← Κύπρος

JULIA KAY RAMSAY κ.α. ν. THOMAS KYRIACOU CO (LAND AND PROPERTY DEVELOPERS) LTD, Αρ. Αγωγής: 1218/2010, 30/4/2013

JULIA KAY RAMSAY κ.α. ν. THOMAS KYRIACOU CO (LAND AND PROPERTY DEVELOPERS) LTD, Αρ. Αγωγής: 1218/2010, 30/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A78 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1218/2010 Μεταξύ:

  1. JULIA KAY RAMSAY
  2. DAVID HARLOD BURTON Εναγόντων - Αιτητών και THOMAS KYRIACOU & CO (LAND AND PROPERTY DEVELOPERS) LTD Εναγόμενων - Καθ΄ών η Αίτηση ----------------------------------- Ημερομηνία: 30 Απριλίου, 2013 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - αιτητές: κα Πάσιη για Ανδρέας Κουκούνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους - καθ΄ών η Αίτηση: κα Α. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Απόφαση (Σε αίτηση για επέκταση του χρόνου για καταχώρηση ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων) Στις 9.02.2011 είχε εκδοθεί διάταγμα για αποκάλυψη εγγράφων από τους ενάγοντες. Το διάταγμα εκείνο καθόριζε χρόνο συμμόρφωσης 30 ημέρες από της επίδοσης του διατάγματος. Είναι παραδεκτό ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση εντός της τασσόμενης προθεσμίας και ότι οι ενάγοντες εξασφάλισαν παράταση του χρόνου εκείνου οπότε και συμμορφώθηκαν στις 19.05.2011 με την καταχώρηση ένορκης δήλωσης από την δικηγορική υπάλληλο του δικηγορικού γραφείου των εναγόντων κα Χαρούλα Καϊλή επισυνάπτοντας κατάλογο εγγράφων. Η υπόθεση είχε προγραμματισθεί για ακρόαση στις 6.02.2013 που ήταν η πρώτη από τις τρεις συνεχόμενες αρχικά ημέρες από τις έξι συνολικά ημέρες που είχε προγραμματιστεί η ακρόαση της υπόθεσης λόγω της απουσίας των εναγόντων στο εξωτερικό και με σκοπό να μειωθεί κατά το δυνατόν η ταλαιπωρία τους. Εκείνη την πρώτη ημέρα και πριν αρχίσει η ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά την συζήτηση της μεταξύ των συνηγόρων των δύο πλευρών προέκυψε ζήτημα παρατυπίας που παρουσίαζε η εν λόγω ένορκος δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων η οποία είχε καταχωρηθεί εκ μέρους των εναγόντων λόγω της υπογραφής της από δικηγορική υπάλληλο και όχι από τους ίδιους τους ενάγοντες ή έναν από αυτούς. Ενόψει αυτής της εξέλιξης που προσέλαβε η υπόθεση ζητήθηκε αναβολή εκ μέρους του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγόντων και ενόψει της παρουσίας των πελατών του στη Κύπρο ζητήθηκε η άδεια του Δικαστηρίου να καταχωρηθεί αυθημερόν αίτηση η οποία να οριζόταν την επόμενη ημερομηνία κατά την οποία επίσης ήταν προγραμματισμένη η αγωγή για ακρόαση. Έτσι και έγινε αλλά προσέκρουσε στην άρνηση της άλλης πλευράς να συγκατατεθεί η οποία ζήτησε χρόνο να καταχωρήσει ένσταση όπως και της παραχωρήθηκε. Αποτέλεσμα ήταν να αναβληθεί η ακρόαση της αγωγής για όλες τις επόμενες ημερομηνίες που ήταν προγραμματισμένη και το Δικαστήριο κλήθηκε να επιληφθεί και αποφανθεί πάνω στο ζήτημα που προέκυψε. Με την αίτηση τους οι αιτητές ζητούν την έκδοση διατάγματος επέκτασης του χρόνου που είχε δοθεί με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 9.02.2011 για αποκάλυψη εγγράφων από τους ενάγοντες μέχρι την ημερομηνία έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος επέκτασης του χρόνου ή/και για οποιονδήποτε χρόνο ορίσει το Δικαστήριο. Η αίτηση βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ. 1 - 4,8

(1)(qq), 9, Δ.20 Θ. 1 και Δ.57 Θ. 1,2 Δ.28 Θ. 1,2,3,4,5-15 και Δ.48 Θ. 1,2,4,7,8
(1)(z)
(2)
(3), 9 στη νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων, στη διακριτική ευχέρεια και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται σε ένορκη δήλωση της κ. Μαρίνας Πάσιη. Δηλώνει ότι είναι δικηγόρος και εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες και ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από τον φάκελο που έχει στην κατοχή της και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους ενάγοντες - αιτητές να προβεί στην ένορκη δήλωση. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στα πιο πάνω γεγονότα της έκδοσης διατάγματος ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων εκ μέρους των εναγόντων και ότι προς συμμόρφωση σε αυτό η κα Χαρούλα Καϊλή εκ μέρους των εναγόντων προέβη σε ένορκη δήλωση στις 19.05.2011. Ο λόγος δε που είχε γίνει από αυτή η ένορκος δήλωση ήταν διότι οι ενάγοντες βρίσκονταν μόνιμα στο εξωτερικό όπου είναι και η μόνιμη διαμονή τους. Με σκοπό δε την πλήρη συμμόρφωση των εναγόντων με το διάταγμα, οι ενάγοντες επιθυμούν να προβούν οι ίδιοι στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων και ως εκ τούτου αιτούνται επέκτασης του χρόνου συμμόρφωσης με το διάταγμα. Τα έγγραφα είναι τα ίδια με αυτά που αναφέρει η κα Χαρούλα Καϊλή στη δική της ένορκη δήλωση και δεν υπάρχει θέμα αδικίας για την άλλη πλευρά. Ο λόγος που έγινε αυτή τη χρονική στιγμή το παρόν διάβημα οφείλεται στη παρουσία των ίδιων των εναγόντων στη Κύπρο όπου βρίσκονται ενόψει της προγραμματισθείσας ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης τους. Η ενόρκως δηλούσα προβάλλει διάφορους άλλους λόγους με τους οποίους δικαιολογεί την καθυστέρηση που υπήρξε και ότι θα πρέπει να κριθεί ότι οι ενάγοντες δεν αδιαφόρησαν με αυτό το διαδικαστικό διάβημα. Υποστηρίζουν τέλος ότι δεν επηρεάζονται καθ΄οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα των εναγομένων και ότι είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εγκριθεί το αίτημα. Οι καθ΄ών η αίτηση όπως προανέφερα καταχώρησαν ειδοποίηση περί της πρόθεσης τους να ενστούν προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους: Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, υποβάλλεται αδικαιολόγητα καθυστερημένα, είναι καταχρηστική, η συμπεριφορά των αιτητών συνιστά καταφρόνηση της διαδικασίας, οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται στις αιτούμενες θεραπείες, τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δε δικαιολογούν την έγκριση της αίτησης, η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση τα εκθέτει η κα Κατερίνα Βουρή, δικηγορική υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους καθ΄ών η αίτηση, η οποία πέραν των πιο πάνω λόγων υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι οι ενάγοντες διέμεναν στο εξωτερικό δεν τους επηρέαζε από του να είχαν συμμορφωθεί με το εκδοθέν διάταγμα υπογράφοντας ενώπιον προξενικού λειτουργού εφόσον εξασφαλίστηκε και παράταση χρόνου προς τούτο. Υπέβαλαν την παρούσα πολύ καθυστερημένα επιδεικνύοντας αδιαφορία και κωλυσιεργία και το έκαναν μόνο την ημέρα που η αγωγή ήταν προγραμματισμένη για ακρόαση. Η τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει αδικία και καταστρατήγηση των προθεσμιών οι οποίες κατά κανόνα πρέπει να ακολουθούνται. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών δήλωσαν ότι δεν επιθυμούσαν την αντεξέταση οποιασδήποτε από τις ενόρκως δηλούσες και με άδεια του Δικαστηρίου προχώρησαν με γραπτές αγορεύσεις κάνοντας αναφορά πέραν των γεγονότων που χαρακτηρίζουν την υπόθεση και στις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική νομολογία και αυθεντίες. Όπου χρειαστεί στη συνέχεια της απόφασης μου θα κάμω αναφορά στις θέσεις αυτές. Η Διαταγή 57 Θεσμός 2 των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας δίνει την εξουσία στο Δικαστήριο να επεκτείνει το χρόνο που ορίζεται από οποιοδήποτε διάταγμα για να γίνει κάτι, νοουμένου ότι ο διάδικος που αιτείται την εν λόγω επέκταση καταβάλει τα έξοδα της αίτησης, εκτός εάν διατάξει διαφορετικά το Δικαστήριο. Από τη νομολογία μας σε σχέση με τέτοιας φύσης αιτήματα προκύπτουν οι ακόλουθες αρχές (βλ. Λυσιώτης v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1 Α.Α.Δ. σελ. 364: Η προεξάρχουσα αρχή είναι ότι η σχετική εξουσία του Δικαστηρίου αποτελεί ζήτημα διακριτικής ευχέρειας .. Η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται δικαστικά και να λαμβάνονται υπόψη όλα τα ουσιώδη περιστατικά της υπόθεσης. Ανάμεσα στα περιστατικά πρωτεύουσα θέση κατέχει η ύπαρξη ή όχι ικανοποιητικής δικαιολογίας για την παράλειψη του αιτητή να κάμει μέσα στις καθορισμένες προθεσμίες αυτό που τώρα επιζητεί να κάμει.. Οι τασσόμενες προθεσμίες αποτελούν βασικό υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Όπου ο νομοθέτης θέτει προθεσμίες για τη λήψη διαδικαστικών μέτρων οι πρόνοιες αναφορικά με τις προθεσμίες πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά. Η τήρηση τους εξυπηρετεί άμεσα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Πρόκειται για ζήτημα που συνδέεται με το δημόσιο συμφέρον για την τελεσιδικία και επηρεάζει άμεσα τα συμφέροντα των διαδίκων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα που τάσσονται από τους θεσμούς εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης. Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης. Ειδικές περιστάσεις όπως υπερβολική αργοπορία δυνατόν να πείσουν το δικαστήριο να αρνηθεί την παράταση της προθεσμίας. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτελεί αποκλειστικό οδηγό για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την παράταση της προθεσμίας. Ο προσδιορισμός των συμφερόντων της δικαιοσύνης σε κάθε περίπτωση είναι έργο σύνθετο. Αντισταθμίζονται, αφενός, οι συνέπειες της παρεκτροπής από τα θέσμια, τα επακόλουθα τους στα δικαιώματα του αντιδίκου και, αφετέρου, οι συνέπειες άρνησης του αιτήματος στα συμφέροντα του αιτητή. Το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολο των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης...'' Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3rd Edition, Volume 12 στη σελ. 30 στο κεφάλαιο " Disclosure of Documents" παρ. 43 αναφέρονται τα ακόλουθα:
  1. Subsequent discovery of the other document. If after the affidavit of documents has been field a document is discovered of which the opposite party has a right to have inspection, it is the duty of the party filing the affidavit to give information to his opponent of the fact, either by supplementary affidavit or by notice." Στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 32 παρ. 46 αναφέρονται τα ακόλουθα:
  2. Further and better affidavit. An application for a further affidavit on the ground of the omission of documents will only be granted if it can be shown either from the affidavit of documents or from documents referred to in it, or from admissions of the party making the discovery, that there is reasonable ground for supposing that the party has or has had other documents relating to the matter in issue, in his possession or power, or has misconceived the principles upon which the affidavit should be made." Στο σύγγραμμα «Documentary Evidence» 6η έκδοση στη σελ. 155 στη παρ. 7.4 στο κεφάλαιο "Further and better discovery" αναφέρονται τα εξής: «. Documents may have been omitted innocently. They may have been forgotten or lost. They may, on the other hand, have been concealed because they are so damaging. In either case one will seek access.". Στη δε σελίδα 156 του ίδιου συγγράμματος στο ίδιο κεφάλαιο αναφέρονται επίσης τα εξής: « It is normal practice, and the court expects, that the parties representatives adopt a high level of co- operation and avoid disputes wherever possible; is very rare that there needs to be a contested summons in relation to discovery." Η αναγκαιότητα όπως και υποχρέωση ενός δικηγόρου να προβαίνει σε αποκάλυψη εγγράφων ακόμα και σε μεταγενέστερο στάδιο, πηγάζει και από την απόφαση Myers v. Elman
(1940)A.C. 282 H.L.
(1939)4 All E.R. 484 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: " A solicitor, who discovers documents which his client has omitted, must either inform the other side of the documents, or cease to act for his client." Στην Αγγλική απόφαση Vernon v. Bosley (Νο. 2)
(1997)1 All E.R. 614 γίνεται εκτενής αναφορά στο θέμα της αποκάλυψης εγγράφων. Προκύπτει ότι υπάρχει συνεχής και αδιάκοπη υποχρέωση των διαδίκων και των δικηγόρων τους να αποκαλύπτουν τα έγγραφα που έχουν στην κατοχή τους έστω και αν αυτά έχουν ξεχαστεί ή αγνοηθεί, ή υποτίθεται πως δεν υπήρχαν εξ αρχής παραπέμπει δε στην απόφαση Mitchell v. Darley Μain Colliery Co
(1884)1 Cab & EL 215 και στην αιτιολογία της απόφασης του Δικαστή Hawkins J. στις σελ. 216 -217: " Now, in my opinion, a party, who, after filing an affidavit of documents, discovers a document of which his opponent has a right to inspection, but which is not disclosed in the schedule because it has been forgotten, or overlooked, or supposed not to exist, is bound to inform his opponent of the discovery either by a supplementary affidavit, which I think is the proper course, or at least by notice; and he has no right to keep back all knowledge of the newly - discovered document simply because he has not aware of it at the time he swore his affidavit in obedience to the order of discovery.". Στην υπόθεση Vernon v. Bosley (Νo. 2) λέχθηκαν τα ακόλουθα: " Ιn my judgment Mitchell v. Darley Main Colliery is authority only for the proposition that when a list (or affidavit) of documents is discovered subsequently to have been wrong or incomplete, because it failed to include a document which either was or had been in the party's possession etc when the list was made, then the party comes under duty to correct the list as soon as the (pre- existing) document comes to light." Στην ίδια πιο πάνω απόφαση προτείνεται ένα όριο αναφορικά με το χρόνο εντός του οποίου οι διάδικοι έχουν την συνεχή υποχρέωση να αποκαλύπτουν τυχόν έγγραφα που περιήλθαν στη κατοχή τους : " These are various practical applications, in my view, of a general principle that the Judge decides the case on the evidence given at the trial. Both parties have the opportunity then to place there evidence before him, and only in special circumstances are they permitted to add to it after the stage of commonly referred as the close of evidence has been reached. A general duty of disclosure continuing after that stage would be inconsistent with that general rule." Με την αγόρευση τους οι αιτητές εισηγούνται ότι το αίτημα τους συνάδει με τις πιο πάνω αρχές καθώς:
  1. Οι ενάγοντες ήδη έχουν συμμορφωθεί με το εκδοθέν διάταγμα με την υποβολή εκ μέρους τους την ένορκης δήλωσης αποκάλυψης όπου και αποκαλύπτουν όσα έγγραφα είχαν στην κατοχή τους, τώρα ζητούν να προβούν οι ίδιοι στην ένορκη δήλωση.
  2. Το γεγονός ότι ήταν μόνιμοι κάτοικοι του Ηνωμένου Βασιλείου δεν μπορούσαν να είχαν προβεί σε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στα Κυπριακά Δικαστήρια. Συμμορφώθηκαν όμως εντός του χρόνου που είχε ταχθεί. 3.Οι εναγόμενοι δεν είχαν προβάλει οποιονδήποτε λόγο μη συμμόρφωσης τους και δεν υπέβαλαν οποιανδήποτε αίτηση διαγραφής της ένορκης δήλωσης που καταχωρήθηκε εκ μέρους τους όπως τώρα ισχυρίζονται ότι ήταν παράτυπη.
  3. Η έγνοια των εναγόντων να μη μπορέσουν να καταθέσουν τα έγγραφα που απεκάλυψαν με τον πιο πάνω τρόπο τους ώθησε στο παρόν διαδικαστικό διάβημα για να αποφύγουν τυχόν ενστάσεις της άλλης πλευράς με τη συνεπαγόμενη καθυστέρηση στην διεκπεραίωση της ακρόασης της υπόθεσης.
  4. Δεν υπάρχει η παραμικρή αργοπορία εφόσον υπήρξε έγκαιρη συμμόρφωση με το διάταγμα. Η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση για το προκύψαν ζήτημα μπορεί να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων υπέρ της. Οι εναγόμενοι δεν έχουν τίποτε να χάσουν από την έγκριση του αιτήματος των εναγόντων. Τα έγγραφα που θέλουν να αποκαλύψουν είναι τα ίδια με αυτά που ήδη αποκάλυψαν κατά τον πιο πάνω τρόπο τα οποία είναι στη διάθεση των εναγομένων από τότε. Οι πιο πάνω νομολογιακές αρχές αναγόμενες στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως τα κατέγραψα πιο πάνω, χωρίς να κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω, καταδεικνύουν ότι υπάρχουν πειστικοί λόγοι για τους οποίους μπορεί το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να εγκρίνει το αίτημα για την παράταση χρόνου συμμόρφωσης με το διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων και αυτή είναι και η απόφαση μου. Από την άλλη οι ίδιες πιο πάνω αρχές απαντούν και σε όλους τους λόγους ένστασης στους οποίους δεν χρειάζεται να ενδιατρίψω στον καθένα ξεχωριστά εφόσον είναι η άποψη μου ότι η αίτηση δεν αποσκοπεί ούτε σε περιφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών εκ μέρους της πλευράς των εναγόντων ούτε και απολήγει σε κατάχρηση αυτών. Η δυνατότητα αποκάλυψης σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία ενυπάρχει σε κάθε στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας εφόσον προκύπτει ένα τέτοιο ζήτημα και εφόσον βέβαια αυτό δικαιολογείται και αιτιολογείται δεόντως. Το διάβημα γίνεται πριν αρχίσει η ακροαματική διαδικασία και έτσι δεν θα υπάρξει περαιτέρω περιπλοκή ή καθυστέρηση στην υπόθεση. Θα μπορούσε ένα απλό διαδικαστικό ζήτημα που ανέκυψε, με την επίδειξη καλής θέλησης και κατανόησης εκ μέρους των καθ΄ών η αίτηση να ξεπερνιόταν με την υπογραφή της ένορκης δήλωσης που προτάθηκε εκ μέρους των εναγόντων και την απρόσκοπτη συνέχιση της διαδικασίας με την έναρξη και συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας όπως είχε προγραμματισθεί. Ο χρόνος καταχώρησης αποκάλυψης εγγράφων εκ μέρους των εναγόντων παρατείνεται σε δύο μήνες από σήμερα ήτοι μέχρι την 30.06.
  5. Η προγενέστερη ένορκος δήλωση προς τον ίδιο σκοπό εκ μέρους της κας Χαρούλας Καϊλή αν και στην ουσία της δεν θα διαφέρει από την προτιθέμενη να καταχωρηθεί σε σχέση με τα έγγραφα που θα αποκαλυφθούν από τους ενάγοντες εντούτοις ως παράτυπη θα θεωρείται ως ουδέποτε καταχωρηθείσα. Ενόψει του ότι οι καθ΄ών η αίτηση δεν ευθύνονται για την μη έγκαιρη καταχώρηση της αίτησης για παραχώρηση παράτασης χρόνου και της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εκ μέρους των εναγόντων, ενώ υπήρχε η δυνατότητα υπογραφής της ακόμη και στο Ηνωμένο Βασίλειο χωρίς να ταξιδεύσουν στη Κύπρο, κρίνω ότι τα έξοδα της παρούσας αίτησης δεν θα πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα αλλά θα είναι υπέρ των καθ' ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............................................ Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.