← Κύπρος

Κυριακής Ανδρέου ν. Joanne Rigby, Αρ. Αγωγής:3493/2011, 14/4/2013

Κυριακής Ανδρέου ν. Joanne Rigby, Αρ. Αγωγής:3493/2011, 14/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A61 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:3493/2011 Μεταξύ: Κυριακής Ανδρέου Ενάγουσας - Καθ΄ής η Αίτηση και Joanne Rigby Εναγόμενης - Αιτήτριας ----------------------------------- Ημερομηνία: 14 Μαΐου, 2013 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα - καθ΄ής η αίτηση: κα Χρ. Θωμά για Θέμης Θωμά & Συνεργάτες Για την εναγόμενη - αιτήτρια: κα Παύλου για κ. Γ. Θ. Κούμα Απόφαση (Σε αίτηση για παραμερισμό απόφασης και επαναφοράς του κλητηρίου εντάλματος) Η αιτήτρια επιδιώκει τον παραμερισμό της απόφασης του Δικαστηρίου που εκδόθηκε ερήμην της στις 19.06.

  1. Η απόφαση αφορούσε απολεσθέντα ενοίκια και/ή αποζημιώσεις που προέκυψαν από παράνομη, όπως ισχυριζόταν η ενάγουσα, επέμβαση και/ή κατοχή του διαμερίσματος που ανήκει στην ενάγουσα από τις 16.07.2010 μέχρι 16.06.2012 πλέον €435.- μηνιαίως ως ενοίκια και/ή αποζημιώσεις από 11.06.2012 μέχρι και της παράδοσης του επίδικου διαμερίσματος από την εναγόμενη στην ενάγουσα με τόκο προς 5.5% ετησίως από 1.12.2011 μέχρι εξοφλήσεως. Επί πλέον των πιο πάνω διατασσόταν όπως καταβάλει και τα έξοδα της αγωγής, Επί πλέον διατασσόταν όπως παύσει να επεμβαίνει και κατέχει το συγκεκριμένο διαμέρισμα και προς τούτο η απόφαση οπισθογραφήθηκε και διατασσόταν η εναγόμενη όπως συμμορφωθεί με τα εκδοθέντα διατάγματα. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ. 17 Θ. 10, Δ.33 Θ.Θ. 5 και Δ.48 Θ. 1- 9 (h). Tην αίτηση υποστηρίζει με ένορκη δήλωση της η εναγόμενη - αιτήτρια κα Joanne Rigby και σε αυτή προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς ως προς τις συνθήκες που της επιδόθηκε η αγωγή και πότε αντιλήφθηκε ότι είχε εκδοθεί η επίδικη απόφαση εναντίον της και πως ενήργησε στη συνέχεια. Προβάλλει επίσης ισχυρισμούς σε σχέση με την ύπαρξη υπεράσπισης στην απαίτηση της ενάγουσας. Θα προσπαθήσω στη συνέχεια να καταγράψω πολύ συνοπτικά τους ουσιώδεις ισχυρισμούς της: Ισχυρίζεται λοιπόν ότι διαμένει ανελλιπώς εντός του επίδικου διαμερίσματος από το 2002 όταν το είχε αγοράσει με πωλητήριο έγγραφο με ημερομηνία 21.01.2002 από την εταιρεία Themis Ioannou Ktimatiki Ltd. Αναφέρει ότι η δικηγόρος της τότε είχε χαρτοσημάνει το πιο πάνω έγγραφο και της εξασφάλισε από τον Έπαρχο την προνοούμενη άδεια ως αλλοδαπής για την απόκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας. Το εν λόγω πωλητήριο έγγραφο δεν είχε κατατεθεί στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας. Οι προσπάθειες της έκτοτε να εγγραφεί επ΄ονόματι της το ακίνητο απέβησαν άκαρπες. Μετά από οκτώ περίπου χρόνια παρέλαβε δύο επιστολές από τον δικηγόρο της ενάγουσας με ημερομηνίες 22.11.2010 και 21.04.2011 στην Ελληνική γλώσσα την οποία δεν γνωρίζει. Παραδέχεται ότι δεν έδωσε σημασία και δεν έλαβε υπόψη της την 1η επιστολή αλλά όταν έλαβε και τη 2η στις 7.06.2011 ζήτησε βοήθεια από κάποιο γνωστό της ο οποίος της εξήγησε το περιεχόμενο τους και έτσι στις 4.07.2011 απέστειλε επιστολή προς τον εν λόγω δικηγόρο όπου και εξηγούσε τα πραγματικά γεγονότα. Μέχρι δε την 27.03.2012 όπου της επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα, χωρίς να της εξηγηθεί περί τίνος επρόκειτο, δεν την είχε ενοχλήσει κανείς. Στις 30.04.2012 είχε στείλει επιστολή στον ίδιο δικηγόρο και του εξήγησε ξανά τη θέση της και του ζήτησε να παύσει να την παρενοχλεί. Δεν της απάντησε στην εν λόγω επιστολή της. Επισημαίνει ότι στην πρώτη του επιστολή την πληροφορούσε ότι ενεργούσε εκ μέρους των κ.κ. Σωτήρη Δημοσθένους και Θέμη Ιωάννου ενώ στη 2η εκ μέρους της ενάγουσας. Η επίδικη απόφαση εκδόθηκε κάτω από τις πιο πάνω συνθήκες στην απουσία της και της επιδόθηκε στις 30.08.
  2. Δηλώνει ότι είναι ξεκάθαρο ότι πρόθεση της ήταν και είναι να υπερασπιστεί τα δικαιώματα της και ο μόνος λόγος που δεν καταχώρησε εμφάνιση ήταν ότι τα κλητήριο ένταλμα που παρέλαβε ήταν στην Ελληνική γλώσσα και κανένας δεν της εξήγησε το περιεχόμενο του. Στις 30.08.2012 όταν της επιδόθηκε η απόφαση, τυχαία βρισκόταν εκεί ο διαχειριστής της πολυκατοικίας ο οποίος της εξήγησε ότι επρόκειτο για δικαστική απόφαση και τη συμβούλευσε να αποταθεί σε δικηγόρο όπως και έκαμε αμέσως. Μέχρι εκείνη την ημερομηνία δεν γνώριζε ότι είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση εναντίον της και στη συνέχεια αποτάθηκε αμέσως σε δικηγόρο ο οποίος άρχισε αμέσως τις ενέργειες και έρευνες του προς διάφορες κατευθύνσεις για να διαπιστώσει για το τι ακριβώς είχε συμβεί, αποστέλλοντας μεταξύ άλλων και επιστολή στις 21.09.2012 προς τον δικηγόρο της ενάγουσας. Προέβησαν επίσης και σε καταγγελία στην αστυνομία. Η όποια καθυστέρηση υπήρξε μετά την πληροφόρηση της περί της έκδοσης απόφασης εναντίον της οφείλεται στις έρευνες που έπρεπε να γίνουν και σε συνεννόηση που προσπάθησαν να έχουν μαζί με την πλευρά της ενάγουσας η οποία όμως δεν καρποφόρησε και ως εκ τούτου αναγκάστηκε να αποταθεί στο Δικαστήριο καταχωρώντας την παρούσα αίτηση όπως και μονομερή αίτηση για αναστολή εκτέλεσης εντάλματος κινητών προς ικανοποίηση της απόφασης που στο μεταξύ καταχωρήθηκε και εκκρεμούσε Για λόγους που δεν γνωρίζει, η ενάγουσα - καθ΄ής η αίτηση στη παρούσα ισχυρίζεται ότι αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα το 2010 σε πλειστηριασμό χωρίς να είχε προηγηθεί οποιαδήποτε ενημέρωση της ίδιας γι΄αυτή τη διαδικασία και χωρίς να γίνει οποιοσδήποτε έλεγχος του διαμερίσματος το οποίο κατέχει και στο οποίο διαμένει. Για τούτο και διερωτάται πως είναι δυνατό να έχει πωληθεί το διαμέρισμα της σε πλειστηριασμό χωρίς η ίδια να έχει ενημερωθεί γι΄αυτό και επίσης διερωτάται ποιοι είναι οι δύο φερόμενοι ως αγοραστές του ίδιου αυτού διαμερίσματος οι οποίοι παρουσιάζονται ότι στις 19.02.2004 το αγόρασαν από την ίδια εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια την Θέμης Ιωάννου Κτηματική Λτδ το οποίο κατέθεσαν στο Κτηματολόγιο και στους οποίους στάλθηκε επιστολή από το Κτηματολόγιο όταν θα επωλείτο σε πλειστηριασμό, χωρίς να υπάρξει εκ μέρους τους ανταπόκριση, και οι οποίοι ποτέ δεν επισκέφθηκαν το διαμέρισμα ή έλαβαν την κατοχή του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους πιστεύει ότι έχει καλή υπεράσπιση καθώς δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα και δεν θα πρέπει να της αποστερηθεί η κατοχή του διαμερίσματος της. Γι΄αυτό και αιτείται τον παραμερισμό της απόφασης για να μπορέσει να παρουσιάσει την υπεράσπιση της ενώπιον του Δικαστηρίου. Η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην οποία προβάλλει τους ακόλουθους λόγους:
  3. Η νομική βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η αίτηση της εναγομένης - αιτήτριας είναι λανθασμένη, ελλιπής και δεν είναι επαρκής, σχετική και ικανή να στηρίξει την αίτηση παραμερισμού της απόφασης.
  4. Δεν έχει καταδείξει κανένα σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης.
  5. Δεν έδωσε κανένα σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την μη καταχώρηση προσωπικού σημειώματος εμφάνισης της ενώπιον του Δικαστηρίου και τον μη διορισμό και/ή εκπροσώπηση της από δικηγόρο.
  6. Αναφέρει ψευδή και παραπλανητικά γεγονότα για να εξασφαλίσει το αιτούμενο διάταγμα.
  7. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του ζητούμενου διατάγματος όπως καθορίζονται από τη νομολογία και τη νομοθεσία.
  8. Δεν παρουσιάζει σοβαρούς ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό.
  9. Η εναγόμενη - αιτήτρια επέδειξε καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και των συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων της ενάγουσας - καθ΄ής η αίτηση.
  10. Η ενάγουσα - καθ΄ής η αίτηση ακολούθησε πάντοτε την ορθή και/ή την ενδεδειγμένη διαδικασία.
  11. Απέτυχε να καταδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλόπιστη υπεράσπιση και ή συζητήσιμη υπεράσπιση και ή προβαλλόμενη ως υπεράσπιση της είναι εντελώς αβάσιμη.
  12. Ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην ενάγουσα - καθ΄ ής η αίτηση, παρεμποδίζοντας την από του να εισπράξει το λαβείν της προς όφελος της νομότυπα εκδοθείσας απόφασης.
  13. Απέτυχε να καταδείξει λόγο για την ασύγγνωστη αμέλεια και καθυστέρηση που επέδειξε στη καταχώρηση της αίτησης της.
  14. Το αιτούμενο διάταγμα θα πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης.
  15. Επιδιώκει την καθυστέρηση και καταστρατήγηση της αρχής για ύπαρξη τέλους στις δικαστικές διαδικασίες. Η ένσταση πέραν της νομικής βάσης στην οποία στηρίζεται η αίτηση βασίζεται και σε πληθώρα άλλων νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων όπως στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στους Θεσμούς περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.5 Θ. 2 (10 Δ.17 Θ. 10, Δ.26 Θ.Θ. 14-15, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και το άρθρο 42 Α στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960 άρθρα 29-32 και 42-43 στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο 224 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, Πρακτική επί του Κοινοδικαίου και επί των αρχών της Επιείκειας. Στην πολυσέλιδη ένορκη δήλωση της η ενάγουσα - καθ΄ής η αίτηση εκτός της απόρριψης των ισχυρισμών της εναγόμενης - αιτήτριας, επαναλαμβάνει και υποστηρίζει κατ΄ ουσία τους πιο πάνω λόγους της ένστασης της. Ισχυρίζεται ότι η ίδια καμιά ευθύνη δεν έχει αν οποιοδήποτε τρίτο άτομο δεν έπραξε όσα θα έπρεπε να είχε πράξει και γι΄αυτό ζητεί την απόρριψη της αίτησης καθώς υπήρξε καθυστέρηση εκ μέρους της να ενεργήσει όπως θα έπρεπε και δεν έχει αποσείσει το βάρος που είχε να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών δήλωσαν ότι δεν επιθυμούσαν να αντεξετάσουν οποιανδήποτε από τις ενόρκως δηλούσες και προχώρησαν μετά από άδεια του Δικαστηρίου σε γραπτές αγορεύσεις όπου ανέλυσαν τις θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Στη συνέχεια της απόφασης μου, όπου κριθεί αναγκαίο θα αναφερθώ σε σημεία των επισημάνσεων και εισηγήσεων τους. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η αίτηση εξετάζεται κάτω από τις πρόνοιες της Διαταγής 17 Θ. 10 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just. Σε μετάφραση: Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διαταγής, θα είναι νόμιμο για το δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι. Επίσης και στη Δ.33 Θ. 5 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: Any judgment obtained where one party does not appear at the trial may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as may seem fit, upon an application made within fifteen days after the trial. Σε μετάφραση: Οποιαδήποτε απόφαση που πάρθηκε όταν ένας διάδικος δεν εμφανίσθηκε κατά την ακρόαση μπορεί, ανάλογα με την υπόθεση να παραμερισθεί από το Δικαστήριο με τέτοιους όρους, που θα κριθούν κατάλληλοι, κατόπιν αιτήσεως που θα γίνει εντός δεκαπέντε ημερών μετά την ακρόαση. Η νομολογία μας έχοντας σαν καθοδηγητική την υπόθεση Evans v. Bartham,

(1937)2 All E.R. 646 καθόρισε τις αρχές που το δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, η οποία ασφαλώς θα πρέπει να ασκείται δικαστικά με βάση τις αρχές και τα κριτήρια που καθιερώνονται στη νομολογία, όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό απόφασης (βλ. μεταξύ άλλων την Bush κ.ά. v. Γιαννή,
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. σελ. 1342 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ιακώβου κ.ά.,
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 457). Η πιο πάνω απόφαση έτυχε ανάλυσης και στην υπόθεση Μερκής v. Yiannouka Holiday Inns Ltd κ. ά.,
(1994)1 Α.Α.Δ. σελ. 736 η οποία αφορούσε έκδοση τελικής απόφασης σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως από το πρωτόδικο Δικαστήριο εφόσον δεν είχε καταχωρηθεί εμφάνιση από τον εναγόμενο, όπου ο Κούρρης, Δ (απόφαση πλειοψηφίας) συνόψισε το σκεπτικό της ως εξής σε σχέση με τις αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης που λαμβάνεται ερήμην του εναγομένου με τις οποίες βέβαια δεν διαφώνησε με την απόφαση του (μειοψηφίας) ο Χρυσοστομής, Δ. καθώς η διαφωνία του έγκειτο στον τρόπο παρουσίασης της μαρτυρίας προς απόδειξη της ύπαρξης καλής υπεράσπισης επί της ουσίας όπως ερμηνευόταν τότε η Δ.48 Θ. 4:
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας. Οι ακόλουθες δύο αποφάσεις επεξηγούν επίσης τι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αυτής της μορφής τις αιτήσεις: Στην υπόθεση Πατούρη v. Hellenic Bank Ltd,
(2001)1 (Γ) A.A.Δ. 2118, 2123 λέχθηκαν τα εξής: ¨Καθιερωμένες μπορεί να θεωρηθούν οι αρχές που διέπουν και προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σ΄αυτό το πεδίο. Απαραίτητη είναι η επεξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης¨. Στην δε υπόθεση Phylactou and others v. Michael,
(1982)1 C.L.R. 204, 210 λέχθηκαν τα εξής: ¨Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει εξισορρόπηση μεταξύ δύο θεμελιωδών αρχών. Την ανάγκη από τη μια να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν και από την άλλη την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης¨. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΕΞΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΩΝ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΩΝ: Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της έκδοσης διαταγής για ακύρωση μιας δικαστικής απόφασης, τον χρόνο υποβολής του αιτήματος, τους λόγους που υποστηρίζουν το αίτημα και τους λόγους της ένστασης όπως επίσης και τις εμπεριστατωμένες εισηγήσεις των δύο πλευρών θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξαγάγω τα συμπεράσματα μου κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έγκριση του αιτήματος. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην εξέταση των δύο βασικών προϋποθέσεων που απαιτούνται όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί από την νομολογία μας. ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ: Το ζήτημα κατά πόσο συντρέχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση είναι θέμα που συνδέεται με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Έτσι στη νομολογία μας συναντάμε περιπτώσεις όπου έγινε αποδοχή, ως δικαιολογημένη, καθυστέρηση πολύ μεγαλύτερης διάρκειας από αυτήν της παρούσας υπόθεσης, ενώ σε άλλες περιπτώσεις απορρίφθηκαν αιτήματα λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης που το χρονικό διάστημα ήταν και μικρότερο. Στην υπόθεση Πεγειώτης v. Κωμοδρόμου,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1601 η οποία είναι σχετική ως προς το χρόνο, αποφασίστηκε ότι ο χρόνος 3 μηνών και κάτι από την επίδοση μέχρι την καταχώρηση αίτησης παραμερισμού δεν ήταν τόσο μακρύς που να υποδηλώνει αφ΄ εαυτού καταφρόνηση της διαδικασίας. Σε αυτής της φύσης τα αιτήματα θα πρέπει να εξετάζεται ο παράγοντας του χρόνου σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Στη προκείμενη περίπτωση είναι γεγονός ότι επιδόθηκε το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα προσωπικά στην εναγόμενη στις 27.03.2012. Δεν παραγνωρίζω ότι αυτό είναι συνταγμένο στην ελληνική γλώσσα και δέχομαι τον ισχυρισμό της εναγόμενης - αιτήτριας ότι δεν αντιλήφθηκε το περιεχόμενο του ούτε και της εξηγήθηκε αυτό, χωρίς βέβαια να υπάρχει οποιαδήποτε τέτοια υποχρέωση. Δέχομαι επίσης τον ισχυρισμό της ότι μόλις αντιλήφθηκε το περιεχόμενο της απόφασης που της επιδόθηκε στις 30.08.2012 άρχισε αμέσως τα διαβήματα μέσω του δικηγόρου του για να πληροφορηθεί περί τίνος επρόκειτο και προς τούτο συνηγορούν τόσο οι ισχυρισμοί της όσο και τα τεκμήρια που επισυνάπτει στην ένορκη της δήλωση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αδράνησε και δεν έλαβε τα ενδεικνυόμενα μέτρα όταν της επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα εντός των τασσόμενων προθεσμιών. Αυτό το αποδίδει στο γεγονός ότι δεν είχε αντιληφθεί το περιεχόμενο αυτού του εγγράφου καθώς είναι συνταγμένο στην Ελληνική γλώσσα την οποία δεν κατέχει και στο γεγονός ότι είχε απαντήσει στη 2η επιστολή του δικηγόρου της ενάγουσας στην οποία του εξηγούσε τη πραγματική κατάσταση. Επίσης με την επιστολή της με ημερομηνία 30.04.2012, μετά που παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα στις 27.03.2012 και πάλι εξηγούσε την πραγματική κατάσταση όπως η ίδια την γνώριζε και ζητούσε όπως μη την ενοχλούν. Επομένως το ενδιαφέρον της για την υπόθεση παρέμενε αναλλοίωτο και σε καμιά περίπτωση δεν απεκδύθηκε των δικαιωμάτων της που απέρρεαν από το πωλητήριο έγγραφο με το οποίο είχε αγοράσει το διαμέρισμα. Στη συνέχεια και με το που της επιδόθηκε η εκδοθείσα πλέον δικαστική απόφαση ενήργησε χωρίς καθυστέρηση. Αποτάθηκε σε δικηγόρο ο οποίος ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης και προέβη σε διάφορες ενέργειες στις οποίες γίνεται αναφορά πιο πάνω. Επομένως εξετάζοντας αντικειμενικά τον παράγοντα του χρόνου, οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος εκ μέρους της αιτήτριας. ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΚΑΛΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ: Σύμφωνα με τη νομολογία μας η αιτήτρια έχει το βάρος να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς της με την ενάγουσα. Στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.ά. v. Mariala Construction Ltd,
(1996)(1Β) A.A.Δ. σελ. 1129 λέχθηκαν τα εξής: ¨Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στους Αιτητές να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Δεν απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης τους. Είναι αρκετό να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επανεκδικασθεί η υπόθεση επί της ουσίας.¨ Στην υπόθεση Τεγκεράκης ως Διαχειριστής της περιουσίας της K. Τεγκεράκη (Χ¨ Παναγή Γιάννη) v. Δήμος Λευκωσίας,
(2005)(1 Α) Α.Α.Δ. σελ. 289 τονίστηκε ότι: « Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή.» Στην υπόθεση Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου,
(1993)1 Α.Α. Δ. 26 είχε υποβληθεί αίτημα για παραμερισμό απόφασης που είχε εκδοθεί ερήμην ένα χρόνο μετά την έκδοση της απόφασης. Δεν δόθηκε ικανοποιητική δικαιολογία για την καθυστέρηση. Το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία αποφασίσθηκε ο παραμερισμός της απόφασης. Στην υπόθεση Λουκά v. Cyprus Pipes Industries Ltd,
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 163 το Δικαστήριο αποδέκτηκε την αίτηση των εφεσιβλήτων και παραμέρισε την απόφαση. Κρίθηκε ότι αποκαλύφθηκε υπεράσπιση και ότι υπήρξε επαρκής εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης. Κρίθηκε ακόμα ότι ορθά ασκήθηκε και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Φραντζής v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ,
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1096 απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του εναγομένου για μη καταχώριση σημειώματος εμφάνισης παραμερίστηκε με τον όρο παραχώρησης εγγυήσεων για τα ποσά της απόφασης και τα έξοδα. Επρόκειτο για απόφαση που είχε εκδοθεί ερήμην και καταχωρήθηκε η αίτηση για παραμερισμού της 18 μήνες αργότερα. Η αίτηση στηρίχθηκε στον ισχυρισμό ότι η υπογραφή του σαν εγγυητή στο έγγραφο ενοικιαγοράς που κατατέθηκε σαν μαρτυρία ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν πλαστή. Η επιβολή των εγγυήσεων, θεωρήθηκε ότι έγινε κατά ορθή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση King's Head Development Co Ltd v. Πηλέα,
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ.733 όπου η απόφαση είχε εκδοθεί στην απουσία των εφεσειόντων όταν το πρωτόδικο Δικαστήριο δε δέχθηκε τον νέο δικηγόρο τους επειδή ο δικηγόρος που χειριζόταν την υπόθεση μέχρι τότε δεν αποσύρθηκε νομότυπα. Το αίτημα για επανάνοιγμα της υπόθεσης στη συνέχεια απορρίφθηκε. Από το Εφετείο διατάχθηκε η αναδίκαση της. Τέλος, στην υπόθεση Πίττας v. Unigoods Trading Company Ltd,
(2004)1 A.A.Δ. σελ. 1761 η έφεση απορρίφθηκε. Είχε κριθεί από το Πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν υπήρχαν στοιχεία σε σχέση με την ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης και όπου επίσης κρίθηκε ότι ο εφεσείων είχε επιδείξει κατά συρροή αδιαφορία η οποία υπό τις συνθήκες προσλάμβανε μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Η πλευρά της αιτήτριας προβάλλει ότι έχει καλή υπεράσπιση και ότι θα πρέπει να της δοθεί το δικαίωμα να την παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Πράγματι δεν αμφισβητήθηκαν τα όσα ισχυρίζεται η εναγόμενη - αιτήτρια ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, ότι δηλαδή έχει αγοράσει το επίδικο διαμέρισμα με πωλητήριο έγγραφο από το 2002 και έκτοτε το κατέχει και διαμένει σε αυτό αναμένοντας την εγγραφή επ΄ονόματι της όπως της υποσχόταν η πωλήτρια στα συνεχή διαβήματα της μέχρι που πληροφορήθηκε 8 και πλέον χρόνια αργότερα για τις απαιτήσεις της ενάγουσας η οποία απέκτησε το διαμέρισμα σε διαδικασία καταναγκαστικού πλειστηριασμού του προφανώς από χρέη της πωλήτριας εταιρείας και αφού στο μεταξύ το επίδικο διαμέρισμα πωλήθηκε και σε τρίτα άτομα σύμφωνα με το Κτηματολόγιο από την ίδια πωλήτρια. Κρίνω ότι όλα αυτά συνιστούν καλή υπεράσπιση και θα πρέπει να δοθεί το δικαίωμα σε αυτή να την προβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την πιο πάνω κατάληξη μου δεν παραγνωρίζω τα όσα έχουν λεχθεί στις υποθέσεις Παπανικολάου v. Κότσαπα,
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1800 στη σελ. 1805 ότι δηλαδή: « Όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί, πρέπει να διασφαλίζονται από τη μια το δικαίωμα ακρόασης του διάδικου και από την άλλη η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άνευ φειδούς επανάνοιξη υπόθεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και γι΄αυτό, αν η συμπεριφορά διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί το αίτημα του διαδίκου. (Δέστε σχετικά Άννα Νικολάου Χαραλάμπους v. Κ.& Τ.Andreou Ltd κ.ά. Π.Ε. 11120 ημερ. 13.09.02 και Phylactou v. Michael,
(1982)1 C.L.R. 204) και στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ιακώβου κ.ά.,
(2001)1 Α.Α.Δ. σελ. 457 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας αλλά παράγοντας υψίστης σημασίας για την ουσιαστική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι συνυφασμένη με την ανάγκη εξασφάλισης της τελεσιδικίας. Αν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιτυγχάνει επανάνοιγμα υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα εξυπακούει καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απολεσθούν με οδυνηρές συνέπειες στην απόδοση του δικαίου.» Σε σχέση με το λόγο ένστασης ότι η νομική βάση της αίτησης πάσχει κρίνω ότι αυτός ο λόγος δεν έχει οποιοδήποτε έρεισμα εφόσον οι δικονομικές διατάξεις στις οποίες στηρίζεται η αίτηση καλύπτουν πλήρως το αίτημα. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω είναι τέτοια που με οδηγούν στο συμπέρασμα να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ του αιτήματος και να ακυρώσω την εκδοθείσα απόφαση της 19.06.2012. Η πιο πάνω κατάληξη μου έχει ως συνέπεια και την ακύρωση του εκδοθέντος εντάλματος κινητών που εκδόθηκε προς ικανοποίηση της υπό αναφορά απόφασης. Η ενάγουσα - καθ΄ής η αίτηση δικαιούται στα έξοδα και των δύο αιτήσεων της οι οποίες απορρίφθηκαν αναπόφευκτα με την παρούσα απόφαση μου τα οποία της επιδικάζονται και θα είναι όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............................................ Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.