← Κύπρος

ΞΥΛΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ Γ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ ΛΤΔ ν. Μαρίνος Κυναιγήρου, Αρ.Αγωγής:3274/2010, 15/5/2013

ΞΥΛΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ Γ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ ΛΤΔ ν. Μαρίνος Κυναιγήρου, Αρ.Αγωγής:3274/2010, 15/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A83 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής:3274/2010 Μεταξύ: ΞΥΛΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ Γ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ ΛΤΔ Ανδρέα Ζάκου 20, Βιοτεχνική Ζώνη Αραδίππου-Λάρνακα Μαρίνος Κυναιγήρου, από τη Λάρνακα Εναγόντων Και Μαρίνος Κυναιγήρου, από τη Λάρνακα Εναγόμενου Ημερομηνία: 15.5.2013 (Αίτηση για τροποποίηση Έκθεσης Υπεράσπισης) Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο Αιτητή: κ. Λουκαΐδης για Δρ Ποιητής & Σια Για την Ενάγοντες καθ' ων η Αίτηση: κ. Κυριάκος Γρ. Σαββίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, οι ενάγοντες διεκδικούν από τον εναγόμενο την πληρωμή του υπόλοιπου οφειλόμενου ποσού των €5.107 που αφορά την κατασκευή και εγκατάσταση εντοιχισμένων επίπλων και ή άλλων ξυλουργικών κατασκευών καθώς και αποζημιώσεις για ζημιές που έχουν υποστεί λόγω παράβασης συμφωνίας. Ο εναγόμενος με την Έκθεση Υπεράσπιση του αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων και περαιτέρω ισχυριζόμενος κακοτεχνίες στις εκτελεσθείσες από τους ενάγοντες εργασίες αναταπαιτεί εναντίον τους το ποσό των €14.235.60 σεντ. Με την υπό εξέταση αίτηση ο εναγόμενος ζητά την τροποποίηση της έκθεσης Υπεράσπισης του με την αντικατάσταση της παραγράφου 4 με νέα παράγραφο. Ζητά επίσης την τροποποίηση της παραγράφου 3 της υπεράσπισης έτσι ώστε οι λέξεις «οι εναγόμενοι» στην 4η γραμμή να αντικατασταθούν με τις λέξεις «οι ενάγοντες» Νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θ.1-6 Δ.48 θ1-4,8,9, Δ.9, Θ.1-13 και η συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου ο οποίος αναφέρει ότι κατά την μελέτη της δικογραφίας διαπιστώθηκαν λάθη και παραλείψεις με αποτέλεσμα τα γεγονότα που ο ίδιος ισχυρίζεται να μην περιγράφονται ορθά και με λεπτομέρεια στην έκθεση υπεράσπισης του. Προβάλλει ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι καλόπιστες και αναγκαίες έτσι ώστε η έκθεση υπεράσπισης του να ανταποκρίνεται στα αληθή γεγονότα. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ειδοποίηση ένστασης η οποία περιλαμβάνει μια πλειάδα λόγων ένστασης που δεν κρίνεται αναγκαία η αυτούσια μεταφορά τους στα πλαίσια της παρούσας. Αποτελεί κεντρικό πυρήνα των λόγων ένστασης αλλά και της ένορκης δήλωσης του διευθυντή των εναγόντων που την συνοδεύει, ότι , η αίτηση καταχωρήθηκε με καθυστέρηση, είναι κακόπιστη, αποσκοπεί στη διαφοροποίηση των επίδικων θεμάτων της αγωγής και ο εναγόμενος επιδιώκει να συμπεριλάβει στην έκθεση υπεράσπισης του ισχυρισμούς που δεν είναι αληθείς. Κατά την ακρόαση της αίτησης με τις αγορεύσεις τους αμφότεροι οι συνήγοροι υποστήριξαν τις θέσεις τους επικαλούμενοι και σχετική Νομολογία επί του θέματος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η τροποποίηση δικογράφων διέπεται από τη Δ.25, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την τροποποίηση δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην απόφαση της υπόθεσης Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation,

(1989)1E A.Α.Δ. 33, συνοψίστηκαν οι αρχές που διέπουν το θέμα ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση . Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave ν. Case, 28 Ch.D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Προκύπτει από την νομολογία ότι το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, θα πρέπει να λάβει υπόψη την θεμελιακή αρχή πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. (Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά,
(1992)1 Α.Α.Δ 704). Αναφορικά με τη φύση των ισχυρισμών που μπορούν να εισαχθούν με την αιτούμενη τροποποίηση δικογράφου σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση SΑΒΑ & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.Α.Δ. 426, στην οποία λέχθηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη της αίτησης τροποποίησης. Όπως προκύπτει από την νομολογία, κυρίαρχος παράγοντας κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου, είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ο πρώτος είναι ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. (Βλέπε απόφαση της υπόθεσης Kallice Holding Co. Ltd n. TR Metals (Overseas) Ltd,
(1996)1A A.A.Δ 162). Αναφορικά με το χρόνο υποβολής αίτησης για τροποποίηση δικογράφου, χρήσιμη είναι η αναφορά στην απόφαση της υπόθεσης Astor Manufacturing & Exporting Co.κ.α. ν. A.& G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ.726, όπου λέχθηκε ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Για το ίδιο θέμα, αυτό δηλαδή που αφορά το χρόνο υποβολής της αίτησης, σχετικές είναι και οι αποφάσεις στις υποθέσεις Federal Bank of Lebanon(S.A.L.) v. Nίκου Κ. Σιακόλα,
(1999)1Α Α.Α.Δ 44 και SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents, (ανωτέρω). Στην απόφαση της υπόθεσης Federal Bank of Lebanon(S.A.L.) v. Nίκου Κ. Σιακόλα, (ανωτέρω) το Εφετείο επιβεβαίωσε ότι η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου, αλλά αποτελεί παράγοντα, ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση της διαδικασίας και ότι η έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή αιτήματος προϋποθέτει τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και για να συνιστά κώλυμα θα πρέπει να μην είναι καλόπιστη. Στην απόφαση της υπόθεσης SΑΒΑ & Co. (Τ.Μ.P.) v. Τ.Μ.P. Agents, (ανωτέρω) το Εφετείο αναφέρθηκε στην ανάγκη παροχής εξήγησης όταν παρατηρείται καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης τροποποίησης. Όπως λέχθηκε, η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του Αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης υποβολής αίτησης για τροποποίηση, σημειώνω ότι ο χρόνος αρχίζει να υπολογίζεται από το χρονικό σημείο που ο Αιτητής διαπίστωσε την ανάγκη για τροποποίηση σε συνάρτηση με τον χρόνο που τελικά προώθησε την σχετική αίτηση για τον σκοπό αυτό.(Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon(S.A.L.) v. Nίκου Κ. Σιακόλα, (ανωτέρω)). Η σύγχρονη τάση σε αιτήσεις τροποποίησης παρατηρείται να είναι φιλελεύθερη. Σχετική απόφαση που δείχνει την τάση φιλελευθεροποίησης των τροποποιήσεων δικογράφων είναι η απόφαση στην υπόθεση Δόμνα Νικόλα Χριστοδούλου ν. Αθηναϊδος Ιωάννου Χριστοδούλου κ.α.,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, όπου χαρακτηριστικά λέχθηκε ότι αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. (Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.α.,
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005). Η γενικότητα όμως, με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή, διευκρινίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση της υπόθεσης Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ.560, ότι εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακρατικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει υπόψη τους παράγοντες με ποικίλλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης. Με βάση τις πιο πάνω νομολογημένες αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση του εναγόμενου σε συνάρτηση με τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Οι ενάγοντες-καθ 'ων η αίτηση προβάλλουν ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ότι ο αιτητής παρέλειψε να δώσει επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν την αρχική του παράλειψη να συμπεριλάβει στη υπεράσπιση του τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις. Την δυνατότητα τροποποίησης το Ανώτατο Δικαστήριο την έθεσε στην υπόθεση Χριστοδούλου πιο πάνω. Στην πιο πάνω υπόθεση το αίτημα για τροποποίηση έγινε από την ενάγουσα μετά που ακούστηκαν εφτά μάρτυρες και μετά από επιτόπια έρευνα υπαλλήλου του κτηματολογίου. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα με την αιτιολογία ότι οι εφεσίβλητοι θα εζημιούντο δυσμενώς αν η τροποποίηση επιτρεπόταν και η αδικία που θα τους εγίνετο δεν μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα ή άλλως πως αφού μεταξύ άλλων θα απαιτείτο νέα επιτόπια έρευνα και διότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε πολύ πριν την υποβολή αίτησης. Η ενάγουσα εφεσίβαλε την απόφαση και το Ανώτατο Δικαστήριο δεχόμενο την έφεση μεταξύ άλλων ανάφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 938: «Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R.είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd, and Others v. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R. 754, στην οποία ανέφερε τα πιο κάτω: ´I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here.' Περαιτέρω στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (πιο πάνω) λέχθηκε σε σχέση με την καθυστέρηση ότι η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι αίτηση καταχωρίστηκε σχεδόν δύο χρόνια μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης και παράλληλα δεν παραβλέπω την συνταγματικά καθιερωμένη αρχή για διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Παρόλα αυτά σημειώνεται ότι ο εναγόμενος με την έκθεση υπεράσπισης του ισχυρίζεται ότι υπήρξαν κακοτεχνίες στις εργασίες που ανέθεσε στους ενάγοντες για τις οποίες ανταπαιτεί την πληρωμή συγκεκριμένου ποσού. Με την αιτούμενη τροποποίηση ζητά να παραθέσει τους ισχυρισμούς του αναφορικά με τη συμφωνία που έκανε με τους ενάγοντες και κυρίως να εξειδικεύσει τις κακοτεχνίες που ισχυρίζεται ότι παρουσίασαν οι εργασίες των εναγόντων. Ο εναγόμενος έδωσε την εξήγηση ότι κατά την μελέτη της δικογραφίας διαπιστώθηκε πως εκ παραδρομής υπήρξαν λάθη και παραλείψεις στην έκθεση υπεράσπισης του με αποτέλεσμα τα γεγονότα που ο ίδιος ισχυρίζεται σε σχέση με την υπόθεση να μην περιγράφονται ορθά και με λεπτομέρεια. Λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη το γεγονός ότι η αίτηση για τροποποίηση καταχωρήθηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και μόλις έγιναν αντιληπτές οι αναφερόμενες παραλείψεις καθώς και τη νομολογία, σε σχέση με την καθυστέρηση και ειδικότερα ότι δεν μπορεί να στερείται από διάδικο το δικαίωμα να αποφασιστούν τα επίδικα θέματα που εγείρει, ακόμα και αν δεν αιτιολογηθεί πλήρως η καθυστέρηση, θεωρώ ότι στον υπό κρίση παράγοντα δεν πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα. Σχετική είναι η απόφαση Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μιλτιάδους (πιο πάνω) όπου ελέχθησαν τα ακόλουθα: «Έχουμε εξετάσει με προσοχή την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και θεωρούμε πως, ενώ η νομολογία και η νομική θέση εκφράζονται ορθά, εντούτοις δεν εφαρμόζονται ανάλογα στα γεγονότα της υπόθεσης. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο πρωτόδικος Δικαστής ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης, δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στον παράγοντα αυτό. Αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.» Οι ενάγοντες προβάλλουν περαιτέρω ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν πρέπει να επιτραπεί για το λόγο ότι οι ισχυρισμοί που ο αιτητής επιχειρεί να συμπεριλάβει στην έκθεση υπεράσπισης του δεν είναι αληθείς. Χωρίς να υπεισέρχομαι στους αναφερόμενους ισχυρισμούς επισημαίνω ότι το καθήκον του Δικαστηρίου κατά την εξέταση αιτήσεων τροποποίησης δεν επεκτείνεται στη διερεύνηση και εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τις πιθανότητες ή προοπτικές επιτυχίας μιας επιπρόσθετης διεκδίκησης η οποία ζητείται να προστεθεί με την τροποποίηση, αυτό είναι θέμα ουσίας το οποίο κρίνεται κατά τη δίκη και τελική απόφαση του Δικαστηρίου. Εκείνο που το Δικαστήριο πρέπει να διαπιστώσει είναι αν οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες, ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων με τρόπο που θα αποφευχθεί η πολλαπλότητα των διαδικασιών. Περαιτέρω θεωρώ ότι στο στάδιο που ζητείται η τροποποίηση δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα των εναγόντων, οι οποίοι διατηρούν το δικαίωμα να απαντήσουν στους ισχυρισμούς που ο εναγόμενος επιχειρεί με την αιτούμενη τροποποίηση να εισάγει στην υπεράσπιση του καθώς και να τους αντικρούσουν μέσα από την διαδικασία της ακροαματικής διαδικασίας που θα ακολουθήσει. Στην απόφαση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέας Αζάς και άλλος (πιο πάνω) τονίστηκε ότι η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας νομικών διαδικασιών. Στην υπόθεση Geto v. M/V Vladimir Vaslyayev (αρ. 4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714 αποφασίσθηκε ότι το κυρίαρχο στοιχείο που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι να παρασχεθεί στους διαδίκους η δυνατότητα να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. Ένα άλλο θέμα το οποίο εγείρουν με την ένσταση τους οι ενάγοντες είναι ότι η αίτηση του εναγόμενου γίνεται κακόπιστα. Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα. Στην υπό εξέταση περίπτωση στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση δεν εντοπίζονται στοιχεία που να υποστηρίζουν την ύπαρξη κακοπιστίας. Η θέση των εναγόντων ότι ο εναγόμενος καταχώρησε την παρούσα αίτηση σε μια προσπάθεια να διαφοροποιήσει την έκθεση υπεράσπισης του με την εισαγωγή καινούργιων θεμάτων δεν κρίνεται στοιχείο ικανό να αποδείξει ότι η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται κακόπιστα. Δεν έχω πεισθεί με τα όσα αναφέρουν οι ενάγοντες στην ένσταση τους ότι υπάρχει κακοπιστία εκ μέρους του εναγόμενου στην καταχώριση της αιτούμενης τροποποίησης, έτσι ώστε, το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια απορρίπτοντας την αίτηση. Όπως αναφέρθηκε στην πρόσφατη απόφαση Κώστας Παφίτης &Υιοί ΛΤΔ v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Πολιτική Έφεση 204/2009 ημερομηνίας 24.4.2012 η αμέλεια ή το λάθος με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Εξάλλου όπως προκύπτει και από την υπόθεση Mahattou v. Viceroy Ltd
(1979)1 C.L.R. 542 η βασική αποστολή των δικαστηρίων είναι να κρίνουν τα δικαιώματα των διαδίκων και όχι να τους τιμωρούν αποφασίζοντας εναντίον των δικαιωμάτων τους λόγω σφαλμάτων που διέπραξαν. Από τη στιγμή λοιπόν που διαπιστώνεται ότι η λανθασμένη δικογράφηση δεν θα οδηγήσει σε δικαστική κρίση των πραγματικών ζητημάτων και της πραγματικής διαφοράς των μερών, υπάρχει αντίστοιχο δικαίωμα διόρθωσης, νοουμένου πάντοτε ότι δεν προκαλείται αδικία ή βλάβη στην άλλη πλευρά. Έχω ήδη εξηγήσει πως στην παρούσα περίπτωση δεν έχει καταδειχθεί ότι θα προκληθεί αδικία ή βλάβη στους ενάγοντες με την τροποποίηση την οποία αιτείται ο εναγόμενος. Ούτε θα προκληθεί ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η παράγραφοι 1 και 2 της αίτησης. Τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης να καταχωρηθεί και επιδοθεί στη πλευρά των εναγόντων εντός δέκα ημερών από την σύνταξη του διατάγματος. Η σύνταξη του διατάγματος να ζητηθεί εντός πέντε ημερών από σήμερα. Απάντηση στην τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός δεκαπέντε ημερών από την παράδοση της τροποποιημένης υπεράσπισης. Τα έξοδα της αίτησης όσο και αυτά που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου-αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της δίκης. (Υπ.) .................... Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.