← Κύπρος

ΤΖΙΟΒΑΝΝΗΣ ΣΙΕΠΗΣ ν. ΝΙΚΟΣ ΛΙΛΛΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής.: 4372/12, 26/4/2013

ΤΖΙΟΒΑΝΝΗΣ ΣΙΕΠΗΣ ν. ΝΙΚΟΣ ΛΙΛΛΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής.: 4372/12, 26/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής.: 4372/12 ΤΖΙΟΒΑΝΝΗΣ ΣΙΕΠΗΣ Ενάγοντος και

  1. ΝΙΚΟΣ ΛΙΛΛΗΣ
  2. WADNIC TRADING LTD Εναγομένων Αίτηση ημ. 14-12-12 υπό Ενάγοντος για Ενδιάμεσα Διατάγματα. Ημερομηνία: 26 Απρίλιου,
  3. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Σ. Μάτσας Για Εναγόμενους - Καθ' ων: κ. Χ. Πουτζιουρής για Ορφανίδης, Χριστοφίδης, Πουτζιουρής & Δαμιανού Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγων - Αιτητής με την πιο πάνω αίτηση του ζήτησε: Α. Απαγορευτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο να απαγορεύει ή και παρεμποδίζει τους Εναγόμενους Καθ' ων η Αίτηση 1 & 2 προσωπικά ή και μέσω αντιπροσώπων ή και υπηρετών ή και υπαλλήλων, ή και προσώπων ή και εταιρειών που ενεργούν εκ μέρους τους να χρησιμοποιούν ή και να πωλήσουν ή και δωρίσουν ή και υποθηκεύσουν ή και μεταβιβάσουν ή και με οποιονδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσουν ή και επιβαρύνουν ή και καταστρέψουν ή και με οποιονδήποτε τρόπο προκαλέσουν ζημιά στην κινητή ιδιοκτησία που είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι των Εναγόντων και βρίσκεται στην κατοχή Εναγομένων Καθ' ων η Αίτηση και συγκεκριμένα τα αυτοκίνητα με αρ. εγγραφής KRV 130, KMW 118 και KLC 078 μέχρι πλήρους εκπλήρωσης και αποπεράτωσης της αγωγής. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να Διατάσσει τους Εναγόμενους Καθ' ων η Αίτηση 1 & 2 προσωπικά ή και μέσω αντιπροσώπων ή και υπηρετών ή και υπαλλήλων, ή και προσώπων ή και εταιρειών που ενεργούν εκ μέρους τους, όπως επιστρέψουν στον Ενάγοντα-Αιτητή και νόμιμο ιδιοκτήτη, την κινητή ιδιοκτησία που βρίσκεται εγγεγραμμένη επ' ονόματι του Ενάγοντα-Αιτητή και βρίσκεται στην κατοχή των Εναγομένων Καθ' ων η Αίτηση και συγκεκριμένα τα αυτοκίνητα με αρ. εγγραφής KRV 130, KMW 118 και KLC
  4. Η Αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 2,4,5 και 9 του Κεφ. 6, στα άρθρα 29,30,32 του Ν.14/60 και στη Δ.48 θ.1-
  5. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντος στην οποίαν αναφέρει μεταξύ άλλων ότι:
  6. Περί τον Μάιο και ή Αύγουστο του 2010 συμφώνησε προφορικά με τον Εναγόμενο 1 και την Εναγόμενη 2, την οποίαν αντιπροσώπευε ο πρώτος ως μέτοχος και διευθυντής, να τους παραχωρήσει 3 αυτοκίνητα εγγεγραμμένα στο όνομα του υπ' αρ. KRV 130, KMW 118 και KLC 078 "για να παραχωρήσει τη χρήση τους σε ποδοσφαιριστές του Σωματείου ΑΛΚΗ Λάρνακας του οποίου είναι πρόεδρος, υπό την προϋπόθεση ότι θα εξασφάλιζε ασφαλιστική κάλυψη" για αυτά. Περαιτέρω συμφώνησαν ότι "ευθύς ως επληρώνετο από σύμβαση που συνήψε η Εναγόμενη 2 με το Ταμείο Συντάξεως Υπαλλήλων της Α.ΤΗ.Κ θα ίδρυε και ενέγραφε νέα εταιρεία στην οποία θα μεταβίβαζε τα αυτοκίνητα" και θα κατέβαλλε στον Ενάγοντα "την αξία αγοράς τους", ήτοι €28.500 πλέον τόκους από την ημέρα παράδοσης των αυτοκινήτων μέχρι την πληρωμή της αξίας τους στον ίδιο.
  7. Η εν λόγω σύμβαση της Εναγομένης 2 με την Α.ΤΗ.Κ ολοκληρώθηκε στις 4-11-11 και η Εναγόμενη 2 εισέπραξε με επιταγή το ποσό των €9.200.000 (Τεκμ. 1), αλλά οι Εναγόμενοι παραλείπουν να καταβάλουν την αξία των 3 αυτοκινήτων παρά τις προφορικές προσπάθειες του Ενάγοντος και την επιστολή του δικηγόρου του ημ. 7-12-
  8. Τα 3 αυτοκίνητα οι Εναγόμενοι τα έχουν παραδώσει σε άτομα της επιλογής τους και τα οδηγούν χωρίς ασφαλιστική κάλυψη, με αποτέλεσμα ο Ενάγων να είναι εκτεθειμένος τόσο για διάπραξη ποινικών αδικημάτων, όσο και για αστικές συνέπειες (αποζημιώσεις) σε περίπτωση ατυχήματος, όπως έτυχε με την αγωγή 127/12 Ε.Δ. Αμμοχώστου για ένα άλλο όχημα KMW 602, βάσει ενημέρωσης του (Ενάγοντος) από τον Εναγόμενο 2 σε εκείνη την αγωγή, ήτοι τον Χαράλαμπο Λιοτατή (Τεκμ. 2). Το δικαστήριο εξετάζοντας μονομερώς την αίτηση χορήγησε το διάταγμα ως η §Α της αίτησης και έδωσε οδηγίες όπως επιδοθεί η αίτηση ως προς την §Β. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν ένσταση προβάλλοντας 15 λόγους, οι οποίοι αφορούν την βασιμότητα της αίτησης, την μη συνδρομή των αναγκαίων προϋποθέσεων, την μη αποκάλυψη γεγονότων από τον Ενάγοντα, την μη ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος, την ύπαρξη καθυστέρησης, την απουσία γεγονότων για το κατεπείγον και την απουσία του αναγκαίου πραγματικού υποβάθρου για την χορήγηση των διαταγμάτων. Στην συνοδεύουσα ένορκη δήλωση του ο κ. Νίκος Λίλλης (στο εξής "ο Εναγόμενος 1") μεταξύ άλλων:
  9. Επανέλαβε τους λόγους ένστασης.
  10. Αρνήθηκε τα αναφερόμενα υπό του Ενάγοντος, εκτός κάποιων ρητών παραδοχών.
  11. Ειδικότερα αρνήθηκε ότι οποτεδήποτε ο ίδιος και η Εναγομένη 2 συμφώνησαν προφορικώς όσα ισχυρίστηκε ο Ενάγων, προβάλλοντας ότι ούτε συνομίλησαν ποτέ με τον Ενάγοντα, ούτε είχαν οποιαδήποτε συνάντηση μαζί του, ούτε συνήψαν οποιαδήποτε συμφωνία ή είχαν κάποια συμβατική σχέση με τον ίδιο.
  12. Ισχυρίστηκε ότι κατοχή και χρήση διαφόρων οχημάτων παραχώρησε ο Λιοτατής και τούτο προς το σωματείο ΑΛΚΗ, προς το οποίο ο Λιοτατής και η εταιρεία του C & P Liotatis Co Ltd ήταν χορηγοί και σπόνσορες.
  13. Παραθέτει ως Τεκμ. Β 14 πληροφοριακά δελτία της ασφαλιστικής εταιρείας Prime Insurance Co Ltd για ισάριθμα αυτοκίνητα, για τα οποία ισχυρίζεται ότι δεν είναι στο όνομα του Ενάγοντος, ότι τα χρησιμοποιούν ποδοσφαιριστές της ΑΛΚΗΣ και ότι είναι όλα ασφαλισμένα.
  14. Ειδικά για το όχημα KRV 130 (το οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται στα 14 πιο πάνω) ισχυρίζεται ότι τού είναι άγνωστο και απ' ότι έμαθε από τον Θεόδωρο Φαντούση (της ΑΛΚΗΣ) αυτό δεν ευρίσκεται στην κατοχή του σωματείου.
  15. Ως προς τα αυτοκίνητα KMW 118 και KLC 078 δέχεται ότι είναι στην κατοχή της ΑΛΚΗΣ και ισχυρίζεται ότι είναι ασφαλισμένα με ιδιοκτήτη τον Λιοτατή.
  16. Αναφέρει πως όπως τον πληροφόρησε ο Λιοτατής "τα επίδικα οχήματα είναι finance δηλαδή έχουν ενοικιαγοραστεί από Τράπεζα", επομένως ίσως και να μην βρίσκονται στην ιδιοκτησία του Αιτητή τώρα.
  17. Αρνείται ότι οχλήθηκε οποτεδήποτε προφορικώς από τον Ενάγοντα, ο οποίος ούτε τερμάτισε οποιαδήποτε προφορική συμφωνία μαζί του εφόσον ουδέποτε συνήψε τέτοια συμφωνία για προσωπικό όφελος ή για προσωπική δέσμευση. Αλλά και ως προς την Εναγόμενη 2 δεν την αφορούσε η επιστολή ημ. 7-12-12, που απέστειλε ο Ενάγων (Τεκμ. Δ και Ε), για αυτό και δεν συμπεριλαμβάνεται στους παραλήπτες. Νομική πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60 ενδιάμεσο διάταγμα δύναται να εκδοθεί όταν καταδεικνύεται σωρευτικά ότι: i. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. ii. Υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. iii. Εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (Βλ. Andreas Odysseos v.
  18. A. Pieris Estates Ltd and others

(1982)1 C.L.R. 557 και Ιερά Μονή Κύκκου v. White Moon Services Ltd, Πολ. Εφ. 398/12, ημ. 13-2-13). Το δικαστήριο δεν εξετάζει σε αυτό το στάδιο την αίτηση με στόχο την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, είτε επί του πραγματικού, είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (υπ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και
  1. Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.ά. v.
  2. Χριστίνας Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Όπως έχει λεχθεί, δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης ως προς τα θέματα που άπτονται των επιδίκων θεμάτων και η ενδιάμεση διαδικασία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας. (Βλ. Μυριάνθη Νικόλα v. 1. Μιχάλης Κεφάλα
(1998)1 Γ Α.Α.Δ. 1400 και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1572). Γίνεται, όμως, δεκτό ότι κάποια αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση. Ενόψει του ότι στη νομική βάση της αίτησης συμπεριλαμβάνεται και το άρθρο 4 του Κεφ. 6, θα πρέπει να διευκρινιστεί πως αυτό το άρθρο παρέχει δικαιοδοσία στο δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα όταν αυτό αφορά μόνο το αντικείμενο της αγωγής (βλ. BP Holdings Ltd κ.α v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.α (Αρ. 2)
(1994)1 ΑΑΔ 694). Όπως αναφέρθηκε, το άρθρο 4 (όπως και το άρθρο 5) προβαίνει σε ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρεται, χωρίς να αφαιρεί οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32Ν.14/60, το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Βασικά η μόνη περίπτωση να εξεταστεί το άρθρο 4 ανεξάρτητα από το άρθρο 32 είναι όταν το αντικείμενο του ενδιάμεσου διατάγματος τυγχάνει να αποτελεί και το αντικείμενο της αγωγής, όπως έχει κριθεί στις υπ. Papastratis v. Petrides
(1979), C.L.R 231 και Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 (Β) AAΔ 741 (αν και φαίνεται ότι στην υπ. Παναγίδου v. Παναγίδου
(2001)1 (Α) ΑΑΔ 396 έγινε δεκτό πως και πάλιν εξετάζονται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 Ν.14/60). Βάρος Απόδειξης Η κατάσταση ως προς το βάρος απόδειξης παραμένει η ίδια και μετά την τροποποίηση της Δ.48, δηλαδή το βάρος ανήκει στον αιτητή να ικανοποιήσει τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις (υπ. Μαίρη Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1980). Τα αμφισβητούμενα γεγονότα σε αιτήσεις επιβάλλεται να αποδεικνύονται από το διάδικο που τα επικαλείται (υπ. Thinking Steel International Bv. v. Caramondani Bros Public Co Ltd, Πολ. Εφ. 361/08, ημ. 29-6-12). Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις απαγορευτικών διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί ex parte η υποχρέωση απόδειξης αμφισβητουμένων γεγονότων υφίσταται και διατηρείται σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας στους ώμους του ενάγοντος - αιτητή (υπ. Ανδρέου v. Colossos Signs Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 1040). Κατεπείγον Ένας από τους λόγους της ένστασης αφορά την απουσία του κατεπείγοντος. Όπως έχει αναφερθεί στην υπ. I. Ahmad Zein κ.α v. Παράσχος κ. Καμπανελλάς Λτδ
(2000)1 (Α) ΑΑΔ 606 "Το άρθρο 9
(1)του Κεφαλαίου 6 έχει εφαρμογή εξαιρετικώς και μόνο προκειμένου περί επειγουσών ή άλλων ειδικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος ex parte". Όπως επίσης τέθηκε στην Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 (Β) ΑΑΔ 598 "Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο". Στην παρούσα περίπτωση εκδόθηκε ex parte στις 19-12-12 μόνον το πρώτο από τα διατάγματα που ζητούντο με την αίτηση και τούτο κυρίως με αναφορά στους άμεσους κινδύνους, τους οποίους επικαλέστηκε ο Ενάγων, εξαιτίας της κατ' ισχυρισμόν χρήσης των οχημάτων χωρίς την ύπαρξη ασφαλιστικής κάλυψης. Με την καταχώριση της ένστασης έχει διαφανεί όμως πως τουλάχιστον για τα δύο οχήματα KMW 118 και KLC 078 υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη για την περίοδο 31-1-12 - 30-1-13. Ο ισχυρισμός του Ενάγοντος ότι εκδόθηκαν ασφαλιστήρια μια μέρα πριν την ένσταση (28-1-13) δεν υποστηρίζεται από τα τεκμήρια στην ένσταση. Η 28-1-13 φαίνεται να είναι απλώς η ημερομηνία εκτύπωσης των πληροφοριακών δελτίων (Τεκμ. Β στην ένσταση). Οι πληροφορίες που δίδονται στα δελτία αυτά είναι ένα διαφορετικό θέμα και δεν έχουν αμφισβητηθεί στα πλαίσια της αίτησης. Στην πραγματικότητα λοιπόν με την προσκόμιση μαρτυρίας ότι υπήρχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο ασφαλιστήρια έγγραφα (αρ. 5054930 και 5054922) εκβαραθρώνεται για σκοπούς της αίτησης ο ισχυρισμός ότι τα οχήματα κυκλοφορούσαν ανασφάλιστα. Κατά συνέπειαν ούτε οι ειδικές περιστάσεις υπό τις οποίες είχε εκδοθεί ex parte το συγκεκριμένο ενδιάμεσο διάταγμα υφίστανται. Δεν αναφέρομαι στο όχημα KRV 130, το οποίο επίσης καλύπτετο από το ενδιάμεσο διάταγμα, επειδή αφενός τελικά στην έκθεση απαίτησης δεν αναφέρεται το συγκεκριμένο αλλά κάποιο άλλο όχημα (ΚYR 130) και αφετέρου υπήρξε ως προς αυτό ένσταση ότι κατέχεται από το σωματείο ΑΛΚΗ, θέση η οποία παρέμεινε επίσης αναπάντητη. Ίσως είναι ακριβώς για αυτό το λόγο που δεν συμπεριλαμβάνεται στα οχήματα για τα οποία υπάρχουν ασφαλιστήρια έγγραφα. Το θέμα του επείγοντος όμως διασυνδέεται και με τον ισχυρισμό για μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων, ο οποίος αναπτύσσεται πιο κάτω και ως προς αυτή την πτυχή. Μη αποκάλυψη Σύμφωνα με καλά καθιερωμένη νομολογία, διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου (βλ. υπ. Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd
(1996)1 (Α) ΑΑΔ 597). Η πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι κατά πόσον η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων στοιχείων συνιστά εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, οπότε στην απουσία του η ίδια η απόφαση καθίσταται ακροσφαλής (υπ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 (Β) ΑΑΔ 598). Οι Εναγόμενοι επικαλέστηκαν μη αποκάλυψη προβάλλοντας όμως εκτός από όσα ανέφεραν στην ένσταση τους και κάποια γεγονότα στην αγόρευση τους, τα οποία στην πλειονότητα τους προφανώς δεν σχετίζονται με την παρούσαν (αλλά μάλλον με άλλες αγωγές για παρόμοια θέματα). Δεν θα με απασχολήσουν ισχυρισμοί που δεν αφορούν την παρούσα. Ως προς τον ισχυρισμό ότι ο Ενάγων απέκρυψε την αποστολή επιστολής ημερ. 25-5-12 η αλήθεια είναι πως πράγματι δεν αποκαλύφθηκε από τον Ενάγοντα στην αίτηση του. Έχει δε τη σημασία της καθότι: (
  1. i)η εν λόγω επιστολή απευθύνεται στην Κατερίνα Λίλλη (σύζυγο του Εναγομένου 1) και όχι στην Εναγόμενη 2, (
  2. ii)ως προς το περιεχόμενο της επειδή αναφέρεται σε εξόφληση υπολοίπου (iii) ως προς την ημερομηνία της (25-5-12) καθότι θα χρειαζόταν κάποια εξήγηση για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για 5 μήνες (14-12-12). Το τελευταίο αυτό στοιχείο συσχετίζεται και ως προς τον δικαιοδοτικό όρο του επείγοντος ο οποίος σαφώς και δεν θα στοιχειοθετείτο με την διαπίστωση των πιο πάνω ενεργειών του Ενάγοντος. Έχω τη γνώμη πως δεν είναι καθόλου τυχαία η αρχική αναφορά από τον Ενάγοντα μόνον στην επιστολή ημερ. 7-12-12. Διότι η εικόνα που δόθηκε με την §4 της ένορκης δήλωσης του ήταν πως ο ίδιος είχε μάθει προσφάτως (τότε) για την είσπραξη του ποσού από την Εναγόμενη 2 (έστω και αν είχε γίνει παλαιότερα στις 4-11-11) οπότε έστειλε την επιστολή στις 7-12-12 και σε μια εβδομάδα καταχώρισε την αίτηση του. Σημειώνεται πως όταν εκδόθηκε το διάταγμα δεν είχε ακόμα καταχωριστεί η Έκθεση Απαίτησης. Ενόψει των πιο πάνω το βέβαιο είναι πως αν είχε όλα τα γεγονότα ενώπιον του το δικαστήριο δεν θα προχωρούσε στην έκδοση μονομερώς του διατάγματος και θα απαιτούσε σίγουρα εξηγήσεις για την καθυστέρηση. Αλλά και ως προς το περιεχόμενο των επιστολών, εάν επισυνάπτοντο στην αίτηση θα απαιτούντο εξηγήσεις για τους παραλήπτες, στοιχείο που εξ αντικειμένου κρίνεται ως ουσιώδους σημασίας ενόψει των εγειρόμενων ζητημάτων. Ένα άλλο ζήτημα που άπτεται της υποχρέωσης αποκάλυψης είναι αυτό της ιδιοκτησίας των επίδικων οχημάτων. Ενώ ο Ενάγων στην δική του ένορκη δήλωση ανέφερε πως είναι εγγεγραμμένα στο όνομα του, ο Εναγόμενος προέβαλε πως όπως ενημερώθηκε από τον Λιοτατή αυτά "είναι finance δηλαδή έχουν ενοικιαγοραστεί από Τράπεζα" και στην πραγματικότητα αμφισβήτησε το ότι ευρίσκονται στην ιδιοκτησία του Ενάγοντος. Στην αγόρευση του ο κ. Μάτσας προσπάθησε ανεπιτρέπτως να εισαγάγει μαρτυρία ότι ο Ενάγων είναι συνιδιοκτήτης με τράπεζες. Αναφέρθηκε σε χρηματοδότηση χωρίς όμως να διευκρινίσει αν πρόκειται για χρηματοδότηση υπό μορφή ενοικιαγοράς. Η ουσία και εδώ είναι πως και αυτοί οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 1 ενόρκως παρέμειναν αναπάντητοι. Σοβαρό ζήτημα Το κατά πόσον υπάρχει ή όχι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται στο παρόν στάδιο με αναφορά στα καταχωρισθέντα δικόγραφα και ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις (Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598). Δεν είναι δηλαδή απαραίτητο να έχει προηγηθεί η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, αφού και οι ένορκες δηλώσεις μπορούν να αποτελέσουν το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας (υπ. American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504). Αυτό το οποίο εξετάζεται εν σχέσει με την πρώτη προϋπόθεση είναι το κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στο νόμο αιτία αγωγής, η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια την χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Στην παρούσα περίπτωση μετά την καταχώριση Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου και λίγο μετά την καταχώριση της υπό κρίσιν αίτησης καταχωρίστηκε (στις 15-2-13) και η Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντος, με βάση την οποίαν θεωρώ ότι θα πρέπει να κριθεί η ύπαρξη ή όχι σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση σε συνδυασμό με τα όσα αναφέρονται και στην ίδια την αίτηση για ενδιάμεσα διατάγματα. Η προσεκτική εξέταση της έκθεσης απαίτησης καταδεικνύει τέσσερεις βασικούς ισχυρισμούς του Ενάγοντος: i. Ότι κατά τον Μάιο του 2010 κατόπιν προφορικής συμφωνίας με τους Εναγομένους συμφώνησε να παραχωρήσει σ' αυτούς τρία οχήματα, των οποίων είναι ιδιοκτήτης και τα οποία θα μεταβιβάζοντο σε νέα εταιρεία των Εναγομένων όταν η Εναγομένη 2 πληρώνετο με βάση άλλη σύμβαση της από το Ταμείο Συντάξεως της Α.ΤΗ.Κ και οι Εναγόμενοι "θα κατέβαλλαν στον Ενάγοντα το αντίτιμο για την αγορά τους ήτοι €28.500 πλέον τόκους . μέχρι την πληρωμή της αξίας αγοράς τους." ii. Ότι η συμφωνία της Εναγομένης 2 με το Ταμείο της Α.ΤΗ.Κ ολοκληρώθηκε περί τις 3-11-11 και ο Εναγόμενος 1 στα πλαίσια αυτά παρέλαβε επιταγή ύψους €9.200.
  1. iii. Ότι ο Ενάγων προφορικώς, τηλεφωνικώς και με επιστολές ημ. 25-5-12 και 7-12-12 απαίτησε την επιστροφή των οχημάτων και/ή αποζημιώσεις για απώλεια χρήσης και/ή αποζημιώσεις για ζημιές στα οχήματα και/ή για αδικαιολόγητο το πλουτισμό και ή την καταβολή της αξίας των οχημάτων ύψους €28.
  2. iv. Ότι ο Εναγόμενος 1 υπόσχετο ότι θα πλήρωνε τον Ενάγοντα τιμώντας την πιο πάνω προφορική συμφωνία του με τον Ενάγοντα, πλην όμως δεν το έπραξε. Να σημειωθεί πως με το αιτητικό στην §6Β της Ε/Α αξιώνει καταβολή ποσού €28.500 συν τόκους και ή αποζημιώσεις για απώλεια χρήσης. Αναμφίβολα λοιπόν με την αγωγή εγείρεται ζήτημα παράβασης σύμβασης δια της μη πληρωμής του συμφωνηθέντος τιμήματος αγοράς. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως τα αναφερόμενα σε συμφωνία και σε παράλειψη καταβολής του τιμήματος αγοράς συνιστούν σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Η συμπεριληφθείσα στην §6Α της Ε/Α αξίωση για επιστροφή θα μπορούσε να συνδέεται μόνο με αντίστοιχο ισχυρισμό για παράνομη κατακράτηση βάσει του άρθρου 37 του Περί Αστικών Αδικημάτων, Κεφ. 148 (Detinue). Ομολογουμένως δεν υπάρχει τέτοιος σαφής ισχυρισμός ούτε στην έκθεση απαίτησης, ούτε στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος. Αντιθέτως το θέμα διευκρινίζεται οριστικά στην §4 της ένορκης δήλωσης ως εξής: "Δυστυχώς οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η Αίτηση μέχρι σήμερα αμελούν και/ή αρνούνται και ή παραλείπουν να μου καταβάλουν την αξία των τριών αυτοκινήτων που τους παραχώρησα και τους συμφωνηθέντες τόκους παρά τις επανειλημμένες προφορικές και τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχα μαζί τους και παρά την γραπτή προειδοποίηση του δικηγόρου μου με ημερομηνία 7 Δεκεμβρίου 2012". Στην πραγματικότητα λοιπόν ο Ενάγων στηρίζεται σε συμφωνία, για την οποίαν ισχυρίζεται παράβαση της από τους Εναγόμενους και διεκδικεί τις πιο πάνω θεραπείες. Πρόκειται για αιτία αγωγής που καλύπτεται από τον Περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149 και τον Περί Πωλήσεως Αγαθών Ν.10
(1)/94, ενώ γίνεται αναφορά και στις αρχές αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με βάση τα προαναφερθέντα υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και στην περίπτωση που επιτύχει ο Ενάγων θα δικαιούται στην χορήγηση ανάλογης θεραπείας. Πιθανότητα Δικαιώματος Θεραπείας Όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση θα πρέπει να ικανοποιηθεί το δικαστήριο ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και η έννοια αυτή απαιτεί κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. υπ. Odysseos, ανωτέρω και Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Όπως έχει αναφερθεί στην υπ. Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1Α Α.Α.Δ. 253 η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων. Στην παρούσα δεν υπήρξε αντεξέταση μαρτύρων, συνεπώς η όλη εξέταση περιορίζεται στα αναφερόμενα στις ένορκες δηλώσεις συνεκτιμώντας και το βάρος απόδειξης του κάθε ισχυρισμού στα πλαίσια μιας ενδιάμεσης διαδικασίας. Να διευκρινιστεί όμως ότι δεν επιτρέπεται η προσαγωγή μαρτυρίας στο στάδιο των αγορεύσεων και όπου έγινε τέτοια προσπάθεια αυτή θα αγνοηθεί (βλ. υπ.
  1. Yugos Finance BV κ.α v. Halebay Holdings Ltd, Πολ. Εφ. 180/09, ημ. 8-3-09). Εξετάζοντας λοιπόν την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής παρατηρούνται τα εξής:
  2. Ως προς την ημερομηνία της κατ' ισχυρισμόν συμφωνίας ο Ενάγων στο αρχικό κλητήριο ανέφερε πως αυτή έγινε "κατά ή περί τον Σεπτέμβριο 2011", στην ένορκη δήλωση είπε πως έγινε "κατά ή περί τον Μάιο και ή Αύγουστο 2010" και στην έκθεση απαίτησης προσδιόρισε ότι έγινε "κατά ή περί τον Μάιο 2010". Μεγαλύτερη σημασία βεβαίως έχει η ένορκη του δήλωση και το κυριότερο πρόβλημα είναι πως πρόκειται όντως για διαζευκτικούς ισχυρισμούς οι οποίοι είναι ανεπίτρεπτοι σε μια ένορκη δήλωση (βλ. υπ. El Fath Co S.A.E v. E.D.T. Shipping Ltd (1992( 1 (B) ΑΑΔ 1255). Όμως, όπως θα διαφανεί και κατωτέρω, αυτό δεν είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο Ενάγων.
  3. Το μεγαλύτερο εμπόδιο για τον Ενάγοντα είναι η άρνηση από τους Εναγόμενους 1 και 2, (μέσω, ισχυρισμών του Ν. Λίλλη) ότι προσωπικά και για ίδιον λογαριασμό συμφώνησαν προφορικά οι Εναγόμενοι με τον Ενάγοντα όλα όσα ο τελευταίος ισχυρίζεται στη δική του ένορκη δήλωση. Μάλιστα ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι ο ίδιος αλλά και η Εναγόμενη 2 ούτε καν είχαν οποιαδήποτε συνάντηση μαζί του (§10 της ένορκης δήλωσης). Αυτοί ήταν ισχυρισμοί τους οποίους ο Ενάγων θα έπρεπε να αντικρούσει είτε με αντεξέταση, είτε ίσως με συμπληρωματική ένορκη δήλωση εάν παραχωρείτο σχετική άδεια.
  4. Βασικά η θέση των Εναγομένων είναι πως δεν συνήψαν οποιαδήποτε συμφωνία και καμία συμβατική σχέση έχουν με τον Ενάγοντα. Προέβαλαν πως οποιεσδήποτε συμφωνίες και διαπραγματεύσεις για την χρήση και κατοχή των οχημάτων γίνοντο με το σωματείο ΑΛΚΗ, το οποίο κατ' ισχυρισμόν έλαβε και το αντάλλαγμα της συμφωνίας με τον Ενάγοντα και την εταιρεία του και όχι με τους Εναγόμενους 1 και 2 (§ 16 της ένορκης δήλωσης Λίλλη). Ούτε αυτοί οι ισχυρισμοί απαντήθηκαν από τον Ενάγοντα. Στα πλαίσια δε των πιο πάνω αναπάντητων ισχυρισμών δεν έχει ιδιαίτερη σημασία η παραδοχή των Εναγομένων ότι τα δύο οχήματα τα χρησιμοποιούν ποδοσφαιριστές της ΑΛΚΗΣ, αφού αυτό ακριβώς είναι που προβάλλουν οι Εναγόμενοι, ότι δηλαδή η συμφωνία έγινε με το σωματείο ΑΛΚΗ.
  5. Η σύγχυση και τα προβλήματα επιτείνονται ακόμα περισσότερο εξαιτίας της επιλογής του Ενάγοντος να αποστείλει την επιστολή ημερ. 25-5-12 στον Εναγόμενο 1 και τη σύζυγο του και την επιστολή ημερ. 7-12-12 μόνον στον Εναγόμενο 1, δηλαδή και στις δύο περιπτώσεις χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στην Εναγόμενη
  6. Είναι γνωστή η αρχή ότι κάθε εταιρεία έχει ξεχωριστή νομική προσωπικότητα, ξεχωριστή νομική ευθύνη, ξεχωριστά δικαιώματα και δεν ταυτίζεται με τα φυσικά πρόσωπα που την διευθύνουν ή κατέχουν τις μετοχές της (υπ. Εμπορικά Ψυγεία Βόρειος Πόλος Λτδ v. Φάρμα Ρένος Χ'' Ιωάννου, Πολ. Εφ. 97/
  7. ημερ. 21-6-12). Εάν λοιπόν η συμφωνία ήταν με τους Εναγομένους θα αναμένετο οι επιστολές να απευθύνοντο και στην Εναγομένη 2 και αντίστοιχα να μην απευθύνοντο στην σύζυγο του Εναγομένου
  8. Εν πάση περιπτώσει η ουσία είναι ότι και αυτά αφορούν ζητήματα που θα έπρεπε να διευκρινιστούν στα πλαίσια της παρούσας.
  9. Είναι ενδεικτικό ότι και στην αγόρευση του Ενάγοντος έγιναν και άλλες αναφορές οι οποίες περιπλέκουν την κατάσταση όπως το ότι ο Ενάγων "συμφώνησε περί τον Μάιο του 2010 προφορικά με τον Εναγόμενο 1 Νίκο Λίλλη υπό την προσωπική του ιδιότητα και υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντή και μετόχου της Εναγόμενης 2 να τους παραχωρήσει τα τρία επίδικα αυτοκίνητα και ο Νίκος Λίλλης ως Πρόεδρος του Σωματείου ΑΛΚΗ θα τα παραχωρούσε σε ποδοσφαιριστές .", ισχυρισμός που εμπλέκει και πάλι το Σωματείο ΑΛΚΗ στην όλη διαφορά
  10. Οι πιο πάνω παρατηρήσεις άπτονται των πραγματικών γεγονότων επί των οποίων κρίνεται η αίτηση και το κενό που αφέθηκε ως προς τον αντισυμβαλλόμενο/ους του Ενάγοντος καθιστά την πιθανότητα επιτυχίας εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 μη ορατή. Τα ίδια γεγονότα και οι αμφιβολίες που δημιουργούνται ως προς τον/τους αντισυμβαλλόμενο/ους του Ενάγοντος αποτελούν κώλυμα και για την έκδοση ή διατήρηση διατάγματος βάσει του άρθρου 4 του Κεφ.
  11. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, δηλαδή ακόμα και εάν δεν υπήρχε το πρόβλημα με το κατά πόσον ευρίσκονται οι ορθοί διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου, θα πρέπει να σημειωθεί πως και από νομικής πλευράς υπάρχουν ζητήματα τα οποία αποδυναμώνουν την ορατότητα πιθανότητας επιτυχίας ως προς την αξίωση για επιστροφή των οχημάτων, η οποία αποτέλεσε και το βασικό υπόβαθρο για την αίτηση και τη χορήγηση έστω του απαγορευτικού διατάγματος. Είναι σαφές πως στην Ε/Α ο Ενάγων ισχυρίζεται πώληση των 3 οχημάτων έναντι τιμήματος €28.500 με συμφωνηθέντα χρόνο πληρωμής το χρόνο καταβολής κάποιου ποσού από το Ταμείο Συντάξεων της Α.ΤΗ.Κ στην Εναγόμενη
  12. Στην πραγματικότητα δηλαδή επικαλείται μια απλή συμφωνία πώλησης αγαθών (αυτοκινήτων) σύμφωνα με το άρθρο 4
(3)του Περί Πωλήσεως Αγαθών Ν.10
(1)/94. Η κατοχή παραδόθηκε εκουσίως από τον Ενάγοντα και η πληρωμή του τιμήματος θα γίνετο σε μεταγενέστερο χρόνο. Με βάση τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος η Εναγόμενη 2 εισέπραξε από το Ταμείο Συντάξεων στις 4-11-11 (ή 3-11-11 βάσει της Ε/Α), άρα τότε θα έπρεπε να καταβληθεί το τίμημα και να γίνει η μεταβίβαση και της κυριότητας. Ο Ενάγων ισχυρίζεται πως δεν πληρώθηκε. Υπό αυτές τις περιστάσεις μάλλον θα κρίνετο ως "απλήρωτος πωλητής" εν τη έννοια του άρθρου 46 και θα είχε τα δικαιώματα του άρθρου 47 του περί Πωλήσεως Αγαθών Ν.10
(1)/94, που δεν περιλαμβάνουν δικαίωμα επιστροφής των αγαθών. Το δε δικαίωμα επίσχεσης αφορά μόνον απλήρωτο πωλητή, ο οποίος εξακολουθεί να κατέχει τα αγαθά (άρθρο 48), ενώ θέμα επαναπώλησης δεν έχει τεθεί στην παρούσα. Η θεραπεία στην οποία θα δικαιούτο ο Ενάγων θα ήταν πιθανότατα αυτή του άρθρου 56
(2)του Ν.10
(1)/94 για είσπραξη του τιμήματος και ίσως η ανάκτηση τόκου ή Ειδικών αποζημιώσεων με βάση το άρθρο 62 του ίδιου νόμου. Συνεπώς σε τέτοια περίπτωση θα υπήρχε ισχυρή πιθανότητα επιτυχίας μόνον ως προς την είσπραξη του τιμήματος και αποζημιώσεων για την καθυστέρηση στην εκτέλεση της σύμβασης. Είναι ενδεικτικό πως και με την επιστολή του ημ. 25-5-12 ο Ενάγων αυτό ακριβώς είχε ζητήσει (". μέσα σε δεκαπέντε μέρες . εξοφλήσετε υπόλοιπο οφειλών σας ."). Ακόμα και με την μεταγενέστερη επιστολή ημερ. 7-12-12 με την οποίαν για πρώτη φορά ζητήθηκε η επιστροφή των οχημάτων και πάλιν ο Ενάγων έδωσε διαζευκτικά την επιλογή στους Εναγόμενους να κρατήσουν τα οχήματα εφόσον κατέβαλλαν την αξία τους. Στην αγόρευση του Ενάγοντος, γίνεται σε αρκετές περιπτώσεις αναφορά σε "παράνομη κατακράτηση". Όπως έχει εξηγηθεί δεν υπάρχει τέτοιος ισχυρισμός στην Ε/Α. Ακόμα όμως και να υπήρχε τέτοια βάση αγωγής αυτό δεν θα σήμαινε απαραιτήτως πως σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής (για παράνομη κατακράτηση) θα έπρεπε υποχρεωτικά να επιστραφούν τα οχήματα. Η πιο ισχυρή πιθανότητα θα ήταν το δικαστήριο να επιλέξει όπως αποδώσει την αξία τους συν αποζημιώσεις για την κατακράτηση τους (βλ. ΑΣΤΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ, Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, Τόμος 1 σελ. 124). Δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όσον αφορά αυτή την προϋπόθεση απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. 1. Muskita - Aluminimum Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ.2015: "Η καθοδηγητική αρχή είναι ότι το δικαστήριο πρέπει πρώτα να εξετάσει κατά πόσο σε περίπτωση που ο ενάγων πετύχει στην αξίωση του για διηνεκές απαγορευτικό διάταγμα στη δίκη θα αποζημιωθεί επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων για την απώλεια που θα υποστεί πριν από τη δίκη ως αποτέλεσμα των συνεχιζόμενων πράξεων του εναγομένου. Αν οι αποζημιώσεις με το μέτρο που ανακτώνται σύμφωνα με το κοινοδίκαιο θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία και ο Εναγόμενος θα ήταν σε οικονομική θέση να τις καταβάλει το δικαστήριο κανονικά θα αρνηθεί να χορηγήσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα όσο ισχυρή και αν φαίνεται η αξίωση του Ενάγοντα". Ο Ενάγων επικαλέστηκε τον κίνδυνο να κριθεί υπεύθυνος είτε αστικώς, είτε ποινικώς από την τυχόν χρήση των οχημάτων χωρίς ασφάλιση. Ανεξαρτήτως των όσων έχουν αναφερθεί (ανωτέρω) για την ιδιοκτησία των οχημάτων θα πρέπει να σημειωθεί ότι: (i) Όσον αφορά την αστική πτυχή η ιδιοκτησία οχήματος αφ' εαυτής δεν καθιστά τον ιδιοκτήτη υπεύθυνο εκ προστήσεως για τις πράξεις του οδηγού (βλ. Κωμιάτη v. Πόλιτσου κ.α
(2001)1 ΑΑΔ 226). (ii) Όσον αφορά την ποινική πτυχή ο Ενάγων δεν θα μπορούσε να διωχθεί ως συνεργός σε αδικήματα άλλων, εκτός αν αποδεικνύετο πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του (βλ. Παυλόπουλος v. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 ΑΑΔ 261). Βασικά, όπως έχει εξηγηθεί και πιο πάνω, δεν διαπιστώνεται καμιά δυσκολία, στην περίπτωση που επιτύχει ο Ενάγων εναντίον των υφισταμένων Εναγομένων να διαταχθούν οι τελευταίοι να καταβάλουν την αξία των οχημάτων, συν αποζημιώσεις για την αργοπορία στην εκτέλεση της σύμβασης που τυχόν αποδειχθούν από τον Ενάγοντα. Δεν υπάρχει δηλαδή δυσκολία στην απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Προστακτικό Διάταγμα Το δεύτερο διάταγμα το οποίο ζητήθηκε με την αίτηση είναι διατακτικής μορφής και ουσιαστικά ταυτίζεται με ένα από τα διατάγματα που ζητούνται ως τελική θεραπεία. Η χορήγηση του σαφώς θα ανέτρεπε το status quo ante αντί να το διατηρήσει (υπ. Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd, Πολ. Εφ. 304/08, ημ. 21-10-11). Πέραν αυτού όμως είναι γνωστό πως διάταγμα διατακτικής μορφής (mandatory injuction) εκδίδεται μόνον όπου μεταξύ άλλων διαπιστώνεται ότι α) ο ενάγων δείχνει ότι έχει πολύ δυνατή πιθανότητα να του προκληθεί σοβαρή ζημιά αν δεν επέμβει το δικαστήριο και β) όπου η ζημιά που προκαλείται από την άρνηση έκδοσης του διατάγματος είναι τέτοια που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με αποζημιώσεις (υπ. Σχίζας v. 1. Μάριου Αδάμου
(2008)1 (Α) ΑΑΔ 395). Όπως έχει διαπιστωθεί δεν συντρέχει οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις αυτές στην παρούσα. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους το εκδοθέν διάταγμα ακυρώνεται και η αίτηση ως προς το υπόλοιπο μέρος της απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εις βάρος του Ενάγοντος ως θα υπολογιστούν συν Φ.Π.Α. (Υπ.)..................................... Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.