ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ν. ΔΗΜΗΤΡΗ Φ. ΚΥΠΡΗ, Αρ. Αγωγής.: 2525/09, 17/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A85 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής.: 2525/09 ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ Ενάγοντος v. ΔΗΜΗΤΡΗ Φ. ΚΥΠΡΗ Εναγομένου Αίτηση ημ. 26-10-12 υπό Ενάγοντος για Προσθήκη Εναγομένης
- Ημερομηνία: 17 Μαΐου 2013 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Α. Πλουτάρχου. Για Υφιστάμενο Εναγόμενο - Καθ' ου 1: κα Γ. Γεωργίου για Δρ Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε Για Προτεινόμενη Εναγόμενη 2 - Καθ' ης 2: κα Γ. Γεωργίου για Δρ Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την πιο πάνω αίτηση του ο Ενάγων - Αιτητής αιτείται διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η προσθήκη της Καθ' ης 2 - Μηλίτσας Φώτη, (θυγατέρας του υφιστάμενου Εναγόμενου) ως Εναγόμενης 2 και συνακόλουθων διαταγμάτων για τις αναγκαίες τροποποιήσεις στην έκθεση απαίτησης. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.9 θ.10, 11, Δ.10, Δ.25 θ.1-5, Δ.48 θ.1-9 και στα άρθρα 62-65,70,73 και 75 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του Ενάγοντος στην οποίαν μεταξύ άλλων αναφέρει ότι:
- Η αγωγή αφορά αξίωση του για επιστροφή ποσού το οποίο κατέβαλε ο ίδιος για την αγορά διαμερίσματος, το οποίο η Καθ' ης 2 σύμφωνα με πωλητήριο έγγραφο ημερ. 24-5-03 είχε πωλήσει στον πατέρα της - υφιστάμενο Εναγόμενο - ως διαχειρίστρια περιουσίας της αρχικής αγοράστριας Klaudia Konditerova.
- Η αγωγή καταχωρίστηκε στη βάση γεγονότων και στοιχείων που διαφαίνοντο από τα έγγραφα της διαχείρισης υπ. αρ. 226/02 για την πιο πάνω αποβιώσασα.
- Στα πλαίσια των δικασίμων και των εμφανίσεων του στην αγωγή ο Εναγόμενος προβάλλει ισχυρισμούς ότι ο ίδιος δεν εκπροσωπείτο από την κόρη του Καθ' ης 2, ότι δεν έλαβε ο ίδιος τα χρήματα αλλά η Καθ' ης 2 και ότι στο διαμέρισμα που αφορούσε το πωλητήριο πραγματικός ιδιοκτήτης είναι η Καθ' ης
- Παρά την από μέρους του (Αιτητή) προβολή αντίθετων ισχυρισμών από εκ νέου μελέτη της υπόθεσης καθίσταται αναγκαία η προσθήκη της Καθ' ης 2, από την οποία ισχυρίζεται στην ουσία ο Εναγόμενος ότι έχει (ο Αιτητής) βάσιμη απαίτηση, με σκοπό να μπορούν να εκδικαστούν πλήρως και τελικώς όλα τα επίδικα θέματα μεταξύ όλων των αναγκαίων διαδίκων και εμπλεκομένων στην επίδικη συναλλαγή. Ο Εναγόμενος - Καθ' ου 1 δεν καταχώρισε ένσταση στην αίτηση. Στην πραγματικότητα μετά το θάνατο του δικηγόρου του (μ. Αντώνη Ιντιάνου) ο Καθ' ου 1 χειρίζετο μόνος του την αγωγή μέχρι και την ημέρα που επιφυλάχθηκε η παρούσα (23-4-13) οπότε καταχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης για αυτόν από τους δικηγόρους Δρ Κ. Χρυσοστομίδης Δ.Ε.Π.Ε. και με σχετική δήλωση τους υιοθέτησαν εκ μέρους του την ένσταση της θυγατέρας του - Καθ' ης 2, την οποίαν είχε καταχωρίσει από προηγουμένως. Η Καθ' ης 2 είχε καταχωρίσει ένσταση βασιζόμενη στις Δ.9, Δ.10, Δ.25 και Δ.48, προβάλλοντας οκτώ λόγους για τους οποίους θα πρέπει κατά τη γνώμη της να απορριφθεί η αίτηση. Οι λόγοι αυτοί συνοψίζονται στο ότι: α) Τα όσα αναφέρει ο Αιτητής δεν ευσταθούν. β) Ο Αιτητής προσπαθεί να δημιουργήσει υπόθεση εις βάρος της. γ) Ο Αιτητής ενεργεί προσχεδιασμένα και εκδικητικά. δ) Υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης. ε) Υπάρχει κατάχρηση διαδικασιών. στ) Οι επιπτώσεις στην Καθ' ης θα είναι δυσμενείς. ζ) Η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα. η) Ο Αιτητής επικαλείται δηλώσεις του Καθ' ου 1 ενώπιον Δικαστηρίου ενόσω ο τελευταίος δεν είχε δικηγόρο και ενόσω αντιμετώπιζε ιατρικά προβλήματα λόγω και της ηλικίας του (97 ετών). Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ίδιας της Καθ' ης 2 στην οποίαν ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι:
- Δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τον Αιτητή, ούτε έλαβε οποιοδήποτε ποσό από εκείνον ως προκαταβολή.
- Ούτε η ίδια, ούτε άλλο μέλος της οικογένειας της έλαβαν προκαταβολή από τον Αιτητή και καμία συμφωνία πώλησης έχει συναφθεί με τον Αιτητή. Η ίδια μεταξύ 2003 - 2008 ήταν κάτοικος Καναδά.
- Αυτό που προέβαλε ο Καθ' ου 1 είναι ότι το επίδικο διαμέρισμα το είχε αγοράσει από την ίδια (την Καθ' ης 2), η οποία ήταν διαχειρίστρια της αποβιώσασας Konditerova. Το εν λόγω διαμέρισμα μεταβιβάστηκε επ' ονόματι του Καθ' ου 1 το 2003 δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 24-5-
- Ο Αιτητής θα έπρεπε να γνωρίζει από το 2005 το κατά πόσον κατέβαλε οποιοδήποτε ποσόν ως προκαταβολή και να παρουσίαζε, αν είχε, σχετικές αποδείξεις. Νομική Πτυχή Η αίτηση βασίζεται ουσιαστικά στη Δ.9 θ.10 και δεν αμφισβητείται ότι αυτή συνιστά τη δικαιοδοτική βάση προσθήκης συνεναγομένου. Ο εν λόγω θεσμός είναι γενικότερης εμβέλειας (από τον θ.2) και επιτρέπει ακριβώς την προσθήκη οποιουδήποτε διαδίκου του οποίου η παρουσία στο δικαστήριο θα ήταν αναγκαία για να μπορέσει το δικαστήριο αποτελεσματικά και ολοκληρωτικά να αποφασίσει και να διακανονίσει όλα τα ερωτήματα που υπάρχουν στην υπόθεση (βλ. Λίζας Θεοφάνους v. Λεωνίδα Γεωργίου κ.ά Πολ. Έφ. 38/09, ημ. 6-6-11). Γενικά αναγνωρίζεται ότι το δικαστήριο ενεργώντας με βάση τη Δ.9 θ.10 διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια. Σχετικά με το θέμα αναφέρθηκαν στην υπ. Korkut v. Γεωργίου
(2007)1 ΑΑΔ 1213 τα ακόλουθα: "Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται". Η υπ. Χριστάκης Σοφιανού v. Minas Makris Developers Ltd κ.α, Πολ. Εφ. 378/08, ημερ. 23-9-11 αφορούσε ακριβώς παρόμοια αιτήματα και μάλιστα και πάλιν εν σχέσει με ακίνητη ιδιοκτησία, αλλά για προσθήκη συνιδιοκτήτριας εταιρείας ως "συνεναγομένης". Αναφέρθηκαν τα εξής: "Η προσθήκη διαδίκου είναι ζήτημα αναγόμενο στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Το δικαστήριο έχει επί του προκειμένου ευρεία διακριτική εξουσία να επιφέρει αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους (διαγραφή, προσθήκη, αντικατάσταση) που στοχεύουν στο να καταστεί δυνατή η πλήρης και αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων μεταξύ των αναγκαίων διαδίκων. Βλ. Mepa Manag. Ltd κα v. Αγροτικής Ετ. Γεν. Ασφαλ.
(1997)1 (Β) ΑΑΔ
- Στην υπό εξέταση υπόθεση η αγωγή αφορά στη διεκδίκηση/κατοχύρωση δικαιώματος κατοχής επί ακίνητης περιουσίας, παράνομης επέμβασης και αξίωσης για αποζημιώσεις κατά εγγεγραμμένων ιδιοκτητών του επίδικου ακινήτου. Η επίλυση των επίδικων ζητημάτων θα καταστεί ευχερέστερη και ενδεχομένως πιο αποτελεσματική με τη συμμετοχή όλων των συνιδιοκτητών του επίδικου κτήματος ως αναγκαίων διαδίκων. Η προσθήκη της ................. ως φερόμενης συνιδιοκτήτριας του επίδικου κτήματος, αποτελεί υπό τις περιστάσεις απαραίτητη προϋπόθεση για την εξέταση και επίλυση των επίδικων ζητημάτων όπως αυτά εμφανίζονται στην όψη της αγωγής. " Συνάγεται από τα πιο πάνω πως η βασικότερη προϋπόθεση για την έγκριση τέτοιου είδους αίτησης είναι να καταδειχθεί από τον εκάστοτε αιτητή ότι το πρόσωπο του οποίου επιζητείται η προσθήκη είναι "αναγκαίος διάδικος" για την επίλυση των εγειρόμενων ζητημάτων. Στην παρούσα περίπτωση ο Ενάγων - Αιτητής με την αγωγή του είχε ισχυριστεί: - Ότι το επίδικο διαμέρισμα αρχικά το είχε αγοράσει το 1994 η Klaudia Conditerova με πωλητήριο έγγραφο από την Cyparco Ltd. - Ότι όταν απεβίωσε η Conditerova διαχειρίστρια της περιουσίας της διορίστηκε η Καθ' ης 2 - Μηλίτσα Φώτη, η οποία τυγχάνει θυγατέρα του Εναγομένου - Καθ' ου
- - Ότι ο Εναγόμενος αγόρασε το πιο πάνω διαμέρισμα δυνάμει άλλου πωλητηρίου εγγράφου ημ. 24-5-03 από την διαχειρίστρια - Καθ' ης
- - Ότι ο ίδιος (ο Ενάγων) κατά το 2005 συμφώνησε με τον Εναγόμενο "του τελευταίου ενεργούντος προσωπικά ή και μέσω του υιού του Φώτη Φωτίου ή και της θυγατέρας του Μηλίτσας Φώτη (της πιο πάνω Διαχειρίστριας) στην αγορά ή και συμφωνία προς αγορά του εν λόγω διαμερίσματος για το ποσό των Λ.Κ 90.000", - Ότι στα πλαίσια αυτά κατέβαλε στον Εναγόμενο "μέσω του ή και της πιο πάνω εκπροσώπου ή και αντιπροσώπου ή και προσώπου ενεργούντος για λογαριασμό του ποσό Αγγλικών Στερλινών 20.000 .. ή και ποσό Λ.Κ 18.000 ως προκαταβολή για το τίμημα ή και με την προοπτική ή και συμφωνία να προχωρήσουν σε κατάρτιση γραπτού συμβολαίου ή και γραπτής συμφωνίας." - Ότι οι διάδικοι δεν κατέληξαν σε γραπτή συμφωνία ούτε τότε, αλλά ούτε και το 2007 διότι ο Εναγόμενος ζητούσε όλο το τίμημα και αργότερα αρνείτο να συνεργαστεί, πράγμα που σημαίνει υπαναχώρηση. - Ότι ο Ενάγων νομιμοποιείται στην επιστροφή του ποσού που κατέβαλε είτε ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας, είτε ως ποσού αχρεωστήτως καταβληθέντος ("money had and received"). Από την άλλη πλευρά, ο Εναγόμενος - Καθ' ου 1 στην υπεράσπιση, την οποία είχε καταχωρίσει μέσω του τότε δικηγόρου του, αρνήθηκε ότι συμφώνησε προσωπικά με τον Ενάγοντα και περαιτέρω δήλωσε άγνοια για το κατά πόσον ο Ενάγων προέβη σε οποιουδήποτε είδους συμφωνία με τον υιόν του Φώτη ή την θυγατέρα του Μηλίτσα (Καθ' ης 2). Προσέθεσε πως αν ήθελε φανεί ότι έγινε συμφωνία με κάποιο από τα παιδιά του τότε αυτή είναι άκυρη, καθότι ο ίδιος ποτέ δεν εξουσιοδότησε οποιοδήποτε από τα παιδιά του να τον εκπροσωπήσουν και να τον δεσμεύσουν για οποιοδήποτε ζήτημα. Προκύπτει λοιπόν σαφώς ότι η θέση του Ενάγοντος στην αγωγή του είναι πως συμφώνησε με τον Εναγόμενο για την πληρωμή προκαταβολής για το τίμημα με την προοπτική κατάρτισης γραπτής συμφωνίας για την αγορά του διαμερίσματος. Διεκδικεί βασικά την επιστροφή του εν λόγω ποσού (των Λ.Κ 18.000): - είτε στη βάση συμφωνίας - είτε ως αποζημιώσεις για παράβαση της - είτε ως ποσό αχρεωστήτως καταβληθέν. Το ουσιώδες είναι πως με την αρχική αγωγή ο Ενάγων ισχυρίζεται και θεωρεί ως αντισυμβαλλόμενο του τον Εναγόμενο, τον οποίο αποκαλεί εμμέσως ως τον δικαιούχο του τότε του διαμερίσματος. Μέσα από τις ένορκες δηλώσεις πάντως προκύπτει ως κοινό έδαφος ότι ο Εναγόμενος είχε αγοράσει το διαμέρισμα από την θυγατέρα του διαχειρίστρια βάσει πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 24-5-
- Μάλιστα γίνεται δεκτό πως τον ίδιο χρόνο
(2003)έγινε και η μεταβίβαση επ' ονόματι του Εναγομένου. Αυτό αναφέρει η Καθ' ης 2 στην ένορκη δήλωση της και δεν έχει αμφισβητηθεί από τον Ενάγοντα είτε μέσω αντεξέτασης, είτε μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Με την αίτηση του ο Ενάγων ουσιαστικά επιθυμεί να μετατρέψει την αγωγή σε διαζευκτική απαίτηση είτε εναντίον του Εναγομένου, είτε εναντίον της Καθ' ης
- Μάλιστα δίπλα από κάθε αναφορά στον "Εναγόμενο" στην έκθεση απαίτησης επιθυμεί να προστεθεί διαζευκτική αναφορά στην Καθ' ης 2 (ως "Εναγόμενη 2") ως αντισυμβαλλόμενης, διατηρώντας ατυχώς τις διαζεύξεις που ακολουθούν και που αν επιτραπεί η προσθήκη θα περιέχουν πλέον ισχυρισμό ότι η Εναγόμενη 2 προέβη σε συμφωνία μέσω του εαυτού της. Το ερώτημα που προκύπτει είναι τι είναι αυτό που διαφοροποίησε την κατάσταση και για ποιο λόγο θεωρείται πλέον η Καθ' ης 2 ως αναγκαίος διάδικος. Ως προς το πρώτο θα πρέπει να σημειωθεί πως ο Ενάγων στην ένορκη δήλωση του (§ 3) ισχυρίζεται ότι η αγωγή και η έκθεση απαίτησης καταχωρίστηκε ". στην βάση των γεγονότων και κυρίως στοιχείων που διαφαίνονται από τα έγγραφα της διαχείρισης της περιουσίας της εν λόγω αποβιωσάσης .". Ο ίδιος δεν αναιρεί και δεν διαφοροποιεί τα γεγονότα στη βάση των οποίων καταχωρίστηκε η αγωγή. Λογικά γνωρίζει πολύ καλύτερα από τον καθένα με ποιόν συμφώνησε, τι συμφώνησε, σε ποιόν έδωσε τα χρήματα και πώς τα έδωσε. Ήταν υποχρέωση του Ενάγοντος να εξηγήσει και να παραθέσει τέτοια γεγονότα τα οποία θα δικαιολογούσαν τον χαρακτηρισμό της Καθ' ης 2 ως αναγκαίου διαδίκου και συνεπώς θα καθιστούσαν όχι απλώς επιθυμητή για τον ίδιο τη συνένωση για να προβάλλει διαζευκτικούς ισχυρισμούς, αλλά αναγκαία την προσθήκη της. Αντί τούτου ο Ενάγων αναφέρεται αορίστως (στην § 2 της ένορκης δήλωσης του) σε ποσό το οποίο κατέβαλε χωρίς να διευκρινίζει σε ποιόν και με ποιο τρόπο. Στην § 3 αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η αγωγή καταχωρίστηκε, στη βάση των γεγονότων, ισχυρισμό με τον οποίο σαφώς εννοείται ότι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί όπως καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης. Αυτά τα γεγονότα δεν διαφοροποιούνται με την ένορκη δήλωση του Ενάγοντος. Ειδικότερα ως προς το βασικό ισχυρισμό της § 3 (α) της Ε/Α ότι ο Ενάγων "συμφώνησε με τον Εναγόμενο" δεν αποκαλύπτεται κάτι διαφορετικό στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος. Δεν ισχυρίζεται δηλαδή ο Ενάγων με γεγονότα ότι είχε συμφωνήσει με την Καθ' ης
- Βασικά ο Ενάγων επιθυμεί να προσθέσει ένα τέτοιο ισχυρισμό στην Έκθεση Απαίτησης (και μάλιστα διαζευκτικά) πλην όμως δεν τον υποστηρίζει με γεγονότα στην ένορκη δήλωση του, ούτως ώστε να μπορεί το δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσον η Καθ' ης 2 είναι όντως αναγκαία διάδικος. Ο Ενάγων επικαλείται τις δηλώσεις του Εναγομένου ότι δεν εκπροσωπείτο από την Καθ' ης
- Μα ούτε από πλευράς Ενάγοντος υπάρχει μαρτυρία ότι εμφανίστηκε και έλαβε μέρος στη συναλλαγή η Καθ' ης
- Εάν υπήρχε τέτοιος ισχυρισμός όντως θα προέβαλλαν δύο ενδεχόμενα, ως εξής: - Είτε ότι με την ανάμιξη της ενεργούσε εκ μέρους του ιδιοκτήτη πατέρα της, οπότε το θέμα καλύπτεται πλήρως από την υφιστάμενη αγωγή και έκθεση απαίτησης, χωρίς να χρειάζεται τροποποίηση. - Είτε ότι με την ανάμιξη της ψευδώς παρέστησε τον εαυτό της ως αντιπρόσωπο του πατέρα της ή και ως δικαιούχο του διαμερίσματος, οπότε θα υπήρχε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της προσωπικά και μόνον. Θα πρέπει να σημειωθεί πως και για τις δύο περιπτώσεις δεν συνιστά καθοριστικό στοιχείο το πού κατέληξαν τα χρήματα. Το βασικό προαπαιτούμενο και για τα δύο πιθανά ενδεχόμενα θα ήταν να υπάρχει ισχυρισμός του Ενάγοντος για ανάμιξη της Καθ' ης
- Εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι με ποιόν ήλθε σε επαφή ο Ενάγων και με ποια ιδιότητα ενεργούσε το πρόσωπο με το οποίο συμφώνησε όσα ισχυρίζεται. Το πού και σε ποιόν παρέδωσε τα χρήματα είναι στοιχείο που συνεκτιμάται απλώς στα πλαίσια των πιο πάνω ερωτημάτων. Για παράδειγμα εάν με την ένορκη δήλωση υπήρχε ισχυρισμός ότι ο Ενάγων έδωσε τα χρήματα στην Καθ' ης 2 είτε απευθείας, είτε μέσω άλλου προσώπου θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί ενδεχομένως η ανάμιξη της για τις ανάγκες της αίτησης. Αντί όμως να παραθέσει τα γεγονότα, ο Ενάγων παρουσιάζεται να διατηρεί τους αρχικούς του ισχυρισμούς και να επικαλείται δηλώσεις του Εναγομένου για να στηρίξει την αίτηση του. Είναι ενδεικτικό το πιο κάτω απόσπασμα από την ένορκη του δήλωση: "Παρά την από πλευράς μου προβολή αντίθετων ισχυρισμών και έχοντας υπόψιν τις θέσεις του εναγομένου σε εκ νέου μελέτη της υπόθεσης και όλων των στοιχείων και γεγονότων καθίσταται φανερή η ανάγκη για τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης ώστε να προστεθεί στην διαδικασία και η Μηλίτσα Φώτη από την οποία ισχυρίζεται στην ουσία ο εναγόμενος ότι έχω βάσιμη απαίτηση με σκοπό να μπορούν να εκδικαστούν πλήρως και τελικώς όλα τα επίδικα θέματα μεταξύ όλων των αναγκαίων διαδίκων και εμπλεκομένων στην επίδικη συναλλαγή ή και υπόθεση προσώπων". Ούτε και η προσπάθεια εισαγωγής νέας παραγράφου 5 στην Ε/Α καταδεικνύει γεγονότα που δυνητικά καθιστούν την Καθ' ης 2 ως αναγκαίο διάδικο. Πρόκειται για ένα διαζευκτικό ισχυρισμό με τον οποίο βασικά προτείνεται ότι ακόμα και εάν ήθελε φανεί ότι το πωλητήριο ημερ. 24-5-03 έγινε εικονικά ή και εν είδει καταπιστεύματος προς όφελος της Καθ' ης 2 και ότι το ποσό κατεβλήθη σ' αυτήν, τότε τα όσα αναφέρονται στις παρ. 3 και 4 της Ε/Α ισχύουν και αφορούν την Καθ' ης 2 η οποία πρέπει να επιστρέψει τα χρήματα. Επαναλαμβάνω ότι σημασία έχει να καταδειχθούν γεγονότα τα οποία να επιβάλλουν την συνένωση της Καθ' ης 2 ως Εναγομένης 2 και απαραίτητη προϋπόθεση θα ήταν να διαφανεί ότι ο Ενάγων έχει κάποια αιτία αγωγής εναντίον της. Όμως ο Ενάγων ζητά να προστεθεί "η Μηλίτσα Φώτη από την οποία ισχυρίζεται στην ουσία ο Εναγόμενος ότι έχω βάσιμη απαίτηση.". Αποτελεί θεμελιωμένη αρχή δικαίου ότι χρηματικό ποσό που καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο, έναντι ανταλλάγματος το οποίο δεν παρέχεται είναι ανακτητέο ως χρέος (βλ. υπ. Καλησπέρας v. Δρυάδη κ.α
(1998)1 ΑΑΔ 867). Δεν υπάρχει ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος ότι αντισυμβαλλόμενη του ήταν η Καθ' ης 2 και ότι σ' αυτήν έδωσε το χρηματικό ποσό. Ακόμη όμως και να ήταν έτσι τα πράγματα θα μπορούσε να εγείρει αγωγή εναντίον της ίδιας, χωρίς να σημαίνει ότι αυτή αποτελεί αναγκαία διάδικο σε αγωγή εναντίον άλλου προσώπου, το οποίο (αν και πατέρας της) δεν παύει από του να είναι ένα ξεχωριστό φυσικό πρόσωπο. Παρά τα πιο πάνω θα πρέπει να σημειωθεί πως δεν συμφωνώ ότι υπήρξε κατάχρηση ή καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης και διευκρινίζεται πως αν υπήρχαν στοιχεία που καθιστούσαν την Καθ' ης 2 ως αναγκαία διάδικο, το δικαστήριο θα προχωρούσε στην συνένωση της ως Εναγομένης 2. Κατάληξη Για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί καταλήγω ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι η Καθ' ης 2 είναι αναγκαία διάδικος στην αγωγή. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος του Ενάγοντος και υπέρ της Καθ' ης 2 ως θα υπολογιστούν συν Φ.Π.Α. Καμία διαταγή εξόδων μεταξύ Ενάγοντος και υφισταμένου Εναγόμενου ενόψει του ότι ο τελευταίος δεν καταχώρισε ένσταση και στην ουσία εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο μόνο στην τελευταία δικάσιμο. (Υπ.)..................................... Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο