Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Μάριος Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 184/2011, 17/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A84 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: M. Aμπίζα, Α.Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 184/2011 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων -και-
- Μάριος Γεωργίου
- Ανδρούλλα Παναγή
- Γεωσίνα Οικοδομικές Εργασίες Λτδ Εναγομένων Αίτηση Παραμερισμού ημερομηνίας 21.8.
- Ημερομηνία: 17 Μαΐου
- Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 3-Αιτητές: κα Κ. Κώστα. Για τους Ενάγοντες-Καθ' ων η Αίτηση: κ. Ν. Καπελάκης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση τους, οι Εναγόμενοι 3-Αιτητές επιδιώκουν την ακύρωση και/ή παραμερισμό της απόφασης του Δικαστηρίου υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 3, η οποία εκδόθηκε στις 11.3.
- Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, μεταξύ άλλων, Δ.17 Θ.10, καθώς επίσης στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της παρούσας αίτησης αποτελεί η ένορκη δήλωση του ιδίου του Νίκου Συναπίδη, από την Αραδίππου, Διευθυντή της Εναγομένης 3 εταιρείας, ημερομηνίας 21.8.
- Με την ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης, ημερομηνίας 3.12.2012, οι Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση φέρουν ένσταση στον αιτούμενο παραμερισμό. Οι λόγοι ένστασης στους οποίους βασίζονται οι Ενάγοντες συγκεκριμενοποιούνται στο σώμα της ένστασης υπό Α - Η και είναι οι εξής: Α. Η αίτηση είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη. Β. Η αίτηση υπεβλήθη καθυστερημένα χωρίς οιανδήποτε δικαιολογία. Γ. Οι αιτητές δεν έχουν καλή ή οιανδήποτε υπεράσπιση. Δ. Οι εναγόμενοι 3 επέδειξαν πλήρη αδιαφορία για την υπόθεση τους και καθυστέρησαν αδικαιολόγητα στη λήψη οιωνδήποτε μέτρων. Ε. Η απόφαση εξεδόθη κανονικά και νομότυπα. ΣΤ. Η αίτηση γίνεται για σκοπούς καθυστέρησης της εκτέλεσης. Ζ. Υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση και εσκεμμένη και ή αδικαιολόγητη περιφρόνηση προς τη δικαστική διαδικασία. Η. Οι εναγόμενοι 3 δεν απέσεισαν το βάρος απόδειξης όσον αφορά την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης στην αγωγή και η αίτηση γίνεται με σκοπό την παρακώλυση της εκτέλεσης της απόφασης. Η ειδοποίηση ένστασης συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Μιχάλη Στυλιανού ημερομηνίας 3.12.2012 καθώς επίσης του Αριστείδη Ιακώβου, ιδιώτη επιδότη, επίσης ημερομηνίας 3.12.
- Από μια αναδρομή στο ιστορικό της παρούσας αγωγής, όσον αφορά τους εναγόμενους 3, όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης και από τις θέσεις των δύο πλευρών, διαφαίνεται ότι το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο καταχωρήθηκε κατά την 20.1.2011 και φέρεται να επιδόθηκε στους εναγόμενους 3 στα Λειβάδια έναντι της υπογραφής του Νίκου Συναπίδη, ο οποίος είναι διευθυντής της εταιρείας, στις 25.1.
- Κατά τη 14.2.2011 καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης και στις 11.3.2011 εκδόθηκε απόφαση εναντίον των εναγομένων 3 και υπέρ των εναγόντων. Ακολουθεί, στις 21.8.2012, η καταχώρηση της παρούσας αίτησης ενώ στις 2.8.2012 η συνήγορος των εναγομένων 3 φαίνεται να αποτάθηκε στον Πρωτοκολλητή εκ μέρους των εναγομένων 3 με αίτημα όπως την εφοδιάσει με αντίγραφα των δικογράφων που κατατέθηκαν στο φάκελο του Δικαστηρίου. Στην ένορκη του δήλωση ο διευθυντής των εναγομένων 3 αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι περί τις 20.7.2012 έλαβαν επιστολή ημερομηνίας 16.7.2012 με την οποία δικαστικός επιδότης τους πληροφορούσε ότι έχει στα χέρια του ένταλμα κατάσχεσης της κινητής τους περιουσίας για το ποσό των €127.675,14 πλέον έξοδα, πλέον τόκους και Φ.Π.Α. και τους καλούσε όπως εντός τριών ημερών διευθετηθεί η υπόθεση. Με τη λήψη της επιστολής οι εναγόμενοι ξαφνιάστηκαν και αμέσως επικοινώνησαν με το δικηγόρο τους διευθετώντας συνάντηση μαζί του. Έδωσαν δε οδηγίες για έρευνα στο φάκελο της υπόθεσης. Από την έρευνα του δικηγόρου τους διαπιστώθηκε ότι στις 20.1.2011 καταχωρήθηκε εναντίον των εναγομένων 3 η αγωγή και ότι στις 11.3.2011 εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους. Κατά ή περί τις 25.1.2011 επιδόθηκε σε αυτόν, ως διευθυντή της εναγόμενης 3, αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος. Εξ΄ όσων τον συμβουλεύει ο δικηγόρος των εναγομένων 3-αιτητών η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε αυτόν ως διευθυντή της εναγόμενης 3, είναι κακή επίδοση καθ΄ ότι αυτή θα έπρεπε να γίνει στο εγγεγραμμένο γραφείο της εναγόμενης εταιρείας. Συνεπώς η απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί λόγω της κακής επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Ο λόγος που δεν καταχωρήθηκε εκ μέρους της εναγόμενης 3 εγκαίρως και εντός της προθεσμίας που τάσσει ο νόμος σημείωμα εμφάνισης ήταν γιατί είχε απωλέσει το κλητήριο ένταλμα το οποίο του είχε επιδοθεί στον τόπο της εργασίας του, πλην όμως ενώ αποτάθηκε στο δικηγόρο για να τον βοηθήσει, αυτός δεν μπορούσε να πράξει οτιδήποτε χωρίς αγωγή και στοιχεία μέχρι που παρέλαβε την επιστολή από το Δικαστήριο για writ, όπως αναφέρει, περί τις 20.7.2012 και είχε αμέσως απευθυνθεί για να ληφθούν τα δέοντα μέτρα. Μόλις περιήλθε στην αντίληψη των εναγομένων 3 ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους, αμέσως και χωρίς άλλη καθυστέρηση, προχώρησαν στην καταχώριση της παρούσας αίτησης, η οποία καταχωρείται σε σύντομο χρόνο ή και εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία λήψης γνώσης για την εν λόγω απόφαση. Ο ενόρκως δηλών αναφέρεται περαιτέρω στους ισχυρισμούς του αναφορικά με την ύπαρξη καλής υπεράσπισης. Από την πλευρά του ο Μιχάλης Στυλιανού, υπάλληλος των εναγόντων, παραθέτει τους δικούς του ισχυρισμούς και θέσεις αναφορικά τόσο με την υπόθεση όσο και την επίδοση της αγωγής και παράλειψη των εναγομένων 3 να εμφανιστούν, καθώς επίσης και την αδιαφορία που κατά τη θέση του οι εναγόμενοι 3 επέδειξαν, ισχυριζόμενος ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Ο Αριστείδης Ιακώβου, ιδιώτης επιδότης, στη δική του ένορκη δήλωση αναφέρει ότι την 25.1.2011 επέδωσε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στον κ. Νίκο Συναπίδη στη διεύθυνση Άρτας Ζ 18, 7060 Λειβάδια, της επαρχίας Λάρνακας, ο οποίος αποδέχτηκε και την παρέλαβε αφού τον βεβαίωσε ότι είναι διευθυντής της εναγόμενης 3 εταιρείας. Μετά από σχετική αίτηση, επιτράπηκε η αντεξέταση του Αριστείδη Ιακώβου, σχετικά με τη διεύθυνση επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Συνεπώς, η ακρόαση της παρούσας αίτησης περιελάμβανε την αντεξέταση του εν λόγω ενόρκως δηλούντα για να ακολουθήσουν οι αγορεύσεις των δύο συνηγόρων. Το σύνολο των αγορεύσεων των δύο συνηγόρων έχει τύχει λεπτομερούς μελέτης από το Δικαστήριο. Ερωτηθείς ο ενόρκως δηλών πού έγινε η επίδοση, ανέφερε ότι αυτή έγινε στα Λειβάδια στη Λάρνακα στο διευθυντή της εταιρείας κ. Νίκο Συναπίδη. Ο ίδιος έχει προβεί σε αρκετές επιδόσεις στην εταιρεία στη διεύθυνση Άρτας Ζ 18, που είναι ο τόπος διαμονής του κ. Συναπίδη. Η διεύθυνση αυτή αναγράφεται στο κλητήριο ένταλμα και το κλητήριο αφέθηκε στο διευθυντή της εταιρείας. Στον ενόρκως δηλών υπεβλήθη ότι η επίδοση δεν έγινε στην εν λόγω διεύθυνση αλλά ότι βρήκε τον κ. Συναπίδη στην εργασία του. Ο ενόρκως δηλών απάντησε ότι δεν γνωρίζει καν πού εργάζεται το εν λόγω πρόσωπο. Στην ένορκη δήλωση επίδοσης αναγράφει μόνο την περιοχή που γίνεται η επίδοση εκτός εάν αυτή γίνεται στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας στην περίπτωση κατά την οποία δεν ανευρεθεί αξιωματούχος της εταιρείας. Παραμένοντας στο ζήτημα της ορθότητας της επίδοσης στο πλαίσιο του μαρτυρικού υλικού που έχω ενώπιον μου κρίνω ότι δεν προέκυψε οτιδήποτε κατά την αντεξέταση του Αριστείδη Ιακώβου που να ανατρέπει τον ισχυρισμό του ότι επέδωσε το κλητήριο στην οδό Άρτας Ζ 18, στα Λειβάδια, παραδίδοντας αντίγραφο στο διευθυντή της εναγόμενης 3 εταιρείας Νίκο Συναπίδη. Το ζητούμενο, κατά την άποψη μου, δεν είναι κατά πόσο είναι ορθά συμπληρωμένη η ένορκη δήλωση επίδοσης, αλλά το κατά πόσο έγινε ορθά η επίδοση. Αποδέχομαι τα λεγόμενα του ενόρκως δηλούντα, κρίνοντας τον αξιόπιστο τόσο με βάση τη ζωντανή του παρουσία στο Δικαστήριο όσο και με βάση το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, αποδεχόμενος συνακόλουθα τα όσα αναφέρει σχετικά με την επίδοση του κλητηρίου στην εναγόμενη 3 εταιρεία. Από δε τα στοιχεία που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του Μιχάλη Στυλιανού, προκύπτει και δεν έχει αμφισβητηθεί με οποιονδήποτε τρόπο, ότι η εν λόγω διεύθυνση αποτελεί το εγγεγραμμένο γραφείο της εναγόμενης 3 εταιρείας. Συνακόλουθα, αποτελεί συμπέρασμα μου ότι η επίδοση του κλητηρίου στην εναγόμενη 3 δεν πάσχει με οποιονδήποτε τρόπο και έφερε σε γνώση της εναγόμενης 3 την εναντίον της διαδικασία στις 25.1.
- Η Δ.17 υπό τον τίτλο "Default of appearance" ("Παράλειψη εμφάνισης") στο Θ.10 αναφέρει τα ακόλουθα: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just". Όπως εμφανώς προκύπτει από το λεκτικό της ως άνω πρόνοιας και από την άφθονη επί του θέματος νομολογία ο παραμερισμός ή όχι εκδοθείσας δικαστικής απόφασης αποτελεί θέμα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία πρέπει να συντρέχουν για να ασκηθεί υπέρ του αιτούντος τον παραμερισμό απόφασης η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι πρώτο ότι ο Εναγόμενος έχει δείξει καλήν υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης και δεύτερο να δείξει ότι υπάρχει σοβαρός λόγος για τη μη εμφάνιση του στη διαδικασία ή την καθυστέρηση του να αποταθεί στο Δικαστήριο για τον παραμερισμό της απόφασης. Στην Πολ. Έφ. 9686, ημερ. 8.8.97, Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης, αναλύονται οι σχετικές αρχές και υιοθετούνται οι αρχές όπως καθορίστηκαν στην απόφαση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204 που τονίζουν αφενός την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουσθεί και αφετέρου την ανάγκη διασφάλισης της άνευ προσκόμματος αποπεράτωσης της δίκης η οποία είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Όπως αναφέρεται, εάν ένας διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απολεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης. Τονίζεται δε ότι όταν η συμπεριφορά του διαδίκου που επιζητεί τον παραμερισμό απόφασης ισοδυναμεί με καταφρόνηση του Δικαστηρίου ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την αίτηση. Όπως λέχθηκε στη Milouca (ανωτέρω): «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουσθεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. ΄Οπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Πέραν των ως άνω σχετικές είναι, μεταξύ άλλων, και οι υποθέσεις Evans v. Bartlam
(1937)2 All.E.R. 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Cristoforou v. Kyriakouli
(1963)2 C.L.R. 159, Mine and Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου), Πολ. Εφ. 8041, ημερ. 28.1.1983, Κάτια Χριστοφόρου κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολ. Εφ. 10531, ημερ. 2.2.2000, Λουκαϊδου ν. Γερολέμου, Πολ. Εφ. 10334, ημερ. 15.3.2000, Εταιρείας Βοθροκαθαριστών Λεμεσού «Βοθροτεξ» Λτδ ν. Φαντάκη, Πολ. Εφ. 10742, ημερ. 23.3.
- Όσον αφορά το κατά πόσο έχει αποδειχτεί η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης εκ μέρους του Εναγομένου θα πρέπει να σημειωθεί ότι το τι εξετάζεται από το Δικαστήριο δεν είναι αν έχει αποδειχτεί η υπεράσπιση. Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό, δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. (Σχετική είναι η Πολ. Εφ. 10015 Μαρία Γεώργαινα Λευκίδου ν. Άριστου Κανναουρίδη ημερ. 26.4.1999). Εξετάζοντας πρώτα τη δεύτερη προϋπόθεση σαφώς προκύπτει ότι από τις 25.1.2011 οι εναγόμενοι 3 έλαβαν, μέσω του διευθυντή τους, γνώση για την εναντίον τους διαδικασία. Παρά τούτο, δεν καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης με αποτέλεσμα τη λήψη, από πλευράς εναγόντων, απόφασης στις 11.3.
- Ως λόγος για τη μη καταχώρηση εμφάνισης αναφέρεται η απώλεια του κλητηρίου και το ότι παρά το γεγονός ότι ο διευθυντής των εναγομένων 3 αποτάθηκε για βοήθεια στο δικηγόρο, αυτός δεν μπορούσε να πράξει οτιδήποτε χωρίς αγωγή και στοιχεία μέχρι που παρελήφθη επιστολή για ένταλμα κατάσχεσης κινητών περί τις 20.7.2012 (περίπου 16 μήνες μετά την επίδοση). Με άλλα λόγια, το τι προβάλλεται από τους εναγόμενους 3 ως δικαιολογία για τη μη εμφάνιση τους και την καθυστέρηση να αποταθούν στο Δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης είναι ότι χάθηκε το κλητήριο και λόγω του ότι δεν είχαν τα απαραίτητα στοιχεία δεν μπορούσαν να τύχουν βοήθειας από το δικηγόρο τους. Και αντί να προβούν σε οποιοδήποτε διάβημα, είτε μέσω του Δικαστηρίου (Πρωτοκολλητείο), είτε μέσω των αντιδίκων τους, επέλεξαν να αδιαφορήσουν (περί αυτού πρόκειται) για την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, προσερχόμενοι με αίτηση παραμερισμού τον Αύγουστο του έτους 2012, 17 μήνες από την επίδοση της αγωγής σ΄ αυτούς. Είμαι της άποψης ότι η συμπεριφορά των εναγομένων 3 δεν μπορεί παρά να ισοδυναμεί με πλήρη αδιαφορία και περιφρόνηση για τη δικαστική διαδικασία και τα δικαιώματα του αντιδίκου τους. Θεωρώ ότι η παρούσα περίπτωση είναι μια από τις περιπτώσεις που το Δικαστήριο θα πρέπει να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση ακόμη και εάν μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποκαλύπτεται υπεράσπιση. Παρά την ως άνω κατάληξη μου, η οποία αποβαίνει μοιραία για την παρούσα αίτηση, θα ασχοληθώ πολύ συνοπτικά και με την πρώτη προϋπόθεση, της ύπαρξης καλής υπεράσπισης. Όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Αυτό δεν αναιρεί όμως την υποχρέωση προσκόμισης στοιχείων ώστε να μπορεί να υπάρξει τέτοια διαπίστωση. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να προσκομίζονται επαρκή στοιχεία που να οδηγούν σε τέτοια διαπίστωση. Στην παρούσα περίπτωση, το τι τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι τόσο γενικό και αόριστο που δεν θεωρώ ότι θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαπίστωση ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης ή συζητήσιμου σημείου. Ως εκ των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι η παρούσα αίτηση δεν θα πρέπει να έχει επιτυχή κατάληξη και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του παραμερισμού της εκδοθείσας εναντίον των εναγομένων 3 απόφασης. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων - καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των εναγομένων 3 - αιτητών ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............... Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο