HELLENIC PETROLEUM CYPRUS LIMITED ν. NICOLAS BROTHERS TRANSPORT LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2632/09, 29/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2632/09 Μεταξύ: HELLENIC PETROLEUM CYPRUS LIMITED Ενάγουσας και NICOLAS BROTHERS TRANSPORT LIMITED Εναγομένης Ημερομηνία: 29 Μαρτίου 2013. Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Κωνσταντίνου με κα Μιλτιάδου για Δρ Κ. Χρυσοστομίδης & Σια. Για Εναγόμενη: κ. Φανής για Ανδρέας Κουκούνης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα, η οποία ασχολείται με πωλήσεις καυσίμων διεκδικεί απόφαση για €7.120 ως υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού, συν τόκους και έξοδα. Η Εναγόμενη στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της δέχεται ότι συμφώνησε περί το 2006 για συνεργασία με την Ενάγουσα και για αγορά καυσίμων μέσω έξι καρτών αυτόματης αγοράς στα πλαίσια της οποίας (συνεργασίας) ανοίχθηκε λογαριασμός στο όνομα της. Ισχυρίζεται όμως περαιτέρω ότι προ της συμφωνίας έγιναν ψευδείς παραστάσεις από την Ενάγουσα ότι το σύστημα καρτών ήταν απολύτως ασφαλές, ότι δεν μπορούσαν να αντιγραφούν οι κάρτες και ότι οι τέσσερεις κάρτες πετρελαίου δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για αγορά βενζίνης, όπως ούτε και οι δύο κάρτες βενζίνης για αγορά πετρελαίου. Τελικά όμως οι κάρτες δεν ήταν ασφαλείς, υπέκειντο σε αντιγραφή και όντως αντιγράφηκαν από "εγκληματικό πρόσωπο" με αποτέλεσμα να υπάρξουν παράνομες χρεώσεις, ενώ και οι κάρτες πετρελαίου μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για αγορά βενζίνης και αντιστρόφως. Η Εναγόμενη διαπίστωσε τα πιο πάνω και περί τον Οκτώβριο του 2007 προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία εναντίον του αντιγραφέα. Επίσης ενημέρωσε την Ενάγουσα αλλά χωρίς ανταπόκριση, οπότε η Εναγομένη διέκοψε τη συνεργασία από τον Οκτώβριο του 2007 και αρνείται οποιαδήποτε χρέωση μετά την περίοδο αυτή. Λόγω δε των ψευδών παραστάσεων υπέστη ζημιές ύψους €8.109,23 το οποίο ποσόν κατέβαλε αδίκως στην Ενάγουσα και το οποίο διεκδικεί ανταπαιτητικώς συν τόκους. Με την τροποποιημένη Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση η Ενάγουσα δέχθηκε ότι περί τον Σεπτέμβριο - Οκτώβριο του 2007 η Εναγόμενη ενημέρωσε για την κλοπή δύο καρτών, για τις οποίες μετά από έλεγχο τον Νοέμβριο του 2007 στην παρουσία του Διευθυντή της Εναγόμενης (Μ.Υ.2), διαπιστώθηκε ότι χρησιμοποιήθηκαν για αγορά βενζίνης αντί πετρελαίου, οπότε η Ενάγουσα κατ' απαίτησιν της Εναγομένης δέχθηκε να εξοφληθεί με €5.300 από το υπόλοιπο. Η συνεργασία συνεχίστηκε όμως μέχρι τον Φεβρουάριο του 2008 και στις 14-3-08 η Εναγόμενη πρότεινε να καταβάλει €2.562 (αντί €5.300) προς εξόφληση, πράγμα που επανέλαβε και στις 5-6-08, με επιστολή του τότε δικηγόρου της. Η Ενάγουσα αποδέχθηκε την πρόταση με τηλεμήνυμα στις 30-6-08, πλην όμως η Εναγόμενη παρέλειψε να καταβάλει το ποσόν αυτό, οπότε καταχωρίστηκε η παρούσα αγωγή. Κατά τη θέση της Ενάγουσας η πιο πάνω συμπεριφορά της Εναγομένης την εμποδίζει να έχει οποιαδήποτε ανταπαίτηση. Μαρτυρία. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν τρεις μάρτυρες εκ μέρους της Ενάγουσας και τρεις εκ μέρους της Εναγομένης. Η Μ.Ε.1 κα Αντρούλλα Σάββα υπηρετούσε στην Ενάγουσα ως Προϊστάμενη Εξυπηρέτησης Πελατών και Κάρτας. Στην υιοθετηθείσα γραπτή δήλωση της (Τεκμ. 1) αναφέρθηκε στην συνεργασία τους με την Εναγομένη καλύπτοντας τα θέματα αίτησης, συμφωνίας και παραχώρησης των καρτών, της ενημέρωσης που είχαν για κλοπή, των γεγονότων γενικά που αναφέρονται στην αγωγή μέχρι και τη συμφωνία για καταβολή ποσού €2.562, του τελικού τερματισμού της συμφωνίας και της απαίτησης για πληρωμή όλου του υπολοίπου των €7.120 βάσει του λογ. αρ. 1002479 (στο εξής "ο λογαριασμός"). Προφορικά ανέφερε πως κατ' απαίτησιν της Εναγομένης οι κάρτες ήταν 24ωρης χρήσης με συνέπεια όταν χρησιμοποιούντο εκτός ωρών εργασίας των πρατηρίων να μην μπορεί να ελεχθεί τι καύσιμο αγοράζεται (πετρέλαιο ή βενζίνη), πράγμα που τόνιζαν στους πελάτες, οι οποίοι είχαν και πάρα πολύ μεγάλη ευθύνη για αυτό το θέμα. Παρουσίασε την γραπτή αίτηση - συμφωνία, την επιστολή της Εναγομένης ημ. 14-3-08, του δικηγόρου της ημ. 5-6-08, την επιστολή της Ενάγουσας ημ. 24-4-09, τα τιμολόγια για την περίοδο Σεπτεμβρίου 2007 - Φεβρουαρίου του 2008 και κατάσταση του λογαριασμού μέχρι 30-6-08 (ως Τεκμήρια 2-12). Υπέδειξε ενδεικτικά στο Τεκμ. 7 ότι τον Οκτώβριο του 2007 τα οχήματα THEZ 600 και TYX 478 παρουσιάζονται να αγόρασαν καύσιμα από 4 έως και 13 φορές σε μια μέρα. Αντεξεταζόμενη δέχθηκε ότι μίλησε τηλεφωνικώς με τον διευθυντή της Εναγομένης (Μ.Υ.1), όταν τέθηκε το θέμα των αγορών του Σεπτεμβρίου του 2007, δηλαδή κατά τον Οκτώβριο του 2007, όταν πλέον παρέλαβε εκείνος τις καταστάσεις - τιμολόγια. Αρνήθηκε υποβολή ότι δεν είχε ενημερωθεί η Εναγομένη για τους κινδύνους χρήσης των καρτών εξαρχής. Μετά το τηλεφώνημα του Μ.Υ.1 εντόπισαν πρόβλημα στη μια κάρτα που τους είχε αναφέρει, την έβαλαν στο "stop list" και αργότερα εντόπισαν ακόμα μιαν οι ίδιοι. Στο τέλος μπλοκαρίστηκαν όλες εκτός από μια, την "General 2", την οποίαν ο ίδιος ζήτησε να μην τερματιστεί. Ο Μ.Ε.2 κ. Κυριάκος Σκουρουπάθης υπήρξε επίσης υπάλληλος των Εναγόντων μέχρι τις 31-1-12 ως Διευθυντής Εξυπηρέτησης Πελατών και Κάρτας. Μεταξύ άλλων στην γραπτή δήλωση του (Τεκμ. 13) αναφέρθηκε και αυτός στην αίτηση της Εναγομένης και στη χορήγηση έξι καρτών για προμήθεια καυσίμων, προσθέτοντας ότι είχαν ενημερώσει για την ανάγκη προσεκτικής χρήσης και φύλαξης των καρτών και ότι μαζί με την αίτηση υπεγράφη ακόμα ένα έγγραφο με τον τίτλο "Συμφωνία" για όλα τα απαραίτητα για τη χρήση των καρτών (Τεκμ. 2). Περιέγραψε τον τρόπο λειτουργίας των καρτών. Είπε ότι περί τον Σεπτέμβριο - Οκτώβριο του 2007 ενημερώθηκε περί παραπόνου της Εναγομένης για δύο κάρτες, οπότε επισκέφθηκε τον Διευθυντή της και άκουσε τα παράπονα. Μετά από μελέτη πρότεινε την αφαίρεση της αξίας βενζίνης που είχε αγοραστεί με κάρτες πετρελαίου. Κατόπιν διαπραγμάτευσης κατέληξαν σε συνολικό ποσόν €5.300 και αργότερα σε €2.562. Επειδή η Εναγόμενη δεν πλήρωσε οποιοδήποτε ποσόν η Ενάγουσα τερμάτισε τη συμφωνία και απαίτησε όλο το καθυστερημένο υπόλοιπο των €7.120. Δήλωσε τέλος πως όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα αμφιβάλλουν πλέον και για την καταγγελία για κλοπή των καρτών. Προφορικά αναγνώρισε την επιστολή του ημερ. 30-6-08 προς τον (τότε) δικηγόρο της Εναγομένης (Τεκμ. 14) και τις στατιστικές αναλύσεις του λογισμικού συστήματος της Ενάγουσας (Τεκμ. 15). Από το Τεκμ. 15 είχε διαπιστώσει ότι κατά Σεπτέμβριο - Οκτώβριο του 2007 υπήρξαν προμήθειες βενζίνης από κάρτες πετρελαίου, (π.χ με την κάρτα του ΤΗΕΖ 600 ή του ΤΥΧ 478), τις οποίες εξήγησε και υπέδειξε στα Τεκμ. 6 και 7. Είπε πως ο ίδιος άκουσε για την αντικανονική χρήση των καρτών περί τα τέλη Οκτωβρίου 2007, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί την ακριβή ημερομηνία. Κατά την αντεξέταση του αναφέρθηκε στο λογισμικό σύστημα που χρησιμοποιείτο για τις κάρτες. Ως προς το όριο των Λ.Κ 8.000 είπε πως καθορίζεται αναλόγως των αναγκών του πελάτη. Δήλωσε πως δεν γνωρίζει κατά πόσον ο Διευθυντής της Εναγόμενης κατέστρεψε τις κάρτες μετά τη διαπίστωση κλοπών. Δεν αρνήθηκε ότι το σύστημα δεν απέκλειε μια κάρτα πετρελαίου να χρησιμοποιηθεί για βενζίνη, εκτός ωρών λειτουργίας των πρατηρίων. Η Μ.Ε.3 Έλενα Ευαγόρου - Λαπέρτα επίσης εργαζόταν στην Ενάγουσα, ως Λειτουργός Εξυπηρέτησης Πελατών. Αναγνώρισε τα Τεκμ. 6-11 και εξήγησε τη διαδικασία λειτουργίας των καρτών. Όπως είπε όλα λειτουργούσαν ηλεκτρονικά και οι ίδιοι απλώς εκτύπωναν τα τιμολόγια. Η ίδια ετοίμασε κατάσταση οφειλομένων από την Εναγομένη, η οποία παρουσιάζει υπόλοιπο €7.120. Όπως είπε υπάρχουν οφειλόμενα τιμολόγια για τους μήνες Σεπτέμβριο 2007 έως Φεβρουάριο 2008 για το συνολικό ποσό των €7.120. Κατά την αντεξέταση της είπε πως εξηγούν σε όλους τους πελάτες ότι όταν οι κάρτες είναι 24ωρες υπάρχει ο κίνδυνος να χρησιμοποιούνται και για άλλου είδους καύσιμο σε ώρες εκτός κανονικής λειτουργίας των πρατηρίων. Από την Ενάγουσα απλώς τυπώνοντο τα τιμολόγια και στέλλοντο στην Εναγόμενη. Για το Τεκμήριο 16 είπε πως υπάρχει μια πληρωμή για το τιμολόγιο Μαρτίου 2008. Για την πληρωμή Λ.Κ 1273,09 στις 17-10-07 είπε πως αφορούσε παλαιότερο τιμολόγιο. Αναγνώρισε τιμολόγια για τον Μάιο και Ιούνιο 2007 (Τεκμ. 17, 18), τα οποία όμως καταχωρίστηκαν και αργότερα από τον Μ.Υ.1 (Τεκμ. 20, 21). Ο Μ.Υ.1 Κυριάκος Νικόλα είναι ο Διευθυντής της Εναγομένης. Εξήγησε και αυτός τους λόγους και τον τρόπο που αποτάθηκε στην Ενάγουσα για έκδοση καρτών για καύσιμα. Για την κατάσταση στο Τεκμ. 2 είπε πως πρώτη φορά την είδε όταν τού την έδειξε ο νυν δικηγόρος του. Ούτε συμφώνησαν για όριο Λ.Κ 8.000. Δεν υπήρχε τέτοιος αριθμός όταν υπέγραψαν. Συνολικά πήρε 4 κάρτες πετρελαίου και 2 βενζίνης. Ήταν για την εταιρεία και τα παιδιά του και τις χρησιμοποιούσαν συνολικά σε 4 σταθμούς. Αρχικά ήταν σε χαμηλά επίπεδα το κόστος, αλλά όταν παρατήρησε χρεώσεις Λ.Κ 750 - 800 μηνιαίως άρχισε να διερωτάται. Πλήρωνε κάθε τέλος του μηνός μέσω τραπεζικής εντολής στην Τράπεζα. Καταστάσεις του Τραπεζικού αυτού λογαριασμού παρουσίασε ως Τεκμήριο 19. Όταν τού είπαν από την Τράπεζα για ψηλή χρέωση μίλησε με κάποιον από την Ενάγουσα, ο οποίος τού είχε αναφέρει πως κάποιος "θα πειράζει τις κάρτες". Παρουσίασε τιμολόγια για τους μήνες Μαΐο έως Αύγουστο 2007 (Τεκμ. 20-23). Το Τεκμήριο 20 ήταν το πρώτο τιμολόγιο - κατάσταση που τού είχαν στείλει μετά που ο ίδιος το ζήτησε. Τού είχαν δημιουργηθεί υποψίες ότι κάποιος έπαιρνε τα κλειδιά των λεωφορείων κρυφά. Είχε προσέξει από την κατάσταση Μαΐου 2007 αντικανονικές χρήσεις σε κάποιες ημερομηνίες. Τότε, για προστασία, αφαίρεσε τις κάρτες από τα λεωφορεία και τις έδιδε μόνο όταν θα πήγαινε μακρινό ταξίδι το λεωφορείο. Τα παιδιά του αρνούντο ότι εμπλέκοντο σε τέτοια χρήση, όμως ο ίδιος κατέστρεψε τις 2 δικές τους κάρτες που ήταν για αγορά βενζίνης. Τα ίδια παρατήρησε και τον Ιούνιο του 2007, οπότε από την Εναγόμενη τού είπαν ότι κάποιος πρέπει να έχει εξασφαλίσει αντίγραφο της κάρτας. Προέβη σε καταγγελία στο ΤΑΕ, αλλά όταν ο εξεταστής μίλησε με Τεχνικούς της Εναγομένης, τού είπαν ότι οι κάρτες τους δεν αντιγράφονται και δεν προχώρησε. Όταν ήρθε το Τεκμ. 22 πήγε στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου. Άρχισε να υποψιάζεται τον γιό του. Τον Οκτώβριο 2007 κατέστρεψε όλες τις κάρτες εκτός από μία. Όταν ήρθε ο λογαριασμός Οκτωβρίου έγινε έξω φρενών. Τον επισκέφθηκε ο Μ.Ε.2 στο σπίτι, ο οποίος πρότεινε να χαρίσουν όλες τις βενζίνες, οπότε ο Μ.Υ.1 έκαμε αντιπρόταση να πληρώσει Λ.Κ 2500 χωρίς να πει αν δέχεται ή όχι. Επισκέφθηκε δικηγόρο, ο οποίος έστειλε επιστολή για τις Λ.Κ 2500 αλλά δεν πήραν απάντηση. Ακολούθως όμως κατάφερε μέσω βιντεοκάμερας σε κάποιο Σταθμό Βενζίνης, στις 23-10-07 να διαπιστώσει ότι αυτός που προέβαινε σε αντικανονική χρήση ήταν ο "Γιώργος ο Καλαμαράς", ο οποίος τον βοηθούσε σε κάποια δρομολόγια ως οδηγός για εκδρομές στην Πόλη Χρυσοχούς. Η Αστυνομία τον συνέλαβε μετά από ένα μήνα περίπου και διαπίστωσαν ότι είχε αντιγράψει τις κάρτες. Τότε τηλεφώνησε στην Εναγόμενη ο οποίοι έστειλαν επιστολή ότι δέχονται την πρόταση για Λ.Κ 2500. Ο ίδιος όμως τώρα δεν δεχόταν, διότι αφού ο γιος του ήταν καθαρός δεν υπήρχε κάτι να καλύψει. Τις επόμενες επιστολές που έλαβε από την Ενάγουσα τις πετούσε στα άχρηστα. Ήταν η θέση του πως όλα τα τιμολόγια μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2007 είναι πληρωμένα και ότι είχε κόψει και τις υπόλοιπες κάρτες τον Ιούλιο του 2007, εκτός από μια. Επέμεινε ότι από τον Οκτώβριο και μετά δεν χρωστά οτιδήποτε, αλλά αντιθέτως κατέβαλε αχρεωστήτως κάποια ποσά όπως το ποσό των Λ.Κ 8.100 που έκαμαν οι δικηγόροι ως μια λογική "τιμή", χωρίς να συμφωνεί ο ίδιος μαζί τους. Μετά τις 17-10-07 σταμάτησε και την Τραπεζική Εντολή. Κατά την αντεξέταση του είπε πως δεν είχεν υπαλλήλους, αλλά όταν είχε μακρινά ταξίδια φώναζε κάποιον άλλο οδηγό και τού έδιδε την κάρτα. Επανέλαβε ότι στις αρχές δεν λάμβανε μηνιαία κατάσταση. Είπε πως χρησιμοποιούσε τις κάρτες μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2007 οπότε έκοψε ακόμα τρεις κατά τον Οκτώβριο όταν είδε τον υπάλληλο της Ενάγουσας. Μετά από αυτό το γεγονός ήταν που ήρθε ο Σκουρουπάθης (Μ.Ε.2.) και τον είδε. Επέμεινε ότι εξόφλησε και τον Σεπτέμβρη, αλλά σε άλλο σημείο είπε πως δεν έχει ιδέα και στηρίζεται στο ότι γράφει η Τράπεζα στις καταστάσεις της. Η Μ.Υ.2 Φωτεινή Λάρκου υπηρετεί ως Πρωτοκολλητής στο Ποινικό Τμήμα του Ε. Δ. Λάρνακας. Παρουσίασε ως Τεκμ. 24 το κατηγορητήριο της ποιν. υπ. 3/08 (Αστυνομία v. Γιώργος Μπαρί Μετολάρης). Η Μ.Υ.3 Μαρία Ιωαννίδου υπηρετεί ως Πρωτοκολλητής στο Ποινικό Τμήμα του Ε. Δ. Λεμεσού. Αναφέρθηκε στην εκδίκαση της ποινικής υπ. 242/08 και στις υποθέσεις που λήφθηκαν υπόψιν κατά την επιβολή ποινής στον κατηγορούμενο Γεώργιο Μετολάρη. Παρουσίασε το κατηγορητήριο ως Τεκμ. 25 και εξήγησε τις ποινές που είχαν επιβληθεί μετά την παραδοχή του κατηγορούμενου. Αξιολόγηση μαρτυρίας - Ευρήματα. Παρακολούθησα όλους τους μάρτυρες με προσοχή και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία και αξιοπιστία τους προς εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων. Εξαρχής θα πρέπει να σημειώσω ότι οι μάρτυρες της Ενάγουσας μού έκαναν γενικά καλή εντύπωση και τους θεωρώ όλους γενικά αξιόπιστους και ειλικρινείς. Δεν παραγνωρίζω σε καμία περίπτωση ότι κατά τον επίδικο χρόνο υπήρξαν όλοι εργοδοτούμενοι της Ενάγουσας και έχω εξετάσει το ενδεχόμενο να ήταν διατεθειμένοι να αλλοιώσουν γεγονότα προς όφελος του εργοδότη τους. Πλην όμως δεν έχω διαπιστώσει σε καμία περίπτωση τέτοια διάθεση. Σχημάτισα γενικά την εικόνα πως απαντούσαν ευθέως, εντίμως και ειλικρινώς στις ερωτήσεις. Οι όποιες μικροαντιφάσεις υπήρξαν στην μαρτυρία τους δεν επηρεάζουν την συνολική εντύπωση μου, αλλά αντιθέτως καταδεικνύουν την έλλειψη προσυνεννόησης μεταξύ τους. Είναι επίσης γεγονός πως δεν είχαν όλοι άμεση προσωπική γνώση για όλα τα γεγονότα και ότι η μαρτυρία τους σε τέτοια θέματα χρήζει αξιολόγησης, πράγμα που θα γίνει κατωτέρω όπου και σε όποια έκταση απαιτείται αναλόγως των αναγκών της υπόθεσης. Όσον αφορά τον Μ.Υ.1 η εικόνα που σχημάτισα είναι πως στα ουσιώδη ζητήματα δεν υπήρξε ειλικρινής και προσπάθησε επιτηδευμένα να θέσει ενώπιον του δικαστηρίου μια πιο ευνοϊκή εκδοχή για την Εναγόμενη. Σε κάποιες περιπτώσεις περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και σε άλλες διαψεύδεται από την παρουσιασθείσα γραπτή μαρτυρία. Βεβαίως κάποιο μέρος της μαρτυρίας του συνάδει με άλλη αξιόπιστη προφορική και γραπτή μαρτυρία της Ενάγουσας και το δέχομαι. Το κύριο χαρακτηριστικό της μαρτυρίας του είναι η πικρία και το παράπονο που νιώθει για την κλοπή και αντικανονική χρήση των καρτών από τρίτο πρόσωπο, με αποτέλεσμα να αρνείται πεισματικά τον λογαριασμό που έχει δημιουργηθεί. Αυτά τα αισθήματα και τα παράπονα ήταν οι λόγοι που τον ωθούσαν να αρνείται ακόμη και αυταπόδεικτα από την αναντίλεκτη γραπτή μαρτυρία γεγονότα. Επισημαίνεται πως όπως και ο ίδιος δήλωνε η μνήμη του δεν ήταν ιδιαίτερα καλή, πράγμα που απέδιδε στην ηλικία του. Ο Μ.Υ.1 ήταν διατεθειμένος να αναλάβει την ευθύνη εάν η κλοπή είχε γίνει από τα παιδιά του, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να αντιληφθεί ότι και στην περίπτωση που ο εργοδοτούμενος του οδηγός λεωφορείου τον έκλεψε, τότε και πάλιν πρόκειται για αδίκημα εκ των έσω για το οποίο δυνατόν η Ενάγουσα να μην ευθύνεται στην περίπτωση που δεν δόθηκαν προς αυτήν εγκαίρως οι κατάλληλες οδηγίες, όπως κατ' αναλογίαν συμβαίνει και με άλλες κάρτες (π.χ. τραπεζικές). Για τις Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3 οφείλω να παρατηρήσω πως η μαρτυρία τους ήταν τυπικής φύσεως και στην πραγματικότητα δεν αμφισβητήθηκε. Τις θεωρώ ειλικρινείς και αξιόπιστες και δέχομαι τα όσα ανέφεραν. Συμφωνία. Όπως συνάγεται από τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 το Τμήμα Κάρτας είχε αρχίσει να λειτουργεί από το 2000-2001. Η ίδια υπήρξε Προϊστάμενη, ο Μ.Ε.2 Διευθυντής και η Μ.Ε.3 Λειτουργός στο Τμήμα αυτό. Ο Μ.Υ.1 ήταν επαναπατρισθείς Κύπριος από την Αγγλία και δραστηριοποιήθηκε στις επιχειρήσεις μεταφορών ιδρύοντας την Εναγόμενη, η οποία διέθετε 4 λεωφορεία (ήτοι 2 των 20 και 2 των 10 θέσεων). Η ίδια η ύπαρξη 4 λεωφορείων εξυπονοεί πως σκοπός ήταν να δραστηριοποιούνται και να χρησιμοποιούνται όλα, αν ήταν δυνατόν, με σκοπό τη μεγιστοποίηση των κερδών για την Ενάγουσα. Είναι σαφές πως ο Μ.Υ.1 δεν μπορούσε να οδηγεί μόνος του όλα τα λεωφορεία και προφανώς χρησιμοποιούσε τις υπηρεσίες και άλλων προσώπων. Θεωρώ ως σκόπιμη υπεκφυγή την αναφορά του ότι "κάποτε έππεφτεν να 'χω δκυο δουλειές την ίδια ώρα, μόνος μου δεν μπορούσα να τες κάμω". Εξάλλου όπως θα διαφανεί, ήταν για αυτό που προμηθεύτηκε πολλές κάρτες και όχι μια. Στην πραγματικότητα ο ίδιος δέχθηκε σε άλλο σημείο πως εργάζονταν μαζί του οι δύο γιοί του και ότι περαιτέρω χρησιμοποιούσε περιστασιακά τις υπηρεσίες άλλων οδηγών όταν υπήρχαν κούρσες. Μεταξύ αυτών και κάποιος Γεώργιος Μετολάρης (ή Μετολάρι) από την Αλβανία (Κατηγορούμενος στα Τεκμ. 24,25) Όπως δέχθηκε ο Μ.Υ.1, πριν την εξασφάλιση των καρτών αναγκαζόταν να δίδει μετρητά στους οδηγούς του για να βάλουν πετρέλαιο τις νύκτες που ήταν κλειστά τα πρατήρια. Πλην όμως άρχισε να υποψιάζεται ότι τον έκλεβαν παρότι τού έφερναν αποδείξεις των αυτόματων μηχανημάτων, διότι εύρισκε κενά τα ντεπόζιτα καυσίμων των λεωφορείων. Για αυτό αποτάθηκε στον παλιό εργοδότη του (Π. Κοτζιά), ο οποίος εισηγήθηκε αλλά και επικοινώνησε με την Ενάγουσα διευθετώντας να επισκεφθούν τον Μ.Υ.1. Ο Μ.Υ.1 κατά τη μαρτυρία του δυσκολευόταν να αποδεχθεί ότι έστω και με αυτό τον τρόπο ήταν ο ίδιος που μέσω άλλου αποτάθηκε στην Ενάγουσα και όχι το αντίστροφο. Η στάση του αυτή επιβεβαιώνει την απροθυμία του να αποδεχθεί ακόμα και απλά συμπεράσματα κοινής λογικής, στοιχείο που διαπνέει συνολικά τη μαρτυρία του. Όντως ήρθε κάποιος υπάλληλος της Ενάγουσας, του οποίου ο Μ.Υ.1 δεν ενθυμείτο ακριβώς το όνομα, λέγοντας κάποιος "Σόλων" ή "Σολωμής". Προφανώς πρόκειται για τον νεαρό Ιωακείμ Σολέα, του οποίου τον γραφικό χαρακτήρα αναγνώρισε και η Μ.Ε.1 στο Τεκμ. 2. Κανένας από τους μάρτυρες της Ενάγουσας δεν ήταν παρών κατά την επίσκεψη αυτή και κατά την υπογραφή του Τεκμ. 2, το οποίο συνιστά τη Συμφωνία επί επιστολοχάρτου της Ενάγουσας μεταξύ της ίδιας και της Εναγομένης. Στην πραγματικότητα κανένας από τους μάρτυρες της Ενάγουσας δεν είχε προσωπική γνώση για το τι διημείφθη μεταξύ Σολέα και Μ.Υ.1. Σε γενικές γραμμές, η συμφωνία προέβλεπε ότι ο κάτοχος κάρτας μπορούσε να αγοράζει καύσιμα, καθώς και άλλα προϊόντα και υπηρεσίες όταν τα πρατήρια ήταν ανοικτά, ενώ όταν ήταν κλειστά μπορούσε να προμηθευτεί κάυσιμα χρησιμοποιώντας τα ειδικά μηχανάκια (ΒΝΑ). Επειδή δεν μπορούσαν να γίνουν έλεγχοι υπήρχε ρητή αναφορά ότι οι κάρτες έπρεπε να χρησιμοποιούνται και να φυλάσσονται προσεκτικά. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι μαζί με τη συμφωνία κατατέθηκε και μια κατάσταση στην οποία αναφέρονται οι αριθμοί εγγραφής 6 οχημάτων καθώς και μια γενική κάρτα στο όνομα της Εναγομένης και δίπλα οι παρατηρήσεις για το ωράριο, το είδος καυσίμου, τα άλλα προϊόντα και υπηρεσίες που μπορούσαν να εξασφαλιστούν με τις κάρτες. Στην κυρίως εξέταση του ο Μ.Υ.1 αναγνώρισε την υπογραφή του και την σφραγίδα της εταιρείας στο Τεκμ. 2, αλλά είπε πως δεν είχε συμπληρωθεί αριθμός στο ανώτατο όριο πίστωσης (£8.000) και πως δεν είδε τότε την επισυνημμένη κατάσταση, λέγοντας πως την είδε για πρώτη φορά όταν τού την έδειξε ο δικηγόρος του. Επέμεινε δε πως δεν είχε διαβάσει το Τεκμ. 2, διότι εκείνη την ώρα έτρωγε. Δεχόταν όμως ότι τού το είχεν εξηγήσει ο Σολέας, τον οποίο μάλιστα είχε ρωτήσει πάρα πολλά πράγματα, όπως είπε. Παρακολουθώντας τον Μ.Υ.1, δεν με έχει πείσει ότι δεν διάβασε το μικρό αυτό κείμενο. Η όλη ανεπιτυχής προσπάθεια του να πείσει περί του αντιθέτου ήταν επιτηδευμένη και αποσκοπούσε απλώς στο να τού εξασφαλίσει το υπόβαθρο να ισχυριστεί αργότερα ότι δεν γνώριζε κάποιες πρόνοιες της συμφωνίας. Άλλωστε αντιφάσκει με την άλλη επίμονη θέση του ότι δεν είχε συμπληρωθεί εκείνη τη στιγμή το ποσόν (των £8.000). Αν δεν το είχε διαβάσει δεν θα γνώριζε ότι το ποσόν δεν είχε συμπληρωθεί εκείνη τη στιγμή. Καταλήγω πως είχε δεόντως υπόψιν του το περιεχόμενο του Τεκμ. 2, συμφώνησε με αυτό και το υπέγραψε στο σημείο που τέθηκε και η σφραγίδα της εταιρείας, έστω και αν δεν είχε συμπληρωθεί εκείνη τη στιγμή το ανώτατο όριο. Επισυνημμένη Κατάσταση - Κάρτες. Στην αντεξέταση του ο Μ.Υ.1 και παρά την προηγηθείσα άρνηση του αναγνώρισε την υπογραφή του και στην επισυνημμένη κατάσταση στο Τεκμ. 2, καθώς και την σφραγίδα της Εναγομένης. Το γεγονός αυτό αναιρεί αφ' εαυτού την θέση του Μ.Υ.1 ότι δεν είχε ξαναδεί την κατάσταση αυτή, παρά μόνον όταν τού την έδειξε ο δικηγόρος του. Εφόσον αναγνωρίζει την υπογραφή του είναι δεδομένο πως κάποια στιγμή την είδε και την υπέγραψε, άρα δεν ήταν ειλικρινής πιο πριν ως προς αυτό το σημείο. Όμως πράγματι εγείρονται κάποια ερωτήματα ως προς το τι ακριβώς είναι αυτή η Κατάσταση και αν υπεγράφη μαζί με τη Συμφωνία. Καταρχάς ούτε η Συμφωνία, ούτε η κατάσταση φέρουν ημερομηνία υπογραφής. Η Ενάγουσα στα δικά της δικόγραφα δεν αναφέρει ημερομηνία σύναψης της συμφωνίας. Στο δικό της δικόγραφο όμως η Εναγόμενη αναφέρει σε δύο περιπτώσεις (§4(α) και 4(β)) ότι η συμφωνία έγινε εντός του 2006. Ο δε συνήγορος της κατά την αγόρευση του ανέφερε πως η αρχή της Συμφωνίας ήταν κατά τον Δεκέμβριο του 2006. Είναι δε γενικά παραδεκτό πως δόθηκαν κάρτες προς την Εναγόμενη, η οποία τις χρησιμοποιούσε. Η πιο πάνω παραδοχή ως προς το χρόνο έναρξης της συμφωνίας συνάδει και με την μαρτυρία του Μ.Ε.2 ότι η Εναγόμενη υπήρξε πελάτης της Ενάγουσας από το 2006. Το μόνο που μπορεί να λεχθεί με ασφάλεια είναι πως η χρήση των καρτών είχε τουλάχιστον ξεκινήσει περί τα τέλη του 2006, πράγμα που ενισχύεται από το ότι στις Τραπεζικές καταστάσεις (Τεκμ. 19) εντοπίζεται μια πρώτη πληρωμή £167,92 μέσω Τραπεζικής εντολής στις 31-1-07, η οποία μάλιστα σύμφωνα με τον κ. Φανή αφορά αγορές του Δεκεμβρίου 2006. Επανερχόμενος στο θέμα των καρτών σημειώνω ότι η Ενάγουσα παρουσίασε τιμολόγια των μηνών Σεπτεμβρίου 2007 - Φεβρουαρίου 2008 (Τεκμ. 6-11) και η Εναγομένη τιμολόγια των αμέσως προηγηθέντων μηνών, ήτοι Μαΐου 2007 - Αυγούστου 2007 (Τεκμ. 20 - 23), τα οποία δέχεται ότι αφορούν χρεώσεις για τις κάρτες που κατείχε. Η αλήθεια είναι πως η κατάσταση, τα τιμολόγια και τα δικόγραφα έχουν κάποιες διαφορές: (
- i)ως προς τον συνολικό αριθμό καρτών που κατ' ισχυρισμόν χορηγήθηκαν και (
- ii)ως προς τα στοιχεία των οχημάτων για τα οποία χορηγήθηκαν κάρτες. Δηλαδή άλλο αριθμό καρτών ισχυρίζονται οι διάδικοι, άλλος αριθμός και στοιχεία περιέχονται στην κατάσταση (του Τεκμ. 2) και άλλα στοιχεία περιέχονται στα τιμολόγια (Τεκμ. 6 - 11 και 20 - 23). Πέραν αυτών η κατάσταση του Τεκμ. 2 φέρεται γραμμένη και υπογραμμένη με μελάνι άλλου χρώματος αντί μαύρου, με το οποίο υπεγράφη η Συμφωνία, πράγμα που τείνει να δείξει ότι δεν υπεγράφησαν μαζί. Ειδικότερα: α) Η κατάσταση του Τεκμ. 2 αναφέρεται σε 7 κάρτες, ήτοι σε 4 κάρτες πετρελαίου για τα λεωφορεία ΤΚΝΖ 132, ΤΗΒΒ 195, ΤΗΕΖ 600, ΤΥΧ 478, σε 2 κάρτες βενζίνης για τα οχήματα ΗΒΧ 671, ΗΥΒ 691 και σε μια κάρτα γενικής χρήσης επ' ονόματι της Εναγομένης. β) Τα τιμολόγια Μαΐου και Ιουνίου 2007 περιέχουν χρεώσεις συνολικά για 7 κάρτες το καθένα, ήτοι για 5 από τις πιο πάνω (7 κάρτες) συν δύο άλλα οχήματα. Δηλαδή δεν περιέχει για τα οχήματα ΤΗΒΒ 195 και ΗΥΒ 691 και αντί τούτων περιέχει για τα οχήματα ΤΗΝΜ 746 και ΗΥΒ 669. Να σημειωθεί πως σε όλες τις περιπτώσεις οι κάρτες στα τιμολόγια αναφέρονται με ξεχωριστό 16ψήφιο κωδικό η καθεμία και ότι για τα οχήματα ΤΗΒΒ 195 και ΗΥΒ 691 δεν υπάρχει χρέωση ή κάρτα σε κανένα από τα τιμολόγια που έχουν παρουσιαστεί, ούτε και έχουν αναφερθεί στην όλη μαρτυρία (Τεκμ. 6 - 11 και 20 - 23). Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι δεν μπορεί να λεχθεί με ασφάλεια πότε ακριβώς υπεγράφη η κατάσταση του Τεκμ. 2. Η μόνη τελικά εξήγηση που υπάρχει είναι οι αναφορές της Μ.Ε.1 και του Μ.Ε.2 πως η εν λόγω κατάσταση συνιστά την αίτηση της Εναγομένης προς την Ενάγουσα για την παραχώρηση καρτών. Παραμένει απλώς να διαπιστωθεί πόσες και ποιες κάρτες εκδόθηκαν και λειτούργησαν, δεδομένου ότι τελικά είναι παραδεκτό πως χορηγήθηκαν κάρτες αυτόματης αγοράς καυσίμων και ότι ξεκίνησε η λειτουργία τους, με την Ενάγουσα να διατηρεί τον τρεχούμενο λογαριασμό που επικαλείται. Στα τιμολόγια που ακολουθούν μετά τον Ιούνιο αναφέρονται χρεώσεις για μερικές από τις 7 κάρτες αναλόγως της κίνησης τους και από τον Νοέμβριο 2007 εμφανίζεται στο προσκήνιο ακόμα μια κάρτα (όγδοη) η αποκαλούμενη GENERAL 2, στην οποίαν θα γίνει αναφορά αργότερα. Η Εναγόμενη παραδέχεται (στην §4(β) της Ε/Υ) πως λειτούργησαν 6 κάρτες και το ίδιο αναφέρει και η Ενάγουσα (στην §3(α) της τροποποιημένης Απάντησης και Ε/Υ στην ΑΑ). Η πραγματικότητα βεβαίως είναι - όπως έχει προαναφερθεί - πως αρχικά είχαν χορηγηθεί 7 κάρτες, ήτοι 6 για συγκεκριμένα οχήματα και μια γενικής χρήσης, πράγμα που επιβεβαίωσε στη μαρτυρία της μόνο η Μ.Ε.3, αν και το έπραξε αναφερόμενη στην κατάσταση του Τεκμ. 2. Η ουσία και εδώ είναι πως αυτό δείχνουν και τα τιμολόγια Μαΐου και Ιουνίου 2007 τα οποία αφενός παρουσίασε ο ίδιος ο Μ.Υ.1 και αφετέρου δεν τα αμφισβητεί καθ' οιονδήποτε τρόπο ως προς αυτό το σημείο. Δηλαδή δεν αμφισβήτησε είτε κάποιαν από τις 7 κάρτες, είτε κάποιο από τα οχήματα που αναφέρονται σε οποιοδήποτε από τα τιμολόγια, ειδικά σ' αυτά μέχρι τον Οκτώβριο του 2007. Μάλιστα όπως θα διαφανεί κατωτέρω και η ίδια η ανταπαίτηση βασίζεται σε πληρωμές που έγιναν για αυτές τις 7 κάρτες, εφόσον διεκδικείται το ποσόν που έχει πληρωθεί για όλες αυτές τις κάρτες. Οι κωδικοί των 7 καρτών έχουν κοινά τα πρώτα 12 ψηφία
(700620294095)και διαφέρουν μόνον ως προς τα 4 τελευταία, τα οποία έχουν ως εξής, όπως προκύπτουν από το Τεκμ. 20: Όχημα
- 6445 ΤΗΕΖ 600
- 6452 ΤΗΝΜ 746
- 6460 ΤΚΝΖ 132
- 9332 ΤΥΧ 478
- 8201 ΗΒΧ 671
- 9324 ΗΥΒ 669
- 8227 Γενικής Χρήσης Για σκοπούς ευκολίας και δεδομένου ότι δεν προκαλείται οποιαδήποτε σύγχυση θα αναφέρονται κατωτέρω με τα τελευταία δύο ψηφία του κωδικού τους. Τρόπος Λειτουργίας Καρτών - Τρόπος Πληρωμών. Οι κάρτες 01 και 24 αφορούσαν οχήματα των υιών του Μ.Υ.1 και προορίζοντο για την αγορά βενζίνης. Οι υπόλοιπες που αφορούσαν συγκεκριμένα οχήματα, δηλ. οι 45, 52, 60 και 32 αφορούσαν τα λεωφορεία της Εναγομένης (οχήματα δημοσίας χρήσης όπως φαίνεται και από τους αριθμούς εγγραφής) και προορίζοντο για αγορά πετρελαίου, ενώ η κάρτα 27 ήταν γενικής χρήσης. Όλες οι κάρτες ήταν 24ωρης χρήσης όπως αναφέρεται και στον όρο 2 του Τεκμ.
- Κατά τις ώρες λειτουργίας των πρατηρίων υπήρχε έλεγχος (από τον πρατηριούχο) και το κάθε όχημα που αναφερόταν στην κάρτα που επιδεικνύετο μπορούσε να προμηθευτεί το καύσιμο για το οποίο εκδόθηκε η κάρτα και να λάβει τις υπηρεσίες για τις οποίες ίσχυε (π.χ λάδια, πλύσιμο κ.λ.π). Όταν τα πρατήρια ήταν κλειστά ο χειριστής του οχήματος και κάτοχος της κάρτας μπορούσε να προμηθευτεί καύσιμα από τα ειδικά μηχανάκια (ΒΝΑ). Ρητώς αναφερόταν στο Τεκμ. 2 πως δεν μπορούσαν να γίνουν έλεγχοι, για αυτό έπρεπε οι κάρτες να χρησιμοποιούνται και να φυλάσσονται προσεκτικά. Ειδικότερη αναφορά ως προς την πρόνοια αυτή θα γίνει κατωτέρω. Όπως εξήγησε και ο Μ.Υ.1 ακριβώς επειδή τα πρατήρια ήταν κλειστά τις νύκτες και για να μην δίδει μετρητά στους οδηγούς του να προμηθεύονται καύσιμα κατά την επιστροφή από τις εκδρομές (εφόσον είχε υποψίες για υπεξαιρέσεις) προχώρησε στο σύστημα καρτών. Όταν τις παρέλαβε έβαλε αρχικά την κάθε κάρτα στο όχημα στο οποίο αφορούσε, ούτως ώστε ο κάθε οδηγός την είχε στη διάθεση του για να προμηθεύεται καύσιμα σε περίπτωση ανάγκης. Όπως εξήγησε η Μ.Ε.3 οι αγορές με τις ανάλογες χρεώσεις στέλλοντο ηλεκτρονικά από τους πρατηριούχους στο ηλεκτρονικό σύστημα της Ενάγουσας με βάση αυτοματοποιημένη διαδικασία. Οι πληρωμές θα γίνονταν μέσω Τραπεζικής εντολής από το λογαριασμό υπ' αρ. 0571-11-002586-00 της Εναγομένης στην Τράπεζα Κύπρου. Καταστάσεις του λογαριασμού αυτού από 18-10-06 έως 31-12-07 έχουν παρουσιαστεί ως Τεκμήριο
- Χρήση Καρτών - Τιμολόγια - Πληρωμές - Οφειλόμενο Υπόλοιπο. Δεν υπάρχει διαφωνία μεταξύ των διαδίκων ότι οι κάρτες που είχαν δοθεί χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά καυσίμων, όπως επιβεβαιώνεται και από τα τιμολόγια. Δεδομένου ότι οι πληρωμές γίνονταν αυτομάτως μέσω τραπεζικής εντολής είναι επίσης εύκολο να διαπιστωθούν οι πληρωμές, τα εξοφληθέντα τιμολόγια και τα οφειλόμενα μέχρι σήμερα. Να σημειωθεί πως σύμφωνα και με παραδοχή του Μ.Υ.1 μέχρι ενός σημείου όλα κυλούσαν ομαλά. Εξ ου και η προσοχή κατά την ακρόαση εστιάστηκε στις αγορές, στα τιμολόγια και στις πληρωμές μετά τον Μάιο
- Ο μήνας αυτός ευλόγως θεωρήθηκε ως βάση για την εξέταση των πραγμάτων, αφού είναι ο μήνας από τον οποίον και ο Μ.Υ.1 διέθετε και κατέθεσε τιμολόγια. Για τους προηγούμενους μήνες δεν ηγέρθη οποιοδήποτε ζήτημα είτε για τις χρεώσεις, είτε για τις πληρωμές. Ο κ. Φανής στην αγόρευση του δέχθηκε ότι πριν τον Μάιο είχαν γίνει πληρωμές τις οποίες υπέδειξε στο Τεκμ. 19 και οι οποίες αφορούσαν παλαιότερα τιμολόγια. Αυτές οι πληρωμές φαίνονται στο Τεκμ. 19 με κωδικό 3079, ο οποίος αντιστοιχεί στον αρ. λογαριασμού που αναγράφεται σε όλα τα τιμολόγια ("Account 3079"). Όπως εξήγησε και η Μ.Ε.3, για να εκτελεστεί η τραπεζική εντολή έπρεπε να υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό της Εναγόμενης, πράγμα που λόγω υπερβάσεων δεν συνέβαινε πάντοτε. Τέτοιες υπερβάσεις υπήρξαν κάποια στιγμή κατά τους μήνες Δεκέμβριο του 2006, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Μαΐο, Ιούνιο, Αύγουστο, Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2007 όπως προκύπτει από τη χρέωση "εξόδων υπερβάσεων" στο Τεκμ.
- Το πιο σημαντικό βεβαίως είναι πως οι τέσσερεις πληρωμές στις 16-7-07, 20-8-07, 25-9-07 και 17-10-07 ανταποκρίνονται με υποδειγματική ακρίβεια στα Τεκμ. 20-23 και προφανώς αφορούσαν τη κατανάλωση Μαΐου - Αυγούστου του 2007, έστω και αν έχουν εξοφληθεί με κάποια καθυστέρηση, δηλαδή όταν υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα. Με βάση τις δηλώσεις του κ. Φανή, την μαρτυρία και ειδικά την Τραπεζική κατάσταση και τα τιμολόγια για τις αγορές καυσίμων κατά μήνα και τις πληρωμές μέσω της τράπεζας συνάγονται λοιπόν τα ακόλουθα στοιχεία: Μήνας Λ.Κ Πληρωμή (Τεκ. 19) Δεκ. '06 167,92 31-1-07 Ιαν. '07 158,35 26-2-07 Φεβ. '07 141,99 28-3-07 Μάρτ. '07 178,24 26-4-07 Απρ. '07 180,15 8-6-07 Τεκμ. 20 Μάιος '07 771,13 16-7-07 » 21 Ιούνιος '07 1416,97 20-8-07 » 22 Ιούλιος '07 1284,93 25-9-07 » 23 Αύγ. '07 1273,09 17-10-07 Τα επόμενα έξι τιμολόγια για τα οποία όμως δεν φαίνεται καμία πληρωμή αφορούν τους μήνες Σεπτέμβριο 2007 έως Φεβρουάριο του 2008 και συμποσούνται όντως (με τις αναγκαίες μετατροπές σε Ευρώ) στο συνολικό ποσόν των €7.120 το οποίο διεκδικεί η Ενάγουσα, λαμβανομένου υπόψιν ότι, όπως προκύπτει από την Μ.Ε.3 και από το Τεκμ. 16, η Ενάγουσα αναγνωρίζει και μια πληρωμή ύψους €49,99 που έγινε τον Απρίλιο του 2008 για το τιμολόγιο Μαρτίου 2008 (το οποίο δεν έχει παρουσιαστεί). Τα μη εξοφληθέντα τιμολόγια είναι τα ακόλουθα: Μήνας Λ.Κ ΕΥΡΩ Τεκμ. 6 Σεπτ. '07 1765,02 3.015,71 » 7 Οκτ. '07 2074,87 3.545,12 » 8 Νοε. '07 184,00 314,38 » 9 Δεκ. '07 10,00 17,09 » 10 Ιαν. '08 ------ 70,67 » 11 Φεβ. '08 ------ 157,03 ΣΥΝΟΛΟ €7.120 Προκύπτει από τις πιο πάνω πληρωμές πως η επιμονή του Μ.Υ.1 ότι οι αγορές κάθε μηνός πληρώνοντο από την Τράπεζα του περί τα μέσα του επόμενου μηνός δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Αυτή ήταν η διευθέτηση που είχε κάμει με την Ενάγουσα, όπως ανέφερε και ο Μ.Ε.
- Πλην όμως δεν ήταν αυτό που έγινε στην πράξη τουλάχιστον για τους μήνες που παρουσιάστηκαν στοιχεία πληρωμών (Μάιος - Αύγουστος) ενώ και από όσα δήλωσε ο κ. Φανής στην αγόρευση του είναι προφανές πως η πρώτη περίπτωση καθυστερημένης πληρωμής αφορούσε τον Απρίλιο 2007 ο οποίος τελικά πληρώθηκε στις 8-6-07 (αντί εντός Μαΐου). Επιβεβαιώνεται δε από τα στοιχεία η Μ.Ε.3, η οποία εξήγησε πως η τραπεζική εντολή εξόφλησης των τιμολογίων εκτελείτο μόνον όταν υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα στο λογαριασμό. Άλλωστε και ο ίδιος ο Μ.Υ.1 δεν επέμενε στην εξόφληση για τον Σεπτέμβριο 2007 (που ήταν κομβικό σημείο) λέγοντας απλώς "τι να σου πω; Δεν τα πλήρωνα cash για να ξέρω". Εννοούσε πως ήταν με την εντύπωση ότι ο Σεπτέμβριος είχε εξοφληθεί πριν τερματίσει την τραπεζική εντολή. Σαφώς και δεν έχει πείσει ότι εξοφλήθηκε οποιοδήποτε τιμολόγιο από τον Σεπτέμβριο και μετά (εκτός του Μαρτίου 2008). Εξέλιξη των γεγονότων. Ήταν η θέση του Μ.Υ.1 πως για πρώτη φορά τού τηλεφώνησαν από την Τράπεζα περί τον Ιούνιο - Ιούλιο του 2007 και τον ενημέρωσαν ότι ήταν ψηλά οι αγορές καυσίμων. Ενθυμείτο ότι μιλούσαν τότε για ποσό περί τις £
- Τους είπε να το πληρώσουν και θα δει τι θα κάνει. Προφανώς αναφέρεται στο τιμολόγιο Μαΐου που ήταν £771,13 και άρα τού τηλεφώνησαν Ιούνιο του
- Κάλεσε τον νεαρό Σολέα και προσπάθησαν μαζί να εξηγήσουν το λόγο που η χρέωση ήταν πιο ψηλά από τους προηγούμενους μήνες. Στο δικαστήριο έδωσε ως παράδειγμα ότι την ίδια μέρα υπάρχουν δύο αγορές (ημερ. 22-5-07) στο Τεκμ. 20 με την κάρτα 45, προσθέτοντας πως υπάρχουν και άλλες πολλές και ότι γινόταν "χαμός". Δεν ευσταθεί όμως η παρατήρηση του αυτή, καθότι οι δύο αγορές σε μια μέρα στις 22, 23, 24 και 28 Μαΐου με την κάρτα 45 έγιναν σε όλες τις περιπτώσεις η μια το πρωί και η άλλη το απόγευμα, αφορούσαν όλες πετρέλαιο και κανονικά δεν δικαιολογείτο οποιαδήποτε ανησυχία, δεδομένου ότι από την αρχή αυτό ήταν το ζητούμενο, να μπορούν δηλαδή οι οδηγοί να προμηθεύονται καύσιμα κατά την επιστροφή τους από τις εκδρομές. Εκτός αν παρουσιάζοντο στοιχεία ότι δεν έγιναν τα συγκεκριμένα δρομολόγια και ότι κάποιος εμφανίστηκε σε ώρες λειτουργίας των πρατηρίων με το λεωφορείο THEZ 600 ξεγελώντας τους πρατηριούχους. Ούτε δέχομαι ότι πρόκειται για ημερομηνίες που δεν είχε "ούτε δουλειά", όπως ανέφερε. Αν ετίθετο τέτοιο θέμα το λογικό θα ήταν να ήταν βέβαιος ότι έγινε κλοπή και θα αρνείτο να πληρώσει το ισάξιο των κλοπών από τότε τουλάχιστον, όπως έπραξε και αργότερα. Εν πάση περιπτώσει γεγονός παραμένει ότι ο Μ.Υ.1 έστρεψε τις υποψίες του προς τα παιδιά του, ότι δηλαδή έπαιρναν κρυφά τα κλειδιά των λεωφορείων και χρησιμοποιούσαν τις κάρτες αντικανονικά. Οπότε αντί άλλης ενέργειας, αφαίρεσε τις κάρτες από τα λεωφορεία, τις κλείδωσε στο γραφείο του και τις έδιδε στους οδηγούς των λεωφορείων μόνον όταν θα πήγαινε μακρινό ταξίδι κάποιο από αυτά. Δεν εξήγησε με ποιο τρόπο αυτή η μέθοδος θα εμπόδιζε τις διπλοαγορές καυσίμων. Περαιτέρω ισχυρίζεται πως σ' αυτή τη στιγμή πήρε τις δύο κάρτες βενζίνης και τις κατέστρεψε. Είναι προφανές πως επιβεβαιώνεται σ' αυτό το σημείο από το Τιμολόγιο Ιουνίου 2007 (Τεκμ. 21), στο οποίο φαίνεται ότι οι δύο αυτές κάρτες χρησιμοποιήθηκαν για τελευταία φορά στις 27-6-
- Οι μάρτυρες της Ενάγουσας επίσης επιβεβαιώνουν ότι δύο από τις κάρτες μπλοκαρίστηκαν αυτή την περίοδο. Ούτως ή άλλως η καταστροφή αφ' εαυτής δεν θα σήμαινε οτιδήποτε εάν κάποιος τις είχε προηγουμένως αντιγράψει. Συνεπώς η συνάντηση με το Σολέα και η πιο πάνω ενέργεια του Μ.Υ.1 λογικά τοποθετείται περί το τέλος Ιουνίου
- Όταν αργότερα έλαβε το τιμολόγιο του Ιουνίου, δηλαδή λογικά περί τα μέσα Ιουλίου 2007, παρατήρησε και πάλι διπλοαγορές, όπως ισχυρίστηκε. Η αλήθεια είναι πως υπάρχουν 6 τέτοιες περιπτώσεις (στο Τεκμ. 21) για την κάρτα 45, ήτοι στις ημερ. 8,13,15,25,27 και 29 Ιουνίου 2007, πλην όμως και πάλιν όλες αφορούν πετρέλαιο και απέχουν μεταξύ τους κάποιες ώρες που συνάδει με τις ανάγκες προμήθειας καυσίμων κατά την επιστροφή από εκδρομές. Άλλωστε ο ίδιος σημείωσε μόνο μίαν απ' αυτές με τη λέξη "Νο", όπως υποστήριξε ότι έπραττε για όσες δεν αναγνώριζε, ήτοι για την κάρτα 27, αξίας €25,
- Είναι όμως γεγονός πως η συνολική χρέωση για τον Ιούνιο ανήλθε στις £1.416,97, πράγμα που δικαιολογημένα τον έθεσε πλέον σε εγρήγορση και τον ανησύχησε, παρότι, όπως θα διαφανεί, επέλεξε να μην τερματίσει τις κάρτες. Σημασία έχει η παραδοχή του πως σ' αυτό το σημείο, δηλαδή από τα μέσα Ιουλίου του 2007, ο Σολέας τού είπε πως κάποιος πρέπει να έχει αντίγραφο "της κάρτας" (εννοώντας την υπ' αρ. 45 προφανώς), εφόσον ο Μ.Υ.1 τότε αρνείτο τέτοια χρήση. Δέχομαι ότι ο Μ.Υ.1 πήγε στις Μικροπαραβάσεις και ακολούθως στο ΤΑΕ όπου ανέφερε τις υποψίες του για κλοπή. Δεν μπορώ όμως να δεχθώ την αναφορά του ότι ο αρμόδιος Λοχίας μίλησε με υπαλλήλους της Ενάγουσας και ιδιαίτερα δεν δέχομαι ότι εκείνοι είπαν στο Λοχία ότι δεν αντιγράφονται οι κάρτες και για αυτό ήταν που εγκατέλειψαν την περαιτέρω προσπάθεια. Αυτό διότι ο Μ.Υ.1 ήδη είχε στη διάθεση του τη δήλωση του Σολέα (όπως είπε) και θεωρώ πως μπορούσε να την χρησιμοποιήσει αν ήθελε να προωθήσει καταγγελία με βάση τη δυνατότητα αντιγραφής. Η κατ' ισχυρισμόν δήλωση των Τεχνικών συνιστά εξ ακοής μαρτυρία δευτέρου βαθμού, που έγινε πριν 5 χρόνια σχεδόν και δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι μεταφέρθηκε στο δικαστήριο η αρχική δήλωση όπως είχε γίνει, αν έγινε. Έχοντας υπόψιν τους παράγοντες του άρθρου 27 του Κεφ. 9 δεν θεωρώ ότι μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην πιο πάνω μαρτυρία. Προσθέτω πως ακόμα και αν δεν ήταν εύκολο να κληθούν οι Τεχνικοί, σίγουρα θα μπορούσε να κληθεί στο Δικαστήριο ο Λοχίας που φέρεται να άκουσε τη δήλωση, ιδιαίτερα ενόψει της αδύνατης μνήμης του Μ.Υ.
- Όταν ο Μ.Υ.1 παρέλαβε το επόμενο τιμολόγιο του Ιουλίου 2007 (Τεκμ. 22), δηλαδή περί τα μέσα Αυγούστου, πήγε στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου μαζί με το μεγάλο του γιο και ζήτησε από τον αρμόδιο αξιωματικό να τον καλοπιάσει για να μάθουν. Ο Μ.Υ.1 είχε υποψίες ότι κάποιο παιδί του εμπλέκετο στις κλοπές καυσίμων. Είναι γεγονός πως στο Τεκμ. 22 η συνολική χρέωση ανήλθε στις £1.284,93 και ότι στην κάρτα 52 (που ήταν για αγορά πετρελαίου) υπήρχαν 6 αγορές βενζίνης, τις οποίες σημείωσε και ο ίδιος με το "Νο". Στην δε κάρτα 45 υπήρχαν πλέον και τρεις αγορές ημερησίως στις 4, 6 και 13 Ιουλίου, παρότι δεν τις έχει σημειώσει ο ίδιος, ίσως επειδή τελικά αφορούσαν καύσιμο για το οποίο είχε εκδοθεί η κάρτα (πετρέλαιο). Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου ο Μ.Υ.1 παρέλαβε το τιμολόγιο Αυγούστου (Τεκμ. 23). Σ' αυτό η συνολική χρέωση ήταν £1.273,
- Στην κάρτα 45 υπήρχαν 2 αγορές βενζίνης (αντί πετρελαίου), αλλά και αγορά πετρελαίου 3 φορές σε μια μέρα (13/8). Ο Μ.Υ.1 είχε σημείωσε με το "Νο" μόνο τις 2 αγορές βενζίνης. Τίθεται θέμα αν κάπου εδώ χρονικά πραγματοποιήθηκε η επίσκεψη του Μ.Ε.2 στο σπίτι του Μ.Υ.
- Αυτό αφέθηκε ανοικτό από την αναφορά του Μ.Ε.2 ότι η πρώτη συνάντηση τους για το θέμα έγινε περί τον Σεπτέμβριο - Οκτώβριο. Ο ίδιος ο Μ.Υ.1 προέβαλε τη θέση ότι τον είχε επισκεφθεί ο Μ.Ε.2 πριν ο ίδιος ο (Μ.Υ.1) ανακαλύψει τον ένοχο, δηλαδή πριν τις 23-10-
- Όλα τα στοιχεία όντως συνηγορούν στο ότι η συνάντηση αυτή έγινε περί τα μέσα Οκτωβρίου. Αυτό επιβεβαιώνεται κυρίως από τα λεγόμενα της Μ.Ε.1 ότι ο Μ.Υ.1 τηλεφώνησε μετά που παρέλαβε το τιμολόγιο Σεπτεμβρίου και παραπονέθηκε για μια κάρτα, αν και όταν διερεύνησαν οι ίδιοι εντόπισαν πρόβλημα για ακόμα μια. Οπότε ακολούθησε η επίσκεψη του Μ.Ε.2 ο οποίος (Μ.Ε.2) αναφέρει ότι σ' αυτή την πρώτη συνάντηση ο Μ.Υ.1 παραπονέθηκε πλέον για χρεώσεις όχι μόνο για το λεωφορείο ΤΗΕΖ 600 (κάρτα 45), αλλά και για το ΤΥΧ 478 (κάρτα 32). Είναι προφανές λοιπόν πως η συνάντηση έγινε μετά που παραλήφθηκε και το τιμολόγιο Σεπτεμβρίου, (Τεκμ. 6) στο οποίο και είχαν φανεί προβλήματα για πρώτη φορά και στην κάρτα 32, άρα περί τα μέσα Οκτωβρίου. Είναι ενδεικτικό πως στο Τεκμ. 6 υπήρχαν 10 αγορές καυσίμων στις 29-9-07 (2 πετρελαίου και 8 βενζίνης) και άλλες 10 στις 30-9-07 (6 πετρελαίου και 4 βενζίνης). Η συνολική χρέωση ήταν £1.765,
- Πρέπει να σημειωθεί ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την πρώτη αυτή επίσκεψη του Μ.Ε.
- Όσον αφορά πάντως την πρώτη επίσκεψη δέχομαι τη θέση του Μ.Ε.2 ότι άκουσε τα παράπονα του Μ.Υ.1 και τού είπε ότι θα μελετούσε τους ισχυρισμούς του και θα τον ειδοποιούσε. Ο Μ.Υ.1 σ' αυτή τη φάση ήταν σε πολύ δύσκολη θέση διότι πίστευε ακόμα πως κάποιο από τα παιδιά του ήταν αναμεμειγμένο στις κλοπές καυσίμων. Όπως προκύπτει, ο Μ.Υ.1 σ' αυτό το στάδιο υπέβαλε κάποιες προτάσεις για διευθέτηση προς τον Μ.Ε.2, τις οποίες θα μελετούσε ο τελευταίος. Στην κυρίως εξέταση του ο Μ.Υ.1 είχε δεχθεί πως πριν από τα γεγονότα της 23-10-07 είχε έρθει στο σπίτι του ο Μ.Ε.2 και πρότεινε να αφαιρέσουν περί τις £2.000 για βενζίνες. Ο ίδιος δεν τού απάντησε αν δεχόταν ή όχι, πρότεινε £2.500 και πήγε στο δικηγόρο του ο οποίος απέστειλε επιστολή με το όνομα του (Μ.Υ.1) για £2.
- Δεν πήραν απάντηση στον επόμενο μήνα, οπότε θεώρησαν πως δεν ήταν αποδεκτή η πρόταση. Ο Μ.Υ.1 σφάλλει σ' αυτό το σημείο όσον αφορά το περιεχόμενο της συζήτησης καθότι αναφέρετο στην επιστολή Τεκμ. 3, η οποία φέρει ημερομηνία 14-3-08, η οποία προφανώς και στάληκε περί τα μέσα Μαρτίου όπως εξήγησαν και οι μάρτυρες της Ενάγουσας. Η επόμενη ενέργεια του Μ.Υ.1 ήταν μετά από λίγες ημέρες, δηλαδή και πάλιν εντός Οκτωβρίου
- Όπως αναφέρει, είχε την ιδέα τότε να επισκεφθεί τα πρατήρια (που αναφέροντο στο τιμολόγιο) και εντόπισε σε ένα από αυτά (Δεκέλειας) ότι υπήρχε κύκλωμα παρακολούθησης, στο οποίο φυλάσσοντο δεδομένα 15 ημερών. Ήταν στις 23-10-07 οπότε ζήτησε από την Εναγόμενη και τού έστειλε την κατάσταση αγορών του μηνός μέχρι εκείνη τη στιγμή. Παρατήρησε ότι υπήρχαν αγορές μέχρι τις 21-10-
- Από τον έλεγχο των καταγραφών στο κύκλωμα (κάμερα) διαπίστωσαν εκεί ότι η αντικανονική χρήση καρτών για αγορά καυσίμων γινόταν από τον Γιώργο Μετολάρη (τον "Καλαμαρά" όπως τον αποκάλεσε), τον οποίον αναγνώρισε ως οδηγό τον οποίον καλούσε και εκτελούσε δρομολόγια - εκδρομές με τα λεωφορεία του. Επισκέφθηκε ξανά την Αστυνομία Λάρνακας, η οποία προχώρησε στη σύλληψη του μετά από περίπου ένα μήνα. Ήταν σαφής η θέση του ότι όταν ανακάλυψε πως δεν ήταν ο γιος του ο κλέφτης, τηλεφώνησε στην Ενάγουσα και την ενημέρωσε. Όπως εξήγησε τον επισκέφθηκε ξανά ο Σολέας, συζήτησαν και διαφώνησαν, αλλά ο ίδιος (ο Μ.Υ.1) προχώρησε και "έκοψε" τις άλλες κάρτες εκτός από μία. Βασικά, όπως ανέφερε και η Μ.Ε.1, σ' αυτό το στάδιο προχώρησαν στο μπλοκάρισμα (stop list) των καρτών, εκτός από μια για την οποίαν ο ίδιος ο Μ.Υ.1 ζήτησε να μην μπλοκαριστεί. Η ίδια (και η μόνη) ανέφερε πως η κάρτα που παρέμεινε ήταν η "General 2", αλλά σχημάτισα την εντύπωση πως την ανέφερε με αυτό το όνομα επειδή το είδε σε κάποιο από τα τιμολόγια Νοεμβρίου - Φεβρουαρίου, χωρίς δηλαδή να ενθυμείτο ότι υπήρχε και όγδοη κάρτα. Όντως επιβεβαιώνεται από τα σχετικά τιμολόγια των μηνών Οκτωβρίου - Νοεμβρίου 2007 (Τεκμ. 7, 8) πως οι 4 κάρτες των λεωφορείων χρησιμοποιήθηκαν για τελευταία φορά τον Οκτώβριο και συγκεκριμένα στις 24-10-
- Η αναφορά του Μ.Υ.1 βεβαίως, ότι "έκοψε" 3 κάρτες στο στάδιο αυτό, αντιφάσκει με άλλη αναφορά του ότι από την αρχή διέθετε 4 κάρτες για τα ισάριθμα λεωφορεία του. Η θέση του αυτή εντάσσεται στη γενικότερη σύγχυση του Μ.Υ.1 για τα διαδραματισθέντα. Είναι σημαντικό πως κατά την αντεξέταση του και ο Μ.Υ.1 αναφέρθηκε σε δεύτερη επίσκεψη του Μ.Ε.2, μετά τις 23-10-07, λέγοντας ότι ήταν μετά τον τερματισμό των 4 καρτών που ήρθε (ο Μ.Ε.2). Μάλιστα εξήγησε πως όταν ήρθε, ο Μ.Ε.2 ήθελε να μάθει για ποιο λόγο σταμάτησε τη συνεργασία τους, πράγμα που δεν θα μπορούσε εκ των πραγμάτων να απασχολεί τον Μ.Ε.2 πριν τις 23-10-07, που τερμάτισε ο Μ.Υ.1 τις κάρτες. Η ουσία είναι πως υπήρξαν τελικά δύο συναντήσεις με τον Μ.Ε.2, ήτοι μια πριν και μια μετά τις 23-10-07, έστω και αν ο Μ.Υ.1 σύγχυσε κάπως τα πράγματα όσον αφορά την επιστολή. Υπενθυμίζω ότι και ο ίδιος επικαλέστηκε αδυναμία μνήμης λόγω της ηλικίας του (72 ετών). Πάντως συνάδει με την γραπτή μαρτυρία η θέση του Μ.Υ.1 ότι μετά την τελευταία πληρωμή στις 17-10-07, είχε ανακαλέσει και την τραπεζική εντολή για πληρωμή των καυσίμων μηνιαίως. Λογικά πρέπει να το έπραξε περί το τέλος Οκτωβρίου και αυτό. Επίσης επιβεβαιώνεται πως η μια κάρτα που άφησε ήταν η γενική (υπ' αρ. 27) η οποία χρησιμοποιήθηκε σε δύο αγορές τον Νοέμβριο και σε μια αγορά τον Φεβρουάριο του 2008, για καύσιμα συνολικής αξίας £74,57 και €34,89 αντίστοιχα. Εκείνο που δεν εξήγησε ο Μ.Υ.1 ή κάποιος από τους μάρτυρες της Ενάγουσας είναι η φερόμενη χρήση από τον Νοέμβριο και μετά ακόμα μιας κάρτας της GENERAL 2 υπ' αρ. 7006202941010572 (στο εξής "72"). Με αυτήν έγιναν αγορές £74,57 τον Νοέμβριο, £10 τον Δεκέμβριο, £70,67 τον Ιανουάριο και €157,03 τον Φεβρουάριο. Είναι προφανές από τους κωδικούς πως η General 2 δεν συμπεριλαμβάνεται στις 7 κάρτες που είχαν εξαρχής χορηγηθεί και διαφέρει από την γενική κάρτα
- Η οποία κάρτα 27 ούτως ή άλλως συνέχισε και αυτή να υπάρχει και μάλιστα διεκδικούνται αγορές βάσει αυτής κατά τους μήνες Νοέμβριο και Φεβρουάριο. Στην πραγματικότητα πέραν του δικογραφικού ζητήματος που δημιουργείται, ελλείπει οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να εξηγεί τι ήταν η κάρτα General 2, πότε εκδόθηκε, για ποιο σκοπό και εν τέλει αν έχει οποιαδήποτε σχέση με την Εναγόμενη. Όσον αφορά την πρόταση από τον Μ.Ε.2 είναι προφανές πως ο Μ.Υ.1 αναφέρεται στη δεύτερη επίσκεψη του Μ.Ε.
- Είναι σ' αυτή τη "νέα συνάντηση" στην οποίαν αναφέρεται και ο Μ.Ε.2 στην §10 του Τεκμ. 13 και την οποίαν ο Μ.Υ.1 προσδιόρισε χρονικά στις 14-15 Νοεμβρίου 2007 ενθυμούμενος ότι ήταν παραμονή έναρξης της νηστείας των Χριστουγέννων, (άρα έγινε 14-11-07). Συμφωνούν πάντως και οι δύο ότι σ' αυτήν ο Μ.Ε.2 πρότεινε να αφαιρεθεί ποσόν που αφορούσε χρεώσεις για αγορά βενζίνης και κατά τις διαπραγματεύσεις για σκοπούς διευθέτησης πρότεινε να μειώσει το οφειλόμενο. Ότι είχε γίνει τέτοια πρόταση το επιβεβαίωσε και ο Μ.Υ.1 λέγοντας πως ο Μ.Ε.2 (στις 14-11-07) τού πρότεινε την αφαίρεση ποσού £2.000 και ο ίδιος αντιπρότεινε αφαίρεση £2.
- Τα οφειλόμενα στις 14-11-07 ήταν σε Λίρες Κύπρου και συγκεκριμένα ήταν τα τιμολόγια Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου και μέρος Νοεμβρίου δηλαδή συνολικά £4.023 (1.765,02+2.074,27+184). Στο σύνολο των τιμολογίων οι αγορές βενζίνης με κάρτες πετρελαίου ήταν £869,
- Ο Μ.Υ.1 δέχθηκε πως δεν απάντησε εκείνη τη στιγμή αν δέχεται ή όχι την πρόταση και προβάλλει ότι πήγε σε δικηγόρο οπότε έστειλε επιστολή. Όπως έχει λεχθεί αυτό έγινε πολύ αργότερα, στις 14-3-08 (Τεκμ. 3). Στο Τεκμ. 3 δέχεται ότι τού είχαν προτείνει να πληρώσει €5.300 και ο ίδιος αντιπρότεινε €2.562 προς εξόφληση, το οποίο επανέλαβε και με άλλη επιστολή του δικηγόρου του ημ. 5-6-08 (Τεκμ. 4). Σ' αυτή την τελευταία επιστολή η Ενάγουσα απάντησε ότι δέχεται την πρόταση με επιστολή της ημερ. 30-6-08 (Τεκμ. 14). Αργότερα ακολούθησε η επιστολή της Ενάγουσας ημ. 24-4-09 (Τεκμ. 5) για πληρωμή €7.120 και ακολούθως η αγωγή. Ο Μ.Υ.1 δήλωσε πως παλαιότερα συζητούσε για διευθέτηση επειδή είχε υποψίες ότι ο κλέφτης ήταν ο γιός του, ενώ τώρα που ο γιος του είναι καθαρός δεν δίδει γρόσι. Ούτε η θέση του αυτή όμως ανταποκρίνεται στην αλήθεια, αφού αφενός ο ίδιος δέχθηκε προηγουμένως πως υπέβαλε προτάσεις και κατά τη δεύτερη συνάντηση του με τον Μ.Ε.2, δηλαδή μετά την διαπίστωση ότι εμπλέκετο ο Μετολάρης και αφετέρου η επιστολή του ίδιου (Τεκμ. 3), καθώς και του δικηγόρου του (Τεκμ. 4) ήταν και οι δύο πολύ μεταγενέστερες από την ανακάλυψη του ενόχου (14-3-08 και 5-6-08). Ως προς την δεκτότητα των επιστολών ως Τεκμηρίων θα πρέπει να σημειωθεί ότι: α) Την ένδειξη "ΑΝΕΥ ΒΛΑΒΗΣ" φέρουν μόνο τα Τεκμ. 3 και 4 στο περιεχόμενο των οποίων αναφέρθηκε κατά την γραπτή δήλωση της η Μ.Ε.1 χωρίς οποιαδήποτε ένσταση από την Εναγόμενη. β) Τα Τεκμ. 3 και 4 κατατέθηκαν από την Μ.Ε.1 επίσης χωρίς ένσταση από την Εναγόμενη (παρά την ένσταση που είχε σημειωθεί κατά την ένορκη αποκάλυψη των εγγράφων). γ) Ο ίδιος ο Μ.Υ.1 στην κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της πρώτης επιστολής η οποία συντάχθηκε από δικηγόρο στο όνομα της Εναγομένης. δ) Ο ίδιος ο Μ.Υ.1 αναφέρθηκε στις προσπάθειες για διευθέτηση. ε) Ο ισχυρισμός για διευθέτηση τέθηκε στην Απάντηση και Υπεράσπιση της Ενάγουσας, έστω και αν δεν απαντήθηκε από την Εναγόμενη. Κλοπές Καρτών - Καυσίμων. Από πλευράς γεγονότων απομένει να εξεταστεί κατά πόσον υπήρξαν κλοπές καυσίμων, ποιος τις διέπραξε και αν μπορεί να εξακριβωθεί η αξία των κλαπέντων καυσίμων. Παρά τις κάποιες αμφιβολίες που εξέφρασε ο Μ.Ε.2 είναι προφανές πως γενικά η Ενάγουσα δεν αμφισβήτησε σοβαρά ότι υπήρξαν κλοπές. Αυτό ούτως ή άλλως επιβεβαιώνεται από το ότι: i. Αναμφίβολα υπήρξαν αγορές βενζίνης από κάρτες που είχαν εκδοθεί για αγορές πετρελαίου για τα λεωφορεία. ii. Αναμφίβολα υπήρξαν περιπτώσεις πολλών αγορών καυσίμων σε μια μέρα, ήτοι σε βαθμό που δεν δικαιολογείται από τη συνήθη χρήση των λεωφορείων. iii. Υπάρχει πρόσωπο το οποίο κατηγορήθηκε και παραδέχθηκε ενοχή για κλοπές από κάποιες επίδικες κάρτες. iv. Η Μ.Ε.1 δήλωσε ότι αναγνώρισαν το πρόβλημα της Εναγομένης (λόγω κλοπών) και έδειξαν κατανόηση. Δράστης Κλοπών. Ως προς το ποιος διέπραξε τις εν λόγω κλοπές δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι ο κατηγορούμενος στις ποινικές υπ. 242/08 Ε.Δ Λεμεσού και 3/08 Ε.Δ Λάρνακας καθότι: i. Στις εν λόγω υποθέσεις παραδέχθηκε κατηγορίες για κλοπές από κάρτες που είχαν δοθεί στην Εναγόμενη. ii. Το πρόσωπο αυτό υπήρξε οδηγός στα λεωφορεία της Εναγομένης και είχε πρόσβαση σε κάποιες από τις εν λόγω κάρτες. iii. Μέσω κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης διαπιστώθηκε από τον Μ.Υ.1 πως το πρόσωπο αυτό προέβαινε σε αντικανονική χρήση των καρτών κατά τον Οκτώβριο του
- Αξία κλαπέντων. Όσον αφορά την αξία των καυσίμων που έχουν κλαπεί κατά τον πιο πάνω τρόπο είναι γεγονός πως η Εναγόμενη δεν προσπάθησε καν να τα αποδείξει. Αρκέστηκε να υποδείξει κάποιες αγορές βενζίνης από κάρτες πετρελαίου και κάποιες πολλαπλές αγορές σε μια μέρα από μια κάρτα. Όπως έχει αναφερθεί οι αγορές βενζίνης από κάρτες πετρελαίου στο σύνολο των τιμολογίων είναι £869,23 (σύμφωνα με υπολογισμούς του δικαστηρίου από τα τιμολόγια). Κάποια καθοδήγηση θα μπορούσε να δοθεί από τις κατηγορίες που έχει παραδεχθεί ο Μετολάρης. Για την υπόθεση 3/08 δεν έχει προκύψει όμως ποιες κατηγορίες είχε παραδεχθεί. Ακόμα και αν είχε παραδεχθεί όσες αφορούσαν κάρτες της Εναγομένης η αξία των κλαπέντων εκεί ανέρχεται στις £385,
- Για την υπ. 242/08 προκύπτει πως είχε παραδεχθεί όλες όσες αφορούσαν την Εναγόμενη. Η αξία των κλαπέντων για αυτήν ανέρχεται στις £269,
- Δεν υπάρχει καμία μαρτυρία για τις υπόλοιπες υποθέσεις που λήφθηκαν υπόψιν στην βασική 242/
- Συνεπώς το σύνολο των κλαπέντων με βάση τα δύο κατηγορητήρια είναι μόνο £655,
- Εκτός αυτού υπάρχει όντως και πετρέλαιο που έχει κλαπεί. Πλην όμως όπως ανέφερε και ο Μ.Υ.1 ούτε ο ίδιος δεν θα μπορούσε να ξεχωρίσει αυτό που πραγματικά χρησιμοποιήθηκε νόμιμα για τα λεωφορεία του από αυτό που είχε κλαπεί. Προκύπτει πως το ποσόν αντικανονικής αγοράς βενζίνης όπως προκύπτει από τα ίδια τα τιμολόγια (£869,23) είναι μεγαλύτερο από τα κλαπέντα καύσιμα όπως προκύπτουν από τα δύο κατηγορητήρια (£655,23), ενώ δεν μπορεί να εξακριβωθεί ποια ποσότητα από το πετρέλαιο που έχει χρεωθεί χρησιμοποιήθηκε κανονικά στα λεωφορεία και ποια ήταν αντικείμενο κλοπής. Νομική πτυχή. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η Ενάγουσα έχει καταφέρει να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό πως (με εξαίρεση μια πληρωμή τον Απρίλιο του 2008), δεν υπήρξε άλλη πληρωμή μετά από αυτήν που έγινε στις 17-10-07 και η οποία εξοφλούσε το τιμολόγιο Αυγούστου. Κατά συνέπειαν παραμένουν απλήρωτα τα τιμολόγια Σεπτεμβρίου 2007 - Φεβρουαρίου 2008 τα οποία συμποσούνται στα €7.
- Υπό κανονικές περιστάσεις αυτό θα ήταν το ποσό που θα δικαιούτο να εισπράξει η Ενάγουσα. Πλην όμως προκύπτουν δύο θέματα δικογραφικής και ένα μικτό ουσιαστικής και δικονομικής φύσης, τα οποία χρήζουν εξέτασης: i. Το πρώτο αφορά το γεγονός ότι στην Απάντηση και Υπεράσπιση της η Ενάγουσα αναφέρθηκε σε 6 κάρτες καυσίμων ενώ προσέφερε μαρτυρία ότι υπήρχε και 7η κάρτα γενικής χρήσης, ήτοι η υπ' αρ.
- Η εν λόγω κάρτα για το διάστημα Σεπτεμβρίου 2007 - Φεβρουαρίου 2008 παρουσιάζει χρεώσεις ύψους €1.146,75 (με τις ανάλογες μετατροπές σε Ευρώ). ii. Το δεύτερο αφορά το γεγονός ότι παρά την αναφορά δικογραφικά σε 6 κάρτες, εντούτοις μέσα από τα τιμολόγια Νοεμβρίου 2007 - Φεβρουαρίου 2008 προσφέρθηκε μαρτυρία και για 8η κάρτα (General 2) την οποία καλείται να εξοφλήσει η Εναγόμενη, χωρίς όμως οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία για το πώς αυτή σχετίζεται με την Εναγόμενη. Στα τιμολόγια της περιόδου αυτής παρουσιάζονται χρεώσεις για την General 2 ύψους €559,
- Είναι πολύ καλά γνωστή η αρχή πως μαρτυρία η οποία εκφεύγει από το περιεχόμενο των δικογράφων δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν, αφού η δίκη τροχιοδρομείται αυστηρά στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα (Μάρκου v. Widehorizon
(2010)1 (A) A.A.D 108). Κατά συνέπειαν η μαρτυρία που έχει προσφερθεί για τις δύο πιο πάνω κάρτες και συνεπακόλουθα η αξίωση για χρεώσεις σ' αυτές εκφεύγει των δικογράφων. Έστω λοιπόν και αν έχει εισαχθεί τέτοια μαρτυρία, η απαίτηση της Ενάγουσας θα έπρεπε να περιοριστεί κατά το ποσόν των €1705,91 και να ήταν για το υπόλοιπο των €5.414,09 που αφορά τις 6 κάρτες, τις οποίες αναφέρουν στα δικόγραφα τους. iii. Το τρίτο μικτό θέμα αφορά το ενδεχόμενο να επήλθε διευθέτηση της υπόθεσης πριν την αγωγή. Πρέπει να σημειωθεί η νομολογιακή αρχή ότι στην περίπτωση που οι διάδικοι μέσω των δικηγόρων τους προβαίνουν σε διαβουλεύσεις για εξώδικη διευθέτηση υπόθεσης τους και καταλήγουν σε τελική δεσμευτική συμφωνία τίθεται θέμα αθέτησης τέτοιας συμφωνίας (βλ. υπ. Φωτίου v. Ηροδότου
(2010)1 (Β) Α.Α.Δ. 1172). Στην παρούσα υπήρξε μαρτυρία για διαπραγματεύσεις οι οποίες όπως φαίνεται κατέληξαν σε τελική και δεσμευτική συμφωνία για μείωση της απαίτησης. Η ίδια η Ενάγουσα αναφέρθηκε στη συμφωνία για το ποσόν των €2.562 και προέβαλε το θέμα στην Τροποποιημένη Απάντηση και Υπεράσπιση της ως εξής: "(ζ) Στις 5-6-2008, ο τότε δικηγόρος της Εναγομένης, Παναγιώτης Νικολάου, απέστειλε επιστολή για λογαριασμό της Εναγομένης προς την Ενάγουσα, με την οποία τους πρότεινε ξανά την πιο πάνω πρόταση της Εναγομένης, δηλαδή την καταβολή του ποσού των €2.562,00, προς πλήρη εξόφληση του λογαριασμού. Η Ενάγουσα επιφυλάσσει το δικαίωμα της να παρουσιάσει αντίγραφο της εν λόγω επιστολής κατά τη δικάσιμο. (η) Στις 30-6-2008, η Ενάγουσα απάντησε με telefax της προς την Εναγόμενη ότι αποδέχεται το πιο πάνω ποσό και την καλούσε να προχωρήσει στην εξόφληση του. Η Ενάγουσα επιφυλάσσει το δικαίωμα, για να παρουσιάσει αντίγραφο της εν λόγω επιστολής κατά τη δικάσιμο. (θ) Η Εναγομένη παρέλειψε να καταβάλει το πιο πάνω ποσό και για το λόγο αυτό καταχώρησε την παρούσα Αγωγή. (ι) .................................
- Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η πιο πάνω συμπεριφορά και/ή παραδοχή της Εναγομένης την εμποδίζει να έχει οποιαδήποτε ανταπαίτηση εναντίον της Ενάγουσας". Είναι προφανές από τα προηγηθέντα ευρήματα πως με την αποδοχή εκ μέρους της Ενάγουσας για είσπραξη του ποσού των €2.562 προς εξόφληση επήλθε τελική και δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ως προς την επίλυση της διαφοράς. Το μόνο που απέμενε ήταν η εκτέλεση της συμφωνίας αυτής με την είσπραξη του ποσού των €2.
- Η παράλειψη καταβολής του δεν δίδει το δικαίωμα στην Ενάγουσα να επιστρέψει σε παλαιότερες απαιτήσεις της με βάση τα απλήρωτα τιμολόγια. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Χ'' Στυλλή v. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, Πολ. Εφ. 38/09, ημ. 22-5-12 "όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά". Έχω τη γνώμη πως το Τεκμ. 14 συνιστά παραίτηση δια κωλύματος (waiver by estoppel) από το δικαίωμα της Ενάγουσας να διεκδικήσει οτιδήποτε πέραν του ποσού των €2.562 (υπ. Iris Development Ltd v. Λαζαρίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 1504, Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1768). Ενόψει της συμπεριφοράς αυτής θα ήταν άδικο να επιτραπεί στην Ενάγουσα να επιμείνει σε συμβατικά δικαιώματα τα οποία η ίδια κατήργησε και απεμπόλησε, αποδεχόμενη ότι κλάπηκαν κάρτες και ότι η κατάσταση λογαριασμού παρουσίαζε υπέρογκο ποσό, δηλαδή όσα είχε αναφέρει στις προηγηθείσες επιστολές της η Εναγόμενη (υπ. Αλεξάνδρου v. Ι. Πολύδωρος Πικροδάφνη, κ.α, Πολ. Εφ. 144/09, ημ. 17-5-12). Η θέση που εκφράστηκε στις αγορεύσεις ότι η Ενάγουσα τερμάτισε την πιο πάνω συμφωνία για μικρότερο ποσό δεν ευσταθεί καθότι η σχετική αναφορά στο Τεκμ. 5 αφορούσε τη συμφωνία συνεργασίας γενικά και όχι τη συμφωνία ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο. Η Ενάγουσα όμως έχει δίκαιο στον ισχυρισμό της ότι εμποδίζεται και η Εναγόμενη να έχει οποιαδήποτε ανταπαίτηση εναντίον της Ενάγουσας. Ισχύουν οι πιο πάνω αρχές και για την Εναγόμενη. Ουσιαστικά η Ενάγουσα, όπως εξήγησαν και οι μάρτυρες της, είχε δείξει κατανόηση στο πρόβλημα που δημιουργήθηκε από εργοδοτούμενο της Εναγομένης και συναίνεσε στην παραχώρηση της πιο πάνω έκπτωσης την οποίαν ζήτησε η ίδια η Εναγόμενη. Καταλήγω πως η Ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση για €2.562 στην αγωγή. Ανταπαίτηση. Με βάση την προηγηθείσα κατάληξη μου ουσιαστικά επιλύεται και το θέμα της ανταπαίτησης, η οποία βεβαίως δεν μπορεί να επιτύχει δεδομένης της συμφωνίας για καταβολή ποσού €2.562 και του κωλύματος που υφίσταται και για την Εναγόμενη. Παρά ταύτα θα προχωρήσω να παραθέσω τις θέσεις του δικαστηρίου για την περίπτωση που η πιο πάνω κατάληξη κριθεί λανθασμένη. Όπως έχει αναφερθεί, η Εναγόμενη ανταπαιτεί ποσόν "€8.109,23 ή /και οιονδήποτε άλλο ποσό ήθελε βρεθεί ως το ακριβές ποσό το οποίο οι Εναγόμενοι κατέβαλαν αδίκως στους Ενάγοντες ..... ως αποζημιώσεις" για παράβαση συμφωνίας πηγάζουσας από ψευδείς παραστάσεις ή και λόγω της απάτης ή και του δόλου. Στην σχετική παράγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της η Εναγόμενη, υπό τον τίτλο "Λεπτομέρειες Ψευδών Παραστάσεων", στην πραγματικότητα δεν παραθέτει τέτοιες λεπτομέρειες, αλλά απλώς περιγράφει την εξέλιξη των γεγονότων κατά τους δικούς της ισχυρισμούς, κατά την περίοδο της συνεργασίας. Από άλλο σημείο του δικογράφου της (§ 4 (α)(i) και (ii)) προκύπτει ότι ουσιαστικά επικαλείται ότι έγιναν δηλώσεις προς τον Μ.Υ.1 ότι το σύστημα καρτών ήταν απόλυτα ασφαλές χωρίς δυνατότητα αντιγραφής και ότι οι κάρτες πετρελαίου δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για βενζίνη και αντιστρόφως. Παράβαση Σύμβασης. Σκοπός της ερμηνείας των όρων μιας έγγραφης σύμβασης είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των συμβαλλομένων μερών την οποία μεταδίδει το κείμενο της στο μέσο λογικό άνθρωπο ως προς τα συμφωνηθέντα (υπ. Λίλλης v. Ξενή
(2009)1 ΑΑΔ 217, Μιχαήλ v. Alpha Bank Ltd
(2009)1 AAΔ 941). Η πρόθεση των μερών εξάγεται από τη γλωσσική διατύπωση του κειμένου εξεταζομένου στο σύνολο του (Transnatco Ltd v. Superclima Engineering Ltd
(2010)1 AAΔ 643). Η σύγχρονη τάση είναι προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή (υπ. Πολύφημος Χοτέλς Λτδ v. Μούτση
(2000)1 Α.Α.Δ. 1809). Η κεξτλαςεξτςεγ Στην παρούσα περίπτωση πριν από οτιδήποτε άλλο και παρά το ότι η Εναγόμενη δεν προέβαλε ρητώς στο δικόγραφο της την υπεράσπιση του non est factum αξίζει να παρατεθεί από την υπ. 1 Τσολάκης Τουτζικιάν κ.α v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρημ.) Λτδ
(2003)1 (Β) ΑΑΔ 1240 το ακόλουθο απόσπασμα με αναφορά σε αγγλική νομολογία "Πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, και το αποχωρίζεται με τρόπο που μπορεί να περιέλθει στα χέρια άλλων, έχει ευθύνη, εκείνη του συνηθισμένου σώφρονα ανθρώπου να προσέχει τι υπογράφει, ώστε, αν δεν το πράξει εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενο του. Θα προσέθετα ότι το βάρος απόδειξης ευρίσκεται στους ώμους του, δηλαδή να αποδείξει ότι ενήργησε επιμελώς, και όχι επί των ώμων του τρίτου προσώπου να αποδείξει το αντίθετο". Κατά συνέπειαν ακόμα και αν υπήρχε τέτοιος ισχυρισμός στην υπεράσπιση και αν η κατάληξη μου ήταν πως ο Μ.Υ.1 υπέγραψε χωρίς να διαβάσει τη Συμφωνία, θα έκρινα στο τέλος πως ο ίδιος είχε την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από το να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενο του. Σε τέτοια περίπτωση πάντως δεν θα υπήρχε καμία μαρτυρία τείνουσα να δείξει ότι ενήργησε επιμελώς. Μετά την πιο πάνω διευκρίνιση είναι αναγκαία η ενασχόληση με το περιεχόμενο της συμφωνίας. Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι δύο πρώτοι όροι οι οποίοι προνοούν τα εξής: "
- Η αίτηση για έκδοση καρτών έχει γίνει για καθορισμένα αυτοκίνητα ούτως ώστε να γίνεται ο έλεγχος μεταξύ των αριθμών εγγραφής του αυτοκινήτου και του αριθμού εγγραφής ο οποίος αναγράφεται στην κάρτα.
- Ο κάτοχος της κάρτας μπορεί να αγοράζει καύσιμα, άλλα προϊόντα και υπηρεσίες όταν οι σταθμοί είναι ανοικτοί. Όταν οι σταθμοί είναι κλειστοί ο κάτοχος της κάρτας είναι δυνατόν να προμηθευτεί καύσιμα χρησιμοποιώντας τα ειδικά μηχανάκια (ΒΝΑ). Είναι λοιπόν αντιληπτό ότι έλεγχοι δεν μπορούν να γίνουν για αυτό πρέπει οι κάρτες να χρησιμοποιούνται και να φυλάσσονται προσεκτικά. Σε περίπτωση που μια κάρτα χαθεί ή κλαπεί η εταιρεία μας να ειδοποιείται αμέσως. Ο νόμιμος κάτοχος της κάρτας έχει ευθύνη μόνο για τις πράξεις προ του τηλεφωνήματος στα Ελληνικά Πετρέλαια για την απώλεια της κάρτας." Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως σκοπός του όρου 1 είναι να διευκρινίσει για ποιο λόγο οι κάρτες εκδίδονται για καθορισμένα, δηλαδή συγκεκριμένο αυτοκίνητο η καθεμιά. Ρητώς αναφέρεται ότι αναγράφεται στην κάρτα αριθμός εγγραφής οχήματος ακριβώς για να γίνετο έλεγχος μεταξύ της κάρτας και των αριθμών εγγραφής οχήματος που θα εμφανίζετο για να προμηθευτεί καύσιμα. Ο Όρος 2 αποτελεί συνέχεια του πρώτου και προβλέπει ότι καύσιμα θα αγοράζοντο όταν τα πρατήρια ήταν ανοικτά. Είναι θέμα κοινής λογικής πως σ' αυτή τη περίπτωση θα γίνοντο οι έλεγχοι σύγκρισης της κάρτας με το όχημα από τους πρατηριούχους. Δεν μπορεί να δοθεί άλλο νόημα στην έννοια "έλεγχος". Όμως ο κάτοχος της κάρτας μπορούσε και σε ώρες που ήταν κλειστά τα πρατήρια να προμηθευτεί καύσιμα, πλην όμως θα το έπραττε υποχρεωτικά μέσω των ειδικών μηχανών (ΒΝΑ). Προφανώς εννοούνται ειδικές μηχανές τις οποίες θα έθετε σε λειτουργία ο κάτοχος κάρτας, αφού σε τέτοιες ώρες δεν θα παρευρίσκετο πρατηριούχος στο χώρο. Η επόμενη πρόνοια ήταν αυτονόητη αλλά τέθηκε ρητώς στη συμφωνία. Δηλαδή εφόσον υπήρχε ώρα που δεν θα μπορούσαν να γίνουν έλεγχοι έπρεπε οι κάρτες να χρησιμοποιούνται και να φυλάσσονται προσεκτικά. Αυτή ήταν υποχρέωση της Εναγομένης, η οποία σε πρώτο στάδιο ήταν η κάτοχος των καρτών. Αλλά και η επόμενη πρόνοια είχε τη σπουδαιότητα της. Η Ενάγουσα απαιτούσε μόνο ένα τηλεφώνημα στην περίπτωση που η κάρτα είχε κλαπεί ή χαθεί. Αυτό σημαίνει πως η Εναγόμενη μπορούσε πολύ εύκολα να προστατευθεί στην περίπτωση απώλειας ή κλοπής, με ένα τηλεφώνημα ζητώντας προφανώς μπλοκάρισμα της κάρτας. Στην παρούσα όμως ο Μ.Υ.1 δεν εξέτασε εγκαίρως τι είχε γίνει. Δεν γνώριζε ή δεν θέλησε να ελέγξει τα πραγματικά δρομολόγια των λεωφορείων του ούτως ώστε να διερευνήσει και βεβαιωθεί τι είχε γίνει. Ακόμα και μέχρι την ακρόαση δεν ήταν σε θέση να διαχωρίσει ποιό πετρέλαιο χρησιμοποιήθηκε για κανονικά δρομολόγια και ποιο όχι. Πέραν των πιο πάνω θα πρέπει να επαναλάβω πως δεν με έχει πείσει η θέση του πως δεν γνώριζε για τη δυνατότητα αντιγραφής. Εκτός της γενικότερης εντύπωσης μου ότι δεν υπήρξε ειλικρινής στο θέμα αυτό, πρέπει να παρατηρήσω πως αν υπήρχε πράγματι η αρχική διαβεβαίωση την οποίαν επικαλείται θα αναμένετο να αντιδράσει πολύ διαφορετικά και αστραπιαία όταν τον Ιούλιο του 2007 ο Σολέας τού είπε ότι κάποιος πρέπει να έχει αντίγραφο της κάρτας. Με αυτό τον τρόπο θα προλάβαινε τουλάχιστον τη χρήση για τον Ιούλιο - Οκτώβριο του
- Δηλαδή δεν είναι λογικό ένας επιχειρηματίας ο οποίος θα μάθαινε για πρώτη φορά τον Ιούλιο ότι δυνατόν να έχουν αντιγραφεί οι κάρτες να αναμένει μέχρι να διαλευκάνει ο ίδιος την υπόθεση. Θα έδιδε οδηγίες αμέσως να μπλοκαριστούν οι κάρτες και εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να επικαλείται ότι δεν το γνώριζε. Ο μόνος λόγος που δεν σταμάτησε τις κάρτες με ένα απλό τηλεφώνημα ήταν διότι είχε την υποψία ή εντύπωση ότι εμπλέκετο στην υπόθεση ένα από τα παιδιά του. Αλλά και ο Μετολάρης ως οδηγός στα λεωφορεία της Εναγομένης στο δικό της περιβάλλον ανήκε και όπως θα αναλάμβανε την ευθύνη αν υπεύθυνος ήταν ο γιός του έτσι θα πρέπει να την αναλάβει και για τον εργοδοτούμενο του. Έχει κάθε δικαίωμα βεβαίως να διεκδικήσει από εκείνον αποζημιώσεις. Η ουσία είναι πως το σύνολο των γεγονότων καταδεικνύει πως ο Μ.Υ.1 γνώριζε από την αρχή για όλους τους κινδύνους που υπήρχαν και μεταξύ αυτών και τον κίνδυνο αντιγραφής. Για αυτό δεν ξαφνιάστηκε, ούτε διαφοροποίησε την στάση του όταν άκουσε την εκτίμηση του Σολέα τον Ιούλιο του
- Εξάλλου όπως προέκυψε και από την Μ.Ε.3 πρόκειται για κάρτες παρόμοιες με τις τραπεζικές (visa) και είναι αυτονόητο πάντοτε πως ελλοχεύει ο κίνδυνος αντιγραφής από επιτήδειους. Δεν απαιτείτο ειδική προειδοποίηση για το θέμα. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω θα πρέπει να σημειωθεί πως ήταν υποχρέωση του εάν μάθαινε για πρώτη φορά τον Ιούλιο 2007 για την δυνατότητα αντιγραφής να προέβαινε σε ακύρωση της συμφωνίας τότε με βάση το άρθρο 19 του Κεφ.149, αφού ένα τέτοιο στοιχείο καθιστά την συμφωνία ακυρώσιμη κατ' επιλογήν του μέρους που εξαπατήθηκε. Ούτως ή άλλως όμως ακόμα και αν υπήρχε βάση για την επιδίκαση αποζημιώσεων στην ανταπαίτηση, είναι προφανές πως δεν υπήρξε εξειδικευμένη δικογράφηση των ζημιών της Ενάγουσας. Υπήρξε μια διαζευκτική αναφορά για "€8.109,23 ή/και οποιοδήποτε άλλο ποσό ήθελε βρεθεί". Το μέγιστο που θα μπορούσε να αποδοθεί υπό τις περιστάσεις θα ήταν αυτό που διαπίστωσε το ίδιο το δικαστήριο, δηλαδή £869,23 (€1485,16). Δεν είναι καθόλου τυχαία η δήλωση του Μ.Υ.1 πως το ποσόν της ανταπαίτησης "το έκαμαν οι δικηγόροι ως μια λογική τιμή" και ότι ο ίδιος δεν συμφωνεί μαζί τους. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει η Ανταπαίτηση δεν θα μπορούσε να επιτύχει. Κατάληξη. Με βάση τα πιο πάνω στην αγωγή εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης για €2.562 συν νόμιμο τόκο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζεται μια δέσμη εξόδων στην αγωγή και στην ανταπαίτηση, εφόσον συνεκδικάστηκαν, υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης ως θα υπολογιστούν συν Φ.Π.Α και νόμιμο τόκο από σήμερα. (Υπ.)..................................... Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο