Ανδρέα Χαραλάμπους κ.α. ν. Μιχάλη Παναγιώτου κ.α., Αρ.αγωγής 2653/2007, 18/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A65 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ.Ν.Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 2653/2007 Μεταξύ:
- Ανδρέα Χαραλάμπους, Λάρνακα
- Γιώργου Λαζάρου, Πύλα Εναγόντων και
- Μιχάλη Παναγιώτου άλλως Μιχάλη Παναγιώτου Κουμή άλλως Αντρέα Μάγκα εξ Αλαμινού
- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΑΛΑΜΙΝΟΥ Εναγομένων 18 Απριλίου,
- Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: κ.Α.Ποιητής Για εναγόμενο: κ.Ρ.Σχίζας Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αγωγή αφορά απαίτηση των εναγόντων εναντίον του εναγομένου Μιχάλη Παναγιώτου για ειδική εκτέλεση συμφωνίας πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας και, διαζευκτικά, για αποζημιώσεις, στην περίπτωση κατά την οποία η πρώτη θεραπεία, ανωτέρω, δεν αποδοθεί. Όταν άρχισε η υπόθεση υπήρχε και δεύτερος εναγόμενος στο κλητήριο ένταλμα, η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αλαμινού, εναντίον της οποίας η αγωγή έχει αποσυρθεί. Ο εναπομείνας εναγόμενος αντέδρασε στην πιο πάνω απαίτηση προβάλλοντας τη θέση ότι οι ενάγοντες δε δικαιούνται οποιαδήποτε από τις πιο πάνω θεραπείες για το λόγο ότι είναι υπαίτιοι σοβαρής παραβίασης της επίδικης συμφωνίας. Συνεπεία δε αυτού προέβη ο ίδιος στο νόμιμο τερματισμό της και ανταπαιτά δηλωτική απόφαση προς τούτο. Πλείστα από τα ουσιώδη γεγονότα στην υπόθεση αυτή είναι κοινώς παραδεκτά. Η αντιδικία δε μεταξύ των μερών, βασικά, εστιάζεται στο κατά πόσο υπήρξε ή όχι νόμιμος τερματισμός της συμφωνίας από τον εναγόμενο. Θα γίνει ειδική αναφορά στην πτυχή αυτή και στους εκατέρωθεν ισχυρισμούς σε μια προσπάθεια να διαπιστωθεί η αλήθεια. Όμως, πρώτα να αναφερθούν κάποια κοινώς παραδεκτά γεγονότα τα οποία προκύπτουν κυρίως από τη δικογραφία, αλλά και από τη μαρτυρία. Αυτά καλύπτουν και πλείστα από τα γεγονότα τα οποία σχετίζονται με τις προϋποθέσεις τις οποίες απαιτεί η νομοθεσία για να είναι δυνατή η απόδοση της θεραπείας της ειδικής εκτέλεσης. Αυτή είναι και η βασική απαίτηση των εναγόντων στην αγωγή. Όπως προκύπτει από τα εν λόγω γεγονότα, ο εναγόμενος είναι ο ιδιοκτήτης ενός τεμαχίου γης το οποίο βρίσκεται στην τοποθεσία Κάμπος στο χωριό Αλαμινός και είναι εμβαδού 11 δεκαρίων και 990 τετραγωνικών μέτρων. Εχει αριθμό εγγραφής 8665 και αριθμό τεμαχίου 662 και εντοπίζεται στο φύλλο/σχέδιο L/
- Στις 30.1.2006 προέβη στην πώληση του προς τους ενάγοντες έναντι του συνολικού ποσού των Λ.Κ.110.
- Η πιο πάνω συμφωνία επιμαρτυρείται από πωλητήριο έγγραφο ίδιας ημερομηνίας το οποίο περιλαμβάνει και τους λοιπούς όρους της. Το έγγραφο αυτό κατατέθηκε ως μαρτυρία και σημειώθηκε τεκμήριο
- ΄Οσον αφορά το πιο πάνω αναφερθέν τίμημα η συμφωνία προέβλεπε ότι ποσό Λ.Κ.5.000 θα πληρώνετο ως προκαταβολή με την υπογραφή της. Το ποσό αυτό προφανώς κατεβλήθη. Το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.105.000 θα πληρώνετο «με τη μεταβίβαση» του ακινήτου. Συμπληρώνεται δε ο όρος αυτός με τη φράση: «Περίπου σε τρεις μήνες μέχρι 30/4/2006 το αργότερο». Τα πιο πάνω αναφέρονται χειρόγραφα ως μέρος του όρου
- Ενώ στο δακτυλογραφημένο κείμενο της συμφωνίας υπάρχει παρόμοια πρόνοια στον όρο 6, χωρίς όμως να υπάρχει σ΄ αυτή αναφορά και στο χρόνο εκπλήρωσής της γεγονός που την έθεσε σε δεύτερη μοίρα στη σκέψη των μερών. Ως πλέον σημαντική θεώρησαν ότι είναι η πρόνοια στον όρο 3, ανωτέρω, την οποία περιέλαβαν στη συμφωνία τους ειδικά. Το πωλητήριο έγγραφο αφού χαρτοσημάνθηκε κατατέθηκε στις 20.2.2006 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Ελαβε τα στοιχεία ΠΩΕ 379/
- Σχετικά είναι και τα έγγραφα με τα οποία έγινε η κατάθεση του, τεκμήριου
- Πέρασε ο χρόνος που αναφέρεται πιο πάνω και το πωληθέν ακίνητο δε μεταβιβάστηκε στους ενάγοντες που ήσαν οι αγοραστές του. Ενώ ούτε και το υπόλοιπο του τιμήματος καταβλήθηκε τότε στον εναγόμενο, πωλητή. Καταβλήθηκε αργότερα ένα μέρος του ύψους Λ.Κ.15.000, και αυτό τμηματικά, μεταξύ των ημερομηνιών 9.11.2006 και 14.12.2006, όπως προκύπτει από τη δέσμη αποδείξεων τεκμήριο
- Όμως, όπως θα αναφερθεί πιο κάτω σε άλλο σημείο, οι ενάγοντες, κατά το έτος 2007, κατέβαλαν σε σχέση με συγκεκριμένα χρέη του εναγόμενου και διάφορα άλλα ποσά. Όταν προστεθούν, περιλαμβανομένου του ποσού των ΛΚ15.000 ανωτέρω, υπερβαίνουν κατά πολύ το υπόλοιπο του τιμήματος. Ανέρχονται συνολικά στο ποσό των ΛΚ150.
- Οι ενάγοντες θεωρούν ότι τα κατέβαλαν ως τίμημα για την αγορά του επίδικου κτήματος. Όμως, ο εναγόμενος, αν και παραδέχεται ότι έγιναν οι εν λόγω πληρωμές, εντούτοις έχει διατυπώσει συναφώς κάποιες αντιρρήσεις. Θα γίνει αναφορά και σε αυτές πιο κάτω, στο κατάλληλο σημείο. Με εξαίρεση το τελευταίο θέμα, όλα τα υπόλοιπα που αναφέρονται πιο πάνω γίνονται αποδεκτά και αφορούν ευρήματα επί γεγονότων. Στο σημείο αυτό, και δεδομένης της πρόνοιας στον όρο 3 της συμφωνίας, μπορεί εύλογα να συναχθεί ότι αυτή προβλέπει για αμοιβαίες υποσχέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 51 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Αυτό σημαίνει ότι η πληρωμή του υπολοίπου του τιμήματος και η μεταβίβαση του ακινήτου θα έπρεπε να είχαν γίνει συγχρόνως, το αργότερο μέχρι τις 30.4.2006, (βλ. Σπύρου ν. Αristo Developers Ltd.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1159). ΄Ομως, κανένα από τα δύο αυτά είχε συμβεί. Το επόμενο που συνέβηκε, και είναι επίσης κοινώς παραδεκτό, είναι ότι στις 14.9.2007 οι ενάγοντες επέδωσαν, μέσω του δικηγόρου τους, επιστολή ημερομηνίας 12.9.2007, τεκμήριο 3, στον εναγόμενο, με την οποία τον καλούσαν να προσέλθει στις 17.9.2007 και ώρα 8.30 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας για να γίνει η μεταβίβαση του κτήματος. Ο εναγόμενος παρέλειψε να ανταποκριθεί. Ο ίδιος ισχυρίζεται, στην υπεράσπιση του, ότι είχε ήδη από τις αρχές Ιανουαρίου 2007 προβεί προφορικά στον τερματισμό της συμφωνίας. Και ότι είχε καλέσει τους ενάγοντες να προσέλθουν στην οικία του για να τους επέστρεφε την προκαταβολή. Ο λόγος, όπως αναφέρει, ήταν η παράλειψη των εναγόντων να του καταβάλουν το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης παρά τις εκκλήσεις του προς τούτο. Οι ενάγοντες απορρίπτουν τους πιο πάνω ισχυρισμούς καθώς επίσης ότι ο εναγόμενος δικαιούτο να προβεί νόμιμα στον τερματισμό της συμφωνίας. Αυτή είναι και η βασική διαφορά μεταξύ των διαδίκων, Στη δίκη κατάθεσε ως μάρτυρας ο ένας από τους δύο ενάγοντες, ο κ.Ανδρέας Χαραλάμπους. Ανάφερε ότι είχαν πληρώσει το ποσό των Λ.Κ.15.000 προς τον εναγόμενο μετά που ο ίδιος τους είχε παρακαλέσει. Για να συμπληρώσει ότι ήσαν πάντοτε έτοιμοι και πρόθυμοι να του καταβάλουν όλο το υπόλοιπο του τιμήματος εντός του χρόνου που είχε συμφωνηθεί. Όμως, ο εναγόμενος δεν μπορούσε να τους μεταβιβάσει το κτήμα και τους παρακαλούσε να καθυστερήσουν την ολοκλήρωση της συμφωνίας. Τους έλεγε ότι είχε χρέη και ότι το κτήμα που τους είχε πωλήσει ήταν υποθηκευμένο στη ΣΠΕ Αλαμινού για ποσό Λ.Κ.80.
- Τότε τον πληροφόρησαν ότι ήσαν διατεθειμένοι να εξοφλήσουν το προαναφερόμενο χρέος, για το οποίο, όπως ανάφερε ο κ.Χαραλάμπους, δεν εγνώριζαν προηγουμένως, ώστε να καταστεί δυνατή η πραγματοποίηση της μεταβίβασης του κτήματος. Όμως, διαπίστωναν ότι ο εναγόμενος δεν ήθελε πραγματικά να τιμήσει τη συμφωνία και ήταν τότε που του είχαν στείλει και την επιστολή ημερομηνίας 12.9.2007, τεκμήριο
- Στο σημείο αυτό ο ενάγοντας κ. Χαραλάμπους, παρουσίασε κάποιες αποδείξεις για πληρωμές τις οποίες, όπως ανάφερε, είχαν κάμει κατά το 2007 για λογαριασμό του εναγόμενου και αφορούσαν εξόφληση διαφόρων χρεών του. Μια πρώτη απόδειξη, ημερομηνίας 23.10.2007 τεκμήριο 4, αφορά εξόφληση ποσού δικαστικών εξόδων ύψους Λ.Κ.4.500, το οποίο ο εναγόμενος φέρεται να είχε διαταχθεί να καταβάλει στην αγωγή 589/
- Ενώ μια δεύτερη απόδειξη, ημερομηνίας 24.10.2007 τεκμήριο 5, για ποσό Λ.Κ.50.000 αφορά πληρωμή για πλήρη εξόφληση της απόφασης στην προαναφερθείσα αγωγή. Τέλος, μια τρίτη απόδειξη ημερομηνίας 10.10.2007, τεκμήριο 7, η οποία εκδόθηκε από τη ΣΠΕ Αγροτικής Ανάπτυξης αφορά πληρωμή προς το ίδρυμα αυτό ποσού Λ.Κ.81.069,
- Έγινε μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, όπως και οι προηγούμενες δύο πληρωμές, και αφορούσε χρέος του εναγόμενου για το οποίο είχε παραχωρήσει, ως εξασφάλιση, υποθήκη επί του επίδικου κτήματος. Στο σημείο αυτό ο κ. Χαραλάμπους συμπλήρωσε ότι υπάρχουν και άλλες επιβαρύνσεις σε σχέση με το εν λόγω κτήμα, γεγονός το οποίο επιβεβαίωσε με τη μαρτυρία της η μάρτυρας των εναγόντων κα Ελένη Μιχαήλ, υπάλληλος του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, διευκρινίζοντας ότι πρόκειται για δύο memo, τα οποία καταχωρίστηκαν μετά την κατάθεση του προαναφερθέντος πωλητηρίου εγγράφου. Κατά την αντεξέταση του, ερωτηθείς ο κ. Χαραλάμπους γιατί δεν πλήρωσαν το υπόλοιπο του τιμήματος εντός του χρόνου που προέβλεπε η συμφωνία, ανάφερε ότι ο εναγόμενος τους παρακάλεσε να καθυστερήσουν να πληρώσουν. Τους έδωσε δε την εξήγηση ότι ήθελε να επωφεληθεί από το σχέδιο ρύθμισης αγροτικών χρεών το οποίο λειτουργούσε το Τμήμα Γεωργίας του Υπουργείου Γεωργίας και Περιβάλλοντος. Όπως τους είπε, με τα χρήματα που θα του εγκρίνονταν θα εξοφλούσε την προαναφερθείσα υποθήκη και έτσι θα κρατούσε για τον ίδιο ό,τι αυτοί θα του πλήρωναν. Για να προσθέσει πως ο εναγόμενος έτσι αντιλαμβανόταν τότε τα πράγματα. Ως εκ τούτου καθυστέρησαν την πληρωμή αν και ήσαν πάντοτε έτοιμοι να του καταβάλουν το υπόλοιπο του τιμήματος και να δεχτούν μεταβίβαση του κτήματος. Στη συνέχεια ο μάρτυρας ερωτήθηκε γιατί δεν έλαβαν γραπτώς από τον εναγόμενο μια δήλωση ότι ήταν με δική του απαίτηση που καθυστερούσε η ολοκλήρωση της συμφωνίας. Απάντησε ότι ο εναγόμενος δεν ήθελε να προβεί ξανά, κατά την έκφραση του, σε τέτοια γραπτή δήλωση και παρέπεμψε σε μια προηγούμενη γραπτή δήλωση του τελευταίου ημερομηνίας 13.9.2006, την οποία ο μάρτυρας κατάθεσε ως τεκμήριο
- Απευθύνεται προς τους ενάγοντες ονομαστικώς και τους αναφέρει τα εξής: «Αναφερόμενος στο συμβόλαιο ημερομηνίας 30/01/2006 που έχουμε συνυπογράψει, ζητώ εκ μέρους σας παράταση όσον αφορά την μεταβίβαση του κτήματος μέχρι τις 30/06/2007», και υπογράφει. Μετά συνεχίζει: «Ζητώ την κατανόηση σας στο πιο πάνω αίτημα μου καθότι εκκρεμεί αίτηση μου για διαγραφή αγροτικών χρεών που μπορεί να απορριφθεί αν φανεί ότι προχωρώ σε πώληση του κτήματος και είσπραξη χρημάτων», και υπογράφει και πάλιν. Η αντεξέταση συνέχισε επί του ιδίου θέματος με το μάρτυρα να επιμένει ότι ήταν ο εναγόμενος που ζητούσε όπως καθυστερήσει η πληρωμή του υπολοίπου του τιμήματος για το λόγο που είχε αναφέρει και προηγουμένως. Και, συγχρόνως, δηλώνοντας άγνοια για τον τρόπο που λειτουργούσε το σχέδιο ρύθμισης αγροτικών χρεών βασιζόμενοι, όπως είπε, για το θέμα αυτό σε ό,τι τους έλεγε ο εναγόμενος. Όσον αφορά την υποθήκη που υπήρχε σε σχέση με το κτήμα, ανάφερε ότι δεν γνώριζαν γι΄ αυτή όταν έγινε η συμφωνία. Το πληροφορήθηκαν μετά. Όταν δε αργότερα το κτήμα θα επωλείτο σε δημοπρασία επενέβησαν και πλήρωσαν το χρέος ανερχόμενο σε Λ.Κ.81.069,87, όπως φαίνεται και στην απόδειξη ημερομηνίας 10.10.2007, τεκμήριο
- Τέλος, ερωτηθείς ο μάρτυρας αν γνώριζαν ότι το επίδικο κτήμα θα εντασσόταν στην οικιστική ζώνη, άφησε να νοηθεί ότι πίστευαν πως αυτό θα συνέβαινε σε κάποιο χρόνο σύντομα, συνδέοντας το ενδεχόμενο αυτό με άλλες αγορές κτημάτων που είχαν κάνει στην ίδια περιοχή. Στο σημείο αυτό μπορεί να γίνει χρήσιμη αναφορά στη μαρτυρία του κ. Βασίλη Κωνσταντίνου ο οποίος κατάθεσε εκ μέρους των εναγόντων. Είναι ο γραμματέας της ΣΠΕ Αγροτικής Ανάπτυξης στην οποία έχει προσχωρήσει η ΣΠΕ Αλαμινού αναλαμβάνοντας συγχρόνως και όλες τις εργασίες της τελευταίας. Γι΄ αυτό και ο μάρτυρας γνώριζε όλα τα σχετικά με το προαναφερθέν ενυπόθηκο χρέος του εναγομένου. Συγκεκριμένα, ανάφερε ότι η ΣΠΕ είχε κινηθεί δικαστικά εναντίον του εναγομένου για το εν λόγω χρέος. Όταν δε έλαβε δικαστική απόφαση προχώρησε στη λήψη μέτρων για εκποίηση του ενυπόθηκου κτήματος. Όμως, πριν αυτό συμβεί έγινε η κατάθεση του ποσού των Λ.Κ.81.069,87, που αναφέρεται πιο πάνω και ο σχετικός λογαριασμός πάγωσε. Εξήγησε πως δεν έχει εξοφληθεί, αφού άλλωστε πρόκειται για τρεχούμενο, ο οποίος μάλιστα μετά την κατάθεση στις 19.4.2010 του ποσού των €22.579.25, για διαγραφή αγροτικών χρεών, δείχνει να είναι πιστωτικός. Για να συμπληρώσει πως και η υποθήκη δεν έχει ακόμα εξαλειφθεί διότι όπως τον ενημέρωσε ο εναγόμενος υπάρχει διαφορά με τους αγοραστές για το ενυπόθηκο κτήμα. Ενώ ερωτηθείς, τέλος, αν το πιο πάνω ποσό της απόδειξης τεκμήριο 7 θα μπορούσε να επιστραφεί στους ενάγοντες, αν το ζητούσαν, απάντησε αρνητικά. Ακολούθως, κατάθεσε ο εναγόμενος. Υπενθυμίζεται ότι με τη δικογραφημένη υπεράσπιση του επιρρίπτει την ευθύνη για την μη ολοκλήρωση της συμφωνίας στους ενάγοντες. Ισχυρίζεται ότι παρέλειψαν να του καταβάλουν το υπόλοιπο του τιμήματος παρά το ότι τους το είχε ζητήσει επανειλημμένα με αποτέλεσμα να προβεί, περί τις αρχές Ιανουαρίου 2007, στον τερματισμό της συμφωνίας. Τους πιο πάνω ισχυρισμούς επανέλαβε ο εναγόμενος και μέσω της μαρτυρίας του. Για σκοπούς της κυρίως εξέτασης αυτή έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης η οποία σημειώθηκε ως έγγραφο
- Όπως εξήγησε ο λόγος για τον οποίο επείγετο να λάβει το υπόλοιπο του τιμήματος ήταν διότι είχε κάποιο χρέος προς την ΣΠΕ Αλαμινού, εξασφαλισμένο με υποθήκη επί του επίδικου κτήματος για το οποίο πλήρωνε τόκους. Αυτά, όπως ανάφερε, ήσαν γνωστά στους ενάγοντες κατά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας. Ενώ πρόσθετα ανησυχούσε και για το ενδεχόμενο πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό γεγονός που θα απέφερε, όπως πίστευε, ένα μικρό μόνο ποσό. Για να συμπληρώσει ότι μια τέτοια πώληση δε θα ικανοποιούσε τη μεγάλη ανάγκη που είχε για χρήματα που ήταν και ο λόγος για τον οποίο είχε πωλήσει το επίδικο κτήμα. Έχοντας πει αυτά ο εναγόμενος, στη συνέχεια προσπάθησε να διαψεύσει τους ισχυρισμούς των εναγόντων περί του αντιθέτου. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι ουδεμία σχέση είχε η καθυστέρηση πληρωμής του υπολοίπου του τιμήματος πώλησης με την αίτηση του στο σχέδιο ρύθμισης αγροτικών χρεών. Όπως ανάφερε, υπέβαλε την εν λόγω αίτηση, τεκμήριο 10, στις 22.12.2006 και ήταν η μοναδική που είχε υποβάλει ποτέ, όπως προκύπτει και από επιστολή του αρμόδιου Υπουργείου, τεκμήριο
- Η έγκριση της δε, του κοινοποιήθηκε πολύ αργότερα με επιστολή ημερομηνίας 4.3.2010, τεκμήριο
- Έπειτα, όπως συμπλήρωσε, η διαγραφή των αγροτικών χρεών δεν είχε σχέση με το αν κάποιος είχε ή όχι δάνεια. Παρέπεμψε σχετικά σε μια κατάσταση λογαριασμού της ΣΠΕ Αγροτικής Ανάπτυξης ημερομηνίας 22.11.2010, τεκμήριο
- Από αυτή προκύπτει ότι στις 19.4.2010, ημερομηνία κατά την οποία έγινε διαγραφή από το εν λόγω χρέος ποσού €22.579,25 ως αγροτικό χρέος, υπήρχε στον εν λόγω λογαριασμό πιστωτικό υπόλοιπο Λ.Κ.214,
- Να σημειωθεί ότι το πιο πάνω μικρό ποσό ήταν χρεωστικό και όχι πιστωτικό. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ο εναγόμενος εξηγεί ότι ελάμβανε τα μικρά ποσά που του έδιναν οι ενάγοντες σταδιακά, μεταξύ των ημερομηνιών 9.11.2006 και 14.12.2006, πάνω στην απελπισία του για τα χρέη που είχε και την αδυναμία του να πληρώνει οποιοδήποτε ποσό έναντι αυτών από την εργασία του. Με την καταβολή δε των πιο πάνω ποσών αποφεύγετο προσωρινά η πώληση του ενυπόθηκου επίδικου κτήματος με πλειστηριασμό. Όμως, σημειώνει συγχρόνως ότι λόγω της παράλειψης των εναγόντων να τον πληρώσουν είχε επιβαρυνθεί με τόκους οι οποίοι επιβάλλοντο σε υψηλό επιτόκιο. Αφού δε, έκρινε ότι οι ενάγοντες είχαν, λόγω της προαναφερθείσας καθυστέρησης, παραβιάσει τη συμφωνία πώλησης, τους έδωσε αρχές Ιανουαρίου 2007 ειδοποίηση ότι ακύρωνε τη συμφωνία. Δίδοντας, στη συνέχεια, ο εναγόμενος την εκτίμηση του ως προς το λόγο που συνέβησαν κάποια γεγονότα, ανάφερε συγκεκριμένα ότι οι μεταγενέστερες πληρωμές έναντι ή και προς εξόφληση των χρεών του, στις οποίες είχαν προβεί οι ενάγοντες, αποτελούν επιβεβαίωση της παραβίασης από αυτούς της συμφωνίας. Αναφερόταν στις πληρωμές οι οποίες επιμαρτυρούνται από τις αποδείξεις, τεκμήρια 4, 5 και 7, οι οποίες προφανώς είναι αποδεκτό από τον εναγόμενο ότι έγιναν, έστω και εν αγνοία του, όπως ισχυρίζεται. Οι ενάγοντες ενήργησαν ως ανωτέρω, όπως ισχυρίζεται, διότι ήθελαν πάση θυσία να κρατήσουν το ακίνητο μετά που αυτό εντάχθηκε στην οικιστική ζώνη στις 3.8.
- Το γεγονός αυτό επιμαρτυρείται από γραπτή βεβαίωση του κοινοτάρχη Αλαμινού ημερομηνίας 28.6.2011, τεκμήριο
- Αναφερθείς ο εναγόμενος και στην επιστολή του προς τους ενάγοντες, ημερομηνίας 13.9.2006, τεκμήριο 6, ισχυρίστηκε ότι αυτοί εκμεταλλεύτηκαν τη χαμηλή μόρφωση του και τον παρέσυραν να την υπογράψει ενώ στην πραγματικότητα κατά την πιο πάνω ημερομηνία δεν είχε αγροτικά χρέη. Προφανώς, εννοούσε ότι δεν είχε υποβάλει αίτηση τότε ακόμα, για ένταξη του στο σχέδιο ρύθμισης αγροτικών χρεών. Υπέβαλε αίτηση στις 22.12.2006, τεκμήριο 10, και ήταν εκπρόθεσμη. Σύμφωνα με την έγκριση και τα έγγραφα που επισυνάπτονται σ΄ αυτή, τεκμήριο 11, τέτοια αίτηση θα έπρεπε να είχε υποβληθεί μεταξύ της 15.5.2006 και της 17.11.
- Εντούτοις, η αίτηση του εναγομένου εξετάσθηκε και μάλιστα του εγκρίθηκαν για διαγραφή δύο ποσά. Το ένα για €22,579.25 από το προαναφερθέν χρέος του προς τη ΣΠΕ Αγροτικής Ανάπτυξης. Σχετική είναι η κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 13, την οποία κατέθεσε ο εναγόμενος. Το άλλο ποσό, ύψους €69,942.82, διαγράφηκε από χρέος που είχε ο εναγόμενος προς την Ελληνική Τράπεζα. Ενώ, πρόσθετα, ρυθμίστηκαν τα υπόλοιπα των εν λόγω δύο χρεών τα οποία παρέμειναν οφειλόμενα, όπως προβλέπεται στην προαναφερθείσα έγκριση. Είναι επίσης σημαντικό να αναφερθεί στο σημείο αυτό πως σύμφωνα με ό,τι προβλέπεται σε σχέση με το εν λόγω σχέδιο ρύθμισης αγροτικών χρεών, για να δικαιούτο να συμμετάσχει κάποιος σε αυτό θα έπρεπε να επαγγέλλετο το γεωργό ή τον κτηνοτρόφο. Ο εναγόμενος, όπως ανάφερε και ο ίδιος, είναι γεωργός. Τα χρέη δε που υπόκειντο σε ρύθμιση έπρεπε να ήσαν υφιστάμενα σε κάποιο δεδομένο χρόνο και να είχαν χρησιμοποιηθεί από τον αιτητή για τους σκοπούς του επαγγέλματος του. Η ρύθμιση τέτοιων χρεών θα αφορούσε διαγραφή μέρους χρέους και μετατροπή σε μακροχρόνιο δάνειο του υπολοίπου, με το κράτος να αναλαμβάνει την πληρωμή των τόκων, νοουμένου ότι και ο χρεώστης θα τηρούσε τους υπόλοιπους όρους αποπληρωμής του εν λόγω δανείου. Περαιτέρω, προβλέπετο ότι κάθε αίτηση η οποία θα υποβάλλετο θα υπόκειτο σε ενδελεχή έλεγχο. Τα γεγονότα αυτά προκύπτουν από τα έγγραφα τεκμήρια 10, 11 και 12 τα οποία κατάθεσε ο εναγόμενος και είναι αναμφισβήτητα. Επιπρόσθετα, ο εναγόμενος προσκόμισε τη μαρτυρία δύο ακόμη μαρτύρων. Ο πρώτος είναι ο κ.Βάσος Βασιλείου ο οποίος εργάζεται ως τμηματάρχης στο τμήμα ανάκτησης χρεών της Ελληνικής Τράπεζας. Ανάφερε ότι ο εναγόμενος χρωστούσε σε κάποιο χρόνο στην τράπεζα €264,
- Στα πλαίσια δε αγωγής η οποία κινήθηκε εναντίον του εκδόθηκε στις 25.2.2002 απόφαση για €185,
- Τελικώς, το ποσό αυτό και οι τόκοι εξοφλήθηκαν από τον εναγόμενο στις 2.7.2010 με την καταβολή ποσού €184,
- Του χάρισαν, όπως είπε, ακόμα €1,
- Περαιτέρω, ο μάρτυρας ανάφερε ότι στις 25.10.2007 δέχτηκε τηλεφώνημα από ένα από τους αγοραστές του επίδικου κτήματος, τον κ.Χαραλάμπους, ο οποίος του ζήτησε να ξοφλήσει το πιο πάνω χρέος του εναγόμενου. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον εναγόμενο σχετικά αυτός τον εμπόδισε να αποδεχθεί την προταθείσα πληρωμή. Τέλος, ο μάρτυρας ανάφερε ότι μετά την έκδοση της προαναφερθείσας απόφασης έγινε κάποια πληρωμή έναντι του εξ αποφάσεως χρέους δυνάμει του σχεδίου ρύθμισης αγροτικών χρεών. Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την έγκριση τεκμήριο 11, ημερομηνίας 4.3.2010, η πιο πάνω πληρωμή αφορούσε ποσό €69,942.82, αφήνοντας υπόλοιπο για ρύθμιση ποσό €185,638.
- Ο δεύτερος μάρτυρας ο οποίος κατάθεσε εκ μέρους του εναγομένου είναι ο κ.Ανδρέας Γεωργίου, υπάλληλος της ΣΠΕ Αγροτικής Ανάπτυξης. Η μαρτυρία του κ.Γεωργίου δεν διαφέρει από αυτή του γραμματέα του εν λόγω ιδρύματος κ.Βασίλη Κωνσταντίνου, η οποία παρατίθεται πιο πάνω. Το μόνο άλλο στοιχείο το οποίο προσέθεσε ο μάρτυρας είναι η κατάσταση λογαριασμού την οποία κατάθεσε, τεκμήριο 15, Σ΄ αυτή φαίνεται η κίνηση του συγκεκριμένου λογαριασμού του εναγομένου κατά τους ουσιώδεις χρόνους, περιλαμβανομένων και των πληρωμών που έγιναν στον εν λόγω λογαριασμό και αναφέρονται πιο πάνω στη μαρτυρία του κ.Κωνσταντίνου. Να σημειωθεί ότι και των δύο πιο πάνω μαρτύρων η μαρτυρία, η οποία παρατίθεται πιο πάνω, γίνεται αποδεκτή ως αληθινή. Όπως προκύπτει από μαρτυρία την οποία προσκόμισε ο ίδιος ο εναγόμενος, και η αναφορά είναι στο περιεχόμενο των εγγράφων του τεκμηρίου 11, η υποβολή αίτησης για ρύθμιση αγροτικών χρεών θα μπορούσε να γίνει από τις 15.5.2006 και μετά. Για να ήταν δε αυτό δυνατό θα έπρεπε οι ενδιαφερόμενοι να γνώριζαν από προηγουμένως περί της ύπαρξης του σχεδίου. Επομένως, είναι λογικό να θεωρηθεί ότι το γεγονός αυτό διαδόθηκε ευρέως ανάμεσα στον πληθυσμό των γεωργοκτηνοτρόφων. Ως εκ τούτου, είναι επίσης λογικό ότι και ο εναγόμενος έλαβε γνώση γι΄ αυτό, αν όχι κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας, οπωσδήποτε πριν από την τελευταία ημερομηνία, 30.4.2006 που είχε ορισθεί για την ολοκλήρωση της. Ας σημειωθεί ότι ο ίδιος ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε για το εν λόγω σχέδιο, αλλά μόνο ότι δεν έχει υποβάλει άλλη αίτηση εκτός από αυτή που υπέβαλε στις 22.12.2006, τεκμήριο
- Δεδομένης και της σοβαρής προοπτικής η οποία υπήρχε για έγκριση της, αφού πληρούσε όλα τα σχετικά κριτήρια, ο εναγόμενος, δικαιολογημένα, δικαιούτο να αναμένει ότι θα αποκόμιζε σημαντικό οικονομικό όφελος από τη βέβαιη έγκριση της. Όπως και συνέβηκε, σύμφωνα με τη σχετική ειδοποίηση ημερομηνίας 4.3.2010, τεκμήριο
- Όμως, ασφαλώς, ο εναγόμενος δε θα δικαιούτο να είχε τέτοια προσδοκία αν δεν είχε καθόλου γεωργικά χρέη ή αν αυτά είχαν προηγουμένως εξοφληθεί. Ενώ και η έκταση οποιουδήποτε οφέλους από το σχέδιο θα ήταν ανάλογη με το ύψος του χρέους. Και ο εναγόμενος είχε σημαντικά χρέη τα οποία ενέπιπταν στο σχέδιο. Αναφέρονται πιο πάνω, από το τεκμήριο 11, όπως και η ρύθμισή τους, η οποία επιτεύχθηκε τελικώς με την έγκριση της προαναφερθείσας αίτησης. Πληρωμή έναντι οποιουδήποτε μεγάλου ποσού ή εξόφληση οποιουδήποτε από τα αναφερθέντα δύο χρέη, θα στερούσε από τον εναγόμενο την δυνατότητα να αποκομίσει μεγάλο όφελος δυνάμει του σχεδίου. Εν πάση περιπτώσει, αυτό θα συνέβαινε οπωσδήποτε αν το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης καταβάλλετο και εξοφλείτο το χρέος το οποίο ο εναγόμενος είχε προς τη ΣΠΕ Αγροτικής Ανάπτυξης. Να σημειωθεί πως αυτή η πληρωμή ήταν αναγκαίο να γίνει προκειμένου να ελευθερώνετο το κτήμα από την υποθήκη που το βάρυνε για να μεταβιβάζετο συγχρόνως στους ενάγοντες, αγοραστές του. Επομένως, είναι λογικό ο εναγόμενος να μην επιθυμούσε να γίνει η πιο πάνω πληρωμή στο χρόνο που είχε συμφωνηθεί αφού αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα την εξόφληση του συγκεκριμένου αγροτικού χρέους, προς τη ΣΠΕ Αγροτικής Ανάπτυξης, και στέρηση της προς όφελός του ρύθμισής του. Το ίδιο ασφαλώς θα συνέβαινε αν εξοφλείτο στις 25.10.2007 το χρέος του εναγόμενου προς την Ελληνική Τράπεζα. Περαιτέρω, δεν προκύπτει από τη μαρτυρία ότι οι ενάγοντες είχαν οποιοδήποτε ενδιαφέρον ή γνώση για το σχέδιο ρύθμισης αγροτικών χρεών. Ο τομέας τους ήταν μάλλον η ανάπτυξη γης. Εξ ου και το ενδιαφέρον τους για την αγορά του συγκεκριμένου κτήματος για το οποίο, όπως πίστευαν, υπήρχε προοπτική ένταξης του στην οικιστική ζώνη, όπως και άλλων κτημάτων τα οποία είχαν αγοράσει στην ίδια περιοχή που βρίσκεται το επίδικο. Επομένως, δεν μπορεί να λεχθεί ότι οι ενάγοντες επινόησαν την πιο πάνω εκδοχή που απέδωσαν στον εναγόμενο. Και η οποία αναφέρει, ότι αυτός τους είχε ζητήσει να καθυστερήσουν την εξόφληση του τιμήματος για να επωφεληθεί στο μέγιστο δυνατό βαθμό από το σχέδιο ρύθμισης αγροτικών χρεών. Συνάδει η πιο πάνω θέση με τη δήλωση του εναγόμενου ότι είχε μεγάλη ανάγκη από χρήματα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο ισχυρισμός τους αυτός επιβεβαιώνεται, πρόσθετα, και από την ενυπόγραφη έκκληση του εναγόμενου προς αυτούς, ημερομηνίας 13.9.2006 τεκμήριο 6, για καθυστέρηση εξόφλησης του τιμήματος, ακριβώς, λόγω του ότι εκκρεμούσε αίτησή του για διαγραφή αγροτικών χρεών. Προφανώς, αναφερόταν στην αίτηση την οποία θα υπέβαλλε, αφού δεν την είχε υποβάλει ακόμα μέχρι τότε. Και δεν ευσταθεί, ασφαλώς, ότι τον παρέσυραν δήθεν οι ενάγοντες να την υπογράψει, αφού ποτέ πριν από τη δίκη δεν εκδήλωσε ο εναγόμενος πρόθεση να την ανακαλέσει, παρά τη σοβαρή αρνητική επίδραση που θα είχε το περιεχόμενο της στην προαναφερθείσα υπεράσπιση του. Προφανώς, ο ισχυρισμός ότι παρασύρθηκε να την υπογράψει αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη του εναγόμενου. Περαιτέρω, είναι και το γεγονός ότι, εκ των πραγμάτων, ο πιο πάνω ισχυρισμός έχει πλήρως επαληθευτεί με την έγκριση για ρύθμιση των χρεών η οποία παραχωρήθηκε στον εναγόμενο, όπως διαπιστώνεται πιο πάνω και του απέφερε πρόσθετο όφελος ύψους €92,
- Αν ο εναγόμενος δεν είχε αγροτικά χρέη δε θα αποκόμιζε το πιο πάνω σημαντικό οικονομικό όφελος. Τέλος, δε διαφεύγει της προσοχής και το γεγονός ότι με τις πληρωμές στις οποίες οι ενάγοντες είχαν προβεί κατά το 2007 σε σχέση με χρέη του εναγομένου, ανερχόμενες στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.135,570, αποδεικνύεται περίτρανα ότι αυτοί είχαν την οικονομική ικανότητα να πληρώσουν ολόκληρο το τίμημα. Επομένως, με βάση την πιο πάνω εξέταση της σχετικής μαρτυρίας, πασιφανώς, καταρρίπτεται ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι οι ενάγοντες είχαν παραβιάσει την επίδικη συμφωνία παραλείποντας να του πληρώσουν εντός της ορισθείσας προθεσμίας το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης εκ ποσού Λ.Κ.105,
- Αντίθετα, γίνεται αποδεκτή η εκδοχή των εναγόντων. Αυτό δε που στην πραγματικότητα συνέβηκε, και αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου, είναι ότι ο εναγόμενος παρακάλεσε τους ενάγοντες για τον γνωστό πλέον λόγο, ο οποίος διαπιστώνεται πιο πάνω, να καθυστερήσουν την εξόφληση του εν λόγω υπολοίπου ώστε να διασφαλίζετο η επιτυχία της προτιθέμενης αίτησης του για ρύθμιση των αγροτικών χρεών του. Ενώ, αν όπως ισχυρίστηκε τερμάτισε τη συμφωνία αρχές Ιανουαρίου 2007, δεν ανάφερε σε τι τον εξυπηρέτησε ο τερματισμός. Πάντως ο ίδιος δεν έλαβε δικαστικά μέτρα και ούτε ανταπαίτησε για αποζημιώσεις λόγω της δήθεν παραβίασης από τους εναγόμενους της συμφωνίας. Όμως, επανερχόμενος στην πιο πάνω θέση των εναγόντων, δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί από τη μαρτυρία και τα σχετικά ευρήματα επί των γεγονότων πότε άρχισε η συζήτηση μεταξύ των δύο πλευρών, με πρωτοβουλία πάντοτε του εναγομένου, για καθυστέρηση της εξόφλησης του τιμήματος. Αυτό εμποδίζει, πρόσθετα, να διαπιστωθεί κατά πόσο οι ενάγοντες ήσαν έτοιμοι και πρόθυμοι να εκπληρώσουν το δικό τους μέρος της συμφωνίας εντός του καθορισθέντος από αυτή χρόνου. Συγκεκριμένα, δεν αναφέρεται αν έπραξαν οτιδήποτε προς την κατεύθυνση αυτή εντός του προαναφερθέντος χρόνου. Μάλλον, και οι δύο πλευρές αν όχι κατόπιν αμοιβαίας συνεννόησης ίσως σιωπηρά, άφησαν τον χρόνο να διαρρεύσει. Και ενώ ήταν ουσιώδης ο όρος ως προς τον χρόνο εκπλήρωσης της συμφωνίας, των δύο πλευρών ενεργούντων συγχρόνως, έπαυσε πλέον να είναι. Απώλεσαν έτσι οι εκατέρωθεν υποχρεώσεις, οι οποίες στόχευαν προς τον πιο πάνω σκοπό, την αμοιβαιότητά τους, (βλ. Σπύρου ν. Aristo Developers Ltd., ανωτέρω, σελίδα 1166). Εναπόκειτο πλέον στην κάθε πλευρά να ορίσει, μέσα σε εύλογα όρια, τον χρόνο ολοκλήρωσης της συμφωνίας καθιστώντας τον χρόνο προς τούτο ξανά ουσιώδη. Και, βεβαίως, να ήταν και η ίδια έτοιμη και πρόθυμη να εκπληρώσει στο ακέραιο το δικό της μέρος. Όμως, όπως έχουν τα γεγονότα καμία πλευρά ενήργησε προς τον πιο πάνω σκοπό. Ο δε χρόνος ολοκλήρωσης της συμφωνίας παρέμεινε αδιευκρίνιστος λόγω ακριβώς της στάσης, ανωτέρω, του εναγομένου, η οποία έχει αναφερθεί προηγουμένως. Ενώ και ο δήθεν τερματισμός της συμφωνίας στις αρχές Ιανουαρίου 2007 από τον εναγόμενο για τους ίδιους πιο πάνω λόγους δε θα είχε οποιαδήποτε επίδραση, και αυτή θα συνέχιζε σε ισχύ, δεδομένου ότι και οι ενάγοντες θα επέλεγαν αυτή την πορεία, (βλ. Ζακχαίος ν. Καλογήρου
(2008)1 Α.Α.Δ. 117 και Pop Life Electric Shops ν. Ονησιφόρου
(2007)1 Α.Α.Δ. 359). Εν πάση περιπτώσει, η πιο πάνω εκδοχή του εναγομένου δεν έγινε αποδεκτή και απορρίφθηκε. Επομένως, η επίδικη συμφωνία εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Μάλιστα, με τους ενάγοντες να έχουν πληρώσει στον εναγόμενο ή προς όφελός του μέχρι και τον Οκτώβριο του 2007 διάφορα χρηματικά ποσά, πέραν της αρχικής προκαταβολής. Ανέρχονται συνολικά στις Λ.Κ.150,
- Ο εναγόμενος έχει προβάλει διάφορους ισχυρισμούς συναφώς, προκειμένου να μη γίνει αποδεκτό ότι οι εν λόγω πληρωμές αποτελούν μέρος του τιμήματος. Όπως, ότι οι τελευταίες τρεις πληρωμές κατά τον Οκτώβριο του 2007 έγιναν εν αγνοία του και ότι αν πλήρωνε αυτός τους πιστωτές του θα εξασφάλιζε και σημαντική έκπτωση. Όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί του εναγομένου είναι εντελώς αβάσιμοι. Κατ΄ αρχάς, οι πιο πάνω πληρωμές αφορούσαν εξ αποφάσεως χρέη. Ενώ κατά τον χρόνο που έγιναν αλλά και μεταγενέστερα, όταν εκδικάζετο η υπόθεση, δεν ανάφερε ο εναγόμενος ότι είχε την ικανότητα να πληρώσει ο ίδιος τα εν λόγω χρέη. Επομένως, οι εν λόγω ισχυρισμοί του αποτελούν απλώς προφάσεις χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο και σημασία. Το μόνο που ανάφερε ο εναγόμενος και φαίνεται να έχει αρκετή δόση αλήθειας είναι ότι οι ενάγοντες προέβησαν στις εν λόγω πληρωμές, καταβάλλοντας μάλιστα και ποσό Λ.Κ.45.000, περίπου, πέραν του συμφωνηθέντος, διότι ήθελαν πραγματικά να αποκτήσουν το επίδικο κτήμα. Ειδικά μετά την ένταξή του στην οικιστική ζώνη στις 3.8.
- Καταλήγοντας, λοιπόν, σε σχέση με το θέμα αυτό, διαπιστώνεται ότι καλώς οι ενάγοντες προέβησαν στις πιο πάνω πληρωμές, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την εξόφληση του υπολοίπου του τιμήματος πώληση, και με το παραπάνω. Σημειώνεται δε συναφώς ότι οι ενάγοντες γνώριζαν ότι πλήρωσαν στον εναγόμενο επιπλέον ποσό, όμως, δεν πρόβαλαν οποιαδήποτε απαίτηση για την επιστροφή του. Όσον αφορά δε το επίδικο κτήμα αξιώνουν όπως διαταχθεί η ειδική εκτέλεση της συμφωνίας με την οποία αυτό είχε αγοραστεί. Στον παρόντα χρόνο η απόδοση της πιο πάνω θεραπείας διέπεται από τον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο 81(Ι). Δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 29.4.2011 και, σύμφωνα με τα άρθρα 17 και 18, τέθηκε σε ισχύ τρεις μήνες αργότερα καταργώντας συγχρόνως και τον προηγούμενο ομώνυμο νόμο, Κεφ.
- Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 16
(2)ο παρών νόμος εφαρμόζεται σε σχέση και με ισχύουσες συμβάσεις οι οποίες βρίσκονται ήδη κατατεθειμένες στο Επαρχιακό Κτηματολογικό γραφείο με βάση τον προηγούμενο νόμο. Εστω και αν εκκρεμεί σε σχέση με αυτές δικαστική διαδικασία, όπως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση. Οι όροι τους οποίους θέτει ο νέος νόμος ώστε να είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης μια συμφωνία δυνάμει του άρθρου 7, δε διαφέρουν από αυτούς που προέβλεπε ο προηγούμενος νόμος. Παραλήφθηκε μόνο η απαίτηση να καλέσει ο αγοραστής τον πωλητή πριν την έγερση της αγωγής να του μεταβιβάσει το κτήμα. Με βάση λοιπόν το νέο νόμο, βασικά, θα πρέπει το πωληθέν ακίνητο να είναι εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι του πωλητή, η σύμβαση να είναι γραπτή και βεβαία ως προς τους βασικούς όρους της και να έχει κατατεθεί στο οικείο κτηματολογικό γραφείο εντός έξι μηνών από την ημερομηνία της υπογραφής της. Αυτά προβλέπονται στο άρθρο 3, όπως και ορισμένες άλλες ρυθμίσεις οι οποίες αφορούν σε ειδικές περιπτώσεις οι οποίες όμως είναι άσχετες με την παρούσα περίπτωση. Περαιτέρω, στο άρθρο 6
(1)(β) αναφέρεται ότι τηρουμένων των πιο πάνω όρων, η αγωγή θα πρέπει να εγείρεται εντός της περιόδου παραγραφής η οποία ισχύει σε σχέση με παράβαση συμφωνίας. Την προσπάθεια δε, να μη χάνεται χωρίς καλό λόγο μια έγκυρη συμφωνία ή μια αιτία αγωγής του είδους που συζητείται εδώ, συνδράμει το άρθρο 12 με σχετική πρόνοια, η οποία παρέχει τη δυνατότητα υποβολής αίτησης για παράταση του χρόνου κατάθεσης της συμφωνίας στο οικείο κτηματολογικό γραφείο ή έγερσης αγωγής για ειδική εκτέλεση. Όμως, η παρούσα περίπτωση προφανώς δεν εμπίπτει στην πιο πάνω πρόνοια και ούτε εφαρμόζονται σε σχέση με αυτή οι πρόνοιες του πρόσφατου περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου 66(Ι)/2012, ο οποίο ετέθη σε ισχύ την 1.7.2012. Επομένως, θα πρέπει μάλλον να εξεταστεί κατά πόσο η παρούσα αγωγή κατατέθηκε εμπρόθεσμα με βάση τον προϋπάρχοντα Νόμο, Κεφ. 232 και δη την πρόνοια στην επιφύλαξη του άρθρου 2(δ) αυτού, όπου αναφέρεται ότι: «Νοείται ότι, όταν στη σύμβαση προβλέπεται ή εξυπακούεται κάποια μεταγενέστερη ημερομηνία για τη δήλωση μεταβίβασης της ακίνητης ιδιοκτησίας που αναφέρεται σε αυτή ή για την καταβολή της αντιπαροχής ή για την καταβολή της τελευταίας δόσης της αντιπαροχής που συμφωνήθηκε να πληρωθεί με δόσεις ............ η εξάμηνη προθεσμία που προβλέπεται από την παράγραφο αυτή αρχίζει να υπολογίζεται από την ημερομηνία που προβλέπεται στη σύμβαση η οποία είναι μεταγενέστερη αυτής». Στην παρούσα περίπτωση έχει ήδη διαπιστωθεί ότι ο όρος 3 της επίδικης συμφωνίας ο οποίος προέβλεπε για εξόφληση του τιμήματος και μεταβίβαση συγχρόνως του κτήματος μέχρι συγκεκριμένη ημερομηνία δεν τηρήθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη. Ως εκ τούτου έπαυσε να είναι ουσιώδης όπως ρητώς προέβλεπε ο όρος 4 της συμφωνίας. Οπότε έρχεται στο προσκήνιο ο όρος 6 ο οποίος προβλέπει ότι «Η μεταβίβαση και εγγραφή στο όνομα του αγοραστού θα γίνει όταν αυτός εξοφλήσει το τίμημα πωλήσεως». Δεν καθορίζεται χρόνος ως προς τούτο και αντίθετα ισχύει αυτό που έχει ήδη προαναφερθεί. Ότι, δηλαδή, θα πρέπει ένας εκ των συμβαλλομένων να είχε ενεργήσει θετικά προς το σκοπό καθορισμού του χρόνου ολοκλήρωσης της συμφωνίας καθιστώντας έτσι τον όρο αυτό ουσιώδη. Η επιστολή εκ μέρους των εναγόντων ημερομηνίας 12.9.2007 τεκμήριο 3, ακριβώς πέτυχε το σκοπό αυτό. Καλούσε τον εναγόμενο να παρουσιαστεί στις 17.9.2007 η ώρα 8.30 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας για να γινόταν η μεταβίβαση και να τον πλήρωναν το υπόλοιπο του τιμήματος. Ο εναγόμενος δεν προσήλθε και κινήθηκε στις 21.9.2007 η παρούσα αγωγή, με τη συμφωνία να βρίσκεται σε ισχύ όπως ήταν και η πρόθεση τους, αφού με την αγωγή βασικά ζητούν την ειδική εκτέλεση της. Επομένως, η αγωγή καταχωρίστηκε εντός της εξάμηνης περιόδου παραγραφής που αναφέρεται πιο πάνω. Βέβαια, κατά το μήνα Οκτώβριο που ακολούθησε, οι ενάγοντες προχώρησαν και έκαναν τις πληρωμές προς όφελος του εναγομένου που αναφέρονται στις αποδείξεις 4,5 και 7, εκπληρώνοντας έτσι την υποχρέωση τους για καταβολή του τιμήματος. Με βάση, λοιπόν, τα όσα αναφέρονται πιο πάνω διαπιστώνεται ότι πληρούνται όλοι οι όροι τους οποίους θέτει ο Νόμος 81
(1)/2011 ώστε να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας των διαδίκων ημερομηνίας 30.1.2006, η οποία είναι κατατεθειμένη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας με στοιχεία ΠΩΕ 379/
- Κατά συνέπεια η αγωγή των εναγόντων επιτυγχάνει ενώ αποτυγχάνει η ανταπαίτηση του εναγομένου. Περαιτέρω, με βάση την κατάληξη, ανωτέρω, κρίνεται αχρείαστη πλέον η εξέταση της μαρτυρίας σε σχέση με το θέμα των αποζημιώσεων. Υπό τις περιστάσεις δε δικαιολογείται να δοθεί η θεραπεία αυτή. Όμως, ας σημειωθεί πως σε κάποιο στάδιο τα μέρη δήλωσαν εκ συμφώνου την αξία του επίδικου κτήματος σε διάφορους χρόνους. Συγκεκριμένα, συμφωνήθηκε ότι η αξία του το 2007 ήταν €800,000, το 2008 ήταν €900,000 και κατά το 2011 ήταν €750,
- Τέλος, πριν την έκδοση του διατάγματος για ειδική εκτέλεση θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εξόφληση του τιμήματος πώλησης, όπως έχει διαπιστωθεί, έγινε μεταγενέστερα της καταχώρησης της αγωγής, με κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο, οπότε δεν υπάρχει αναφορά στο γεγονός αυτό στη δικογραφία των εναγόντων. Η μη διόρθωση της αναλόγως ενδεχόμενα να αφήνει έκθετους τους ενάγοντες σε απαίτηση για καταβολή εκ νέου ποσού το οποίο έχουν ήδη καταβάλει στον εναγόμενο, εξοφλώντας και με το παραπάνω το τίμημα πώλησης, το οποίο προέβλεπε η συμφωνία. Το θέμα αυτό μπορεί να ρυθμιστεί με ανάλογη διαταγή για τροποποίηση της ειδικής οπισθογράφησης ώστε να περιληφθεί σ΄ αυτή αναφορά ότι μετά την καταχώρηση της αγωγής οι ενάγοντες είχαν προβεί, προς όφελος του εναγόμενου, στην πληρωμή των ποσών τα οποία αναφέρονται στις αποδείξεις τεκμήρια 4, 5 και 7 και ότι οι πληρωμές αυτές είχαν ως αποτέλεσμα την εξόφληση ολοκλήρου του συμφωνηθέντος τιμήματος. Και, βεβαίως, αφού λαμβάνεται υπόψη ότι η πιο πάνω μαρτυρία κατατέθηκε χωρίς ένσταση από την πλευρά του εναγομένου ο οποίος μάλιστα την έχει αποδεχτεί και αποτελεί μέρος των ευρημάτων του δικαστηρίου. Επομένως, υπό το φως όλων των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου συνιστάμενη στην έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης της γραπτής συμφωνίας των διαδίκων ημερομηνίας 30.1.2006 δια της μεταβίβασης του κτήματος υπ΄ αριθμό εγγραφής 8665, τεμάχιο 662, φύλλο/σχέδιο L/49 το οποίο βρίσκεται στη τοποθεσία Κάμπος του χωριού Αλαμινός στους ενάγοντες Ανδρέα Χαραλάμπους και Γεώργιο Λαζάρου. Η ανταπαίτηση του εναγομένου απορρίπτεται. ΄Οσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης αυτά επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου. Να υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα πιο πάνω διατάγματα να τεθούν σε ισχύ νοουμένου ότι οι ενάγοντες θα καταχωρήσουν στο Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου κλητήριο ένταλμα με τροποποιημένη την ειδική οπισθογράφηση, όπως αναφέρεται πιο πάνω, εντός επτά ημερών από σήμερα. ............................. Γ.Ν.Γιασεμής Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο