Ελένης Σπύρου Ελενοδώρου ν. Εμποροκίνηση Γιώμα Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 155/2013, 30/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Αμπίζα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 155/2013 Μεταξύ: Ελένης Σπύρου Ελενοδώρου Ενάγουσας -και- Εμποροκίνηση Γιώμα Λτδ Oups Garden Center Ltd Εναγομένων Μονομερής Αίτηση ημερομηνίας 12.4.
- Ημερομηνία: 30.4.
- Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Γ. Ζαχαρίου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 14.1.2013 αξιώνοντας εναντίον των εναγομένων 1 και 2 ως οι παράγραφοι Α έως Ι της έκθεσης απαίτησης. Οι θεραπείες αυτές ουσιαστικά αφορούν αποζημιώσεις και διατάγματα για παράνομη επέμβαση από πλευράς εναγομένων μετά τον τερματισμό ενοικίασης μεταξύ ενάγουσας και εναγομένης
- Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 12.4.2013 και με αυτήν ζητείται η έκδοση μονομερώς διατάγματος με το οποίο να εμποδίζονται οι εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι αυτών από το να κατέχουν και/ή λειτουργούν αγορά και/ή παζαράκι και/ή εμπορική επιχείρηση και/ή επιχείρηση και/ή να διεξάγουν οποιεσδήποτε εργασίες εντός των υποστατικών και/ή οικοδομών τα οποία ανέγειραν κατά παράβαση του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου και τα οποία ευρίσκονται εντός του επίδικου ακινήτου μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεοτέρων διαταγών του Δικαστηρίου. Διαζευκτικά, διάταγμα με το οποίο να εμποδίζονται ομοίως με το ανωτέρω διάταγμα τα ίδια πρόσωπα να ενεργούν με τον ίδιο τρόπο εντός του εν λόγω τεμαχίου μέχρι την έκδοση πιστοποιητικού εγκρίσεως από την αρμόδια αρχή και/ή μέχρι τη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του ως άνω νόμου. Κατά την εξέταση της αίτησης στις 12.4.2013, εξέφρασα στο συνήγορο της αιτήτριας τον προβληματισμό μου αναφορικά, μεταξύ άλλων, με το κατά πόσο τα αιτούμενα διατάγματα μπορούν να εκδοθούν μονομερώς. Ζητήθηκε και συναφώς η αίτηση αφέθηκε για περαιτέρω εξέταση στις 15.4.2013 και από τότε στις 25.4.2013, οπόταν και ζητήθηκε ημερομηνία ώστε η κα Ζαχαρίου να αγορεύσει προς υποστήριξη της αίτηση. Για το σκοπό αυτό παρέμεινε σήμερα και ενωρίτερα άκουσα την κα Ζαχαρίου επί της προϋπόθεσης του κατ΄ επείγοντος. Έχω καταγράψει τα ουσιαστικά σημεία της αγόρευσης της κας Ζαχαρίου και έχω προβληματιστεί από τις εισηγήσεις της. Δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετούσε η επανάληψη για σκοπούς της παρούσας των όσων άκουσα ενωρίτερα σήμερα. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 θ.θ. 1-4, 8 και 9, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρο 9, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στον Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο, Κεφ. 96, άρθρα 3, 10 και 20 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελεί η ένορκη δήλωση της ενάγουσας ημερ. 12.4.
- Από αυτήν προκύπτει ο ισχυρισμός ότι από την 1.2.2012 ξεκίνησε η καθυστέρηση στην καταβολή ενοικίων από την εναγόμενη 1 ενώ στις 23.8.2012 περιήλθε στην αντίληψη της ενάγουσας, μέσω προειδοποιητικής επιστολής προς το σύζυγο της από την Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας, η ανέγερση παράνομων υποστατικών στο εν λόγω ακίνητο της, με προειδοποίηση μάλιστα για λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον τους. Η αγωγή, ως ανέφερα, καταχωρήθηκε στις 14.1.2013 και από την έκθεση απαίτησης που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει αναφορά ότι στις 2.10.2012 στάληκε στους εναγόμενους η επιστολή τερματισμού της ενοικίασης, στην οποία και πάλι δεν φαίνεται να υπάρχει οποιαδήποτε συσχέτιση με τις παράνομες οικοδομές. Στις 12.4.2013 καταχωρείται η παρούσα αίτηση, ζητώντας τα πιο πάνω διατάγματα, λέγοντας ότι κατά την τρέχουσα με την καταχώριση της αίτησης εβδομάδα η ενάγουσα κατέστη γνώστης για εμπορική χρήση των παράνομων υποστατικών από τις 2.2.2013 με ανοικτή πρόσκληση στο κοινό, ως λεπτομερώς περιγράφεται στην ένορκη δήλωση. Ο σκοπός της αίτησης μονομερώς παρουσιάζεται να είναι το ότι το κοινό διατρέχει τεράστιους κινδύνους για τη σωματική του υγεία και ακεραιότητα. Το γεγονός ότι το ακίνητο και οι παράνομες οικοδομές χρησιμοποιούνται από το κοινό καθιστά κατ΄ επείγουσα την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος προς αποφυγή ατυχήματος που πιθανόν να προκαλέσει σε τρίτα πρόσωπα ανεπανόρθωτη ζημιά. Παράλληλα θα προκληθεί και στην ίδια την ενάγουσα ανεπανόρθωτη ζημιά καθ΄ ότι θα είναι υποκείμενη σε ποινική δίωξη εναντίον της ως ιδιοκτήτρια του ακινήτου από την αρμόδια αρχή για την ανέγερση των εν λόγω οικοδομών παρόλο που ουδεμία σχέση είχε με την ανέγερση τους. Για δε τυχόν ατύχημα θα καταστεί τουλάχιστον συνυπεύθυνη. Τέλος, μη έκδοση του διατάγματος θα οδηγήσει στο να επιτρέπεται στις εναγόμενες να παρανομούν και να επωφελούνται από την παρανομία τους ενώ ο κίνδυνος για την ασφάλεια και υγεία του κοινού που επισκέπτεται το ακίνητο και τα υποστατικά θα συνεχίσει να υπάρχει. Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα βάσει του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. [βλέπε, μεταξύ άλλων, Acropol Shipping Co. Ltd & other v. Rossis
(1975)1 C.L.R. 38, Constantinides ν. Μακρυγιώργου κ.α.
(1978)1 C.L.R. 585, Μ. & Μ. Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων Λεμεσού Λτδ
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557]. Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία.
(1)Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δίκη. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.
(2)Να εμφανίζεται πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται στην αιτούμενη θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.
(3)Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο εξετάζει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Επιπρόσθετα το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή να διατηρήσει ένα διάταγμα, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Bacardi v. Vinco, Π.Ε. 9295, ημερ. 18.7.1996. Το σημαντικό όμως υπόβαθρο το οποίο θα προσδώσει τη δυνατότητα έκδοσης διαταγμάτων μονομερώς είναι η πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 9
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Το θέμα όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Resola ν. Χρίστου, Π.Ε. 9610, ημερ. 31.3.1998, είναι ότι η έκδοση διατάγματος ex-parte συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την ευκαιρία στον αντίδικο να ακουστεί. Το θέμα του κατ΄ επείγοντος αναλύθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Vraets, Π.Ε. 10244, ημερ. 28.9.1999, όπου με σαφήνεια τονίστηκε ότι αν δεν καταδειχθούν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6 ελλείπει δικαιοδοτικός όρος που να προσδίδει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα ex-parte. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την εταιρεία Quantum Telecommunications Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 901: «Με αφορμή όμως το θέμα αυτό, θα ήθελα, κλείνοντας, να επαναλάβω ορισμένες παρατηρήσεις που είχα την ευκαιρία να εκφράσω αλλού (ίδε In Re Αραβή
(1999)1 A.A.Δ. 1, In Re Βούρου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1176). Η έκδοση διατάγματος ex parte δεν πρέπει να είναι ο κανόνας, ούτε καν το σύνηθες, αλλά ούτε και η εξαίρεση, παρά μόνο η σπάνια εξαίρεση. Και τούτο διότι όχι μόνο, στο επίπεδο αρχών, συνιστά παρέκκλιση (αναγκαία όντως σε πολύ ειδικές περιπτώσεις) από τον κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, αλλά και διότι, στο επίπεδο της εύρυθμης απονομής της δικαιοσύνης δημιουργεί περιπλοκές και καθυστερήσεις στη διαδικασία, ιδιαίτερα αν το εκδιδόμενο διάταγμα δεν ορίζεται πολύ σύντομα για ακρόαση. Πολύ πιο απλό και ωφέλιμο για το Δικαστήριο να ορίσει την ex parte αίτηση για ακρόαση σε λίγες μέρες αφού αυτή επιδοθεί και σε κάθε επηρεαζόμενο και έτσι να αποφανθεί τελεσίδικα». Το άρθρο 9 του Κεφ. 6 προνοεί ότι κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατ' επείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο. Εμφανώς η παρούσα διαφοροποιείται από την αυθεντία στην οποία αναφέρθηκε η κα Ζαχαρίου στη βάση του ότι ενώ από καιρό υφίστατο η παρανομία της ανέγερσης οικοδομών κατ΄ ισχυρισμόν κατά παράβαση του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, ούτε η ενάγουσα, ούτε οποιαδήποτε αρχή φαίνεται να προέβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια. Ούτε κατά τον τερματισμό της ενοικίασης απασχόλησε την ενάγουσα το εν λόγω θέμα. Η δε αναφορά ότι γίνεται το διάβημα τώρα που γνωστοποιήθηκε άλλη παρανομία ουδόλως θεωρώ ότι μπορεί να ικανοποιήσει το στοιχείο του κατ΄ επείγοντος, αλλά ούτε δύναται να αποτελέσει «ιδιαίτερες περιστάσεις» που θα δικαιολογούσαν την έκδοση οποιουδήποτε από τα αιτούμενα διατάγματα μονομερώς. Είμαι της άποψης, με βάση όλα τα ενώπιον μου στοιχεία, ότι το άρθρο 9 του Κεφ. 6 δεν ικανοποιείται και συνεπώς ελλείπει δικαιοδοτικός όρος που να προσδίδει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε από τα διατάγματα μονομερώς. Η κα Ζαχαρίου εισηγήθηκε ότι σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο θα πρέπει να διατάξει επίδοση της αίτησης αφού αγόρευσε μόνο επί του στοιχείου του κατ΄ επείγοντος καθ΄ υπόδειξη του Δικαστηρίου. Δεν με βρίσκει σύμφωνο μια τέτοια εισήγηση. Οι προβληματισμοί του Δικαστηρίου για το θέμα εκφράστηκαν και η πλευρά της αιτήτριας δεν επιθυμούσε να επιδώσει την αίτηση. Ούτε κινήθηκε με αίτηση διά κλήσεως. Συνεπώς, το Δικαστήριο εξετάζει την αίτηση ως μονομερή αίτηση η οποία, ως εξήγησα ανωτέρω, δεν μπορεί να επιτύχει. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι η ενδεδειγμένη διαταγή δεν μπορεί να είναι οδηγίες για επίδοση της αίτησης, κάτι που εξάλλου η αιτήτρια δεν ήθελε εξ αρχής, αλλά η απόρριψη της μονομερούς αίτησης. Αν διαφορετική ήταν η θεώρηση του θέματος, αυτό θα σήμαινε ότι η καταχώριση μονομερώς μιας τέτοιας αίτησης θα κατηντούσε να είναι ο κανόνας αντί η εξαίρεση, αφού θα υπήρχε η βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο είτε θα ενέκρινε την αίτηση είτε το ίδιο θα την μετέτρεπε σε διά κλήσεως αίτηση με οδηγίες για επίδοση. Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν σωστό. Συνακόλουθα των ανωτέρω η αίτηση απορρίπτεται. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.)................ Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο