Παύλος Ανδρέα Χριστοφόρου κ.α. ν. VKCA QUALITY LTD, Αρ.αγωγής 2131/2012, 24/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A69 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Αρ.αγωγής 2131/2012 Ενώπιον: Γ.Ν.Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Μεταξύ:
- Παύλος Ανδρέα Χριστοφόρου
- Ελένη Γεωργίου το γένος Ανδρέα Χριστοφόρου
- Παρασκευή Ανδρέα Χριστοφ΄ρου όλοι από το Ηνωμένω Βασίλειο Διά του πληρεξουσίου Αντιπροσώπου τους Ανδρέα Χριστοφόρου από το Ηνωμένο Βασίλειο Ενάγοντες και V.K.C.A QUALITY LTD, από τη Λάρνακα Εναγόμενης 24 Απριλίου,
- Αίτηση ημερομηνίας 29.6.2012 Εμφανίσεις Για τους ενάγοντες, αιτητές: κ.Χρ.Πουργουρίδης Για την εναγομένη, καθ΄ ης η αίτηση: κα Ν.Λιασίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Βασιζόμενοι σε συμφωνία πώλησης γης και στην ισχυριζόμενη διάρρηξή της από την εναγόμενη εταιρεία, οι ενάγοντες κίνησαν την παρούσα αγωγή και αξιώνουν απόφαση για το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης και διαζευκτικά αποζημιώσεις. Eνώ με την υπό εξέταση αίτηση ζητούν απαγορευτικό διάταγμα το οποίο να εμποδίζει την εναγόμενη να αποξενώσει ή επιβαρύνει με οποιοδήποτε τρόπο συγκεκριμένο ακίνητο το οποίο βρίσκεται εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι της. Ο σκοπός είναι, αυτό να χρησιμοποιηθεί για ικανοποίηση απόφασης την οποία τυχόν να λάβουν εναντίον της σε σχέση με οποιαδήποτε από τις προαναφερθείσες θεραπείες. Δεδομένων των πιο πάνω γενικών παρατηρήσεων, θα πρέπει να αναφερθεί πλέον συγκεκριμένα ότι η αγωγή καταχωρίστηκε με κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο. Επομένως, υπάρχει δικογραφημένη άποψη της προβαλλόμενης από τους ενάγοντες αιτίας αγωγής μαζί με τις αξιούμενες θεραπείες. Ενώ και η παρούσα αίτηση, θα πρέπει να σημειωθεί, καταχωρίστηκε στον τύπο της μονομερούς. Όμως, κατά την πρώτη εξέταση της δόθησαν οδηγίες από το δικαστήριο όπως αυτή επιδοθεί. Είναι δε στην ίδια την αίτηση που η εναγόμενη καταχώρησε, μέσω των δικηγόρων της, ειδοποίηση ένστασης. Με αυτή αμφισβητεί ότι οι ενάγοντες δικαιούνται στο προαναφερθέν προσωρινό διάταγμα. Το νομικό βάθρο για την παρούσα διαδικασία προσφέρουν το άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6 και το άρθρο 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- ΄Οσον αφορά το πραγματικό υπόβαθρο αυτό προκύπτει από την ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την αίτηση και τα διάφορα έγγραφα τα οποία τη συνοδεύουν. Παραθέτει σε μεγάλο βαθμό, τα όσα αναφέρονται στην έκθεση απαιτήσεως ως ουσιώδη γεγονότα που συνθέτουν την αιτία αγωγής και την απαίτηση. Ενώ ένορκη δήλωση έχει καταχωριστεί και εκ μέρους της εναγομένης. Αρχίζοντας λοιπόν από τη δικογραφία αναφέρεται εκεί ότι στις 16.11.2007 οι ενάγοντες συμφώνησαν γραπτώς να πωλήσουν στην εναγόμενη τρία τεμάχια γης τα οποία βρίσκονται στην κοινότητα Αγίου Θεοδώρου Λάρνακας αντί του συνολικού ποσού των Λ.Κ.1.050.
- Αν και το κάθε τεμάχιο είχε ξεχωριστή εγγραφή εντούτοις λόγω της γειτνίασης και των χαρακτηριστικών των δύο από αυτά πωλήθηκαν ως ενιαίο σύνολο. Αυτό προβλέπεται ρητώς στη συμφωνία έστω και αν για το κάθε ένα από αυτά έχει δοθεί ξεχωριστή τιμή. Τα εν λόγω ακίνητα χαρακτηρίζονται στη συμφωνία με τα γράμματα Α, Β και Γ, αντίστοιχα. Με βάση τους όρους της εν λόγω συμφωνίας, η οποία παρεμπιπτόντως επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση ως τεκμήριο 1, το ακίνητο Α εξοφλήθηκε και μεταβιβάστηκε στην εναγόμενη εντός 60 ημερών από την υπογραφή της. Ως τίμημα πώλησης γι΄ αυτό είχε συμφωνηθεί το ποσό των Λ.Κ.850.
- Για τα ακίνητα Β και Γ δεν μπορούσε να γίνει το ίδιο για το λόγο ότι σε σχέση με αυτά υπήρχε δικαστική διαδικασία με εμπλεκόμενο προηγούμενο αγοραστή, η οποία βρισκόταν στο στάδιο της έφεσης. Για το λόγο αυτό είχε συμφωνηθεί ότι στην περίπτωση απόρριψης της έφεσης η εναγόμενη θα υποχρεούτο σε δεκαπέντε ημέρες από τη λήψη γραπτής ειδοποίησης σχετικά, να αποδέχετο μεταβίβαση των εν λόγω δύο ακινήτων, πληρώνοντας συγχρόνως και το αναλογούν γι΄ αυτά συμφωνηθέν τίμημα πώλησης που ήταν Λ.Κ.200.
- Στις 26.4.2012 η έφεση απορρίφθηκε. 'Ομως, η εναγόμενη αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τα συμφωνηθέντα όταν έλαβε ειδοποίηση προς τούτο εκ μέρους των εναγόντων. Και, αντίθετα, με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 21.5.2012, δήλωσε ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση, καλώντας συγχρόνως τους ενάγοντες να λύσουν κοινή συναινέσει το μέρος της συμφωνίας που αφορούσε στα προαναφερθέντα δύο ακίνητα. Οι ενάγοντες προβάλλοντας τη θέση ότι είναι ενιαία η συμφωνία, κίνησαν την παρούσα αγωγή αξιώνοντας την καταβολή προς αυτούς του τιμήματος το οποίο αναλογεί στα πιο πάνω δύο ακίνητα και ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ.200.
- Διαφορετικά, αν θεωρηθεί ότι η συμφωνία έχει τερματιστεί, παρά τη θέληση τους και χωρίς να είχαν επιλογή για εμμονή στην ολοκλήρωσή της, τότε αξιώνουν το πιο πάνω ποσό υπό μορφή αποζημίωσης. Στην ένορκη δήλωση αναφέρεται, συναφώς, με παραπομπή σε εκτιμητική έκθεση, ότι η αξία των ακινήτων Β και Γ ανέρχετο κατά τον Ιούνιο του 2012 στις €76.
- Ενώ η συμφωνηθείσα τιμή αγοράς των δύο αυτών ακινήτων σε ευρώ ήταν 341,720.
- Τέλος, στην εν λόγω ένορκη δήλωση τους οι ενάγοντες εκφράζουν την ανησυχία τους για το αν θα δυνηθούν να ικανοποιήσουν απόφαση την οποία τυχόν να λάβουν εναντίον της εναγομένης για οποιοδήποτε ποσό και ειδικά αυτό που αξιώνουν με την απαίτηση τους. Ο λόγος όπως αναφέρουν, είναι διότι η τελευταία έχει ήδη αρχίσει να προβαίνει στην ανάπτυξη του ακινήτου Α με την ανέγερση σ΄ αυτό παραθεριστικών κατοικιών, τις οποίες διαθέτει προς πώληση. Γι΄ αυτό ζητούν το πάγωμα οποιωνδήποτε συναλλαγών που θα έχουν ως αποτέλεσμα την αποξένωση ή επιβάρυνση του ακινήτου, η κυριότητα του οποίου, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, έχει ήδη περιέλθει στην εναγόμενη. Ενώ δεν παραλείπεται αναφορά και στο ότι ο κλάδος της οικοδομικής βιομηχανίας στην οποία η εναγόμενη δραστηριοποιείται αντιμετωπίζει σοβαρή οικονομική κρίση. Όμως, να σημειωθεί ότι ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός δεν έχει τεκμηριωθεί με μαρτυρία. 'Οσον αφορά την υπό εξέταση πτυχή η εναγόμενη βασικά απαντά με τη θέση ότι γενικά όλοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί των εναγόντων είναι ατεκμηρίωτοι και ότι απλώς εκφράζουν προσωπικές τους απόψεις. Κατά συνέπεια δεν καταδεικνύεται ότι υπάρχει πιθανότητα αυτοί να υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Ενώ, πρόσθετα, αναφέρεται ότι στην περίπτωση έκδοσης του είναι η εναγόμενη η οποία θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά και απώλεια αφού δε θα μπορεί να προωθήσει τις εργασίες της και προπαντός να διαθέσει προς πώληση τις ανεγειρόμενες στο ακίνητο Α κατοικίες. Αν και δεν αμφισβητούνται στην πλειοψηφία τους οι πιο πάνω ισχυρισμοί των εναγόντων οι οποίοι αφορούν στη συμφωνία, εντούτοις η παρούσα διαδικασία δεν προσφέρεται για τη διενέργεια ευρημάτων επί της ουσίας, (βλ. The Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Και είτε η αίτηση εξετάζεται με βάση το άρθρο 5 του Νόμου, Κεφ.6 είτε με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960. Να σημειωθεί ότι υπάρχει μια ταυτοσημία μεταξύ των προνοιών των πιο πάνω άρθρων που καθιστά ίδια και τα κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο κατά την εφαρμογή τους, (βλ. Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520 και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Συνήθως δε, όταν ένας αιτητής επικαλείται μαζί τα εν λόγω άρθρα στην πράξη η αίτηση εξετάζεται στη βάση των προϋποθέσεων οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 32
(1). Αυτό θα γίνει και στην προκειμένη περίπτωση. Οι εν λόγω προϋποθέσεις μπορεί να χαρακτηρισθούν ως τυπικές με την έννοια ότι η διαπίστωση για τη συνύπαρξη τους είναι αναγκαία προς διασφάλιση ότι τόσο στο επίπεδο της αγωγής όσο και στο επίπεδο της αίτησης η ενδιάμεση διαδικασία δεν έχει αναληφθεί επί ματαίω. Ο τρόπος εφαρμογής τους υπήρξε αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία υποθέσεων. Ξεχωρίζει η υπόθεση Οdysseos n. A. Pieris Estates Ltd.
(1982)1C.L.R. 557, στην οποία δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στη σημασία και τον τρόπο εφαρμογής τους με αναφορά τη δικογραφία του αιτητή και τη βαρύτητα που πρέπει να δίνεται στην υποστηρίζουσα τη θέση της κάθε πλευράς ένορκη μαρτυρία. Κατά πόσο προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση εξετάζεται με αναφορά την έκθεση απαιτήσεως. Το ερώτημα δε το οποίο τίθεται συναφώς είναι αν μπορεί να συναχθεί από τα ουσιώδη γεγονότα συζητήσιμη υπόθεση. Αυτή είναι η πρώτη προϋπόθεση η οποία τίθεται σχετικά από την επιφύλαξη του άρθρου 32
(1). Με βάση δε τα όσα έχουν προηγουμένως αναφερθεί, σαφώς, στην προκειμένη περίπτωση η προϋπόθεση αυτή ικανοποιείται. Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες ισχυρίζονται παραβίαση από μέρους της εναγόμενης της μεταξύ τους επίδικης συμφωνίας η οποία φέρεται να συνίσταται σε ρητή άρνηση της τελευταίας να καταβάλει το αναλογούν τίμημα και να δεχθεί μεταβίβαση των ακινήτων Β και Γ. Αν ο ισχυρισμός αυτός αποδειχθεί κατά τη δίκη τότε οι ενάγοντες θα δικαιούνται σε αποζημιώσεις συνεπεία της παραβίασης, ως άνω, της συμφωνίας, που είναι μια εκ των θεραπειών που αξιώνουν με την έκθεση απαιτήσεως τους. Περαιτέρω, με βάση το σύνολο της μαρτυρίας αλλά ιδιαίτερα αυτής η οποία προσκομίστηκε εκ μέρους των εναγόντων, η πιθανότητα απόδοσης της πιο πάνω θεραπείας είναι οπωσδήποτε ορατή. Δεν παρίσταται ανάγκη να εξεταστεί στο παρόν στάδιο αν διαζευκτικά θα μπορούσε να αποδοθεί η άλλη αιτούμενη θεραπεία. Ενώ σε σχέση με την πρώτη θεραπεία, ανωτέρω, θα μπορούσε να λεχθεί ότι η μαρτυρία σχετικά των εναγόντων, ως έχουν τα πράγματα αυτή τη στιγμή, ουσιαστικά παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Βέβαια, όπως έχει εξηγηθεί στην προαναφερθείσα νομολογία, στο στάδιο αυτό η μαρτυρία εξετάζεται ως έχει στην όψη της και οπωσδήποτε αποφεύγεται η αξιολόγηση της και η διαπίστωση ευρημάτων επί γεγονότων τα οποία αφορούν την ουσία της επίδικης διαφοράς. Συναφώς να επισημανθεί πως αυτό που διαφαίνεται από τη μαρτυρία της εναγομένης είναι κάποια αμφισβήτηση όσον αφορά τον, κατ΄ ισχυρισμό, ενιαίο χαρακτήρα της επίδικης συμφωνίας. Η θέση αυτή παραπέμπει σε αμιγώς νομικό ζήτημα. Στο σημείο δε αυτό μπορεί επίσης να λεχθεί ότι, εκ πρώτης όψεως, η συμφωνία φαίνεται να είναι όντως ενιαία. Αυτά αφορούν στη δεύτερη προϋπόθεση την οποία θέτει το άρθρο 32
(1). Πρόσθετα, να σημειωθεί ότι υπάρχει αμφισβήτηση και όσον αφορά το ύψος των αποζημιώσεων. Όμως, το θέμα αυτό άπτεται αποκλειστικά του υπολογισμού της αποζημίωσης ο οποίος θα πρέπει να γίνει στη βάση μαρτυρίας η οποία θα προσφερθεί εκατέρωθεν. Είναι ένα εγχείρημα το οποίο στην πραγματικότητα έχει αναληφθεί και στα πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας. Εντούτοις, το οποιοδήποτε ύψος της αποζημίωσης ουδόλως