ATLAS PANTOU CO LIMITED ν. IPPODOMIA HOTELS LIMITED, Αρ.αγωγής 2435/2010, 5/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ.Ν.Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 2435/2010 Μεταξύ: ATLAS PANTOU CO LIMITED, από Λεμεσό Εναγόντων και IPPODOMIA HOTELS LIMITED, από Λάρνακα Εναγομένων 5 Μαρτίου, 2013. Εμφανίσεις: Για ενάγοντες, αιτητές: κ.Χρ.Πουτζιουρής Για εναγόμενους, καθ΄ ων η αίτηση: κ.Α.Ζαχαρίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Στην αίτηση ημερομηνίας 27.3.2012) Η παρούσα αφορά αίτηση για συνοπτική απόφαση. Βασίζεται στη Δ.18 κ.1(α) και υποβλήθηκε αφού το κλητήριο ένταλμα καταχωρίστηκε ειδικώς οπισθογραφημένο ενώ μετά την επίδοση του καταχωρίστηκε και σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους των εναγομένων. Από το περιεχόμενο της οπισθογράφησης προκύπτει ότι η αγωγή βασίζεται σε γραπτή συμφωνία για την κατασκευή συγκεκριμένου οικοδομικού έργου στην περιοχή Χλώρακας της επαρχίας Πάφου. Είχε συναφθεί, σε κάποιο συγκεκριμένο χρόνο, μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων. Ως εργοληπτών των πρώτων και ως ιδιοκτητών του έργου των τελευταίων. Η προβαλλόμενη απαίτηση είναι για την καταβολή ποσού €973.595,48 πλέον τόκου. Αποτελεί το σύνολο μικροτέρων ποσών η οφειλή των οποίων φέρεται να έχει επιβεβαιωθεί με τρία διαφορετικά ενδιάμεσα πιστοποιητικά και ένα πιστοποιητικό πρόσθετων εργασιών, τα οποία εξέδωσε σχετικά ο αρχιτέκτονας του έργου. Παρεμπιπτόντως, για τα πιστοποιητικά αυτά οι ενάγοντες εξέδωσαν ανάλογο αριθμό τιμολογίων. Για το λόγο αυτό, και βασιζόμενοι στις σχετικές πρόνοιες της προαναφερθείσας συμφωνίας, οι ενάγοντες θεωρούν ότι το πιο πάνω συνολικό ποσό αποτελεί χρέος το οποίο έχει καταστεί πληρωτέο από τους εναγόμενους. Προφανώς, είναι και με αυτά κατά νουν που συντάχθηκε εν μέρει η ειδικώς οπισθογραφημένη έκθεση απαιτήσεως και υποβλήθηκε στη συνέχεια και η παρούσα αίτηση. Ωστόσο, σε κάποια σημεία της δηλώνεται ότι οι ενάγοντες θα αναφερθούν σε όλους τους όρους της συμφωνίας και σε όλα τα εκδοθέντα πιστοποιητικά «κατά τη δικάσιμο». Η δήλωση αυτή συνάδει με το γεγονός ότι στην έκθεση απαιτήσεως δικογραφούνται με λεπτομέρεια και διάφορα άλλα συναφή θέματα, και βεβαίως, παραπέμπει σε θέματα απόδειξης, τα οποία οι ενάγοντες έχουν σκοπό να προωθήσουν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Εν πάση περιπτώσει, καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης για το πιο πάνω συνολικό ποσό, μαζί με τόκο. Η Δ.18 κ.1(α), στην οποία βασίζεται η αίτηση, θέτει κάποιες προϋποθέσεις προκειμένου να είναι νομικά εφικτή η άσκηση της εξουσίας την οποία αυτή παρέχει στο δικαστήριο. Αν σε συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι οι προϋποθέσεις αυτές ικανοποιούνται τότε παραμερίζεται, ουσιαστικά, η πρακτική της διεξαγωγής πλήρους ακρόασης, για απόδειξη της αιτίας αγωγής και της απαίτησης, και εκδίδεται απόφαση σε σχέση με αυτές συνοπτικώς, υπέρ του ενάγοντα. Η όλη διαδικασία χαρακτηρίζεται ως εξαιρετικό δικονομικό μέτρο, δεδομένης της τυχόν επίδρασης της σε ουσιώδη δικαιώματα των διαδίκων. Γι΄ αυτό εφαρμόζεται σε υποθέσεις οι οποίες κρίνονται ως πλέον κατάλληλες για να έχουν την κατάληξη αυτή. Αναφερόμενος στην πιο πάνω εξουσία ο Λόρδος Esher M.R παρατηρεί στην υπόθεση Roberts v. Plant
(1895)1 Q.B. 597, στη σελίδα 603: "That is a stringent power to give, and therefore the Courts have said that its exercise must be strictly watched, in order to see that the plaintiff has brought himself within the scope of the provisions of the order." Στην προκειμένη περίπτωση οι δύο προϋποθέσεις οι οποίες μπορεί να χαρακτηρισθούν ως τυπικές, διαπιστώνεται ότι έχουν ικανοποιηθεί. Αυτές αφορούν στην απαίτηση για καταχώρηση κλητηρίου εντάλματος με ειδική οπισθογράφηση, και σημειώματος εμφανίσεως πριν από την καταχώρηση της αίτησης. Όμως, ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να επιδεικνύεται σε σχέση με την απαίτηση να συνοδεύεται η αίτηση από επιβεβαιωτική ένορκη δήλωση (verifying affidavit). H αναφορά σχετικά στη Δ.18 κ.1(α) έχει ως εξής: "... the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), ... apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any) . and costs.» Στην υπόθεση Symon & Co. v. Palmer´s Stores
(1903)Ltd.
(1912)1 K.B. 259, έχει λεχθεί στη σελίδα 265 ότι: "The question of the sufficiency of the affidavit is . one which goes to the jurisdiction". Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην υπόθεση Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Bankα A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, στη σελίδα 135. Με άλλα λόγια η επιβεβαιωτική ένορκη δήλωση θα πρέπει να ανταποκρίνεται και ως προς τον τύπο και ως προς το περιεχόμενο της προς το σκοπό τον οποίο ήθελε εξυπηρετήσει ο κανονισμός, δηλαδή την έκδοση απόφασης συνοπτικώς. Ως προς τον τύπο, ο ομνύων έχοντας ο ίδιος προσωπική γνώση των γεγονότων, θα πρέπει να ορκίζεται για το αληθές της αιτίας αγωγής και της απαίτησης που αποκαλύπτονται στην ειδική οπισθογράφηση διαδηλώνοντας συγχρόνως την πίστη του ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση. Eνώ ως προς το περιεχόμενο της επιβεβαιωτικής ένορκης δήλωσης σχετική είναι η παρατήρηση στην υπόθεση Roberts & Plant
(1895)1Q.B. 595, στη σελίδα 605, ότι «... the affidavit must sufficiently verify the cause of action - that is to say, it must state such facts as are necessary to establish a good cause of action;» Δηλαδή, θα πρέπει να περιορίζεται στην παράθεση των ουσιωδών γεγονότων, όπως αυτά εκτίθενται στην έκθεση απαιτήσεως, αποκλειομένης μαρτυρίας, προς συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.19 κ.4. Από υποθέσεις όπως είναι η May v. Chidley
(1894)1 Q.B. 451 και η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Χατζηνέστορας
(1896)1 Α.Α.Δ. 204, προκύπτει ότι η επαλήθευση μπορεί να γίνει και με απλή αναφορά στην έκθεση απαιτήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση έχει ξεφύγει εντελώς από το νομικό πλαίσιο που θέτει ο κανονισμός και η προαναφερθείσα νομολογία. Αν και υπάρχει σ΄ αυτή η παράγραφος 2 στην οποία ο ομνύων επιβεβαιώνει σε γενικές γραμμές το περιεχόμενο της ειδικής οπισθογράφησης εντούτοις δεν παρέμεινε ως εκεί. Και, αντίθετα, έχει περιλάβει σ΄ αυτή εκτενή μαρτυρία, αρκετή από την οποία περιέχεται σε έγγραφα τα οποία επισυνάπτονται ως τεκμήρια, με την οποία περιγράφεται λεπτομερώς κάθε πτυχή της υπόθεσης που αφορά στην υλοποίηση της οικοδομικής συμφωνίας των μερών. Ενώ, περαιτέρω, εγκαταλείποντας και αυτή την αιτία του χρέους βασισμένη, ως έχει, σε αριθμό πιστοποιητικών του αρχιτέκτονα, την βασίζει στο τελικό πιστοποιητικό, και μόνο σ΄ αυτό, όπως προκύπτει στην παράγραφο 36. Αν και προηγουμένως, συνεπής ο ομνύων με την τακτική της άτακτης παράθεσης ισχυρισμών παραπέμπει, στις παραγράφους 2 και 28 της ένορκης δήλωσης, σε οφειλή η οποία φέρεται να βασίζεται σε τιμολόγια τα οποία έχουν εκδοθεί. Ειδικά στην παράγραφο 2 αναφέρει ότι αληθώς οφείλονται «τα επίδικα ποσά τα οποία φαίνονται στα τιμολόγια». Εν ολίγοις, με την επιβεβαιωτική ένορκη δήλωση εισάγεται μαρτυρία σχετική και με απαίτηση βασιζόμενη σε τιμολόγια, δηλαδή κάτι ανάλογο με λογαριασμό ο οποίος τηρείται για την προσφορά υπηρεσιών ή την πώληση αγαθών. Όμως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι τέτοια αιτία δεν αναγνωρίζεται από το νόμο (βλ. A.L.Mantovanis & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 156). Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η εν λόγω ένορκη δήλωση αποτελεί επιβεβαιωτική ένορκη δήλωση. Και όχι μόνο της δικογραφημένης αιτίας αγωγής αλλά γενικά ούτε καν τέτοια η οποία να συνάδει με τη σχετική πρόνοια της Δ.18 κ.1(α). Η εκτροπή αυτή αποτελεί αρκετό λόγο για απόρριψη της αίτησης. ΄Ενας άλλος λόγος αφορά στην ίδια την ειδική οπισθογράφηση. Η επιβεβαιωτική ένορκη δήλωση θα πρέπει να αναφέρεται σε μια ξεκάθαρη απαίτηση, η οποία θα πρέπει να διαπιστώνεται ως τέτοια μέσα από το προαναφερθέν δικόγραφο. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση ό,τι έχει διαπιστωθεί προηγουμένως σε σχέση με την επιβεβαιωτική ένορκη υπάρχει και στην ειδική οπισθογράφηση. Σε αυτή οι ενάγοντες δεν περιορίζουν την απαίτηση τους μόνο σε χρέος το οποίο έχει καταστεί πληρωτέο, όπως προβλέπει η συμφωνία τους με τους εναγόμενους, αλλά και σε υπόλοιπο για εκτελεσθείσα εργασία όπως προκύπτει από τιμολόγια, χωρίς το ένα να τίθεται διαζευκτικά προς το άλλο. Εκτίθενται όλοι μαζί οι σχετικοί ισχυρισμοί ωσάν να αφορούν σε μία αιτία. Το παρακλητικό μέρος επιβεβαιώνει την πιο πάνω διαπίστωση αφού σε αυτή προβάλλονται, αυτή τη φορά διαζευκτικά, και οι δύο προαναφερθείσες αιτίες ενώ πρόσθετα περιέχει και απαίτηση στη βάση λογικής αμοιβής. Τέλος, σχετικό με τα ανωτέρω είναι και το γεγονός ότι το πιστοποιητικό δυνάμει του οποίου υποβάλλεται η απαίτηση για χρέος δε συνάδει με τις πρόνοιες του όρου 31
(7)της συμφωνίας, τεκμήριο 4, αφού δεν περιλαμβάνεται σ΄ αυτό, όπως προνοείται, ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό αλλά μόνο ένα μέρος του συνόλου στο οποίο αφορά η απαίτηση. Είναι δε με βάση τον προαναφερόμενο όρο που το ποσό του τελικού πιστοποιητικού το οποίο εκδίδει ο αρχιτέκτονας του έργου και, αφού παρέλθει κάποιος χρόνος από την υποβολή του στον εργολάβο, δηλαδή τους εναγόμενους, καθίσταται οφειλόμενο ως χρέος το οποίο είναι πληρωτέο. Όμως, υπάρχει και ένας τελευταίος λόγος ο οποίος οδηγεί πιστεύω στην ίδια πιο πάνω κατάληξη. Αφορά στην ανατρεπτική επίδραση την οποία προφανώς είχε η φερόμενη ως επιβεβαιωτική ένορκη δήλωση στη θεσμοθετημένη διαδικασία και διαπιστώνεται μέσα από τον τρόπο που η πλευρά των εναγομένων έχει αντιμετωπίσει το περιεχόμενο της. Προκειμένου να απαντήσουν στη μαρτυρία η οποία εκτίθεται σε αυτή έχουν επίσης ξεφύγει από την υποχρέωση τους να καταδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση. Και αντί να παρουσιάσουν απερίσπαστα τη μαρτυρία τους έχοντας κατά νουν τους ουσιώδεις ισχυρισμούς που έπρεπε να συνθέτουν την αιτία και την απαίτηση στην ειδική οπισθογράφηση απλώς αρνούνται ή απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των εναγόντων οι οποίοι αναφέρονται στην ένορκη δήλωση με γενικό τρόπο χωρίς να παρουσιάσουν λεπτομερή μαρτυρία προς απόσειση του πιο πάνω βάρους απόδειξης, (βλ. Καζαμία ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 752). Όμως, στο παρόν στάδιο δε θα πρέπει να λεχθεί οτιδήποτε άλλο, ειδικά σε σχέση με τη δικογραφία, ενώ δεν χρειάζεται να σχολιαστεί περαιτέρω και ο τρόπος με τον οποίο οι εναγόμενοι έχουν επιχειρήσει να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Aποτυχούσης δε της αίτησης για τους λόγους που έχουν αναφερθεί θα πρέπει να επιτραπεί στους εναγόμενους να καταχωρήσουν υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή. Επομένως, για τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται. Δίδεται άδεια όπως οι εναγόμενοι καταχωρήσουν υπεράσπιση στην αγωγή εντός 15 ημερών από σήμερα. ΄Οσον αφορά τα έξοδα αυτά επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων, καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων,αιτητών. Να υπολογισθούν από την Πρωτοκολλητή με το πέρας της αγωγής και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)...................... Γ.Ν.Γιασεμής Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο