← Κύπρος

Andreas Kavallaris Jewellers Ltd. ν. N H Vassiliou Trading Co. Ltd. κ.α., Αρ. Αγωγής: 3010/2010, 29/4/2013

Andreas Kavallaris Jewellers Ltd. ν. N H Vassiliou Trading Co. Ltd. κ.α., Αρ. Αγωγής: 3010/2010, 29/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Αμπίζα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3010/2010 Μεταξύ: Andreas Kavallaris Jewellers Ltd. Εναγόντων -και-

  1. N. H. Vassiliou Trading Co. Ltd.
  2. Γεώργιος Χατζηβασιλείου.
  3. Γεώργιος Κατσιής.
  4. N.G.D. Greazioni Ltd. Εναγομένων Αίτηση ημερ. 9.8.2012 και προσωρινό διάταγμα ημερ. 14.9.
  5. Ημερομηνία: 29.4.
  6. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Ζαχαρίου. Για Εναγόμενο 2-Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Ερωτοκρίτου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή τους, η οποία καταχωρήθηκε με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 2.11.2010, οι ενάγοντες αξιώνουν τις θεραπείες που αναφέρονται στις παραγράφους Α-ΣΤ της οπισθογράφησης. Η Έκθεση Απαίτησης στην παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 3.7.2012 και σε αυτήν τίθενται οι θεραπείες που αξιώνουν οι ενάγοντες υπό Α-Θ. Με τη μονομερή αίτηση τους ημερ. 9.8.2012 οι ενάγοντες-αιτητές αιτήθηκαν και κατά την 14.9.2012 εξασφάλισαν μονομερώς, διάταγμα το οποίο απαγορεύει στον εναγόμενο 2 και ή υπαλλήλους και ή αντιπροσώπους αυτού να πωλήσουν, υποθηκεύσουν, μεταβιβάσουν, διαθέσουν και ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν, τα αναφερόμενα στην αίτηση τέσσερα ακίνητα μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Το διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο στις 20.9.2012 και αρκετός χρόνος δαπανήθηκε μέχρι την επίδοση των σχετικών εγγράφων στον εναγόμενο 2 και την από μέρους του καταχώριση ένστασης. Ένσταση που τελικώς καταχωρήθηκε στις 18.1.
  7. Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9, και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 θ.θ. 1-4, 8 και 9, καθώς επίσης και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης, με βάση το οποίο οι ενάγοντες εξασφάλισαν το ως άνω προσωρινό διάταγμα, αποτελεί η ένορκη δήλωση του Ανδρέα Καβαλλάρη, διευθυντή των εναγόντων, ημερ. 9.8.2012, και η συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ιδίου ημερ. 13.9.2012, η οποία καταχωρήθηκε με την άδεια του Δικαστηρίου. Στις εν λόγω ένορκες δηλώσεις ο ενόρκως δηλών, διευθυντής των εναγόντων, παραθέτει λεπτομερώς τα γεγονότα και τους λόγους που κατά την άποψη των εναγόντων ισχύουν και θα πρέπει να οδηγήσουν στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος (αναφορά σε γεγονότα γίνεται κατωτέρω). Στη βάση των εννέα λόγων που συγκεκριμενοποιούνται στο σώμα της ένστασης και με βάση τους ισχυρισμούς της Νίτσας Χατζηβασιλείου, μητέρας του εναγομένου 2, στην ένορκη της δήλωση ημερ. 17.1.2013, ο εναγόμενος 2 φέρει ένσταση στην παρούσα αίτηση και προσωρινό διάταγμα ζητώντας την ακύρωσή του. Η ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και οι δύο συνήγοροι ετοίμασαν και προσκόμισαν στο Δικαστήριο γραπτώς την αγόρευση τους θέτοντας με λεπτομέρεια την επιχειρηματολογία τους προς υποστήριξη ο κάθε ένας των δικών του θέσεων. Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα βάσει του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. [βλέπε, μεταξύ άλλων, Acropol Shipping Co. Ltd & other v. Rossis

(1975)1 C.L.R. 38, Constantinides ν. Μακρυγιώργου κ.α.
(1978)1 C.L.R. 585, Μ. & Μ. Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων Λεμεσού Λτδ
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557]. Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία.
(1)Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δίκη. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.
(2)Να εμφανίζεται πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται στην αιτούμενη θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.
(3)Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο εξετάζει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Επιπρόσθετα το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή να διατηρήσει ένα διάταγμα, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Bacardi v. Vinco, Π.Ε. 9295, ημερ. 18.7.1996. Είναι καλά γνωστό ότι στο στάδιο της ακρόασης της αίτησης θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα. Οι νομολογιακά καθιερωμένες προϋποθέσεις έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος, θα πρέπει να εκπηγάζουν από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της συγκεκριμένης διαδικασίας. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά στο σημείο που επιτρέπει τη διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Πρέπει συνεπώς να προσδιορίσω, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, ότι το Δικαστήριο δεν κάνει αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (βλ. επίσης Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D., Πολ. Έφ. 10042, ημερομηνίας 23.2.1999). Το τι, φυσικά, θα πρέπει να διαχωριστεί είναι ακριβώς η αναγκαιότητα εξέτασης από το Δικαστήριο κατά πόσο τα ενώπιόν του στοιχεία ικανοποιούν τις σχετικές προϋποθέσεις που αναφέρονται ανωτέρω. Ένας από τους λόγους ένστασης του εναγομένου 2 είναι το ότι «οι ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, δεν έχουν προβεί σε πλήρη και αληθή αποκάλυψη των γεγονότων (full and frank disclosure) που αφορούν την παρούσα υπόθεση και έχουν σκόπιμα αποκρύψει από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και έγγραφα». Οι παράμετροι του θέματος προσδιορίζονται στην αγγλική υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350 η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και επίσης στην υπόθεση Timberland v. Evans, Πολ. Έφ. 9776, ημερ. 29.5.1998. Η αυστηρότητα αντικρίζεται γιατί η έκδοση διατάγματος μονομερώς ενεργεί κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, ότι δηλαδή ένα θέμα αποφασίζεται αφού ακουστούν και οι δύο πλευρές. Στην υπόθεση Γρηγορίου (ανωτέρω) τονίζεται το καθήκον του αιτητή, λόγω του στοιχείου της υψίστης πίστεως που καλύπτει αιτήσεις αυτής της μορφής, για αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών γεγονότων. Σημειώνεται δε, ότι παράλειψη παρουσίασης τέτοιων γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Το στοιχείο δε της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598). Η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Συνακόλουθα το τι προκύπτει είναι ότι η σχετική αρχή δεν εφαρμόζεται μόνο όπου ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα αλλά και όπου αυτά εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλειπής ή παραπλανητικός, ανεξάρτητα αν αυτό γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd, Πολ. Έφ. 211/2010, ημερ. 14.7.2011, αναφέρονται τα εξής: «Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης. Αυτό διότι ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο δίκαιο της επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υψίστης πίστεως («uberrima fides»). (Δέστε τις υποθέσεις Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269-70 και Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606). Η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από την μονομερή αίτηση πρέπει να είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση (Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd
(2004)1 A.A.Δ. 1953). Έχει επίσης σημασία το πόσο ουσιώδες είναι το τυχόν μη αποκαλυφθέν στοιχείο και κατά πόσο αυτό θα επηρέαζε ή όχι το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος.» Στην ένορκη δήλωση της η Νίτσα Χατζηβασιλείου συγκεκριμενοποιεί το θέμα με αναφορά, μεταξύ άλλων, στην ανύπαρκτη εμπλοκή του εναγόμενου 2 στην εναγόμενη 1, κάτι το οποίο γνώριζαν οι ενάγοντες, στο γεγονός ότι υπογραφέας όλων των επιταγών ήταν ο αποβιώσας σύζυγος της, καθώς επίσης και το ότι αυτός ήταν το μοναδικό πρόσωπο με το οποίο συναλλάσσονταν οι ενάγοντες και στο ότι το όφελος από την πώληση των περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης 1 χρησιμοποιήθηκε προς εξόφληση των υποχρεώσεων της προς τρίτους και όχι με δόλιο τρόπο και προς εξαπάτηση των εναγόντων. Προηγουμένως, στην ένορκη δήλωση της, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει και τα εξής: «.
  1. Εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω και εξ όσων πληροφορούμαι από τον Εναγόμενο 2 ουδέποτε διαπράχθηκε οποιαδήποτε απάτη ή συνομωσία μεταξύ των Εναγομένων προς εξαπάτηση των Εναγόντων και κανένα ποσό δεν οφείλεται στους Ενάγοντες από την Εναγόμενη
  2. Είναι ξεκάθαρο από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης ότι οι Ενάγοντες έχουν σκόπιμα ερμηνεύσει ή καλύτερα παρερμηνεύσει συγκεκριμένες μη αμφισβητούμενες πράξεις των Εναγομένων, με σκοπό να εκβιάσουν τους Εναγομένους και να επιχειρήσουν να αποσπάσουν παράνομο όφελος από τους Εναγομένους, εκμεταλλευόμενοι τον θάνατο του συζύγου μου, ο οποίος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο διαχειριζόταν τις εργασίες της Εναγομένης
  3. Εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο σύζυγος μου διαχειριζόταν κατ΄ αποκλειστικότητα τις εργασίες της Εναγομένης 1 και συγκεκριμένα ήταν το μοναδικό πρόσωπο που συναλλάσετο με τους Ενάγοντες, παρά το γεγονός ότι την 28.6.2005 ο υιός μου, Εναγόμενος 2, διορίστηκε διοικητικός σύμβουλος για περίοδο περίπου 6 μηνών δηλαδή μέχρι την 2.1.
  4. Από την 2.1.2006 μοναδικός σύμβουλος της Εναγομένης 1 εταιρείας είναι ο πατέρας μου, Εναγόμενος
  5. Ο υιός μου Εναγόμενος 2 είναι σήμερα ηλικίας 27 ετών. Το 2005, σε ηλικία 20 ετών, είχε μεταβεί στο Ηνωμένο Βασίλειο για σπουδές στο Τμήμα Ιατρικής του Πανεπιστημίου University College of London (U.C.L.). Ο υιός μου εξακολουθεί μέχρι σήμερα να διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο και σύντομα πιθανό να μεταβεί στις Η.Π.Α. για να πραγματοποιήσει την πρακτική του. Η εμπλοκή του Εναγόμενου 2 στην Εναγόμενη 1 ήταν και είναι ανύπαρκτη.
  6. Εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω όλες οι επιταγές στις οποίες γίνεται αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης και πάνω στις οποίες βασίζεται η αξίωση των Εναγόντων εκδόθηκαν από την Εναγόμενη 1 και υπογράφτηκαν μόνο από τον αποβιώσαντα σύζυγο μου. Οι Ενάγοντες έντεχνα παραλείπουν να αναφέρουν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση το πιο πάνω γεγονός αλλά και ότι όλες οι επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες και εκδόθηκαν πριν το διορισμό του Εναγόμενου 2 ως διοικητικού συμβούλου της Εναγόμενης
  7. Επίσης αποκρύπτουν από το Δικαστήριο το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 2 ουδέποτε είχε δικαίωμα υπογραφής για τους λογαριασμούς της Εναγομένης
  8. Οι Ενάγοντες έχουν όλες τις επίδικες επιταγές στην κατοχή τους και παραλείπουν να τις αποκαλύψουν για ευνόητους λόγους.
  9. Ο σύζυγος μου απεβίωσε ξαφνικά τον Δεκέμβριο του 2005 από ανακοπή καρδίας. Από εκείνη την ημερομηνία μέχρι τα μέσα του 2009 οι Ενάγοντες δεν προέβαλαν κανένα ισχυρισμό ή απαίτηση για τις δήθεν σημερινές αξιώσεις τους. Αντίθετα όταν αμέσως μετά τον θάνατο του συζύγου μου επικοινώνησα με όλους τους προμηθευτές και συνεργάτες της Εναγόμενης 1, συμπεριλαμβανομένου των Εναγόντων, με σκοπό να διαπιστώσω αν υπήρχαν οποιαδήποτε εκκρεμούντα θέματα ή υπόλοιπα, ο διευθυντής των Εναγόντων κ. Καβαλάρης σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχα μαζί του μου ανάφερε ρητά «ότι δεν υπάρχει καμία εκκρεμότητα».
  10. Οι Ενάγοντες ψεύδονται στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση ότι δήθεν η ποινική υπόθεση εναντίον του Εναγομένου 2 αποσύρθηκε γιατί δήθεν έπασχε από καρκίνο αφού δυστυχώς εκείνος που αντιμετωπίζει το εν λόγω πρόβλημα υγείας είναι ο πατέρας μου, Εναγόμενος 3, κάτι που οι Ενάγοντες σκόπιμα παραλείπουν να αποκαλύψουν. Εξ όσων συμβουλεύομαι από τους δικηγόρους μου και πιστεύω οι Ενάγοντες απέσυραν την ποινική υπόθεση εναντίον του Εναγόμενου 2 αφού δεν έγινε κατορθωτή η επίδοση της σε αυτόν, κάτι που επίσης παραπλανητικά παραλείπουν να αποκαλύψουν οι Ενάγοντες στην αίτηση τους. Επισυνάπτω και σημειώνω ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο ιατρικού πιστοποιητικού σε σχέση με τον πατέρα μου, Εναγόμενο 3, το οποίο ήταν εις γνώση των Εναγόντων και το οποίο κατατέθηκε στο φάκελο της ποινικής υπόθεσης υπ΄ αρ. 6806/
  11. Εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω οι ισχυρισμοί των Εναγόντων οι οποίοι περιέχονται στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την επίδικη αίτηση, περί δόλιας και προς εξαπάτηση των Εναγόντων μεταφοράς των εργασιών των Εναγομένων στους Εναγομένους 4, είναι ψευδείς και αναληθείς και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Η πώληση των περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1 έγινε με αποκλειστικό σκοπό την εξόφληση των υποχρεώσεων της προς τρίτους και όχι για να ξεγελάσουν και να εξαπατήσουν τους Ενάγοντες ή έστω οποιουσδήποτε άλλους τρίτους πιστωτές. Επισυνάπτω με την παρούσα μου δέσμη εγγράφων σημειούμενα ως Τεκμήριο 3, τα οποία αποδεικνύουν ότι με την πώληση των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1 προς Λ.Κ.468,904 εξοφλήθηκαν όλες οι υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 προς τρίτους πιστωτές συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, της Ελληνικής Τράπεζας, της Τράπεζας Κύπρου, του Φ.Π.Α. και της Alpha Bank. .». Δεν ζητήθηκε να αντεξεταστεί η ενόρκως δηλούσα επί των ισχυρισμών της, ούτε ζητήθηκε να απαντηθούν οι ισχυρισμοί της. Προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία ότι ο εναγόμενος 2 ήταν διευθυντής των εναγομένων 1 από τις 28.6.2005 μέχρι τις 2.1.
  12. Συναφώς σημαντικός αριθμός εκ των αναφερόμενων επιταγών καθίστατο πληρωτέος σε χρόνο κατά τον οποίο ο εναγόμενος 2 δεν ήταν διευθυντής των εναγομένων
  13. Περαιτέρω δε, από τα ενώπιον μου στοιχεία, προκύπτει ότι οι πληρωμές που έγιναν κατόπιν της πώλησης των περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης 1, έγιναν επίσης σε χρόνο μεταγενέστερο της 2.1.2006, χρόνο δηλαδή κατά τον οποίο ο εναγόμενος 2 δεν ήταν διευθυντής πλέον των εναγομένων
  14. Χωρίς αμφισβήτηση παραμένει επίσης ο ισχυρισμός ότι το πρόσωπο το οποίο είχε την αποκλειστική διαχείριση των εργασιών της εναγομένης 1, και συγκεκριμένα ήταν το μοναδικό πρόσωπο που συναλλασσόταν με τους ενάγοντες, ήταν ο σύζυγος της ενόρκως δηλούσας, πατέρας του εναγομένου 2, ο οποίος απεβίωσε το Δεκέμβριο του
  15. Επί του προκειμένου θέματος, η κα Ζαχαρίου στην αγόρευση της αναφέρει ότι το θέμα της εμπλοκής του εναγόμενου 2 είναι θέμα που πραγματεύεται και αναφέρει ο ενόρκως δηλών στην αίτηση. Το εάν ο εναγόμενος έχει διαφορετική άποψη, ότι δηλαδή δεν είχε εμπλοκή στο τι έγινε, δεν είναι κάτι που το Δικαστήριο θα μπορεί να αποφασίσει σ΄αυτό το στάδιο, αφού άπτεται της ουσίας της διαφοράς. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα απόκρυψης. Περαιτέρω, το ποιος υπέγραψε τις επιταγές και πάλι δεν έχει σχέση με την αγωγή ή τις προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Η αγωγή αφορά επιταγές και δόλο και απάτη, στη διάπραξη των οποίων κατ΄ ισχυρισμόν εμπλέκεται, είτε περιορισμένα ή εκτεταμένα, ο εναγόμενος
  16. Και αυτό, συνεχίζει η κα Ζαχαρίου, είναι θέμα ουσίας για το οποίο υπάρχουν απλά διιστάμενες απόψεις και δεν αποτελεί θέμα είτε απόκρυψης ή θέμα που θα μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια αίτησης για προσωρινό διάταγμα. Το δε ποιος έλαβε το όφελος από την αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης 1 προς όφελος των εναγομένων 4 δεν απεκρύβη, αλλά ούτε και έχει σημασία. Κατά πρώτον, εισηγείται η κα Ζαχαρίου, δεν μπορούσαν να μάθουν οι ενάγοντες τι εσωτερική ρύθμιση ή συμφωνία υπήρξε, εάν υπήρξε, μεταξύ εναγομένων 1 και 4, αλλά και να ευσταθούν οι ισχυρισμοί του εναγομένου 2, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε δόλος και απάτη και προτιμησιακή εξόφληση χρεών. Τις ακριβείς συνθήκες αποξένωσης το Δικαστήριο θα τις εξετάσει στο στάδιο εκδίκασης της ουσίας της αγωγής και όχι εδώ, αφού κάτι τέτοιο αντενδείκνυται. Έχω ανωτέρω παραθέσει τις αρχές που αφορούν την έκδοση και οριστικοποίηση προσωρινών διαταγμάτων, ακριβώς για να καταδείξω ότι θέματα ουσίας της αγωγής δεν αποφασίζονται σε αυτό το στάδιο. Όμως το τι εξετάζεται τώρα είναι εντελώς διαφορετικό και αφορά ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο παρουσίασε τα γεγονότα η πλευρά των αιτητών ώστε να εξασφαλίσει μονομερώς το εκδοθέν διάταγμα. Σ΄ αυτό, άκρως σχετική είναι η αναφορά των σχετικών γεγονότων από τον ενόρκως δηλούντα εκ μέρους των εναγόντων. Στην παράγραφο 2 της ένορκης του δήλωσης ημερ. 9.8.2012 αναφέρει τα εξής: «Η απαίτησις των εναγόντων εναντίον των εναγομένων είναι διά δόλο και απάτη που έγινε από όλους τους εναγόμενους εναντίον των εναγόντων όταν οι εναγόμενοι σε συνεργασία μεταξύ τους εξέδωσαν διάφορες επιταγές πληρωτέες εις διαταγή των εναγόντων, οι οποίες τελικά δεν ετιμήθησαν. Συγκεκριμένα ο εκδότης των επιταγών ήταν οι εναγόμενοι 1, μοναδικός διευθυντής των οποίων ήταν ο εναγόμενος 2 ο οποίος μετά αντικαταστάθηκε από τον εναγόμενο
  17. Όλοι οι εναγόμενοι προκάλεσαν με διάφορα τεχνάσματα τη μη εξόφληση των επιταγών που δόθηκαν στους ενάγοντες για την πληρωμή εμπορευμάτων που οι ενάγοντες παρέδωσαν σε αυτούς, με σκοπό να επιτύχουν τη μεταβίβαση όλων των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων 1 στους εναγόμενους 4, οι οποίοι είναι εταιρεία συμφερόντων των οικογενειών των εναγομένων 2 και 3». Εις δε την παράγραφο 4 αναφέρει ότι «οι Εναγόμενοι δόλια, ξεγελώντας και εξαπατώντας τους ενάγοντες μετέφεραν όλες τις εργασίες τους στους εναγόμενους 4, οι οποίοι συνεχίζουν να τις διεξάγουν επικερδώς ενώ έχουν ξεγελάσει τους ενάγοντες». Έχει ήδη αναλυθεί η αναγκαιότητα όπως η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από τη μονομερή αίτηση πρέπει να είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση. Στη βάση όλων όσων έχω αναφέρει ανωτέρω, καθίσταται εμφανές ότι το ποιος συναλλασσόταν αποκλειστικά με τους ενάγοντες και το ποιος υπέγραψε τις επιταγές δεν μπορεί παρά να είναι ουσιώδες όταν οι αιτητές θέτουν τον ισχυρισμό ότι «εκδότης των επιταγών ήταν οι εναγόμενοι 1, μοναδικός διευθυντής των οποίων ήταν ο εναγόμενος 2, ο οποίος μετά αντικαταστάθηκε από τον εναγόμενο 3». Επίσης ουσιώδες είναι και το ότι ο εναγόμενος 2 ήταν διευθυντής των εναγομένων 1 από τις 28.6.2005 μέχρι την 2.1.2006, όταν οι περισσότερες επιταγές ήταν πληρωτέες μετά την ημερομηνία αυτή, ιδιαίτερα όταν ο ισχυρισμός των αιτητών είναι ότι σκοπός των εναγομένων ήταν να επιτύχουν τη μεταβίβαση όλων των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων 1 στους εναγόμενους
  18. Τέλος, επίσης ουσιώδες μπορεί να λεχθεί ότι είναι και το γεγονός ότι οι πράξεις, μέσω των οποίων δίδεται η εικόνα ότι έγινε η εξαπάτηση των εναγόντων, έγιναν μεταγενέστερα της αποχώρησης του εναγόμενου 2 ως διευθυντή. Το αν οι ενάγοντες γνώριζαν ή μη τις πράξεις των εναγομένων παραμένει, επί του προκειμένου θέματος, αδιάφορο από τη στιγμή που προβάλλουν τον ως άνω ισχυρισμό με τον τρόπο που τον προβάλλουν. Το καθήκον παραμένει ότι τα γεγονότα πρέπει να παρουσιάζουν τη συνολική εικόνα στην ορθή βάση χωρίς παραπλάνηση. Προς άρση οποιασδήποτε παρανόησης των ανωτέρω, σ΄ αυτό το στάδιο δεν εξετάζεται η εμπλοκή του εναγόμενου 2 στην υπόθεση. Ούτε εξετάζεται η ουσία της αξίωσης των εναγόντων εναντίον του εναγομένου
  19. Όμως, είμαι της άποψης ότι ο τρόπος με τον οποίο οι αιτητές παρουσίασαν τα γεγονότα, τα οποία είτε γνώριζαν, είτε ήταν σε θέση ή όφειλαν να γνωρίζουν, είναι παραπλανητικός, δεν αποδίδει την ορθή εικόνα στη βάση της και δεν μπορεί να ικανοποιήσει το καθήκον υψίστης πίστεως το οποίο είχαν προσερχόμενοι στο Δικαστήριο σε αναζήτηση μονομερώς θεραπείας. Η ως άνω κατάληξη μου έχει ως αποτέλεσμα το εκδοθέν διάταγμα να καθίσταται ακυρώσιμο χωρίς το Δικαστήριο να εξετάσει περαιτέρω την παρούσα αίτηση. Συνακόλουθα, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα ημερ. 14.9.2012 ακυρώνεται. Τα έξοδα επιδικάζονται εις βάρος των εναγόντων-αιτητών και υπέρ του εναγομένου 2 ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να καταβληθούν στο τέλος της αγωγής. (Υπ.)................ Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.