επηρεάζει την πιθανότητα που έχει διαπιστωθεί πιο πάνω για την απόδοση της εν λόγω θεραπείας. Ενώ, πρόσθετα, άσχετη και ανεδαφική κρίνεται ότι είναι και η θέση εκ μέρους της εναγομένης ότι δεν υπήρξε αποκάλυψη εκ μέρους των εναγόντων ότι τα ακίνητα Β και Γ επηρεάζονται από απαλλοτρίωση και επίσης πιθανόν να ευνοούνται από τη δημιουργία δικαιωμάτων από το συντελεστή δόμησης που υφίσταται για τη συγκεκριμένη περιοχή. Ενώ θα πρέπει συγχρόνως να αναφερθεί ότι η πιο πάνω θέση απλώς αναφέρεται στη σχετική ένορκη δήλωση προκειμένου να προβληθεί ο ισχυρισμός για μη αποκάλυψη. Όμως, προφανώς, ούτε και η ίδια η εναγόμενη βασίζεται στα πιο πάνω στοιχεία αφού, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία, αυτά έχουν ρητώς αγνοηθεί στην εκτιμητική έκθεση η οποία ετοιμάστηκε για λογαριασμό της σε σχέση με το θέμα της αποζημίωσης. Επομένως, απορρίπτεται η πιο πάνω θέση για μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Το προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα ζητείται ακριβώς για να διασφαλισθεί μελλοντικά η ικανοποίηση απόφασης η οποία τυχόν να εκδοθεί υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγομένης για καταβολή από την τελευταία αποζημίωσεων σε σχέση με παραβίαση της επίδικης συμφωνίας, ή άλλης χρηματικής θεραπείας. Σύμφωνα με την τρίτη προϋπόθεση η οποία τίθεται από το άρθρο 32
(1), ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι αν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στο σημείο δε αυτό είναι χρήσιμο να γίνει ειδική αναφορά και στη σχετική πρόνοια του άρθρου 5
(2)του Νόμου, Κεφ.6. Αναφέρει συγκεκριμένα ότι «Το διάταγμα αυτό δεν εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ... ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν να εκδοθεί υπέρ του». Η μόνη άλλη προϋπόθεση που τίθεται για την έκδοση του είναι ότι ο ενάγων θα πρέπει να έχει καλή βάση αγωγής. Εκ μέρους της εναγομένης αμφισβητείται ότι οι ενάγοντες έχουν προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να ικανοποιεί την πιο πάνω προϋπόθεση. Υπενθυμίζεται ότι η μαρτυρία των εναγόντων προβάλλει τη θέση ότι η εναγόμενη άρχισε να προβαίνει στην ανάπτυξη του ακινήτου Α με την ανέγερση παραθεριστικών κατοικιών τις οποίες προορίζει προς πώληση. Η εναγόμενη δεν αμφισβητεί τη μαρτυρία αυτή ούτε και το ενδεχόμενο της σταδιακής αποξένωσης του εν λόγω ακινήτου στα πλαίσια των προαναφερθέντων εργασιών της. Εντούτοις, εμμένει στη θέση ότι η μαρτυρία των εναγόντων για τη πτυχή αυτή δεν είναι επαρκής και, επίσης, πως αν το προσωρινό διάταγμα εκδοθεί θα εμποδιστεί σοβαρά από την προώθηση του συγκεκριμένου έργου. Η απάντηση στη θέση, ανωτέρω, της εναγομένης μπορεί πιστεύω, να δοθεί από το ακόλουθο απόσπασμα στην υπόθεση C.Phasarias (Aut.Centre) Ltd. v. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ.
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 785, όπου ο Κωσταντινίδης Δ. αναφέρει στις σελίδες 789 έως 790, τα εξής: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβασθεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία». Η πιο πάνω υπόθεση εξετάστηκε με αναφορά στη σχετική πρόνοια του άρθρου 32
(1)καθώς επίσης σε σχέση με την πρόνοια του άρθρου 5
(2), ανωτέρω, που αναφέρεται σε «πιθανότητα» μη ικανοποίησης της δικαστικής απόφασης. Ερμήνευσε το κριτήριο αυτό με προοπτική, συνδέοντας το με την «πιθανή επίδραση» της αποξένωσης ή επιβάρυνσης της ζητούμενης για δέσμευση ακίνητης περιουσίας, παραπέμποντας και στη σχετική επί του θέματος νομολογία, και καταλήγοντας ως ανωτέρω. Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση διαπιστώνεται από τη μαρτυρία, η οποία παρατίθεται πιο πάνω, ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα μη ικανοποίησης απόφασης την οποία τυχόν να εξασφαλίσουν οι ενάγοντες εναντίον της εναγόμενης. Αυτή δε προέρχεται κυρίως από την πλευρά της εναγόμενης και αφορά στη χρήση στην οποία έχει ήδη θέσει το ακίνητο Α. Εν τέλει, υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας διαπιστώνεται ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση, ανωτέρω, του άρθρου 32
(1). Ενώ στη βάση της ίδιας πιο πάνω μαρτυρίας διαπιστώνεται ότι και το ισοζύγιο της ευχέρειας ή της δικαιοσύνης, όπως έχει επίσης χαρακτηριστεί, σαφώς γέρνει προς όφελος των εναγόντων. Πρόκειται για την αρχή την οποία προβλέπει το άρθρο 32
(1)και εξετάζει αν η έκδοση ενός διατάγματος είναι πρόσφορη ή δίκαιη υπό τις δοσμένες περιστάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, ακριβώς, δεδομένης της ισχυρής υπόθεσης την οποία η μαρτυρία αποκαλύπτει ότι έχουν οι ενάγοντες, κρίνεται ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να διασφαλιστεί η ικανοποίηση απόφασης την οποία οι ενάγοντες τυχόν να λάβουν εναντίον της εναγομένης. Ο ισχυρισμός εκ μέρους της τελευταίας ότι αν εκδοθεί το διάταγμα δε θα είναι σε θέση να προβεί στην πώληση των υπό ανέγερση κατοικιών στο ακίνητο Α είναι πιθανώς ορθός. Όμως, σ΄ αυτή εναπόκειτο να εισηγηθεί κάποια λύση γνωρίζοντας την οικονομική της κατάσταση για διασφάλιση αυτού που έχει προηγουμένως αναφερθεί. Η προσέγγιση αυτή είναι θεμιτή υπό το φως της απόφασης στην υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους ν. Berfleet Enterprises Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 280, στη σελίδα 285. Τέλος, δεν παραβλέπεται ότι υπάρχει πρόνοια στο ίδιο το άρθρο 5
(1)η οποία παρέχει τη δυνατότητα για δέσμευση όσης περιουσίας είναι αναγκαία για τους σκοπούς του διατάγματος. Επομένως, έχοντας κατά νουν τις αξίες των ακινήτων όπως αυτές έχουν προβλεφθεί με τη συμφωνία κρίνεται ότι αν δεσμευθεί το 1/3 του ακινήτου Α οπωσδήποτε αυτό θα αποτελεί ικανοποιητική εξασφάλιση, όπως έχει η κατάσταση στη δεδομένη αυτή στιγμή. Να σημειωθεί ότι παρόμοια ήταν και η αντιμετώπιση πρωτόδικα της πιο πάνω πτυχής στην υπόθεση Mersano Investments Ltd. v. Karian General Services Ltd.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1741, και επικυρώθηκε από το Εφετείο. Υπό το φως των πιο πάνω η αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται το προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα ως το Α αυτής, περιοριζόμενης της εφαρμογής του στο 1/3 του ακινήτου υπ΄ αριθμό εγγραφής 30313, φύλλο/σχέδιο LV/24, τεμάχιο 627 στην κοινότητα Αγίου Θεοδώρου, Λάρνακα. Το διάταγμα να παραμείνει σε ισχύ μέχρι το πέρας της αγωγής ή νεωτέρας διαταγής του δικαστηρίου. ΄Οσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας αυτά επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγομένης. Να υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή με το πέρας της αγωγής και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. ......................... Γ.Ν.Γιασεμής Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο