαναφερθέν αστικό αδίκημα και συγκεκριμένα αυτό της δυσφήμισης διά του γραπτού λόγου. Όμως, πριν από την εξέταση του αστικού αδικήματος αυτού, και για το ενδεχόμενο μη παρακολούθησης της προαναφερθείσας νομολογίας σε περίπτωση έφεσης, κρίνεται ορθό όπως γίνει αναφορά και στην ουσία της υπόθεσης. Κατά πόσο υπήρξε «πραγματική, κακόβουλη και χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία έναρξη ή συνέχιση ανεπιτυχούς» πειθαρχικής δίωξης, εξαρτάται από τα γεγονότα. Δηλαδή, αυτά που έχουν διαπιστωθεί προηγουμένως με βάση την προσφερθείσα μαρτυρία. Ο,τι δε προκύπτει από αυτά είναι πως της έναρξης της πειθαρχικής διαδικασίας είχε προηγηθεί έρευνα από ανεξάρτητο λειτουργό ο οποίος είχε διορισθεί προς τούτο από τον Υπουργό Εσωτερικών ως αρμόδια αρχή. Διαπίστωσε, εκ πρώτης όψεως, ότι ο ενάγοντας ενέχετο στη διάπραξη επτά πειθαρχικών παραπτωμάτων σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων του ως μηχανικός αποχετεύσεων του Συμβουλίου. Το πόρισμα του ερευνώντα λειτουργού μελετήθηκε από το νομικό σύμβουλο του Συμβουλίου. Ηταν και αυτού η άποψη ότι ο ενάγων είχε εκ πρώτης όψεως διαπράξει τα εν λόγω πειθαρχικά παραπτώματα. Γι΄ αυτό και εισηγήθηκε την πειθαρχική δίωξη του, ετοιμάζοντας για το σκοπό αυτό και το σχετικό κατηγορητήριο. Επομένως, ήταν στη βάση νομικής συμβουλής που άρχισε και συνέχισε η πειθαρχική δίωξη του ενάγοντα από το Συμβούλιο. Ενώ στη βάση νομικής συμβουλής διεκόπη ακολούθως η διαδικασία, αφού διαπιστώθηκε ότι με τα όσα είχαν συμβεί στην πορεία της διαδικασίας η συνέχιση της δυνατό να οδηγούσε σε κακοδικία. Ειδικά αφού είχαν στο μεταξύ σημειωθεί μακράς διάρκειας αναβολές ενώ άλλαξε, προφανώς λόγω εκλογών, και η σύνθεση του Συμβουλίου. Στο στάδιο αυτό είχαν εκφρασθεί ανησυχίες από τα μέλη του σε σχέση με τον ενάγοντα γι΄ αυτό και δόθησαν οδηγίες στον Πρόεδρο του Συμβουλίου να μεριμνήσει για την ομαλή επαναφορά στα καθήκοντα του. Με βάση λοιπόν τα όσα επισημαίνονται πιο πάνω αλλά και από το σύνολο των γεγονότων, δεν διαπιστώνεται να υπάρχει κακοβουλία και να ήταν πράγματι χωρίς εύλογη αιτία που άρχισε και συνέχισε η πειθαρχική δίωξη του ενάγοντα. Ως εκ τούτο και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να επιτύχει η συγκεκριμένη αιτία αγωγής. Ενώ και για τους δύο λόγους που αναφέρονται πιο πάνω κρίνεται αχρείαστο να εξεταστεί και το θέμα των αποζημιώσεων, γενικών και ειδικών, τις οποίες τυχόν να δικαιούτο ο ενάγοντας αν επετύγχανε σ΄ αυτή. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως αφορμή για την αιτία της δυσφήμισης ήσαν δύο δημοσιεύματα στην εφημερίδα «Σημερινή» σε διαφορετική ημερομηνία το καθένα. Το ένα ήταν στις 30.11.2003 και το άλλο τρία χρόνια περίπου μετά στις 16.1.
  2. Είναι τα τεκμήρια 27 και 28, αντίστοιχα. Το περιεχόμενο τους είναι πράγματι δυσφημιστικό για τον ενάγοντα σε σχέση με την ικανότητα και την αποτελεσματικότητα του ως μηχανικού αποχετεύσεων στο Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λάρνακας, κατά τον ουσιώδη χρόνο. Συγκεκριμένα, του αποδίδονται μεταξύ άλλων, «λάθη και παραλείψεις που κατ΄ ισχυρισμό διέπραξε και τα οποία στοίχισαν χιλιάδες λίρες στο Συμβούλιο», το πρώτο δημοσίευμα. Στο δεύτερο γίνεται αναφορά ότι «υπήρξαν υπόνοιες για κακή διαχείριση των συμβολαίων για τα αποχετευτικά έργα που διεξάγοντο και ο μηχανικός ετέθη σε διαθεσιμότητα», (βλ. Μίτα ν. Λεοντή
(2005)1 Α.Α.Δ. 1293). Αν και σε κανένα από τα δύο δημοσιεύματα γίνεται αναφορά στο όνομα του ενάγοντα εντούτοις όσοι τον γνωρίζουν προσωπικά θα έχουν οπωσδήποτε αντιληφθεί ότι αφορούν σε αυτόν οι συγκεκριμένες αναφορές. Δε χρειάζετο να προσκομισθεί καν μαρτυρία γι΄ αυτό το θέμα. Όμως, για να υπάρχει δυσφήμιση η οποία έχει διαπραχθεί από τον εναγόμενο, αυτός θα πρέπει να ευθύνεται για τη δημοσίευση του δυσφημιστικού λόγου, άρθρο 17
(1)του Νόμου, Κεφ. 148. Ειδικά δε το άρθρο 18
(1)προβλέπει σε σχέση με τη πτυχή αυτή τα εξής: «Πρόσωπο δημοσιεύει δυσφημιστικό δημοσίευμα αν προκαλεί τέτοια χρήση του εντύπου, γραπτού ..... ή άλλων μέσων με τα οποία μεταδίδεται το δυσφημιστικό δημοσίευμα, είτε με έκθεση, ανάγνωση, απαγγελία, περιγραφή, παράδοση, κοινοποίηση, διανομή, επίδειξη, έκφραση, συμφωνία ή άλλως πως ώστε το δυσφημιστικό νόημα αυτού να περιέρχεται ή να ενδέχεται να περιέλθει σε γνώση άλλου προσώπου.» Ο ισχυρισμός σχετικά του ενάγοντα στην παράγραφο 10 της έκθεσης απαιτήσεως αναφέρει ότι, «Κατά καιρούς εγίνονταν δημοσιεύσεις στις εφημερίδες οι οποίες προφανώς διέρρεαν από τους εναγόμενους με αποτέλεσμα η δυσφήμιση εναντίον του ενάγοντα να επεκτείνεται». Όμως, καμιά μαρτυρία η οποία έχει δοθεί και ειδικά από την πλευρά του ενάγοντα καθιστά προφανές ότι το Συμβούλιο διέρρευσε στον τύπο οτιδήποτε σχετιζόμενο με την εν λόγω πειθαρχική διαδικασία και δη στην εφημερίδα «Σημερινή». Γι΄ αυτό το λόγο και μόνο ούτε και το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης μπορεί να στοιχειοθετηθεί. Επομένως, για όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του ενάγοντα και υπέρ των εναγομένων. Αυτά να υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και να υποβληθούν προς έγκριση από το Δικαστήριο. .............. (Υπ.)Γ.Γιασεμής Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.