Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Λάμπρος Κυπριανού Υιοί (Εργολάβοι) Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1478/2001, 31/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A93 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χρ. Φιλίππου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1478/2001 Μεταξύ: Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ Εναγόντων - Καθ΄ών η αίτηση και
- Λάμπρος Κυπριανού & Υιοί (Εργολάβοι) Λτδ
- Λάμπρος Κυπριανού
- Παναγιώτης Κυπριανού
- Γιώργος Κυπριανού
- Κυριάκος Κυπριανού Εναγομένων - Αιτητών Ημερομηνία: 31 Μαΐου, 2013 Για τους εναγόμενο Εμφανίσεις: υς - αιτητές : κ. Δ. Καΐλης για Μιχάλη Βορκά & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους ενάγοντες - καθ΄ών η αίτηση: κα Αχιλλέως για Αντώνης Ανδρέου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση με την οποία ζητείται η ακύρωση ή ο παραμερισμός διατάγματος με το οποίο δόθηκε άδεια εκτέλεσης απόφασης) Με την αίτηση τους οι εναγόμενοι - αιτητές ζητούν διάταγμα με το οποίο να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (set - aside) το εκδοθέν στις 31.10.2012 διάταγμα στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή με το οποίο δόθηκε στους ενάγοντες άδεια για εκτέλεση της απόφασης με ημερομηνία 27.02.
- Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.17 Θ. 10 Δ.40 Θ. 7 (β) και 11 Δ.48 Θ. 8 και 11, Δ.57 Θ. 2 και στη γενική πρακτική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην ένορκο δήλωση του κ. Λάμπρου Κυπριανού - εναγόμενου 2, ο οποίος δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένος και από την εναγόμενη 1 και τους εναγόμενους 3,4 και 5 να προβεί στην ένορκη δήλωση. Δηλώνει τα ακόλουθα: Ότι είχε εκδοθεί απόφαση στις 27.02.2002 υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων. Στις 22.03.2010 εκδόθηκε μονομερώς διάταγμα με το οποίο ανανεώθηκε για περίοδο 3 ετών η πιο πάνω δικαστική απόφαση για σκοπούς ανανέωσης ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ 537/04 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας. Παρά την πιο πάνω ανανέωση οι ενάγοντες καταχρηστικά και χωρίς καμιά αναφορά στο πιο πάνω διάταγμα, στις 17.09.2012 και πάλι μονομερώς καταχώρησαν νέα αίτηση για άδεια ανανέωσης της απόφασης. Η γνώση για την έκδοση αυτών των διαταγμάτων προέρχεται από έρευνα που έκανε στο φάκελο της υπόθεσης στις 7.01.
- Πιστεύει ότι αν εκδικαζόταν η αίτηση για άδεια εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 17.09.2012 αυτή θα είχε απορριφθεί από το Δικαστήριο. Όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του οι ενάγοντες είναι πλέον ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο και δεν νομιμοποιούνταν στην καταχώρηση της πιο πάνω αίτησης, χωρίς πρώτα να προβούν στις απαραίτητες διαδικαστικές διαδικασίες για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και χωρίς να λάβουν άδεια για συνέχιση της διαδικασίας. Ο τίτλος της αίτησης ημερομηνίας 17.09.2012 είναι λανθασμένος. Είναι φανερό από τον τίτλο της εν λόγω αγωγής ότι οι ενάγοντες είναι ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ, ενώ η μονομερής αίτηση γίνεται από την Τράπεζα Κύπρου Λτδ. Οι αιτητές σύμφωνα με τη νομολογία όφειλαν να αιτηθούν τροποποίηση του τίτλου και άδεια συνέχισης της διαδικασίας, νοουμένου ότι τηρούσαν τις αναγκαίες προϋποθέσεις. Η μοναδική αναφορά που γίνεται στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης του κ. Μιχάλη Στυλιανού, ότι υπήρξε αλλαγή του ονόματος των εναγόντων, δεν καλύπτει τις προϋποθέσεις της νομολογίας. Και εάν ακόμη υπάρχει η αναφερόμενη σχετική ειδοποίηση, αυτή έπρεπε να κοινοποιηθεί στους εναγόμενους. Ακόμη η αίτηση ημερομηνίας 17.09.2010 είναι καταχρηστική και οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνταν στην έκδοση του εν λόγω διατάγματος ημερομηνίας 31.10.
- Η απόφαση ημερομηνίας 27.02.2002 έχει ανανεωθεί για 3 χρόνια στις 22.03.2010 για σκοπούς ανανέωσης ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ 537/04 στο Κτηματολόγιο Λάρνακας εναντίον του εναγομένου
- Συνεπώς δημιουργήθηκε δικαστικό προηγούμενο, αλλά και ουσιαστικό κώλυμα λόγω της συμπεριφοράς των εναγόντων που να τους απαγορεύει να ανανεώσουν την απόφαση για δεύτερη φορά για άλλους σκοπούς, κυρίως χωρίς να υπάρχει ενδιάμεσα ανανέωση της απόφασης του δικαστηρίου κατά την περίοδο του Μαρτίου 2010 μέχρι τις 31.10.
- Περαιτέρω και ένεκα τούτου οι αιτητές όφειλαν, όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του να είχαν ζητήσει άδεια του δικαστηρίου για να τους επιτραπεί η καταχώρηση της αίτησης ημερομηνίας 17.09.2012 πράγμα που δεν έπραξαν. Περαιτέρω και χωρίς επηρεασμό των δικαιωμάτων τους, η αίτηση ημερομηνίας 17.09.2012 δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για την έκδοση διατάγματος ανανέωσης απόφασης. Είναι ασαφής και καθόλου τεκμηριωμένη, δεν επεξηγεί γιατί δεν προχώρησαν τα μέτρα εκτέλεσης και τι συνέβαλε στην υπέρμετρη καθυστέρηση, ούτε και αναφέρει πως προκύπτει το οφειλόμενο ποσό για να είναι σε θέση να το αμφισβητήσουν, για το οποίο όφειλαν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο κατάσταση λογαριασμού. Είναι σε θέση όμως να γνωρίζει ότι δεν οφείλουν σε καμιά περίπτωση το ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης του κ. Μ. Στυλιανού. Φυσικά ο κ. M. Στυλιανού παραπλάνησε το δικαστήριο μιας και στην καλύτερη των περιπτώσεων, δηλαδή και αν ακόμα κανένα ποσό δεν είχαν καταβάλει μέχρι σήμερα στους ενάγοντες το απαιτούμενο ποσό θα ήταν €149.608,15σ. συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου και των τόκων, πράγμα που εύκολα μπορεί να διαφανεί με απλές μαθηματικές πράξεις. Πολύ δε περισσότερο θα έπρεπε να αναφερθούν στο δικαστήριο οι πληρωμές και οι εισπράξεις που έλαβαν οι ενάγοντες μέχρι σήμερα. Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση θα έπρεπε να είχε συνταχθεί διά κλήσεως και όχι μονομερώς ώστε να μπορέσουν να εκθέσουν τις απόψεις τους επί του θέματος. Η επίδικη αίτηση θα μπορούσε να υποβληθεί μονομερώς εάν οι αιτητές ικανοποιούσαν το δικαστήριο ότι είναι πρακτικώς αδύνατο να τους εντοπίσουν για σκοπούς επίδοσης. Όλοι οι εναγόμενοι διαμένουν στην ίδια γνωστή διεύθυνση την οποία γνώριζαν οι ενάγοντες. Πληροφορεί το δικαστήριο ότι καταχώρησαν την υπ΄αριθμό 187/2013 αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον των εναγόντων στην οποία μεταξύ άλλων αιτούνται αναγνωριστική απόφαση του δικαστηρίου ότι ουδέν ποσό οφείλουν ένεκα διαφόρων δικαστικών αποφάσεων προς τους καθ΄ών η αίτηση στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Για όλους τους πιο πάνω λόγους θεωρεί ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να τους δοθεί η δυνατότητα να καταχωρήσουν ένσταση και να αναπτύξουν τους λόγους για τους οποίους θα έπρεπε να έχει απορριφθεί η εν λόγω αίτηση γι΄αυτό και ζητούν τον παραμερισμό του εκδοθέντος διατάγματος ημερομηνίας 31.10.
- Στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης τους οι ενάγοντες - καθ΄ών η αίτηση, προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους:
- Η αίτηση είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη και γίνεται καταχρηστικά με απώτερο σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας.
- Η αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα και εν πάση περιπτώσει η αίτηση δεν έπρεπε να κατατεθεί στην παρούσα αλλά σε προγενέστερα εκδοθέντα διατάγματα για άδεια εκτέλεσης, ήτοι στο ήδη εκδοθέν διάταγμα για άδεια εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 22.03.
- Η άδεια εκτέλεσης της απόφασης έγινε έγκυρα και ή εκδόθηκε κατόπιν αίτησης της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ και ή από τον ορθό διάδικο και δεν υφίσταται λόγος ακύρωσης της.
- Εν πάση περιπτώσει, οι εναγόμενοι με την συμπεριφορά τους (by conduct) και ή των δικηγόρων τους οι οποίοι είχαν έρθει σε άμεση επαφή με υπαλλήλους της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ αποδέχτηκαν την αλλαγή στους ενάγοντες και ή όφειλαν να γνωρίζουν για την εν λόγω αλλαγή και επομένως κωλύονται να ισχυρίζονται περί ανύπαρκτο πρόσωπο.
- Οι εναγόμενοι με την κωλυσιεργία τους και ή αδράνεια τους αποδέχτηκαν τα προγενέστερα εκδοθέντα διατάγματα με ως αποτέλεσμα να κωλύονται σε αυτό το στάδιο να επιδιώκουν τα αιτούμενα διατάγματα.
- Δεν αποκαλύπτεται ουσιαστικός και βάσιμος λόγος για να παραμεριστεί και/ή ακυρωθεί η υπό εξέταση εκδοθείσα άδεια εκτέλεσης της απόφασης.
- Η υπό εξέταση αίτηση είναι καταχρηστική και/ή καταχωρήθηκε για να καθυστερήσει τη λήψη μέτρων εκτέλεσης από τους ενάγοντες και/ ή είναι προϊόν μεταγενέστερης σκέψης των εναγομένων σε μια προσπάθεια τους να αποποιηθούν της ευθύνης τους για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους τους.
- Η παράλειψη των καθ΄ών η αίτηση να αναφερθούν στη μεταβίβαση και εκχώρηση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ είναι απλή παρατυπία και δεν μπορεί να επιφέρει ή να ακυρώσει την άδεια εκτέλεσης και αν μη τι άλλο διορθώνεται με τη Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών.
- Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ακύρωσης της άδειας εκτέλεσης της απόφασης θα έπληττε ανεπανόρθωτα το κύρος, τη χρησιμότητα και την αξιοπιστία της απόφασης των εναγόντων εναντίον των εναγομένων.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου για τη χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας των εναγομένων.
- Η αίτηση παραμερισμού θα πρέπει να απορριφθεί, αφού καταχωρήθηκε καθυστερημένα, μετά από 10 χρόνια όπου εκδόθηκε η απόφαση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων και συνακόλουθα το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να παραχωρήσει τη θεραπεία που ζητείται με αυτή.
- Η αίτηση για άδεια εκτέλεσης της απόφασης καταχωρείται μονομερώς και καταχωρήθηκε νομότυπα και σύμφωνα με τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας και Κυπριακής νομολογίας.
- Η αμφισβήτηση του ποσού της νόμιμης και τελεσίδικης απόφασης που ποτέ δεν παραμερίστηκε δεν είναι το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας.
- Εν πάση περιπτώσει θα μπορούσε να νοηθεί ότι υπάρχει και ή την ημέρα καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης υπήρχε σε ισχύ άδεια εκτέλεσης της απόφασης και η διάρκεια των τριών ετών δεν έχει παρέλθει και επομένως η παρούσα αίτηση δεν μπορεί παρά να έχει απορριπτική κατάληξη.
- Αν κρινόταν από τους αιτητές ότι είχαν βάσιμο λόγο έπρεπε να αποταθούν στο Δικαστήριο με τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 71 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασης τέθηκε με την ένορκη δήλωση του κ. Μ. Στυλιανού αρμόδιου υπαλλήλου των εναγόντων και εξουσιοδοτημένου από αυτούς να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης. Σε αυτή κάνει αναφορά στο ιστορικό της λήψης απόφασης εναντίον των εναγομένων από το 2002 η οποία μέχρι και σήμερα δεν έχει ικανοποιηθεί και για τούτο και ζητήθηκε η άδεια του δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης πέραν του αρχικού χρόνου που καθορίζεται από του θεσμούς. Εξηγεί ότι δεν είναι αλλαγή ονομασίας που επήλθε στους αρχικά ενάγοντες αλλά συγχώνευση των εργασιών τους και ως εκ τούτου δεν υπήρχε υποχρέωση προσωπικής ενημέρωσης των εναγομένων γι΄αυτή την αλλαγή αν και αυτοί με διάφορους τρόπους στους οποίους κάνει αναφορά πληροφορήθηκαν αυτό το γεγονός. Εξηγεί περαιτέρω γιατί σύμφωνα με τη νομοθεσία και νομολογία μας η αίτηση των εναγομένων είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και γι΄αυτό θα πρέπει να απορριφθεί. Λεπτομερής αναφορά σε λόγους της ένστασης θα γίνει στη συνέχεια της απόφασης μου όπου χρειαστεί και στο κατάλληλο σημείο. Η ακρόαση της αίτησης προχώρησε με τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των δυο πλευρών χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες σύμφωνα με τη Διαταγή 39 Θ. 1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Υποστήριξαν επιχειρηματολογώντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους, κάνοντας αναφορά τόσο σε Αγγλική όσο και σε Κυπριακή νομολογία και σε αυθεντίες. Με την αγόρευση τους οι συνήγοροι των αιτητών ανέφεραν ότι δεν θα επιμείνουν στον λόγο ακύρωσης που αφορά το γεγονός ότι η αίτηση με την οποία ζήτησαν άδεια οι ενάγοντες για εκτέλεση της απόφασης έγινε με μονομερή αίτηση και όχι διά κλήσεως, όπως ισχυρίζονται ότι θα έπρεπε, ενόψει της πρόσφατης νομολογίας μας επί του θέματος. Ως εκ τούτου θα αντιπαρέλθω όσα προβλήθηκαν γι΄αυτόν το λόγο ένστασης. Στη συνέχεια θα αναφερθώ σε ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από τις δύο πλευρές στις ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη της αίτησης και της ένστασης σε συνδυασμό με τις κανονιστικές διατάξεις που διέπουν το ζήτημα και τη σχετική νομολογία και αυθεντίες. Η Διαταγή Δ.40 Θ. 8 όπως αυτή έχει τροποποιηθεί με τον Διαδικαστικό Κανονισμό Αρ. 2 με ημερ. 9.09.2011 στην οποία βασίζεται η αίτηση προνοεί τα ακόλουθα: « Όταν παρέλθουν δέκα έτη από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος, ή όταν έχει γίνει οποιαδήποτε αλλαγή στους διαδίκους οι οποίοι δικαιούνται ή υπόκεινται σε εκτέλεση, ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο ή το Δικαστή για άδεια να εκτελέσει ανάλογα. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής εάν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος, ο οποίος υποβάλλει την αίτηση αυτή, δικαιούται να εκτελέσει, μπορεί να εκδώσει διάταγμα προς αυτό το σκοπό, ή μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε επίδικο θέμα ή ζήτημα αναγκαίο για να αποφασιστούν τα δικαιώματα των διαδίκων εκδικαστεί με οποιοδήποτε από τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκδικαστεί οποιοδήποτε ζήτημα σε αγωγή. Και σε κάθε μια από τις περιπτώσεις το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή διαφορετικά, οι οποίοι θα είναι δίκαιοι.» Η Διαταγή Δ.48 Θ. 8
(1)(
- kk)που επίσης σχετίζεται με τη παρούσα αίτηση προνοεί τα ακόλουθα: «The following applications may be made ex parte-(
- kk)Under Order 40, rule 8, for leave to issue execution after six years have elapsed since the judgment or order or where any change has taken place in the parties entitled or liable to execution, if the Court or Judge is satisfied that it is impracticable to serve a summons or give notice thereof and the property on which it is desired to levy execution has devolved by death;» Σε μετάφραση; «Οι πιο κάτω αιτήσεις μπορούν να γίνουν μονομερώς (ex parte): (
- kk)για άδεια έκδοσης εκτέλεσης μετά τη λήξη δέκα (σήμερα) χρόνων από την απόφαση ή διάταγμα ή όπου έγινε αλλαγή στους διαδίκους που δικαιούνται ή είναι υπόλογοι σε εκτέλεση αν το Δικαστήριο ή Δικαστής ικανοποιηθεί ότι δεν είναι πρακτικό να επιδοθούν κλήσεις ή να δοθεί ειδοποίηση και η περιουσία η οποία υπόκειται σε εκτέλεση έχει μεταβιβασθεί λόγω θανάτου¨. Στην υπόθεση Panaou v. Christofi,
(1963)2 CLR σελ. 19 στη σελ. 23, γενικά για το ζήτημα εκτέλεσης μιας απόφασης λέχθηκαν τα ακόλουθα: « The execution of a judgment is a matter under the Court's supervision and control, and cannot be allowed to be used for purposes of unnecessary oppression as the circumstances of the present case would seem to suggest, or, indeed, for any purpose, other than the proper satisfaction of the Court's judgment, under the Court's control.» Τα κριτήρια που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Σ.Π.Ε. Κοντέας v. Μιχαήλ κ.ά, Πολ. Έφεση 459/11 με ημερομηνία 17.07.12 σελ. 7), αναφέρονται σε αγγλικά συγγράμματα όπου ερμηνεύτηκε παρόμοια πρόνοια των αγγλικών θεσμών. Σύμφωνα με το Annual Practice 1958 σελ. 1019-1020 [1], θα πρέπει η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση να περιέχει τα εξής στοιχεία: α. την ημερομηνία, το αρχικό ποσό της απόφασης και το οφειλόμενο ακόμα ποσό, β. ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση της απόφασης και γ. να αιτιολογεί την καθυστέρηση. Από αριθμό αγγλικών αποφάσεων (βλ. μεταξύ άλλων W.T.Lamb & Sons v. Rider,
(1948)2 All E.R. 402, Good Challenger Nevugante SA v. Matalexportimport SA,
(2003)Q.B. 471, Duer v. Frazer,
(2001)1 All E.R. 249 και Patel v. Singh,
(2002)EWCA 1668), φαίνεται ότι ο κανόνας είναι ότι η διακριτική ευχέρεια πρέπει να είναι ενάντια της έγκρισης της αίτησης μετά την παρέλευση των 6 ετών (τώρα 10), εκτός αν υπάρχουν τέτοια γεγονότα που η δικαιοσύνη εξυπηρετείται καλύτερα με την έγκριση της αίτησης (βλ. την υπόθεση Σ.Π.Ε. Κοντέας v. Μιχαήλ κ.ά, (πιο πάνω) στη σελ. 7). Σε περίπτωση όμως που παρέλθουν τα 10 χρόνια και ο εξ αποφάσεως πιστωτής δεν έχει ικανοποιηθεί, παρέχεται η δυνατότητα επέκτασης αυτού του χρόνου αφού υποβληθεί σχετική αίτηση και με την παροχή άδειας εκ μέρους του Δικαστηρίου. Ο εξ αποφάσεως πιστωτής οφείλει να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα εκτέλεσης μιας απόφασης αμέσως και χωρίς χρονοτριβή. Το βάρος απόδειξης ότι ο αιτητής δικαιούται άδειας εκτέλεσης το φέρει ο ίδιος ο αιτητής (βλ. Σ.Π.Ε. Κοντέας v. Μιχαήλ κ.ά ( πιο πάνω) (σελ. 6 και 7). Προκύπτει επομένως ότι δεν αποτελεί δικαίωμα του εξ αποφάσεως πιστωτή η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης μετά τα έξι χρόνια (σήμερα τα δέκα χρόνια) και ότι ο εξ αποφάσεως πιστωτής θα πρέπει να δίδει εξηγήσεις για τον λόγο της καθυστέρησης ή για τους λόγους για τους οποίους δεν έγινε κατορθωτή η ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους κατά την χρονική περίοδο των έξι ετών (σήμερα των δέκα ετών) ή μέσα σε οποιαδήποτε άλλη περίοδο για την οποία χορηγήθηκε άδεια εκτέλεσης. Στην υπόθεση Patel v. Singh (πιο πάνω), λέχθηκε ότι προτού δοθεί άδεια για εκτέλεση μετά τα έξι χρόνια, ο εξ αποφάσεως πιστωτής θα πρέπει να δώσει στο δικαστήριο ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση ενώ αντίθετα ο εξ αποφάσεως χρεώστης δεν έχει υποχρέωση να δείξει δυσμενή επηρεασμό εξαιτίας της καθυστέρησης. Με δεδομένο ότι μετά τα 6 χρόνια (σήμερα 10), δεν επιτρέπεται εκτέλεση χωρίς την άδεια του δικαστηρίου, ο αιτητής υποχρεούται να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις οι οποίες θέτουν την υπόθεση σε ασύνηθες πλαίσιο (take the case out of the ordinary) ούτως ώστε να είναι δίκαιο όπως δοθεί η άδεια για ανανέωση της απόφασης. Στην υπόθεση Duer v. Frazer (πιο πάνω) το Αγγλικό Εφετείο αποφάσισε ότι ο πιστωτής δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους του και επιβεβαίωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μη χορηγήσει άδεια για εκτέλεση της απόφασης μετά την πάροδο των έξι χρόνων, στη δε σελ. 255 τονίστηκαν τα ακόλουθα: « . the court would not, in general, extend time beyond the six years save where it is demonstrably just to do so. The burden of demonstrating this should, in my judgment, rest on the judgment creditor. Each case must turn on its own facts but, in the absence of very special circumstances such as were present in the National Westminster Bank case, the court will have regard to such matters as the explanation given by the judgment creditor for not issuing execution during the initial six - year period, or for any delay thereafter in applying to extend the period, and any prejudice which the judgment debtor may have been subject to as a result of such delay including, in particular, any change of position by him as a result which has occurred. The longer the period that has been allowed to lapse since the judgment the more likely it is that the court will find prejudice to the judgment debtor». Σε ελεύθερη μετάφραση: «. το Δικαστήριο δεν παρατείνει συνήθως την περίοδο των έξι χρόνων, εκτός αν ικανοποιηθεί ότι τούτο είναι εμφανώς δίκαιο. Το βάρος απόδειξης εναπόκειται στον εξ αποφάσεως πιστωτή. Κάθε υπόθεση θα κρίνεται από τα δικά της περιστατικά, αλλά, στην απουσία πολύ ειδικών περιστάσεων, το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη τέτοια θέματα, όπως η εξήγηση που δίδεται από τον εξ αποφάσεως πιστωτή γιατί δεν προέβηκε σε μέτρα εκτέλεσης εντός της αρχικής περιόδου των έξι ετών ή εντός οποιασδήποτε περαιτέρω περιόδου, ή το λόγο που καθυστέρησε μετά τη λήξη της πιο πάνω περιόδου να αιτηθεί για παράταση του χρόνου, καθώς και οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό υπέστη ο εξ αποφάσεως πιστωτής από την καθυστέρηση, συμπεριλαμβανομένης, ιδιαίτερα, οποιασδήποτε αλλαγής έχει επέλθει στην κατάσταση του από την καθυστέρηση αυτή. Όσο μακρύτερη είναι η περίοδος που παρήλθε από την απόφαση, τόσο πιο εύκολα το Δικαστήριο θα βρει επηρεασμό στον εξ αποφάσεως οφειλέτη.» Περαιτέρω ανασκόπηση της πρόσφατης νομολογίας μας σε σχέση με αιτήσεις για παροχή άδειας εκτέλεσης πέραν των δέκα
(10)χρόνων έχουν ξεκαθαρίσει διάφορα ζητήματα τα οποία απασχόλησαν πρόσφατα τα δικαστήρια μας όπως είναι το ζήτημα του επιτρεπτού καταχώρησης μονομερώς τέτοιων αιτήσεων ακόμα και χωρίς ένορκη δήλωση. (βλ. Πολιτική Αίτηση 7/2012, Αναφορικά με την Αίτηση της Ελένης Μιχαήλ, ημερ. 8.02.2012 και Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Κρίνος Ζ. Μακρίδης κ.ά. Πολ. Έφεση Αρ. 122/2009 με ημερ. 7.06.2013). Στην τελευταία αυτή υπόθεση ξεκαθάρισε και το ζήτημα ότι δεν επιβάλλεται ούτε δικαιολογείται από τη Δ.40 Θ. 8 η αναφορά σε ¨ειδικές περιστάσεις¨ οι οποίες δίδουν το δικαίωμα εκτέλεσης, μετά τη παρέλευση 6 ετών. Διευκρινίζεται ακόμα στην ίδια απόφαση ότι ο αιτών διάδικος θα πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι δικαιούται να εκτελέσει την υπέρ του απόφαση. Ούτε, τέλος, σύμφωνα με την ίδια απόφαση είναι ζήτημα το οποίο θα πρέπει να απασχολεί το δικαστήριο που εξετάζει μια τέτοια αίτηση κατά πόσο το εξ αποφάσεως χρέος έχει εξοφληθεί. Είναι ζήτημα που κατά την κρίση του Εφετείου δεν αφορά άμεσα στην παραχώρηση άδειας εκτέλεσης της απόφασης. Καθώς εφόσον παραχωρηθεί άδεια εκτέλεσης μιας παλιάς απόφασης το ζήτημα του οφειλόμενου υπολοίπου είναι θέμα ορθού υπολογισμού. ΑΝΑΛΥΣΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Θα ξεκινήσω την ανάλυση μου από τη θέση των εναγόντων - καθ΄ών η αίτηση ότι η παρούσα αίτηση δεν έπρεπε να κατατεθεί αλλά θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί αίτηση για προγενέστερα εκδοθέν διάταγμα για άδεια εκτέλεσης και συγκεκριμένα για εκείνο που εκδόθηκε στις 22.03.2010 η οποία δεν με βρίσκει σύμφωνο. Οι εναγόμενοι - αιτητές σύμφωνα με τους θεσμούς μας έχουν το δικαίωμα να προβούν σε αίτηση για ακύρωση οποιασδήποτε απόφασης ή διατάγματος το οποίο εκδόθηκε εναντίον τους μονομερώς, πάντοτε κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις όπως καθορίζονται ή και όπως έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία μας. Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Κρίνος Ζ. Μακρίδης κ.ά.,(πιο πάνω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Δεν θα εξετάσουμε το ζήτημα της εξουσίας του πρωτόδικου δικαστηρίου, δυνάμει της Δ.48
(8)
(4), να παραμερίσει προηγούμενες αποφάσεις του δικαστηρίου που είχαν εκδοθεί μονομερώς δυνάμει της Δ.40 Θ.
- Θα εκλάβουμε ως δεδομένο ότι τέτοια εξουσία υπήρχε.» Επομένως κέκτηνται του δικαιώματος να προσβάλουν ένα μεταγενέστερο διάταγμα έστω και αν δεν το έπραξαν με παρόμοιο προγενέστερο. Στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση με ημερομηνία 17.09.2012 αναφέρεται ότι το υπόλοιπο ποσό του εξ αποφάσεως χρέους των εναγομένων ανέρχεται στο ποσό των €189.123,66σ. πλέον τόκο προς 9% επί του ποσού των €177.956,86σ. από 7.09.2012 πλέον δικηγορικά έξοδα και Φ.Π.Α. Επομένως καθορίζεται το υπόλοιπο ποσό της οφειλής ενώ το ποσό της απόφασης φαίνεται στην ίδια την απόφαση που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση. Σύμφωνα με την υπόθεση ΣΠΕ Κοντέας v. Μιχαήλ (πιο πάνω), στη σελ. 9, εάν ο καθ΄ού η αίτηση προβάλλει ότι ο ενάγοντας - αιτητής δεν απέδειξε το ύψος του οφειλόμενου ποσού αυτό δεν είναι εμπόδιο να εγκριθεί η αίτηση εφόσον ένα τέτοιο ζήτημα μπορεί να προβληθεί κατά την εκτέλεση της απόφασης. Το ίδιο ζήτημα εξετάστηκε και στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ v.
- Κρίνος Ζ. Μακρίδης κ.ά. (πιο πάνω), όπου κρίθηκε ότι εφόσον παραχωρηθεί άδεια εκτέλεσης μιας παλιάς απόφασης το ζήτημα του οφειλόμενου υπολοίπου είναι θέμα ορθού υπολογισμού. Επομένως κρίνεται ότι συναφείς λόγοι ένστασης εκ μέρους των εναγομένων - αιτητών σε σχέση με το ζήτημα του υπόλοιπου του χρέους των δεν έχουν έρεισμα και απορρίπτονται. Σε σχέση με το ζήτημα της καθυστέρησης η νομολογία μας συγκλίνει ότι η καθυστέρηση στην λήψη μέτρων εκτέλεσης πρέπει να αιτιολογείται δεόντως (βλ. και όσα λέχθηκαν στην ίδια πιο πάνω απόφαση Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. 1, Κρίνος Ζ. Μακρίδης κ.ά., (πιο πάνω), όπου αναφέρθηκε ότι η καθυστέρηση που παρατηρείται στην εκτέλεση μιας απόφασης θα πρέπει να αιτιολογείται δεόντως. Το ζήτημα αυτό καλύπτεται από τις παραγράφους 7,8 και 9 της ένορκης δήλωσης του κ. Μ. Στυλιανού με την οποία υποστήριξε την αίτηση, το περιεχόμενο των οποίων καταγράφω αμέσως στη συνέχεια: Παρ.
- Λόγω προβλημάτων και δυσκολιών που υπάρχουν στην εκτέλεση των Δικαστικών Αποφάσεων και του γεγονότος ότι οι εναγόμενοι στερούνται οποιασδήποτε άλλης περιουσίας, πλην ακίνητης ιδιοκτησίας, δεν κατέστη δυνατή η εκτέλεση της απόφασης και η εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. Παρ.
- Μέχρι σήμερα έχουμε προβεί σε διάφορα μέτρα εκτέλεσης και είναι απαραίτητο, δίκαιο και λογικό να εκδοθεί άδεια εκτέλεσης για να επιτραπεί η καταχώρηση εντάλματος εκποίησης της κινητής περιουσίας του εναγομένου 2 και για καταχώρηση ειδοποίησης πτώχευσης εναντίον των εναγομένων 3 και 4 ως η αίτηση. Παρ.
- Η μη εκτέλεση της απόφασης μέχρι σήμερα δεν οφείλεται σε οποιαδήποτε κακοπιστία και/ή λάθη των εναγόντων. Ανατρέχοντας στο φάκελο της υπόθεσης μετά την εκ συμφώνου έκδοση της απόφασης με ημερομηνία 27.02.2002 διαπιστώνεται ότι είχε καταχωρηθεί αίτηση παρακοής εκ μέρους των εναγόντων και εναντίον της εναγομένης 1 για τη μη συμμόρφωση της με εκδοθέν διάταγμα για παράδοση διαφόρων αντικειμένων με σκοπό να πωληθούν σε δημόσιο πλειστηριασμό η οποία καταχωρήθηκε στις 29.10.2002 μετά την πάροδο της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης όπως είχε συμφωνηθεί κατά την έκδοση της. Το αποτέλεσμα της αίτησης εκείνης ήταν να αποσυρθεί άνευ βλάβης στις 7.05.
- Στις 6.05.2004 είχε καταχωρηθεί ΜΕΜΟ σε ακίνητο του εναγομένου 4 το οποίο στη συνέχεια στις 16.07.2004 είχε αποσυρθεί. Στις 22.03.2010 δόθηκε άδεια για εκτέλεση της απόφασης για περαιτέρω τρία χρόνια. Στις 21.12.2006 είχε εκδοθεί ένταλμα κινητών εναντίον όλων των εναγομένων το οποίο αποσύρθηκε άνευ βλάβης στις 25.04.
- Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι από της έκδοσης της δικαστικής απόφασης λήφθηκαν διάφορα μέτρα εκτέλεσης με τα οποία όμως οι ενάγοντες δεν κατάφεραν να ικανοποιήσουν την απαίτηση τους εναντίον των εναγομένων. Με τη λήψη των πιο πάνω περιγραφέντων μέτρων εκτέλεσης κρίνω ότι σε καμιά περίπτωση οι ενάγοντες δεν δημιούργησαν την εντύπωση ότι δεν θα λαμβάνονταν μέτρα για την εκτέλεση της απόφασης και ότι δεν θα επιχειρούσαν να ικανοποιήσουν πλήρως την απόφαση τους ως εξ αποφάσεως πιστωτές των εναγομένων. Εξάλλου οι εναγόμενοι σε κανένα σημείο της αίτησης τους ισχυρίζονται ότι δεν εξακολουθούν να είναι εξ αποφάσεως οφειλέτες των εναγόντων. Επομένως οι σχετικοί λόγοι που προβλήθηκαν προς υποστήριξη της αίτησης στερούνται ερείσματος και απορρίπτονται. Σε σχέση δε με τους λόγους ένστασης που αφορούν την καταχώρηση προγενέστερης αίτησης εκ μέρους των εναγόντων με την οποία τους δόθηκε άδεια εκτέλεσης για συγκεκριμένο χρόνο και για συγκεκριμένο μέτρο εκτέλεσης που είχαν υπόψη τους, δεν βλέπω το λόγο γιατί αυτό να είναι αποτρεπτικό στο να επανέλθουν με παρόμοιο αίτημα όταν έχουν υπόψη τους νέα μέτρα εκτέλεσης που αποσκοπούν στην ικανοποίηση της απόφασης τους ακόμα και για να προχωρήσουν σε διαδικασία πτώχευσης εναντίον κάποιων από τους εξ αποφάσεως οφειλέτες όταν αυτοί φαίνεται ότι δεν μπορούν να ανταποκριθούν στην υποχρέωση τους που απορρέει από την ιδιότητα τους ως εξ αποφάσεως οφειλέτες, όταν μάλιστα, επισημαίνω, το προγενέστερο διάταγμα πλησιάζει να εκπνεύσει, οπότε και δεν χρειάζεται αίτημα για παράταση χρόνου για υποβολή ενός τέτοιου αιτήματος. Κάτι τέτοιο δεν αποκλείουν οι σχετικοί κανονισμοί. Επομένως οι συναφείς λόγοι που προβλήθηκαν απορρίπτονται. Θα σχολιάσω στη συνέχεια τους λόγους που προβάλλονται γιατί θα πρέπει να ακυρωθεί το επίδικο διάταγμα και έχουν σχέση με την ιδιότητα των εναγόντων όπως αυτοί παρουσιάστηκαν στην επίδικη αίτηση. Είναι γεγονός ότι η αγωγή και η εκδοθείσα απόφαση είχε εκδοθεί με ενάγοντες τον Οργανισμό Χρηματοδότησης Τραπέζης Κύπρου Λτδ. Στην αίτηση με βάσει την οποία εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα αναφέρεται ο αρχικός τίτλος της αγωγής και στην συνέχεια ότι η αίτηση υποβάλλεται από την Τράπεζα Κύπρου Λτδ. Ο κ. Στυλιανού στην ένορκη δήλωση του δίδει την ακόλουθη εξήγηση γι΄αυτό το γεγονός στην παρ. 6 όπου αναφέρει ότι: « . από την έκδοση της απόφασης έχει επέλθει αλλαγή στους διαδίκους και συγκεκριμένα έχει αλλάξει το όνομα των εναγόντων αλλαγή για την οποία έχει ήδη καταχωρηθεί σχετική ειδοποίηση.» Στην ένορκη δήλωση του κ. Στυλιανού με την οποία υποστηρίζει την ένσταση των εναγόντων υποστηρίζονται τα ακόλουθα στην παρ. 4: «Δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 13.12.2005 στην αίτηση με αρ. 531/05 του Ε.Δ. Λευκωσίας το οποίο καταχωρήθηκε νομίμως και δεόντως στις 2.01.2006 στον Έφορο Εταιρειών, ολόκληρη η επιχείρηση και ιδιοκτησία, υποχρεώσεις και δικαιώματα συμπεριλαμβανομένων και συμβολαίων Ενοικιαγοράς του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ μεταβιβάστηκαν, εκχωρήθηκαν, ανατέθηκαν και παραχωρήθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ». Στην παρ. 5 αναφέρονται τα ακόλουθα: « Δυνάμει του πιο πάνω αναφερόμενου διατάγματος ημερ. 13.12.2005 ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ διαλύθηκε χωρίς εκκαθάριση σύμφωνα με το Σχέδιο Αναδιάρθρωσης και Συγχώνευσης ως το ψήφισμα που υιοθετήθηκε κατά την Έκτακτη Γενική Συνέλευση του Μετόχου του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ που έλαβε χώρα κατά την 30η Νοεμβρίου 2005.» Στην παρ. 6 αναφέρει: « Ενόψει των πιο πάνω για όλες τις αποφάσεις που εκδόθηκαν υπέρ του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ, ως η παρούσα, από την 13.12.2005 μέχρι και σήμερα την εκτέλεση του δικαιούται να αιτείται η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Εδώ παρεμβάλλω τα όσα ο κ. Στυλιανού υποστήριξε στην ένορκη δήλωση του όταν οι ενάγοντες είχαν αιτηθεί το προσβαλλόμενο διάταγμα: « Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω από την έκδοση της απόφασης έχει επέλθει αλλαγή στους διάδικους συγκεκριμένα έχει αλλάξει το όνομα των εναγόντων αλλαγή για την οποία έχει ήδη καταχωρηθεί σχετική ειδοποίηση.» Περαιτέρω στη παρ. 24 της ίδιας ένορκης δήλωσης αναφέρονται τα ακόλουθα: « Είναι ο ισχυρισμός των Εναγόντων ότι η παρούσα δεν είναι περίπτωση η οποία θα έχριζε άμεσης τροποποίησης ο τίτλος της αγωγής και επομένως τα όσα αναφέρει ο ενόρκως δηλών γι΄αυτό το ζήτημα απορρίπτονται ως αβάσιμα και αστήριχτα.» Στη δε παρ. 25 « . είναι ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι δεν είναι αλλαγή ονόματος των εναγόντων που έχει προκύψει (όπως εκ λάθους αναφέρει ο κ. Μ. Στυλιανού στην ένορκη του δήλωση βλ. πιο πάνω παρ. 6, όπως παραδέχονται) ή αλλαγή διαδίκου αλλά αυτό που έχει γίνει είναι παραχώρηση και μεταβίβαση δικαιωμάτων γεγονός το οποίο ουδέποτε αποκρύφτηκε από τους ενάγοντες εις τους εναγόμενους και αν μη τι άλλο οι ενάγοντες καμία υποχρέωση δεν είχαν να κοινοποιήσουν την πράξη αυτή εις τους εναγόμενους προσωπικά.» Επομένως όταν οι ενάγοντες είχαν αποταθεί στο δικαστήριο για να εξασφαλίσουν το επίδικο - προσβαλλόμενο διάταγμα είχαν δώσει εξήγηση γιατί η αίτηση τους υποβαλλόταν πλέον από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και ότι είχαν καταχωρήσει προς τούτο σχετική ειδοποίηση. Επομένως δεν υπήρχε οποιοδήποτε κώλυμα για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ούτε και παραπλάνηση του δικαστηρίου. Οι ενάγοντες είχαν αποκαλύψει όσα απαιτούνταν ως ελάχιστα για την αιτιολόγηση της αλλαγής που επήλθε. Οι εναγόμενοι περαιτέρω εμποδίζονται διά κωλύματος λόγω συμπεριφοράς να προβάλλουν αυτόν το λόγο καθώς επανειλημμένα ήρθαν σε επαφή με τους ενάγοντες γνωρίζοντας ότι επήλθε αυτή η αλλαγή με την συγχώνευση που έγινε και τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων του Οργανισμού Χρηματοδότησης της Τράπεζας Κύπρου Λτδ. Αυτό προκύπτει από σχετικές επιστολές που στάλθηκαν από τους δικηγόρους των εναγομένων προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και εκ μέρους της από τους δικηγόρους της (τεκμ. 4 και 5 στην ένορκη δήλωση της ένστασης). Σχετικά είναι όσα ειπώθηκαν στις υποθέσεις Lextalionis Investments Ltd v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ,
(2010)1 Γ Α.Α. Δ. σελ. 1833, Ελληνική Τράπεζα Λτδ κ.ά.v. Τσαρδελλή,
(2003)1 Α.Α.Δ. σελ. 246 και Μ.Α. Goodvalue Suppliers Ltd κ.ά. v. Barclays Bank PLC,
(2001)1 A.A.Δ. σελ. 1038). Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι οι εναγόμενοι κωλύονται να αιτούνται την ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος για άδεια εκτέλεσης της απόφασης εφόσον οι λόγοι τους στερούνται ερείσματος τόσο ως προς τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης όσο και σε σχέση με τους νομικούς ισχυρισμούς οι οποίοι δεν συνάδουν με τις νομοθετικές, κανονιστικές διατάξεις και τις αρχές της νομολογίας μας. Επομένως δεν συντρέχει ούτε καν παρατυπία για την οποία θα ενεργοποιείτο η Διαταγή 64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Εξετάζοντας τις προϋποθέσεις όπως αυτές αναφέρθηκαν πιο πάνω στη σελ. 8 οι οποίες εξετάζονται από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εγκρίνει αίτημα για άδεια εκτέλεσης απόφασης, κρίνω ότι αυτές εκπληρούνται και από την άλλη οι εναγόμενοι - αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος που είχαν να αποδείξουν ότι έχουν βάσιμο λόγο ακύρωσης και ή παραμερισμού του εκδοθέντος διατάγματος. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω στη βάση των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον μου με την αίτηση και την ειδοποίηση περί της πρόθεσης ένστασης, η διακριτική μου ευχέρεια δεν μπορεί να ασκηθεί υπέρ του αιτήματος και έτσι η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης θεωρώ ότι δεν μπορώ να περικλείνω από τον κανόνα σε σχέση με την επιδίκαση των εξόδων υπέρ του επιτυχόντος διαδίκου. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων - καθ΄ών η αίτηση και τα οποία καθορίζονται στο ποσό των €1.000,00. (Υπ.) ............. Χρήστος Γ. Φιλίππου ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] « .application for leave to issue execution on a judgment more than six years old should be made to a Master in chambers ex parte, on an affidavit of facts by the party applying, or his solicitor, stating
(1)the date of the judgment, amount of original judgment debt, and amount still remaining due;
(2)showing that the applicant is entitled to execution, i.e. that there has been no change of parties, or devolution of interest, or, if any such, the precise nature of it, and
(3)showing causes of delay. The Master will, however, generally direct a summons to issue » cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο