← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ν. ΣΠΥΡΟΥΛΛΑΣ ΣΟΛΩΜΟΥ, Αρ. Aγωγής: 1774/06, 3/6/2013

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ν. ΣΠΥΡΟΥΛΛΑΣ ΣΟΛΩΜΟΥ, Αρ. Aγωγής: 1774/06, 3/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A94 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛAΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 1774/06 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, από τη Λάρνακα Εναγόντων - και - ΣΠΥΡΟΥΛΛΑΣ ΣΟΛΩΜΟΥ, Από τον Αγ. Θεόδωρο Λάρνακος Εναγομένων ------------------------------- Ημερομηνία: 3 Ιουνίου,

  1. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κος Π. Παύλου για Χριστάκης Λουκά Για Εναγόμενη: κος Α. Μαθηκολώνης για Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνη & Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν από την Εναγόμενη το ποσό των Λ.Κ.53.000 πλέον τόκους και έξοδα το οποίο ποσό ισχυρίζονται ότι έχει υποστεί από τις κατ΄ ισχυρισμό δόλιες και/ή παράνομες πράξεις ή παραλείψεις της Εναγόμενης κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της ενώ βρισκόταν στην υπηρεσία των Εναγόντων. ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Οι βασικοί ισχυρισμοί των Εναγόντων, όπως καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης, έχουν ως εξής: Þ Οι Ενάγοντες είναι Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία και ασκεί τραπεζικές εργασίες. Þ Η Εναγόμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλος των Εναγόντων και κατείχε τη θέση γραφέα. Þ Ανάμεσα στα καθήκοντα της ήταν και η ευθύνη της ετοιμασίας και συμπλήρωσης των διαφόρων συμφωνιών δανείων και/ή πιστώσεων, των εγγράφων δέσμευσης καταθέσεων προθεσμίας και των εγγράφων υποθήκης εγγύησης, την ευθύνη εξασφάλισης των υπογραφών των συμβαλλομένων μερών επί των διαφόρων εγγράφων και της βεβαίωσης της γνησιότητας των υπογραφών. Þ Η Εναγόμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο παρουσίασε και σύστησε στους Ενάγοντες τον κ. Χριστόφορο Καρασαμάνη («Χρεώστη») με τον οποίο διατηρούσε αισθηματικό δεσμό και/ή είχε φιλικές και/ή οικογενειακές και/ή εμπορικές σχέσεις. Þ Οι Ενάγοντες μετά από αίτηση του Χρεώστη του παραχώρησαν δάνειο και/ή πίστωση σε τρεχούμενο λογαριασμό και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις δυνάμει Συμφωνίας ημερ. 16/7/03 για ποσό Λ.Κ.7.000 και άνοιξαν τον τρεχούμενο λογαριασμό υπ΄αρ. 4000150-
  2. Þ Το πιο πάνω δάνειο εξασφαλίστηκε με προσωπικές εγγυήσεις διαφόρων προσώπων. Þ Μετά τη σύναψη της πιο πάνω συμφωνίας των Λ.Κ.7.000 και το άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού ο Χρεώστης με τη σύσταση και/ή προτροπή και/ή εγγύηση και/ή δέσμευση της Εναγόμενης και σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ των μηνών Ιουλίου του 2003 και Δεκεμβρίου του 2003 ζήτησε διάφορες τραπεζικές διευκολύνσεις και/ή πιστώσεις και/ή αύξηση και/ή υπέρβαση του ορίου πίστωσης μέχρι του ποσού των Λ.Κ.60.000 και/ή ζήτησε την πληρωμή διαφόρων επιταγών που εξέδιδε επί του τρεχούμενου λογαριασμού του μέχρι του πιο πάνω ποσού των Λ.Κ.60.000 καθ΄ υπέρβαση του ορίου πίστωσης των Λ.Κ.7.000 με τη ρητή πάντοτε συμφωνία ανάληψης υποχρέωσης εκ μέρους του Χρεώστη και/ή την ανάληψη ευθύνης κάλυψης και/ή αποζημίωσης των Εναγόντων από την Εναγόμενη να αποπληρώσουν τις υπερβάσεις μέχρι το τέλος του
  3. Þ Η Εναγόμενη θέλοντας να βοηθήσει τον Χρεώστη για συναισθηματικούς και/ή εμπορικούς και/ή οικογενειακούς σκοπούς να εξασφαλίσει πιστώσεις και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις από τους Ενάγοντες ώστε να διευκολυνθεί η διεξαγωγή των εργασιών της υπεραγοράς ΣΚΑΡΙΝΟΥ στην οποία μετέπειτα η ίδια και η οικογένεια της συμμετείχαν ως συνέταιροι και/ή μέτοχοι σύστησε του Χρεώστη και παρέστησε ψευδώς προς τους Ενάγοντες ότι ο Χρεώστης ήταν οικονομικά εύρωστο άτομο. Οι Ενάγοντες βασιζόμενοι στις παραστάσεις και/ή υποσχέσεις της Εναγόμενης και στην εκ μέρους της ανάληψης υποχρέωσης εξασφάλισης και/ή πληρωμής των οποιωνδήποτε οφειλόμενων από τον Χρεώστη ποσών αποδέχτηκαν την αύξηση του ορίου και/ή παραχώρηση δανείου ύψους Λ.Κ.53.000 και/ή πλήρωσαν διάφορες επιταγές ύψους Λ.Κ.53.000 που εκδίδονταν από τον Χρεώστη επί του τρεχούμενου λογαριασμού. Þ Η Εναγόμενη παρίστανε στους Ενάγοντες ότι το χρέος θα εξασφαλιζόταν και/ή θα αποπληρώνετο με δάνειο που θα σύναπτε ο Χρεώστης από διάφορες Τράπεζες και άλλες συνεργατικές εταιρείες και ότι, σε περίπτωση που δεν γινόταν αυτό, τότε θα διασφαλίζετο με τα γραμμάτια της μητέρας της Παναγιώτας Κωνσταντίνου αξίας Λ.Κ.55.
  4. Þ Λόγω της αδυναμίας του Χρεώστη και της Εναγόμενης να εξασφαλίσουν δάνεια για την εξασφάλιση των παραχωρηθέντων υπερβάσεων από Λ.Κ.7.000 σε Λ.Κ.60.000 η Εναγόμενη παρουσίασε στους Ενάγοντες έγγραφο δέσμευσης κατάθεσης προθεσμίας δυνάμει του οποίου η μητέρα της Παναγιώτα Κωνσταντίνου δέσμευε τα γραμμάτια της αξίας Λ.Κ.55.200 προς εξασφάλιση του λογαριασμού του Χρεώστη. Þ Το εν λόγω έγγραφο παραδόθηκε στη Γραμματέα των Εναγόντων από την Εναγόμενη και φαινόταν υπογραμμένο από τη δικαιούχο των γραμματίων Παναγιώτα Κωνσταντίνου και πιστοποιημένο από την ίδια την Εναγόμενη η οποία βεβαίωσε ως μάρτυρας τη γνησιότητα της υπογραφής της μητέρας της. Þ Τον Ιούνιο του ΄05 όταν κλήθηκε ο Χρεώστης να πληρώσει τις υποχρεώσεις του δήλωσε στη Γραμματέα ότι το έγγραφο δέσμευσης ήταν πλαστό και ότι η πλαστογραφία έγινε από τον ίδιο με την προτροπή της Εναγόμενης. Þ Η Εναγόμενη παραδέχθηκε την πλαστογραφία και υπέβαλε παραίτηση από την υπηρεσία των Εναγόντων. Þ Λόγω της πιο πάνω παράνομης και δόλιας ενέργειας και ψευδών παραστάσεων της Εναγόμενης και του Χρεώστη το ποσό της υπέρβασης εκ Λ.Κ.53.000 πλέον τόκοι παρέμεινε ανεξασφάλιστο με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να υποστούν ζημιά. ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ Οι βασικοί ισχυρισμοί της Εναγόμενης στην Υπεράσπιση της έχουν ως εξής: ü Η Εναγόμενη δεν γνώριζε τον Χρεώστη, ούτε και είχε οποιαδήποτε σχέση μαζί του κατά το χρόνο που αυτός κατέστη πελάτης των Εναγόντων. ü Η Εναγόμενη δεν παρουσίασε, ούτε σύστησε ποτέ τον Χρεώστη στους Ενάγοντες. ü Στις 2/3/03 κάποιος Ζαχαρίας Ανδρέου, υφιστάμενος πελάτης των Εναγόντων, παρουσίασε και σύστησε στους Ενάγοντες τον Χρεώστη και οι Ενάγοντες παραχώρησαν σ΄ αυτόν δάνειο και/ή πίστωση σε τρεχούμενο λογαριασμό για ποσό Λ.Κ.7.000 και άνοιξαν στο όνομα του Χρεώστη τον τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 4000139-
  5. ü Η Εναγόμενη ουδέποτε εγγυήθηκε του Χρεώστη ή δεσμεύτηκε ή ανέλαβε ευθύνη κάλυψης ή αποζημίωσης έναντι των Εναγόντων σχετικά με την παραχώρηση οποιωνδήποτε τραπεζικών διευκολύνσεων μέχρι του ποσού των Λ.Κ.60.000 ή οποιοδήποτε ποσό καθ΄ υπέρβαση του ορίου πίστωσης των Λ.Κ.7.000 μέχρι το τέλος του 2003 και/ή μέχρι την εξεύρεση ισάξιων και ανάλογων εξασφαλίσεων. ü Η συναισθηματική σχέση μεταξύ του Χρεώστη και της Εναγόμενης άρχισε τον Νοέμβριο του 2003, ενώ η Εναγόμενη συμμετείχε στην υπεραγορά του Χρεώστη στη Σκαρίνου ως μέτοχος με τον αδελφό της από το Μάρτιο '04, δηλαδή πολύ μεταγενέστερα της δημιουργίας των υπερβάσεων. ü Η Εναγόμενη δεν είχε καμιά εξουσία να επιτρέψει και/ή να καλύψει ακάλυπτες επιταγές του Χρεώστη. Τέτοια εξουσία είχαν μόνο οι Ενάγοντες μέσω της Γραμματέας. ü Η Γραμματέας, ενεργούσα εκ μέρους των Εναγόντων, επέτρεπε σε πολλούς πελάτες και για σημαντικά ποσά υπερβάσεις των πιστωτικών τους ορίων και αυτό ήταν συνήθης πρακτική των Εναγόντων. ü Στα πλαίσια αυτής της πρακτικής οι Ενάγοντες επέτρεψαν σταδιακά υπερβάσεις και/ή πλήρωσαν ακάλυπτες επιταγές τόσο του Χρεώστη όσο και του αδελφού του Νίκου Καρασαμάνη με αποτέλεσμα στις 31.12.03 ο τρεχούμενος λογαριασμός του Χρεώστη να παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο εκ Λ.Κ.46.974,57 και ο τρεχούμενος του Νίκου Καρασαμάνη χρεωστικό υπόλοιπο εκ Λ.Κ.35.968,96 χωρίς καμιά ουσιαστική εξασφάλιση. ü Χωρίς καμιά ανάμιξη της Εναγόμενης οι Ενάγοντες, ενεργούντες μέσω της Γραμματέως, συνέχισαν να επιτρέπουν σταδιακές υπερβάσεις με αποτέλεσμα την 1.12.04 ο τρεχούμενος λογαριασμός του Χρεώστη να παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο εκ Λ.Κ.62.868,75 και ο λογαριασμός του Νίκου Καρασαμάνη με αρ. 4000139-0 Λ.Κ.192.770,
  6. ü Ενόψει της λήξης του έτους 2003 και λόγω του ότι περί τις αρχές του 2004 θα γίνετο έλεγχος από τον αρμόδιο λογαριασμό της Ελεγκτικής Υπηρεσίας των Συνεργατικών Εταιρειών οι Ενάγοντες και/ή η Γραμματέας ανησυχούσαν ότι παρέμενε η κατά Λ.Κ.40.000 περίπου μη εξασφαλισμένη υπέρβαση στον τρεχούμενο λογαριασμό του Χρεώστη και ότι αυτή θα γινόταν αντιληπτή στον έλεγχο, γεγονός που θα δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα στους Ενάγοντες και/ή την Γραμματέα. ü Η Γραμματέας γνωρίζοντας το συναισθηματικό δεσμό της Εναγόμενης με τον Χρεώστη και τα φιλικά αισθήματα της Εναγόμενης προς αυτή και αφού διαπίστωσε ότι ο Χρεώστης δεν μπορούσε να εξεύρει χρήματα για να καλύψει τις υπερβάσεις τον Δεκέμβριο '03, άρχισε να ζητά επίμονα από την Εναγόμενη να δεχτεί την προσωρινή και μέχρι τον έλεγχο δέσμευση αριθμού γραμματίων της μητέρας της Εναγόμενης ώστε κατά τον έλεγχο να φαίνονται εξασφαλισμένες οι υπερβάσεις του τρεχούμενου λογαριασμού του Χρεώστη. ü Η Εναγόμενη δέχτηκε να συνεργαστεί και στις 29/12/03 η Γραμματέας εκτύπωσε Σύμβαση Πίστωσης για παραχώρηση στο Χρεώστη δανείου για ποσό Λ.Κ.40.000 ώστε να καλύπτεται το μέχρι εκείνη τη στιγμή χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου του Χρεώστη καθώς, επίσης, εκτύπωσε έγγραφο δέσμευσης κατάθεσης με το οποίο δεσμεύτηκαν 4 γραμμάτια της μητέρας της Εναγόμενης για την εξασφάλιση του ποσού των Λ.Κ.40.
  7. ü Η Σύμβαση Πίστωσης υπεγράφη από τον Χρεώστη και την Γραμματέα και το έγγραφο δέσμευσης κατάθεσης από τον Χρεώστη ο οποίος πλαστογράφησε την υπογραφή της μητέρας της Εναγόμενης. Η Εναγόμενη υπέγραψε ως μάρτυρας της πλαστογραφημένης υπογραφής της μητέρας της από τον Χρεώστη επί του εγγράφου δέσμευσης κατάθεσης που θα χρησιμοποιείτο μόνο για σκοπούς του ελέγχου. ü Η Γραμματέας εκτύπωσε στις 4/10/04 νέα Σύμβαση Πίστωσης με προχρονολογημένη ημερ. 29/12/03 για παραχώρηση στο Χρεώστη δανείου εκ Λ.Κ.53.000 ώστε να καλύπτεται το μέχρι τις 4/10/10 χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου του και εκτύπωσε νέο έγγραφο δέσμευσης κατάθεσης με το οποίο δεσμεύτηκε ένα επιπρόσθετο γραμμάτιο της μητέρας της Εναγόμενης για εξασφάλιση και του πρόσθετου ποσού των υπερβάσεων από το Δεκέμβριο '03 μέχρι Οκτώβριο '
  8. ü Η νέα Σύμβαση Πίστωσης υπεγράφη από τον Χρεώστη και την Γραμματέα, ενώ το νέο έγγραφο δέσμευσης κατάθεσης από τον Χρεώστη ο οποίος πλαστογράφησε την υπογραφή της μητέρας της Εναγόμενης. Η Εναγόμενη υπέγραψε πάλι ως μάρτυρας των υπογραφών. ü Επιπρόσθετα η Γραμματέας στις 4/10/04 έκανε ψευδή ημερολογιακή εγγραφή με την οποία πίστωσε εικονικά το λογαριασμό του Νίκου Καρασαμάνη με ποσό Λ.Κ.150.000 και στη συνέχεια και μετά τον έλεγχο χρέωσε εικονικά τον εν λόγω λογαριασμό με ποσό Λ.Κ.150.000 ώστε ο λογαριασμός αυτός να παρουσιάζει το πραγματικό χρεωστικό υπόλοιπο. ü Ως εκ των άνω οι Ενάγοντες επέρασαν επιτυχώς και ανώδυνα τον έλεγχο. ü Η Εναγόμενη βοήθησε καλή τη πίστει και μόνο για σκοπούς ελέγχου τους Ενάγοντες και την Γραμματέα για να καλυφθούν από τη ζημιά που οι ίδιοι προκάλεσαν στην εταιρεία τους. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η πλευρά των Εναγόντων για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε συνολικά 2 μάρτυρες ως ακολούθως: · Βασούλα Παντελή (ΜΕ.1) · Δαμιανός Κοσμά (ΜΕ.2) Από πλευράς Υπεράσπισης κατέθεσαν συνολικά 5 μάρτυρες ως εξής: · Βασίλης Κωνσταντίνου (ΜΥ.1) · Σπυρούλα Σολωμού (ΜΥ.2) · Κωνσταντίνος Κάρμιος (ΜΥ.3) · Νεόφυτος Κλεάνθους (ΜΥ.4) · Λοχ. 1650 Γεώργιος Μούσκος (ΜΥ.5) Μαρτυρία Βασούλας Παντελή (ΜΕ.1) Η ΜΕ.1, Γραμματέας/Διευθύντρια των Εναγόντων, υιοθέτησε ως μέρος της κύριας εξέτασής της Γραπτή Δήλωση (ΈΓΓΡΑΦΟ 1) στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: Ø Η Εναγόμενη κατείχε τη θέση γραφέα από 1/6/99 που προσελήφθη μέχρι τις 3/4/06, οπόταν υπέβαλε την παραίτηση της. Ανάμεσα στα καθήκοντα της ήταν και η ευθύνη ετοιμασίας και συμπλήρωσης των διαφόρων συμφωνιών δανείων και/ή πιστώσεων και των εγγράφων εξασφάλισης των δανείων. Είχε, επίσης, την ευθύνη εξασφάλισης των υπογραφών των συμβαλλομένων μερών επί των διαφόρων εγγράφων και της βεβαίωσης και επιμαρτύρησης των υπογραφών των συμβαλλομένων. Η ΜΕ.1 αναφέρθηκε, επίσης, στην ακολουθούμενη από τους Ενάγοντες διαδικασία και πρακτική σε περίπτωση σύναψης δανείου και της εξασφάλισης του και τόνισε ότι όλο το προσωπικό των Εναγόντων συμμετείχε σε εξειδικευμένα σεμινάρια που αφορούσαν θέματα τραπεζικής πρακτικής και επεξήγησης όλων των διαδικασιών που έπρεπε να τηρούνται από το προσωπικό όλων των Συνεργατικών Ιδρυμάτων της Κύπρου. Επεσήμανε δε ότι στα σεμινάρια αυτά συμμετείχε και η ΜΕ.1 και η Εναγόμενη η οποία είχε πλήρη γνώση των νόμιμων διαδικασιών που έπρεπε να τηρούνται από την εταιρεία για τη νόμιμη έκδοση και εξασφάλιση ενός δανείου. Στη συνέχεια της μαρτυρίας της ΜΕ.1 αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Ø Στις 3/2/03 ο Χριστόφορος Καρασαμάνης (Χρεώστης) παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Ενάγουσα εταιρεία και υπέγραψε μαζί με άλλα αδέλφια του ως εγγυητής του δανείου με αρ. λογαριασμού 7210312-2 το οποίο παραχωρήθηκε από τους Ενάγοντες στους γονείς του για το ποσό των Λ.Κ.14.
  9. Αντίγραφο της συμφωνίας δανείου κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 και της συμφωνίας εγγύησης ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  10. Το εν λόγω δάνειο παραχωρήθηκε στους γονείς του Χρεώστη κατόπιν σύστασης του κ. Ζαχαρία Ανδρέου, ο οποίος ήταν πελάτης των Εναγόντων. Ø Η Εναγόμενη η οποία είχε ενεργό συμμετοχή στη διαδικασία παραχώρησης και την υπογραφή του πιο πάνω δανείου και των εγγυήσεων γνώρισε τον Χρεώστη και στη συνέχεια συνήψε μαζί του αισθηματικό δεσμό. Ø Η Εναγόμενη λόγω της γνωριμίας της και της σχέσης της με το Χρεώστη τον παρουσίασε και σύστησε στους Ενάγοντες ως προτιθέμενο πελάτη και οι Ενάγοντες, μετά από αίτηση του Χρεώστη, του παραχώρησαν δάνειο και πίστωση σε τρεχούμενο λογαριασμό και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις δυνάμει Συμφωνίας Πιστώσεως ημερ. 16/7/03 για ποσό Λ.Κ.7.000 και άνοιξαν τον τρεχούμενο λογαριασμό υπ΄ αρ. 4000150-
  11. Η Συμφωνία Δανείου κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  12. Το εν λόγω δάνειο εξασφαλίστηκε με προσωπικές εγγυήσεις διαφόρων προσώπων. Η Σύμβαση εγγύησης κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  13. Ø Μετά τη σύναψη της πιο πάνω Συμφωνίας και το άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού ο Χρεώστης σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ των μηνών Ιουλίου του 2003 και Δεκεμβρίου του 2003 με την παρέμβαση και παράκληση της Εναγόμενης ζήτησε διάφορες τραπεζικές διευκολύνσεις και την πληρωμή διαφόρων επιταγών που εξέδιδε επί του τρεχούμενου λογαριασμού του μέχρι του ποσού των Λ.Κ.60.000 καθ΄ υπέρβαση του ορίου πίστωσης των Λ.Κ.7.
  14. Ø Η Εναγόμενη, λόγω της σχέσης της με τον Χρεώστη και θέλοντας να τον βοηθήσει να διευκολυνθεί η διεξαγωγή των εργασιών της υπεραγοράς «ΥΠΕΡΑΓΟΡΑ ΣΚΑΡΙΝΟΥ» όπου ο Χρεώστης ήτο Διευθυντής και μέτοχος εταιρείας που ήταν ιδιοκτήτρια της υπεραγοράς και στην οποία υπεραγορά συζητείτο η συμμετοχή της Εναγόμενης και της οικογένειας της και στη συνέχεια συμμετείχαν ως συνέταιροι και μέτοχοι, σύστησε στην ΜΕ.1 και στην Επιτροπή τον Χρεώστη ότι ήταν οικονομικά εύρωστο άτομο και με μεγάλης έκτασης επιχειρήσεις και όγκο συναλλαγών. Ø Οι Ενάγοντες βασιζόμενοι στις παραστάσεις και διαβεβαιώσεις της Εναγόμενης και στην εκ μέρους της ανάληψη ευθύνης εξασφάλισης και/ή κάλυψης οποιωνδήποτε τυχόν οφειλόμενων από τον Χρεώστη ποσών αποδέχτηκαν την αύξηση του ορίου και/ή υπέρβασης ύψους Λ.Κ.53.000 και πλήρωσαν διάφορες επιταγές ύψους Λ.Κ.53.000 που εκδίδονταν από τον Χρεώστη επί του τρεχούμενου λογαριασμού. Οι διευκολύνσεις αυτές παραχωρήθηκαν με τη ξεκάθαρη προϋπόθεση και συμφωνία της Εναγόμενης ότι η ίδια αναλαμβάνει προσωπική ευθύνη κάλυψης του επιπρόσθετου ποσού των Λ.Κ.53.000 το αργότερο μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου του
  15. Ø Η Εναγόμενη αναγνωρίζουσα την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.53.000 που πληρώθηκε με τις δικές της παρακλήσεις ετοίμασε και συμπλήρωσε Συμφωνία Δανείου ημερ. 29/12/03 για το ποσό των Λ.Κ.53.000 πλέον τόκους 7,5% (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8) την οποία υπέγραψε ο Χρεώστης. Ø Ταυτόχρονα με τη Συμφωνία Δανείου ημερ. 29/12/03 η Εναγόμενη ετοίμασε η ίδια έγγραφο δέσμευσης γραμματίου της μητέρας της το οποίο παρουσίασε και παρέδωσε στην ΜΕ.1 δυνάμει του οποίου φαινόταν ότι η μητέρα της κα Παναγιώτα Κωνσταντίνου δέσμευε τα γραμμάτια της αξίας Λ.Κ.55.000 πλέον τους αναλογούντες τόκους προς εξασφάλιση του ποσού των Λ.Κ.53.000 που είχε παραχωρηθεί στον Χρεώστη. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9) Ø Επιπλέον η Εναγόμενη διαβεβαίωνε συνεχώς την Επιτροπή και την ΜΕ.1 ότι το ποσό των Λ.Κ.53.000 που παραχωρήθηκε στον Χρεώστη θα εξασφαλίζετο από την ίδια και θα αποπληρώνετο με δάνειο που θα σύναπτε ο Χρεώστης από διάφορες Τράπεζες και άλλες συνεργατικές εταιρείες και ότι, σε περίπτωση που δεν εξασφαλίζετο δάνειο, τότε θα διασφαλίζετο με τα γραμμάτια της μητέρας της Εναγόμενης που διατηρούσε στους Ενάγοντες. Ø Τον Ιούνιο του 2005 η ΜΕ.1 κάλεσε τον Χρεώστη να πληρώσει το δάνειο του διότι παρουσίαζε καθυστερήσεις και/ή υπερβάσεις και ο Χρεώστης της δήλωσε για πρώτη φορά ότι το έγγραφο δέσμευσης ήταν πλαστό και ότι η μητέρα της Εναγόμενης δεν γνώριζε και δεν είχε εξουσιοδοτήσει τη δέσμευση των γραμματίων της και την υπογραφή του εγγράφου. Ø Μετά την εξέλιξη αυτή η ΜΕ.1 ενημέρωσε την Επιτροπή η οποία κάλεσε την Εναγόμενη να δώσει εξηγήσεις και η Εναγόμενη παραδέχτηκε τόσο στην ΜΕ.1 όσο και στην Επιτροπή την πλαστογραφία. Ø Ακολούθησαν διάφορες συναντήσεις στις οποίες παρευρίσκετο η ΜΕ.1 μεταξύ του δικηγόρου των Εναγόντων, της Εναγόμενης και του δικηγόρου της. Σ΄ αυτές η Εναγόμενη παραδέχτηκε και ενώπιον του Δικηγόρου των Εναγόντων την ετοιμασία του πλαστού εγγράφου δέσμευσης των γραμματίων της μητέρας της και ζητούσε χρόνο για εξόφληση του δανείου του Χρεώστη και δεν ήθελε να το μάθει η μητέρα της γιατί, όπως δήλωνε, είχε σοβαρά προβλήματα υγείας. Ø Η Εναγόμενη υπέβαλε γραπτώς την παραίτηση της με επιστολή της ημερ. 3/4/06 αναγνωρίζοντας την παρανομία που διέπραξε και απολογούμενη για το λάθος που διέπραξε. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11). Ø Οι Ενάγοντες έκαναν αποδεκτή την παραίτηση της Εναγόμενης με επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 17/4/06 με την οποία την καθιστούσε υπεύθυνη για οποιαδήποτε ζημιά προκάλεσε σ΄ αυτούς. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12). Ø Η Εναγόμενη απάντησε στην πιο πάνω επιστολή με την επιστολή της ημερ. 5/5/06 με την οποία για πρώτη φορά προσπάθησε να αποποιηθεί των ευθυνών της και να τις αποδώσει αλλού (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13). Ø Οι Ενάγοντες απάντησαν εκ νέου με την επιστολή τους ημερ. 11/5/06 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14) και η Εναγόμενη με επιστολή της ημερ. 22/5/06 επανέλαβε τους ισχυρισμούς της (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15). Ø Η Εναγόμενη κατήγγειλε τον εαυτό της στην Αστυνομία αναγνωρίζοντας την παρανομία που είχε διαπράξει και καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας σε φυλάκιση 6 μηνών με δύο χρόνια αναστολή στην ποινική υπόθεση με αρ. 5664/
  16. Ø Η Εναγόμενη ουδέποτε από την ημερομηνία ετοιμασίας του πλαστού εγγράφου δέσμευσης, δηλαδή από τις 29/12/03, ισχυρίστηκε ότι αυτό έγινε για να διευκολύνει την ΜΕ.1 λόγω δήθεν αναμενόμενου ελέγχου στο τέλος του έτους του
  17. Ø Ο Χρεώστης δήλωσε πολλές φορές τόσο στην ΜΕ.1 όσο και στην Επιτροπή ότι δεν διαθέτει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία στο όνομα του και ότι δεν μπορούσε να πληρώσει το ποσό των Λ.Κ.53.000 πλέον τόκους το οποίο ποσό παραμένει μέχρι σήμερα οφειλόμενο. Η ΜΕ.1 αντεξετάστηκε επί μακρόν. Θα αναφερθούμε στα κύρια σημεία της αντεξέτασης της κατά το στάδιο που θα αξιολογείται η μαρτυρία της. Μαρτυρία Δαμιανού Κοσμά, ΜΕ.2 Ο ΜΕ.2 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο μέλος της Επιτροπής ΣΠΕ Σκαρίνου. Στη γραπτή κατάθεση που υιοθέτησε ως μέρος της κύριας εξέτασης του (ΕΓΓΡΑΦΟ 2) αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: § Η Εναγόμενη η οποία είχε προσληφθεί στη ΣΠΕ Σκαρίνου την 1/6/99 μέχρι και τις 3/4/06 που υπέβαλε γραπτώς την παραίτηση της εργαζόταν ως γραφέας. § Η Εναγόμενη γνώριζε πλήρως όλες τις διαδικασίες και πρακτικές που ακολουθούνταν από τη Συνεργατική για τη νόμιμη και έγκυρη σύναψη και εξασφάλιση ενός δανείου. § Η Επιτροπή στα πλαίσια της προσπάθειας της για επιμόρφωση του προσωπικού απαιτούσε όπως τόσο η Γραμματέας όσο και η Εναγόμενη συμμετέχουν και συμμετείχαν σε σεμινάρια που διοργανώνονται από την Παγκύπρια Συνεργατική Συνομοσπονδία για θέματα τραπεζικής πρακτικής. § Η Επιτροπή ενέκρινε την παραχώρηση πίστωσης σε τρεχούμενο λογαριασμό στον Χριστόφορο Καρασαμάνη και είχε υπογράψει Σύμβαση Πίστωσης ημερ. 16/7/03 για ποσό Λ.Κ.7.000 με αρ. λογαριασμού 4000150-1 και για την εξασφάλιση του πιο πάνω ορίου είχαν υπογράψει ως εγγυητές διάφορα πρόσωπα του οικογενειακού του περιβάλλοντος (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 5 και 6). § Περί το τέλος Ιουνίου 2005 η Γραμματέας της ΣΠΕ ανέφερε στην Επιτροπή ότι ο Χριστόφορος Καρασαμάνης, πελάτης της ΣΠΕ, την ενημέρωσε ότι το έγγραφο δέσμευσης κατάθεσης της μητέρας της Εναγόμενης με το οποίο ήταν δεσμευμένα κάποια γραμμάτια της ως εξασφάλιση τραπεζικών διευκολύνσεων σε τρεχούμενο λογαριασμό που παραχωρήθηκε δυνάμει Σύμβασης Πίστωσης ημερ. 29/12/03 στον Χριστόφορο Καρασαμάνη ήταν πλαστογραφημένο (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 8 και 9) § Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αναφοράς συγκλήθηκε συνεδρία της Επιτροπής στις 4/7/05, στην παρουσία όλων των μελών, της Γραμματέως και του δικηγόρου Χρ. Λουκά. Στη συνεδρία η Γραμματέας τους ανέφερε ότι, κατόπιν παράκλησης και πιέσεων της Εναγόμενης η οποία διατηρούσε ερωτικές και επαγγελματικές σχέσεις με τον Χρεώστη, επέτρεψε την πληρωμή επιταγών από το λογαριασμό 4000150-1 του Χρεώστη καθ΄ υπέρβαση του ορίου των Λ.Κ.7.000 με αποτέλεσμα ο λογαριασμός να παρουσιάζει σημαντικές υπερβάσεις. Η Γραμματέας τους ανέφερε ότι επέτρεψε τις υπερβάσεις στο λογαριασμό του Χρεώστη αφού δεχόταν συνεχώς πιέσεις από την Εναγόμενη η οποία την διαβεβαίωνε και της εγγυάτο ότι θα εξασφάλιζε και/ή θα αποπλήρωνε η ίδια τις υπερβάσεις σε περίπτωση που ο Χρεώστης δεν τις κάλυπτε ο ίδιος. Περαιτέρω η Γραμματέας τους είπε ότι παραπλανήθηκε από την Εναγόμενη και ότι, λόγω των υπερβάσεων που παρουσίαζε ο λογαριασμός, η Εναγόμενη μαζί με τον Χρεώστη της ζήτησαν να γίνει νέα αύξηση του ορίου του Χρεώστη σε Λ.Κ.53.000 το οποίο η Εναγόμενη θα εξασφάλιζε με τη δέσμευση διαφόρων γραμματίων της μητέρας της. Έτσι η Γραμματέας ενέκρινε την αύξηση του ορίου του Χρεώστη σε Λ.Κ.53.000 και προς τούτο στις 29/12/03 υπεγράφη νέα Σύμβασης Πίστωσης, ενώ την ίδια ημερομηνία η Εναγόμενη παρουσίασε προς τη Γραμματέα έγγραφο δέσμευσης των καταθέσεων της μητέρας της. § Ακολούθησε νέα συνεδρίαση της Επιτροπής στις 7/7/05 στην παρουσία της Γραμματέως, του δικηγόρου Χρ. Λουκά και της Εναγόμενης. Στη συνεδρίαση αυτή η Εναγόμενη παραδέχτηκε ότι το έγγραφο δέσμευσης της κατάθεσης ήταν πλαστογραφημένο και είπε ότι την πλαστογραφημένη υπογραφή την έθεσε ο Χρεώστης και ότι η ίδια επιμαρτύρησε και πιστοποίησε την υπογραφή. § Ακολούθησε επαφή και ενημέρωση του Χρεώστη από το δικηγόρο της ΣΠΕ ο οποίος κλήθηκε να προσέλθει προς το σκοπό εξεύρεσης κάποιας λύσης και παραχώρησης νέων εξασφαλίσεων για κάλυψη των υπερβάσεων. § Ο Χρεώστης, μέσω επιστολής του δικηγόρου του, παραδέχτηκε την από μέρους του πλαστογράφηση του εγγράφου δέσμευσης κατάθεσης και εξήγησε το ρόλο της Εναγόμενης. § Ακολούθησαν διάφορες συναντήσεις με Χρεώστη και δικηγόρο του χωρίς να καταστεί δυνατή η εξεύρεση εξασφαλίσεων για τις υπερβάσεις. § Παράλληλα υπήρξαν συνεχόμενες επαφές με την Εναγόμενη ώστε να βρεθεί μια λύση. Σ΄ όλες τις συναντήσεις η Εναγόμενη τους διαβεβαίωνε ότι θα εξασφάλιζε την υπέρβαση που δημιουργήθηκε στο λογαριασμό του Χρεώστη. § Η Εναγόμενη είχε παρακαλέσει την Επιτροπή και τον ΜΕ.2 να μην αναφερθεί οτιδήποτε στη μητέρα της γιατί αυτή αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας με την καρδιά της. § Σε νέα συνεδρίαση στις 21/12/05 όπου παρευρέθηκε η Εναγόμενη με το δικηγόρο της της λέχθηκε ότι θα έπρεπε να αναφερθεί το γεγονός της πλαστογραφίας στη μητέρα της. § Η Εναγόμενη ζήτησε εκ νέου την επιείκεια της Επιτροπής και υποσχέθηκε ότι θα διευθετούσε και θα παρουσίαζε εξασφαλίσεις και ότι θα εξοφλούσε τις οφειλές που δημιουργήθηκαν. § Προς το σκοπό αυτό παρουσίασε στη ΣΠΕ κάποιο άτομο ονόματι Δήμο Γαλατάκη ως προτιθέμενο αγοραστή της υπεραγοράς Σκαρίνου αναφέροντας ότι με τα χρήματα από την πώληση θα εξοφλούσε τις οφειλές του Χρεώστη. Αν και ο προτιθέμενος αγοραστής αποδέχθηκε να αγοράσει την υπεραγορά, τελικώς δεν ολοκληρώθηκε η συναλλαγή. § Ενόψει της εξέλιξης αυτής η Επιτροπή απέστειλε επιστολή προς την Εναγόμενη και τη μητέρα της για να προσέλθουν για διευθέτηση της οφειλής. § Μετά την εξέλιξη αυτή η Εναγόμενη υπέβαλε γραπτώς την παραίτηση της (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11). Η Επιτροπή έκανε αποδεκτή την παραίτηση της και την κατέστησε, μέσω επιστολής που της έστειλε, υπεύθυνη για οποιαδήποτε ζημιά προκάλεσε στη ΣΠΕ (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12). Η Εναγόμενη με επιστολή της ημερ. 5/5/06 για πρώτη φορά πρόβαλε ισχυρισμούς με τους οποίους αρνήθηκε την ευθύνη της και προσπάθησε να τις αποδώσει αλλού (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13). § Ακολούθησαν η επιστολή του δικηγόρου της Επιτροπής (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14) ημερ. 11/5/06 και νέα επιστολή της Εναγόμενης ημερ. 22/5/06 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15). Ο ΜΕ.2 έτυχε αντεξέτασης στα κύρια σημεία της οποίας θα γίνει αναφορά στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του. Μαρτυρία Εναγόμενης Η Εναγόμενη κατέθεσε Γραπτή Δήλωση ως μέρος της Κυρίας Εξέτασης της (ΕΓΓΡΑΦΟ 3). Σ΄ αυτή αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: · Προσελήφθη στους Ενάγοντες την 1.6.99 με καθήκοντα γραφέα. Στην πραγματικότητα της ανατέθηκαν και εκτελούσε κατά κύριο λόγο καθήκοντα Ταμία. · Τον Χριστόφορο Καρασαμάνη (Χρεώστη) η ίδια προσωπικά και γενικά η οικογένεια της δεν γνώριζαν καθόλου πριν η Εναγόμενη προσληφθεί στους Ενάγοντες. Για πρώτη φορά τον γνώρισε όταν έγινε πελάτης των Εναγόντων το Φεβρουάριο ΄
  18. Ούτε τον σύστησε, ούτε τον παρουσίασε η Εναγόμενη στους Ενάγοντες για να γίνει πελάτης. · Το Φεβρουάριο ΄03 κάποιος άλλος πελάτης των Εναγόντων, ο Ζαχαρίας Ανδρέου, στον οποίο ο Χρεώστης χρωστούσε χρήματα και αδυνατούσε να τον πληρώσει, τον παρουσίασε και τον σύστησε στους Ενάγοντες μέσω της ΜΕ.1 για να τον χρηματοδοτήσουν με σκοπό να εξασφαλίσει ο Χρεώστης χρήματα για να πληρώσει το χρέος του προς τον Ζαχαρία Ανδρέου. Η Εναγόμενη δεν είχε καμία σχέση ή ανάμειξη στην παρουσίαση του Χρεώστη στους Ενάγοντες, ούτε και στην παραχώρηση στον Χρεώστη τραπεζικών διευκολύνσεων για ποσό Λ.Κ.7.000 το οποίο του παραχωρήθηκε αρχικά μέσω τρεχούμενου λογαριασμού με αρ. 4000139-0 που του παραχωρήθηκε με βάση αίτηση που υπέβαλε στους Ενάγοντες ημερ. 2/2/03 και με αρ.
  19. Αυτή που χειρίστηκε την ετοιμασία και συμπλήρωση της αίτησης, την έγκριση των εγγυητών και, τέλος, την παρουσίαση της αίτησης στην Επιτροπή της ΣΠΕ ήταν η ΜΕ.
  20. · Στις 3/2/03 οι Ενάγοντες παραχώρησαν δάνειο στους γονείς του Χρεώστη για το ποσό των Λ.Κ.14.000 στο οποίο ο Χρεώστης υπέγραψε ως εγγυητής μαζί με τον Ζαχαρία Ανδρέου για τον οποίο προοριζόταν το ποσό του δανείου. Όλες τις διευθετήσεις για την παραχώρηση του εν λόγω δανείου και του τρεχουμένου λογαριασμού στον Χρεώστη έκανε η ΜΕ.1 χωρίς ανάμειξη της Εναγόμενης. · Οι Ενάγοντες παρασιώπησαν σκόπιμα και απέκρυψαν πλήρως την κατάρτιση και την ύπαρξη του τρεχούμενου λογαριασμού 4000139-0 που παραχωρήθηκε στον Χρεώστη στις 2/2/03 με βάση την αίτηση αρ. 1131 για όριο Λ.Κ.7.000, ο οποίος λογαριασμός βρισκόταν ήδη σε μεγάλη και αδικαιολόγητη υπέρβαση που η ΜΕ.1 επέτρεπε χωρίς τη γνώση και έγκριση της Επιτροπής. · Απέκρυψαν, επίσης, ότι ο πιο πάνω λογαριασμός 4000139-0 περί τον Ιούλιο του ΄03 μεταφέρθηκε εντελώς παράτυπα στο όνομα του Νίκου Καρασαμάνη, αδελφού του Χρεώστη, μαζί με άλλα συγγενικά τους πρόσωπα και ενώ ήδη ο λογαριασμός βρισκόταν σε σημαντική υπέρβαση και ταυτόχρονα παραχώρησαν στον Χρεώστη νέο δάνειο σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους Λ.Κ.7.000 με την ίδια αίτηση που είχε υποβάλει ο Χρεώστης στις 2/2/03 υπ΄αρ.
  21. · Η Εναγόμενη ουδέποτε εγγυήθηκε τον Χρεώστη ή ανέλαβε ευθύνη κάλυψης έναντι των Εναγόντων ή προέτρεψε τους Ενάγοντες σχετικά με την παραχώρηση από αυτούς προς τον Χρεώστη οποιωνδήποτε τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή υπέρβασης ορίου πίστωσης μέχρι του ποσού των Λ.Κ.60.000 ή άλλου ποσού, ούτε ζήτησε την πληρωμή οποιωνδήποτε επιταγών που ο Χρεώστης εξέδιδε επί του τρεχουμένου του καθ΄ υπέρβαση του ορίου των Λ.Κ.7.000 μέχρι το τέλος του ΄03 και/ή μέχρι την εξεύρεση ισάξιων και ανάλογων εξασφαλίσεων. Τις υπερβάσεις αυτές τις επέτρεπε η ΜΕ.1 · Η συναισθηματική σχέση της Εναγόμενης με τον Χρεώστη άρχισε το Νοέμβριο '03, ενώ αυτή συμμετείχε στην υπεραγορά του Χρεώστη στη Σκαρίνου ως μέτοχος μαζί με τον αδελφό της από το Μάρτιο ΄04, δηλαδή πολύ μεταγενέστερα της δημιουργίας των υπερβάσεων. · Η ΜΕ.1, ενεργούσα εκ μέρους και σε λογαριασμό των Εναγόντων, επέτρεπε σε πολλούς πελάτες και για σημαντικά ποσά υπερβάσεις των πιστωτικών τους ορίων. · Στα πλαίσια αυτής της πρακτικής οι Ενάγοντες επέτρεψαν, μεταξύ άλλων, σταδιακά υπερβάσεις και/ή πλήρωσαν ακάλυπτες επιταγές τόσο του Χρεώστη όσο και του αδελφού του Νίκου Καρασαμάνη με αποτέλεσμα στις 31.12.03 ο τρεχούμενος λογαριασμός του Χρεώστη να παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο εκ Λ.Κ.46.974,57 και ο τρεχούμενος λογαριασμός του Νίκου Καρασαμάνη με αρ. 4000139-0 Λ.Κ.35.968 χωρίς καμιά ουσιαστική και αξιόλογη εξασφάλιση. · Παρά ταύτα και χωρίς καμιά ανάμιξη ή σχέση της Εναγόμενης οι Ενάγοντες ενεργώντας μέσω της ΜΕ.1 συνέχισαν να επιτρέπουν σταδιακές υπερβάσεις και/ή πλήρωναν ακάλυπτες επιταγές τόσο του Χρεώστη όσο και του αδελφού του Νίκου Καρασαμάνη με αποτέλεσμα την 1.12.04 ο τρεχούμενος λογαριασμός του Χρεώστη να παρουσιάζει ακάλυπτο και ανεξασφάλιστο χρεωστικό υπόλοιπο εκ Λ.Κ.62.868,78, αφού στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα οι Ενάγοντες επέτρεψαν ώστε το χρεωστικό υπόλοιπο να ανέλθει μέχρι και το ποσό των Λ.Κ.124.705,39 και ο λογαριασμός του Νίκου Καρασαμάνη με αρ. 4000139-0 χρεωστικό υπόλοιπο εκ Λ.Κ.192.770,20 αφού στο ενδιάμεσο επέτρεψαν ώστε στο να ανέλθει μέχρι και το ποσό των Λ.Κ.238.112,
  22. · Περί το τέλος του '03 η ΜΕ.1 είχε πληροφορίες ότι θα πραγματοποιείτο έλεγχος στις εργασίες των Εναγόντων από την Ελεγκτική Υπηρεσία των Συνεργατικών Εταιρειών. Η ΜΕ.1 ανησυχούσε για το ότι παρέμενε η κατά Λ.Κ.40.000 περίπου μη εξασφαλισμένη υπέρβαση στον τρεχούμενο λογαριασμό του Χρεώστη και ότι αυτή θα γινόταν αντιληπτή κατά τον έλεγχο, γεγονός που θα δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα στους Ενάγοντες και, κυρίως, στη ΜΕ.
  23. · Η ΜΕ.1 γνωρίζοντας και εκμεταλλευόμενη το συναισθηματικό δεσμό της Εναγόμενης με τον Χρεώστη αλλά και τα φιλικά αισθήματα και εμπιστοσύνη που της έτρεφε η Εναγόμενη και η οικογένεια της καθώς, επίσης, και το ότι η μητέρα της Εναγόμενης είχε κατατεθειμένο στους Ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ.70.000 σε διάφορα γραμμάτια προθεσμίας και, αφού, διαπίστωσε ότι ο Χρεώστης δεν είχε βρει τα χρήματα για να καλύψει τις υπερβάσεις, το Δεκέμβριο ΄03 άρχισε να πιέζει επίμονα την Εναγόμενη να δεχτεί την προσωρινή μέχρι τον έλεγχο δέσμευσης αριθμού γραμματίων της μητέρας της Εναγόμενης ώστε κατά τον έλεγχο να φαίνονται εξασφαλισμένες οι υπερβάσεις του τρεχούμενου λογαριασμού του Χρεώστη. · Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις της Εναγόμενης, σε μια προσπάθεια να βοηθήσει την ΜΕ.1 και, αφού η ΜΕ.1 δεσμεύτηκε ότι μόλις γινόταν ο έλεγχος θα καταστρέφονταν όλα τα σχετικά έγγραφα, δέχτηκε να συνεργαστεί ώστε μερικά από τα γραμμάτια της μητέρας της να φαίνονται κατά τον έλεγχο ως δεσμευμένα για την εξασφάλιση των υπερβάσεων του Χρεώστη με έγγραφα δέσμευσης στα οποία ο Χρεώστης θα υπέγραφε στη θέση της μητέρας της Εναγόμενης και όλα αυτά χωρίς τη γνώση και συγκατάθεση της μητέρας της. · Στις 29/12/03 (τελευταία εργάσιμη μέρα του χρόνου) η ΜΕ.1 εκτύπωσε σύμβαση πίστωσης για παραχώρηση στον Χρεώστη δανείου και/ή πίστωσης εκ Λ.Κ.40.000 ώστε να καλύπτεται το μέχρι εκείνη τη στιγμή χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού του Χρεώστη. Επίσης εκτύπωσε έγγραφο δέσμευσης κατάθεσης με το οποίο παρουσιάζετο ότι δεσμεύονταν 4 γραμμάτια της μητέρας της Εναγόμενης για εξασφάλιση του εκ Λ.Κ.40.000 ποσού των υπερβάσεων (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 27). · Οι Συμβάσεις Πίστωσης που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο υπογράφηκαν από τον Χρεώστη προσωπικά και τα έγγραφα δέσμευσης των καταθέσεων της μητέρας της Εναγόμενης υπογράφηκαν από τον Χρεώστη ο οποίος πλαστογράφησε την υπογραφή της μητέρας της Εναγόμενης. Η Εναγόμενη υπέγραψε ως μάρτυρας των πλαστογραφημένων υπογραφών της μητέρας της και του Χρεώστη. · Οι Ενάγοντες ειδοποιήθηκαν ότι ο έλεγχος δεν θα γινόταν αρχές του '04 και στη συνέχεια ειδοποιήθηκαν ότι θα γινόταν αρχές Οκτωβρίου '
  24. Προς τούτο η ΜΕ.1 εκτύπωσε στις 4/10/04 νέα σύμβαση πίστωσης με την προχρονολογημένη ημερ. 29/12/03 για παραχώρηση στον χρεώστη πίστωση εκ Λ.Κ.53.000 ώστε να καλύπτεται το μέχρι τις 4/10/04 χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου του Χρεώστη καθώς, επίσης, εκτύπωσε νέο έγγραφο δέσμευσης κατάθεσης με το οποίο δεσμεύτηκε ένα επιπρόσθετο γραμμάτιο της μητέρας της Εναγόμενης για την εξασφάλιση και του επιπρόσθετου ποσού των υπερβάσεων που επέτρεψαν οι Ενάγοντες από το Δεκέμβριο '03 μέχρι Οκτώβριο '
  25. Το νέο έγγραφο δέσμευσης κατάθεσης υπεγράφη από τον Χρεώστη ο οποίος πλαστογράφησε την υπογραφή της μητέρας της Εναγόμενης και η Εναγόμενη υπέγραψε ως μάρτυρας υπογραφών. Η Εναγόμενη έτυχε εκτενούς αντεξέτασης στα κύρια σημεία της οποίας θα γίνει αναφορά στο στάδιο που θα αξιολογούμε τη μαρτυρία της. Μαρτυρία ΜΥ.1 Ο ΜΥ.1 εργάζεται στη Συνεργατική Αγροτική Ανάπτυξη από τον Ιανουάριο '
  26. Κατέθεσε διάφορα έγγραφα που του ζητήθηκαν όπως: · Οικονομική κατάσταση για το οικονομικό έτος που λήγει 31/12/03 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 24) · Οικονομική κατάσταση για το οικονομικό έτος που λήγει στις 31/12/04 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 25) Επίσης σε σχέση με τον Χρεώστη κατάθεσε την αίτηση δανείου ημερ. 2/2/03 για ποσό Λ.Κ.7.000 και Λ.Κ.53.000 γραμμάτιο προθεσμίας (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 26),τη Σύμβαση Πίστωσης για ποσό Λ.Κ.40.000 ημερ. 29/12/03 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 27), τη Σύμβαση Πίστωσης ημερ. 16/7/03 για ποσό Λ.Κ.7.000 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 28), τη Σύμβαση Πίστωσης ημερ. 29/12/03 για ποσό Λ.Κ.53.000 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 29).Επίσης κατέθεσε τη Δέσμευση Κατάθεσης της Παναγιώτας Κωνσταντίνου ημερ. 29/12/03 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 30). Σ΄ ό,τι αφορά τον Νίκο Καρασαμάνη κατάθεσε ανάμεσα σε άλλα Τεκμήρια κατάσταση κίνησης λογαριασμού (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 38). Σ΄ αυτή την κατάσταση ο ΜΥ.1 υπέδειξε ότι υπάρχει μία λογιστική εγγραφή και, συγκεκριμένα, στη σελ. 86 της κατάστασης, στην ημερ. 4/10/04 φαίνεται μία πίστωση για ποσό Λ.Κ.150.000 και μετά στη σελ. 88 στην ημερ. 13/10/04 φαίνεται μία χρέωση του λογαριασμού για Λ.Κ.150.
  27. Όπως εξήγησε πρόκειται για μια λογιστική εγγραφή και όχι ταμειακή πράξη. Κατέθεσε, επίσης, ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 40 τέσσερα πιστοποιητικά κατάθεσης προθεσμίας της Κωνσταντίνου Παναγιώτας. Η Ελεγκτική Υπηρεσία οφείλει να πηγαίνει για έλεγχο στις Συνεργατικές τουλάχιστον μία φορά το χρόνο. Αν διαπιστώσει κάποιο πρόβλημα, όπως π.χ. υπέρβαση, γίνεται η Έκθεση της και γράφει ότι βρέθηκαν υπερβάσεις λογαριασμού συνολικού ποσού Χ. Οι Εκθέσεις αυτές αποστέλλονται στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών και αναλαμβάνει ο Έφορος να διερευνήσει με τη Συνεργατική για να επιλύσει τα προβλήματα. Η Ελεγκτική Υπηρεσία απλώς εντοπίζει και καταγράφει. Δεν κάμνει κάτι άλλο. Μαρτυρία ΜΥ.5 Ο ΜΥ.5 είναι Λοχίας και ο Υπεύθυνος για τη διεκπεραίωση της ποινικής υπόθεσης Λάρνακας Σ 242/06 και Σ 27/06 Κοφίνου που αφορούσαν την υπόθεση Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας 5664/
  28. Κατέθεσε αντίγραφα διαφόρων εγγράφων που αφορούσαν την υπόθεση εφόσον τα πρωτότυπα είχαν επιστραφεί στο νόμιμο δικαιούχο που ήταν η ΣΠΕ Σκαρίνου. Τα έγγραφα αυτά είχαν παραληφθεί σε πρωτότυπη μορφή από τη ΣΠΕ Σκαρίνου κατά τη διάρκεια έρευνας στα πλαίσια εκτέλεσης δικαστικού εντάλματος. Πρόκειται για τα ακόλουθα έγγραφα. · Πιστοποιητικά κατάθεσης προθεσμίας (Τεκμ. 44) · Αίτηση για δάνειο με Αιτητή τον Χρ. Καρασαμάνη (Τεκμ.45) · Σύμβαση Πίστωσης στο όνομα Χρ. Καρασαμάνη (Τεκμ.46) · Σύμβαση Πίστωσης στο όνομα Χρ. Καρασαμάνη (Τεκμ. 47) · Δέσμευση Κατάθεσης Παναγιώτας Κωνσταντίνου (Τεκμ. 48) · Σύμβαση Πίστωσης στο όνομα Χρ. Καρασαμάνη (Τεκμ.49) · Δέσμευση Κατάθεσης Παναγιώτας Κωνσταντίνου (Τεκμ. 50) Μεταξύ των εγγράφων που παρέλαβε ήταν και ένα Βιβλίο Πρακτικών της ΣΠΕ Σκαρίνου το οποίο επεστράφη χωρίς να γνωρίζει ο ΜΥ.5 σε ποιον επεστράφη. Τα Τεκμήρια επεστράφησαν μετά το πέρας της υπόθεσης. Μαρτυρία ΜΥ.4 Ο ΜΥ.4 ο οποίος είναι Γενικός Διευθυντής της Συνεργατικής Εταιρείας Μηχανογράφησης κατέθεσε το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 43 την κατάσταση λογαριασμού του Χριστόφορου Καρασαμάνη υπ΄ αρ. 4000150 από 7/2003 μέχρι 12/2005 ως, επίσης, και το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 42 που αποτελεί κατάσταση λογαριασμού του Χρ. Καρασαμάνη από 18/7/03 μέχρι 30/12/
  29. Ο ρόλος της εταιρείας του είναι να παρέχουν μηχανογραφικές υπηρεσίες στα πιστωτικά ιδρύματα της Κύπρου. Μαρτυρία ΜΥ.3 Ο ΜΥ.3 είναι ο Διευθυντής της Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών στην οποία εργάζεται από 7/9/
  30. Οι αρμοδιότητες της Υπηρεσίας του είναι ο έλεγχος και η εν γένει οικονομική διαχείριση των Συνεργατικών Εταιρειών. Ο έλεγχος γίνεται ετησίως. Ελέγχονται οι οικονομικές καταστάσεις με βάση τα Διεθνή Πρότυπα Ελέγχου και γίνεται και Διαχειριστικός Έλεγχος των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας π.χ. κεφάλαια, δάνεια, ακίνητη περιουσία, μετρητά και ό,τι παρουσιάζεται ως περιουσιακό στοιχείο σε κατάσταση ισολογισμού. Δηλ. πώς διαχειρίζεται η Συνεργατική Εταιρεία τα περιουσιακά της στοιχεία. Ερωτηθείς αν ο έλεγχος αυτός γίνεται σε καθορισμένο χρόνο ή εκτάκτως απάντησε ότι διεξάγεται με βάση το πρόγραμμα της Υπηρεσίας, δηλ. κατ΄ έτος ετοιμάζεται ετήσιο πρόγραμμα ελέγχου. Δεν προειδοποιείται μια ΣΠΕ πριν ξεκινήσει ο έλεγχος. Ενημερώνεται ο Διευθυντής και Γραμματέας ότι θα γίνει έλεγχος σε 2-3 μέρες. Μπορεί να γίνει και αιφνιδιαστικός έλεγχος. Όταν γίνει ο έλεγχος ετοιμάζεται Έκθεση Ανεξάρτητου Ελεγκτή με το αποτέλεσμα όπου εκφέρεται η άποψη της Ελεγκτικής Υπηρεσίας όσον αφορά τις οικονομικές καταστάσεις τις Ετήσιες και, αν παρουσιάζουν την αληθινή και δίκαιη εικόνα της οικονομικής κατάστασης τόσο την οικονομική κατάσταση όσο και την χρηματοοικονομική επίδοση της εταιρείας για το συγκεκριμένο έτος. Ο έλεγχος είναι δειγματοληπτικός και δεν ελέγχεται το 100% των δοσοληψιών. Ο Ελεγκτής που κάνει τον έλεγχο θα πρέπει να στοιχειοθετήσει την εργασία του και να πάρει αποδειχτικά στοιχεία για τα ευρήματα του. Οι παρατηρήσεις και τα ευρήματα θα πρέπει να υποστηρίζονται από τα ανάλογα αποδεικτικά στοιχεία. Η Έκθεση δεν αναμένεται να περιέχει όλες τις παρατυπίες/αδυναμίες ή προβλήματα που υπάρχουν. Όταν διαπιστωθεί από τον δειγματοληπτικό έλεγχο παρατυπία αυτή καταγράφεται λεπτομερώς και, αν είναι σοβαρό, ενημερώνεται η Επιτροπεία και, παράλληλα, ο Έφορος Υπηρεσιών Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών. Κατάθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 41 αντίγραφα φύλλων εργασίας που ετοιμάστηκαν από το Χρύσανθο Δημητρίου τα έτη ΄03 και '04 όπου διατυπώνεται το ακόλουθο εύρημα:- «Έγιναν εγγραφές πίστωσης στους λογαριασμούς 4000139-0 και 4000114-0 ποσού Λ.Κ.150.000 και Λ.Κ.48.000 για να εκτυπωθούν καταστάσεις λογαριασμών των πελατών που να μην δείχνουν ψηλές υπερβάσεις. Μετά έγινε διορθωτική εγγραφή και χρεώθηκαν ξανά οι λογαριασμοί με το αντίστοιχο ποσό. Αυτό αποτελεί σοβαρό θέμα επέμβασης σε λογαριασμούς πελατών». Σ΄ ό,τι αφορά το λογαριασμό υπ΄ αρ. 4000139-0 ο ΜΥ.3 ανάφερε ότι, ενώ το χρεωστικό υπόλοιπο εκ μεταφοράς ήταν Λ.Κ.191.129,50, έγινε πίστωση στις 4/10/04 για ποσό Λ.Κ.150.000 με αποτέλεσμα το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού να μειωθεί στις Λ.Κ.41.129,50 και, εν συνεχεία, στις 13/10/04 έγινε αντιστροφή της πράξης. Πρόσθεσε ότι από την Έκθεση φαίνεται ότι ζητήθηκαν γι΄ αυτό το θέμα εξηγήσεις και δεν ήταν ικανοποιητικές. Για το σκοπό αυτό και για να γίνει η συγκεκριμένη πράξη χρησιμοποιήθηκε ενδιάμεσος λογαριασμός 12μήνου προειδοποίησης. Η πιο πάνω διαπίστωση για την εγγραφή των Λ.Κ.150.000 έγινε το 2004 και διαπιστώθηκε κατά τον έλεγχο του
  31. Συγκεκριμένα αυτός που έκανε την εγγραφή και πίστωση των Λ.Κ.150.000 έδειξε ότι αφαιρείτο από ένα λογαριασμό της ΣΠΕ που διατηρούσε στην Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα, πίστωσε το ποσό στο λογαριασμό 4000139-0 και, μετά έκανε αντίστροφη πράξη και πιστώθηκε ο ενδιάμεσος λογαριασμός με τη δικαιολογία λάθος. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ' αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν, η πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα κ.τ.λ.[1]. Προτού προχωρήσω να αξιολογώ τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, θέλω να τονίζω ότι η αξιολόγηση μου δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[2] Aξιολόγηση Μαρτυρίας ΜE.1 Η ουσιαστική μαρτυρία προσκομίστηκε εκ μέρους των Εναγόντων από την ΜΕ.
  32. Πρέπει να πω από την αρχή ότι η μάρτυρας αυτή μου έχει κάνει πολύ καλή εντύπωση τόσο για τη σαφήνεια των όσων κατέθεσε όσο και για τη θετικότητα που χαρακτήριζε τη μαρτυρία της. Ήταν απόλυτα επεξηγηματική και πλήρως διαφωτιστική σε σχέση με τα καθήκοντα της Εναγόμενης η οποία κατείχε τη θέση γραφέα από 1/6/99 που προσελήφθη μέχρι τις 3/4/06 που υπέβαλε την παραίτηση της ως, επίσης, και για τη συμμετοχή της Εναγόμενης στον καταρτισμό των διαφόρων εγγράφων αλλά και γενικά για την ευθύνη διεκπεραίωσης των τραπεζικών διαδικασιών εξηγώντας πλήρως την ακολουθούμενη από τους Ενάγοντες διαδικασία και πρακτική σε περίπτωση σύναψης δανείου και της εξασφάλισης του. Αναφέρθηκε, επίσης, με σαφήνεια και θετικότητα στο ιστορικό που αφορούσε τον πελάτη της ΣΠΕ Χριστόφορο Καρασαμάνη και το πότε αυτός παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στους Ενάγοντες, που ήταν υπό την ιδιότητα του εγγυητή σε δάνειο που είχε παραχωρηθεί από τους Ενάγοντες προς τους γονείς του, και στην εμπλοκή που είχε στη διαδικασία παραχώρησης και στην υπογραφή του δανείου η Εναγόμενη η οποία και γνώρισε σ΄ αυτά τα πλαίσια τον Χρεώστη. Περιέγραψε δε το τι ακολούθησε στη συνέχεια και που αφορούσε δοσοληψίες του Χρεώστη με τους Ενάγοντες και, συγκεκριμένα, το γεγονός ότι αυτός, κατόπιν αιτήσεως του, είχε εξασφαλίσει δάνειο για ποσό Λ.Κ.7.000 αλλά και την εμπλοκή και το ρόλο της Εναγόμενης σ΄ αυτή την πιστωτική διευκόλυνση. Απέρριψε δε με κατηγορηματικό τρόπο την υποβολή ότι μονομερώς ενέκρινε το δάνειο του Χρεώστη για το ποσό των Λ.Κ.7.000 τονίζοντας ότι δεν υπήρχε περίπτωση να το κάνει χωρίς την έγκριση της Επιτροπής. Μάλιστα σ΄ άλλο σημείο της αντεξέτασης της ανέφερε εμφαντικά ότι δεν υπάρχει περίπτωση δανείου που να μην είχε την έγκριση της Επιτροπείας ή να αναφέρεται ότι υπήρξε τέτοια περίπτωση από την Ελεγκτική Υπηρεσία. Και αυτά τα ανέφερε απαντώντας στην υποβολή ότι χωρίς να προηγηθεί νέα αίτηση από τον Χρεώστη η ΜΕ.1 του παραχώρησε δεύτερο δάνειο για ποσό Λ.Κ.7.000 τον Ιούλιο του 2003 χρησιμοποιώντας την ίδια αίτηση με αρ.
  33. Η ΜΕ.1 αντεξετάστηκε επισταμένως και επί του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ
  34. Σε σχέση με το τεκμήριο αυτό και ό,τι είχε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες παραχωρήθηκε στο Χρεώστη το δάνειο των Λ.Κ.7.000 τόνισε με σαφήνεια ότι ο Χρεώστης είχε ένα δάνειο μαζί με τον αδελφό του το οποίο μεταβίβασε σε αυτόν και ότι έμεινε ελεύθερος να δανειοδοτηθεί τις Λ.Κ.7.
  35. Αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι η ίδια παραχώρησε στο Χρεώστη το επίδικο δάνειο των Λ.Κ.7.000 χωρίς αυτός να κάνει αίτηση. Ήταν κατηγορηματική ότι δεν υπάρχει δάνειο που να μην έχει έγκριση και να έχει παρατυπία επισημαίνοντας ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε διαπίστωση από την Ελεγκτική Υπηρεσία ότι η ΜΕ.1 παρεχώρησε στο Χρεώστη δάνειο χωρίς αίτηση. Εξηγώντας το περιεχόμενο του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 2 όταν κλήθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης ήταν σαφής ότι το δάνειο ήταν για ποσό Λ.Κ.7.000 ως η αίτηση και ότι στην πορεία, όταν δόθηκε η εξασφάλιση για το νέο όριο υπέρβασης των Λ.Κ.53.000, απλώς συμπληρώθηκε το ποσό των Λ.Κ.53.000 στην υφιστάμενη αίτηση. Όπως εξήγησε η φράση εντός παρενθέσεως «53.000 Γραμ. προθεσμίας» πιθανόν να γράφτηκε όταν αποφάσισαν να εξασφαλίσουν το λογαριασμό. Ήταν ξεκάθαρα, ωστόσο, ότι έγγραφο όπως το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 22 δεν συνιστά επίσημο έγγραφο αλλά στοιχεία της Εταιρείας για προσωπική χρήση της Εταιρείας. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης της διευκρίνισε ότι όταν υπάρχει δέσμευση λεφτών δεν χρειάζεται υποβολή νέας αίτησης.Ρωτήθηκε επανειλημμένdrl`α για το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 22 και η ίδια ξεκαθάρισε ότι ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσίασε ό,τι έγγραφα είχε βρει και ήταν σχετικά με την υπόθεση αναφέροντας ότι νομίζει ότι το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 22 αφορούσε το επίδικο δάνειο των Λ.Κ.7.
  36. Σε άλλη ερώτηση ξεκαθάρισε ότι δεν υπήρχε περίπτωση η ίδια από μόνη της να εγκρίνει αίτηση του Χρεώστη για δάνειο χωρίς αυτή να τύχει της εγκρίσεως της Επιτροπής. Ξεκαθάρισε ακόμη και ένα άλλο ζήτημα, και συγκεκριμένα το ότι ένα δάνειο δεν εκδίδεται κατ΄ ανάγκη αμέσως μετά την υποβολή της αίτησης και ότι είναι πιθανόν ένα δάνειο να εκδοθεί οποιαδήποτε στιγμή και ότι αυτό εξαρτάται από το πότε θα συνεδριάσει η Επιτροπή αλλά και από άλλους παράγοντες όπως η ύπαρξη του ενδεχομένου καθυστέρησης στην εξασφάλιση για παράδειγμα των υπογραφών από τους εγγυητές. Έχοντας αναφερθεί στο περιεχόμενο των απαντήσεων που έδιδε κατά το στάδιο της αντεξέτασής της αλλά λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη και τον τρόπο που κατέθετε και ο οποίος διεκρίνετο από άνεση και φυσικότητα, θεωρώ ότι η μάρτυρας κατέθεσε με ειλικρίνεια οτιδήποτε γνώριζε και ήταν σχετικό με την παρούσα υπόθεση και διευκρίνισε στο βαθμό που μπορούσε αρκετά από τα ζητήματα που της τέθηκαν. Η ΜΕ.1 ήταν σαφής και κατηγορηματική ότι μετά τη σύναψη της πιο πάνω Συμφωνίας και του ανοίγματος τρεχούμενου λογαριασμού ο Χρεώστης σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ των μηνών Ιουλίου του 2003 και Δεκεμβρίου του 2003 με την παρέμβαση και παράκληση της Εναγόμενης είχε ζητήσει την πληρωμή διαφόρων επιταγών που εξέδιδε στον τρεχούμενο του λογαριασμό καθ΄ υπέρβαση του ορίου πίστωσης των Λ.Κ.7.000 και ότι επειδή η Εναγόμενη είχε εν τω μεταξύ συνάψει σχέση μαζί με τον Χρεώστη ενώ παράλληλα συζητούσε μαζί του τη συμμετοχή της ίδιας και της οικογένειας της στην υπεραγορά όπου ο Χρεώστης ήτο Διευθυντής και μέτοχος, οι Ενάγοντες προχώρησαν στην αύξηση του ορίου του βασιζόμενοι στις διαβεβαιώσεις της Εναγόμενης για την οικονομική ευρωστία του Χρεώστη και την εκ μέρους της ανάληψη ευθύνης εξασφάλισης τυχόν οφειλομένων ποσών. Η ΜΕ.1 ήταν κατηγορηματική στη θέση της τόσο στην κύρια εξέταση όσο και στην αντεξέταση της ότι ήταν η Εναγόμενη που είχε συστήσει τον Χρεώστη ως καλό πελάτη και ότι αυτή είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου τη διαχείριση του λογαριασμού του και ότι στηρίχθηκε η ΜΕ.1 στις διαβεβαιώσεις που η Εναγόμενη της έδιδε καθημερινά ότι θα διευθετείτο ο λογαριασμός του Χρεώστη, άλλως η ΜΕ.1 δεν είχε κανένα απολύτως λόγο να αφήσει τον Χρεώστη να βγει σε υπέρβαση. Όπως το έθεσε χαρακτηριστικά η ΜΕ.1, ο Χρεώστης είχε δανειοδοτηθεί για ποσό Λ.Κ.7.000 και αυτό ήταν το όριο του και ότι, αν δεν είχαν δοθεί οι διαβεβαιώσεις της Εναγόμενης που είχε τη διαχείριση του λογαριασμού του, δεν υπήρχε περίπτωση να πάει ο λογαριασμός ένα σεντ υπέρβαση. Όπως μάλιστα τόνισε η ΜΕ.1, ο Χρεώστης ήταν άγνωστος στους Ενάγοντες. Πλήρως επεξηγηματική και διαφωτιστική ήταν σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δόθηκε το δάνειο των Λ.Κ.53.000 με τη Σύμβαση Πίστωσης ημερ. 29/12/03 τονίζοντας ότι αυτές οι διευκολύνσεις είχαν παραχωρηθεί με τη ξεκάθαρη προϋπόθεση και συμφωνία της Εναγόμενης ότι η ίδια αναλάμβανε προσωπική ευθύνη κάλυψης του επιπρόσθετου αυτού ποσού προσθέτοντας ότι ταυτόχρονα με τη Σύμβαση Πίστωσης ημερ. 29/12/03 η Εναγόμενη έχει ετοιμάσει η ίδια έγγραφο δέσμευσης γραμματίων της μητέρας προς εξασφάλιση του ποσού των Λ.Κ.53.000 που είχε παραχωρηθεί στον Χρεώστη. Ήταν κατηγορηματική ότι στην περίπτωση του Χρεώστη η ΜΕ.1 είχε εξαπατηθεί από τη βεβαίωση της Εναγόμενης ότι θα εξασφάλιζε την υπέρβαση που τον άφησε να ανεβεί και ότι είχε δείξει συναδελφικότητα και εμπιστοσύνη στην Εναγόμενη. Ρωτήθηκε επανειλημμένα και, θα έλεγα φορτικά, για το ζήτημα αυτό και παρέμεινε αταλάντευτα σταθερή και συνεπής στην εκδοχή της τονίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι όταν συζητούσε με την Εναγόμενη για το θέμα των υπερβάσεων η Εναγόμενη είχε πάντα μια έτοιμη απάντηση ότι ήταν θέμα ημερών να το διευθετήσει και ότι από μόνη της η Εναγόμενη, όταν ανέβηκε η υπέρβαση στο λογαριασμό του Χρεώστη, ήλθε και δέσμευσε τα γραμμάτια της μητέρας της μέχρι να πάρει δάνειο από την Τράπεζα Κύπρου, όπως έλεγε της ΜΕ.
  37. Σ΄ ό,τι αφορά την εκδοχή της Εναγόμενης ότι η πλαστογράφηση των εγγράφων δέσμευσης των γραμματίων της μητέρας της Εναγόμενης έγινε κατόπιν πίεσης της ΜΕ.1 για να υπάρχει φαινομενική κάλυψη του λογαριασμού του Χρεώστη για σκοπούς ελέγχου από την Ελεγκτική Υπηρεσία και αποφυγή σοβαρών προβλημάτων στους Ενάγοντες και, κυρίως, στην ΜΕ.1, η ΜΕ.1 πέραν του ότι απέρριψε κατηγορηματικά αυτή την εκδοχή, επεσήμανε και το γεγονός ότι η Εναγόμενη μετά την ανακάλυψη της πλαστογραφίας της υπογραφής της μητέρας της και του ρόλου της ως μάρτυρα υπογραφής, στις συνεδριάσεις της Επιτροπής της ΣΠΕ που έλαβαν χώρα για μια περίοδο γύρω στους 8 μήνες, από τον Ιούνιο του '05 μέχρι το Μάρτιο/Απρίλιο '06 που η Εναγόμενη πήγε στην Αστυνομία, ουδέποτε είχε προβάλει τον ισχυρισμό ότι πλαστογράφησε τα έγγραφα δέσμευσης γραμματίων της μητέρας της λόγω της πίεσης που δέχτηκε από την ΜΕ.1 και/ή ότι το έκανε για την ΜΕ.1 και ότι ήταν η Εναγόμενη το εξιλαστήριο θύμα, όπως ισχυρίστηκε μετέπειτα. Ο ισχυρισμός αυτός προεβλήθη σε κατοπινό στάδιο για πρώτη φορά. Μάλιστα η ΜΕ.1 επεσήμανε και το ότι η Εναγόμενη την είχε καλέσει το Φεβρουάριο του '06 στους αρραβώνες του αδελφού της, διερωτώμενη, ευλόγως, κατά πόσο θα ήταν καλεσμένη στους αρραβώνες αν είχε κάνει η ΜΕ.1 όλα εκείνα που της κατελόγιζε η Εναγόμενη. Σ΄ όλες αυτές τις συνεδριάσεις που έλαβαν χώρα για μια περίοδο αρκετών μηνών, όπως ξεκάθαρα ανέφερε η ΜΕ.1, το μόνο που η Εναγόμενη επικαλείτο ήταν ανθρωπιστικούς λόγους και να της δοθεί χρόνος για να μην κληθεί ή ενημερωθεί η μητέρα της ένεκα προβλήματος υγείας που είχε η μητέρα της, ένεκα του επικείμενου γάμου του αδελφού της κτλ. Η ΜΕ.1 αντεξετάστηκε επί μακρό και όσον αφορά το θέμα του ελέγχου από την Ελεγκτική Υπηρεσία και το ζήτημα των υπερβάσεων σε μια προσπάθεια να υποδειχθεί το κίνητρο το οποίο υποτίθεται είχε η ίδια για να παρουσιάζεται φαινομενική κάλυψη του λογαριασμού του Χρεώστη. Η ΜΕ.1 ήταν ξεκάθαρη στη θέση της ότι και ο λογαριασμός του Χρεώστη να έμενε σε υπέρβαση η ίδια θα είχε μια γραπτή παρατήρηση από την Ελεγκτική Υπηρεσία και μία ημερομηνια για να το διευθετήσει ενώ, όπως το έθεσε χαρακτηριστικά, η Εναγόμενη είχε κάθε λόγο να καλύψει τον Χρεώστη. Αρνήθηκε δε κατηγορηματικά την υποβολή ότι τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 8 και 9 (Σύμβαση Πίστωσης για Λ.Κ.53.000 και Έγγραφο Δέσμευσης Κατάθεσης) ήταν δικής της επινόησης, προσθέτοντας ότι δεν είχε λόγο να εμπλακεί σε πλαστογραφία. Ήταν κατηγορηματική ότι για την υπέρβαση λογαριασμού θα λάμβανε, απλώς, μια επιστολή από την Ελεγκτική Υπηρεσία για διευθέτηση του λογαριασμού. Ξεκάθαρη ήταν η ΜΕ.1 και στη θέση της ότι στις 29/12/03 έγινε Σύμβαση Πίστωσης για ποσό Λ.Κ.53.000 και όχι για ποσό Λ.Κ.40.000, όπως της τέθηκε, απορρίπτοντας, επίσης, τη θέση ότι η Σύμβαση αυτή είχε γίνει τον Οκτώβριο του '04 και όχι στις 29/12/
  38. Ήταν, επίσης, σαφής στη θέση της ότι το ΤΕΚΜ.9, που αφορούσε τη δέσμευση κατάθεσης και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτό ετοιμάστηκε δεν ήταν ένα γεγονός που έπρεπε να θυμάται, ούτε είχε οποιοδήποτε λόγο να το δει με καχυποψία. Μάλιστα όταν ρωτήθηκε αν είχε ελέγξει το περιεχόμενο του, απάντησε ότι δεν αμφέβαλλε για την εξασφάλιση τονίζοντας ότι, αφ΄ ης στιγμής η Εναγόμενη της είχε πει ότι επρόκειτο για δέσμευση γραμματίων της μητέρας της, η ΜΕ.1 δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει την Εναγόμενη. Ήταν ξεκάθαρη ότι εκείνο που θυμόταν σε σχέση με το ΤΕΚΜ.9 ήταν ότι είχε δει ότι υπήρχε ο σωστός λογαριασμός και τα λεφτά στο λογαριασμό της μητέρας της Εναγόμενης. Ήταν κατηγορηματική ότι σε σχέση με το έγγραφο δέσμευσης γραμματίων εκείνο που έχει σημασία είναι ο λογαριασμός που δεσμεύεται για να εξασφαλίσει ένα δάνειο και όχι η ημερομηνία λήξης των γραμματίων. Όπως μάλιστα το έθεσε χαρακτηριστικά, ήξερε τη σχέση και τη συνεργασία της Εναγόμενης με τον Χρεώστη και ότι δεν είχε περάσει από το μυαλό της ότι υπήρχε κάτι το πονηρό για να το διερευνήσει ή να το αμφισβητήσει. Έχοντας λοιπόν εξετάσει με προσοχή το σύνολο της μαρτυρίας της ΜΕ.1, τις απαντήσεις που έδιδε και γενικά την όλη συμπεριφορά της από τη θέση του μάρτυρα (ύφος και τρόπος που κατέθετε) μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Δεν έχω, επομένως, οποιαδήποτε αμφιβολία ότι ήρθε στο Δικαστήριο να καταθέσει και κατέθεσε αυτά που γνώριζε σε σχέση με την παρούσα υπόθεση και για το ρόλο της Εναγόμενης και, συνεπώς, δέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολό της και, συνεπακόλουθα, την εκδοχή της πάνω στα αμφισβητούμενα γεγονότα. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ.2 Αξιολογώντας τη μαρτυρία του ΜΕ.2 λέω από την αρχή ότι ήταν σαφής και θετική. Ο μάρτυρας αυτός εξιστόρησε με ξεκάθαρο τρόπο τα σχετικά γεγονότα όπως αυτά εξελίχθηκαν μετά την ενημέρωση της Επιτροπής ΣΠΕ Σκαρίνου από τη Γραμματέα για ύπαρξη πλαστογραφημένου εγγράφου δέσμευσης γραμματίων και που είχε ως αποτέλεσμα την υποβολή της παραίτησης της Εναγόμενης η οποία και έγινε αποδεκτή από την Επιτροπή ΣΠΕ Σκαρίνου. Ο ΜΕ.2 αναφέρθηκε, επίσης, στα σχετικά με την υπόθεση έγγραφα και, συγκεκριμένα, τη Σύμβαση Πίστωσης και Εγγύηση ημερ. 16/7/03 (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 5 ΚΑΙ 6) ως, επίσης, και τη Σύμβαση Πίστωσης ημερ. 29/12/03 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8) και τη δέσμευση κατάθεσης της ίδιας ημερομηνίας (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9). Ο μάρτυρας αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στο τι διαδραματίσθηκε σ΄ όλες τις συνεδρίες της Επιτροπής που έλαβαν χώρα και τα όσα είχαν λεχθεί ενώπιον της Επιτροπής τόσο από την Γραμματέα όσο και από την Εναγόμενη όταν η τελευταία κλήθηκε να παραστεί για να δώσει τη δική της εκδοχή ως προς το θέμα που είχε προκύψει. Ήταν ξεκάθαρος ότι η Εναγόμενη είχε ενώπιον της Επιτροπής παραδεχτεί ότι το έγγραφο δέσμευσης της κατάθεσης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9) ήταν πλαστογραφημένο και ότι την πλαστογραφημένη υπογραφή την είχε θέσει ο Χριστόφορος Καρασαμάνης και ότι η ίδια είχε επιμαρτυρήσει και πιστοποιήσει την υπογραφή. Ο ΜΕ.1 ήταν κατηγορηματικός στη μαρτυρία του ότι σ΄ όλες τις συναντήσεις του Προέδρου της Επιτροπής αλλά και του ίδιου του μάρτυρα με την Εναγόμενη η τελευταία συνεχώς τους διαβεβαίωνε ότι θα εξασφάλιζε την υπέρβαση που είχε δημιουργηθεί στο λογαριασμό του Καρασαμάνη, ενώ συγχρόνως παρακαλούσε όπως η Επιτροπή να μην αναφέρει οτιδήποτε στη μητέρα της για την πλαστογραφημένη δέσμευση των γραμματίων λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε η μητέρα της. Μάλιστα ο ΜΕ.1 αναφέρθηκε και στην περίπτωση κάποιου ονόματι Δήμου Γαλατάκη τον οποίο η Εναγόμενη είχε παρουσιάσει στη Συνεργατική ως προτιθέμενο αγοραστή της υπεραγοράς Σκαρίνου στην οποία η Εναγόμενη ήταν συνιδιοκτήτης με τον Χριστόφορο Καρασαμάνη και που, σύμφωνα με την Εναγόμενη, τα χρήματα από την πώληση της υπεραγοράς θα εξοφλούσε η Εναγόμενη τις οφειλές του Χρ. Καρασαμάνη. Ξεκάθαρος ήταν ο ΜΕ.1 και σε σχέση με την εξέλιξη της όλης υπόθεσης που είχε ως κατάληξη την υποβολή παραίτησης από την Εναγόμενη και την αποδοχή της από την Επιτροπή αλλά και τη στάση της αργότερα μέσω σχετικής αλληλογραφίας απ΄ όπου διεφάνη για πρώτη φορά να προβάλλει ισχυρισμούς επιρρίπτοντας την ευθύνη για το όλο ζήτημα αλλού. Κατά την αντεξέταση του ρωτήθηκε επί διαφόρων ζητημάτων που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, τη συχνότητα των ελέγχων που διενεργούνταν από την Ελεγκτική Υπηρεσία, τη διαδικασία έγκρισης του δανείου, τη συχνότητα με την οποία συνεδρίαζε η Επιτροπή της ΣΠΕ Σκαρίνου. Ο ΜΕ.1 ξεκαθάρισε ότι ο ρόλος της Επιτροπής δεν ήταν να διενεργεί έλεγχο και ότι αυτό τον ρόλο τον είχε η Ελεγκτική Υπηρεσία. Πρόσθεσε δε ότι η Επιτροπή εξέταζε ζητήματα που τίθεντο ενώπιον της. Για τον επίδικο λογαριασμό τόνισε ότι εκ των υστέρων διεπιστώθη ότι ήταν σε υπέρβαση και ότι η Γραμματέας, όταν τους ενημέρωσε τη δεδομένη στιγμή, έλαβε η Επιτροπή τα μέτρα που προβλέποντο αφού κλήθηκε και ο νομικός της σύμβουλος. Τόνισε ότι η συγκεκριμένη υπόθεση στις λεπτομέρειες της ανεδείχθη μετά που προέκυψε το σκάνδαλο και πήγαν άτομα στο Δικαστήριο. Στις υποβολές της Υπεράσπισης ότι το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 22 είχε υποβληθεί από τον Χρ. Καρασαμάνη σε σχέση με το δάνειο που εξασφάλισε των Λ.Κ.7.000 στις 2/2/03 με αρ. λογαριασμού 4000139-01 και ότι η Γραμματέας μετέφερε αυτό το λογαριασμό στο όνομα του αδελφού του και άνοιξε άλλο λογαριασμό για το Χρ. Καρασαμάνη με σκοπό να τον διευκολύνει, ο ΜΕ.2 δήλωσε πλήρη άγνοια λέγοντας «εγώ δεν γνωρίζω αυτά που λέτε». Στην υποβολή ότι η Γραμματέας από μόνη της ένεκα των σχέσεων της με τον Χρ. Καρασαμάνη χρησιμοποίησε την ίδια ακριβώς αίτηση με εκείνη που υπέβαλε ο Χρ. Καρασαμάνης στις 2/2/03 για να παραχωρήσει σ΄ αυτόν δάνειο στον επίδικο λογαριασμό χωρίς νέα αίτηση στην Επιτροπή, ο ΜΕ.1 δήλωσε εκ νέου άγνοια για κάτι τέτοιο. Σ΄ άλλο σημείο της αντεξέτασης του ξεκαθάρισε ότι δεν είχε , ούτε έκαμνε έλεγχο ο ίδιος σε ταμειακές πράξεις της ΣΠΕ. Αρνήθηκε, ακόμη, την υποβολή ότι η Εναγόμενη από την αρχή όταν βγήκε στην επιφάνεια το πρόβλημα με την πλαστογραφημένη δέσμευση κατάθεσης τους είπε ότι ό,τι έκανε ήταν κατόπιν πιέσεων της Γραμματέως η οποία ήθελε να συγκαλύψει τις υπερβάσεις που παραχωρούσε στον Καρασαμάνη και στην οικογένεια του. Αρνήθηκε, επίσης, κατηγορηματικά την υποβολή ότι παρόλο ότι ήταν ξεκάθαρο στη ΣΠΕ ότι τη διαχείριση του λογαριασμού του Καρασαμάνη και του αδελφού του τη χειριζόταν η Γραμματέας, παρόλα αυτά οι ίδιοι ως ΣΠΕ ενήργησαν με τρόπο να καλύψουν τη συγκεκριμένη Γραμματέα, εξ΄ ου και ουδεμία ποινή της επέβαλαν και ούτε την απέλυσαν. Σ΄ άλλο σημείο της αντεξέτασης του ο ΜΕ.1 ανάφερε ξεκάθαρα ότι όταν έμαθαν για το περιστατικό της πλαστογραφίας έκαναν αυτό που έπρεπε να κάνουν. Ο ΜΕ.1, αρνήθηκε, επίσης με κατηγορηματικό τρόπο την εκδοχή που του ετέθη ότι μετά που αποκαλύφθηκε το θέμα της πλαστογραφίας η Επιτροπή και η Γραμματέας εκβίαζαν την Εναγόμενη πιστεύοντας ότι θα χρησιμοποιούσε δικά της λεφτά ή της μητέρας της για να εξοφλήσει το λογαριασμό του Καρασαμάνη. 'Εχοντας λοιπόν εξετάσει με προσοχή το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΕ.2 και την εν γένει συμπεριφορά του από τη θέση του μάρτυρα κρίνεται ως μάρτυρας της αλήθειας. Δέχομαι επομένως τη μαρτυρία του στο σύνολό της και, συνεπακόλουθα, την εκδοχή του πάνω στα αμφισβητούμενα γεγονότα. Αξιολόγηση μαρτυρίας Εναγόμενης Ήταν εμφανής η προσπάθεια της Εναγόμενης από την αρχή της κατάθεσης της να απαλλαγεί από οποιανδήποτε ευθύνη σε σχέση με την παρούσα απαίτηση των Εναγόντων επιρρίπτοντας την ευθύνη αποκλειστικά στη Γραμματέα ΜΕ.1 με όποιο τρόπο αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί. Μέσα στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας φάνηκε να είναι ιδιαίτερα μελετημένη και προετοιμασμένη σε σχέση με την εκδοχή που επρόκειτο να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου σε σημείο που κρίνεται πραγματικά εξωπραγματικό. Μάλιστα για το ζήτημα αυτό ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση της, δηλαδή να εξηγήσει πώς έτυχε να γνωρίζει όλες αυτές τις λεπτομέρειες που παρέθεσε στην γραπτή της κατάθεση (ΕΓΓΡΑΦΟ 2) που αφορούσαν αριθμούς λογαριασμών, ποσά, υπόλοιπα λογαριασμών σε συγκεκριμένες ημερομηνίες κτλ και η ίδια έδωσε βασικά τρεις διαφορετικές εκδοχές. Η πρώτη εκδοχή της ήταν ότι αυτά τα στοιχεία τα θυμόταν προσθέτοντας ότι ειδικά τον ουσιώδη χρόνο ήξερε όλους τους λογαριασμούς και τα υπόλοιπα. Όταν στη συνέχεια ερωτήθηκε ειδικά για τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 5, 6, 8 και 9 και αν τα είχε η ίδια διαβάσει απάντησε ότι τα είχε υπογράψει αλλά μετά που είχαν υπογραφεί δεν είχε λόγο να τα δει. Στο στάδιο αυτό όταν της υπεβλήθη ότι γνώριζε όλες αυτές τις λεπτομέρειες για το λόγο ότι η ίδια χειρίζετο τους συγκεκριμένους λογαριασμούς, απάντησε αρνητικά και στη συνέχεια έδωσε τη δεύτερη εκδοχή της ότι, δηλαδή, όταν τέθηκε σε διαθεσιμότητα έπρεπε να βγάλει αντίγραφα των συμβολαίων και ότι αυτό έκανε για να δει τι θα έκαμνε και για να ενημερωθεί. Έτσι με αυτό τον τρόπο και αφού της τέθηκαν οι πιο πάνω ερωτήσεις έδωσε τη δεύτερη εκδοχή ότι σ΄ εκείνο το στάδιο - που τέθηκε σε διαθεσιμότητα - έβγαλε αντίγραφα των συμβολαίων και λογαριασμών. Σε άλλο στάδιο της αντεξέτασης όπου της τέθηκε εκ νέου ερώτημα σε σχέση με την παράθεση από μέρους της πολλών λεπτομερειών στην κατάθεση της αναφορικά με ποσά και στοιχεία λογαριασμών, η Εναγόμενη ήλθε και έδωσε και μία τρίτη εκδοχή ισχυριζόμενη ότι η ίδια με το σύζυγο της είχαν κάνει ημερολόγιο και κατέγραφαν τα σχετικά γεγονότα. Τα πιο πάνω πέραν του ότι αποδεικνύουν ότι η Εναγόμενη δεν ήταν σταθερή και συνεπής στη μαρτυρία της δείχνουν και τον τρόπο που προσάρμοζε τη μαρτυρία της σε κάθε στάδιο της διαδικασίας ανάλογα με το πώς την βόλευε ή εξυπηρετούσε τις ανάγκες προώθησης της δικής της εκδοχής. Με τις εκδοχές δε αυτές που έδωσε ήταν προφανής ο στόχος της να αρνηθεί ότι όλα αυτά τα στοιχεία και λεπτομέρειες τα γνώριζε επειδή η ίδια είχε πλήρη έλεγχο και γνώση των λογαριασμών του Χρεώστη όπως της είχε υποβληθεί. Όσον αφορά την εκδοχή που προώθησε στο Δικαστήριο αναφορικά με το ότι είχε γίνει Σύμβαση Πίστωσης για ποσό Λ.Κ.40.000 στις 29/12/03 ώστε να καλύπτεται το μέχρι εκείνη τη στιγμή χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του Χρεώστη και ότι στη συνέχεια στις 4/10/04 η ΜΕ.1 εκτύπωσε νέα Σύμβαση Πίστωσης με την προχρονολογημένη ημερ. 29/12/03 για ποσό Λ.Κ.53.000 ώστε να καλύπτεται το μέχρι τις 4/10/04 χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του Χρεώστη, αυτή ελέγχεται ως μη λογικοφανής και ως μη ευλογοφανής. Συγκεκριμένα όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση για το λόγο που η ΜΕ.1 - κατά την εκδοχή της Εναγόμενης - είχε κάνει άλλο συμβόλαιο πίστωσης για ποσό Λ.Κ.53.000 για να το παρουσιάσει στον έλεγχο που θα γινόταν τον Οκτώβριο του 2004 εφόσον ο έλεγχος θα αφορούσε το υπόλοιπο του Χρεώστη μέχρι 31/12/03 που, με βάση τα υπόλοιπα της 31/12/03, δεν χρειαζόταν τέτοιο ποσό, η Εναγόμενη δεν ήταν σε θέση να δώσει μια εύλογη και πειστική απάντηση περιοριζόμενη στο να πει ότι δεν ξέρει με ποια λογική έγινε η προχρονολογημένη Σύμβαση Πίστωσης. Όταν το ερώτημα της επαναλήφθηκε, και της τέθηκε ότι ο έλεγχος ήταν για το τέλος του Δεκεμβρίου 2003 και όχι για την ημέρα εκεί, η Εναγόμενη σκέφτηκε να δώσει και μια άλλη εξήγηση λέγοντας ότι η Ελεγκτική Υπηρεσία θα έψαχναν το λογαριασμό και θα έβλεπαν ότι το υπόλοιπο είχε διπλασιάσει. Ερωτηθείσα στη συνέχεια γιατί τότε να μην παραμείνουν και τα δύο Συμβόλαια για να δικαιολογηθεί το ποσό τόσο για τον Δεκέμβριο του 2003 όσο και για την ημέρα του ελέγχου, πάλι η Εναγόμενη αδυνατούσε να δώσει μια λογική και πειστική απάντηση περιορισμένη στο να αναφέρει ότι αυτό θα έπρεπε να το απαντήσει η Εναγόμενη. Σ΄ άλλο σημείο της αντεξέτασης της αρνήθηκε ότι ήταν η ίδια η οποία είχε πλήρη έλεγχο και γνώση των λογαριασμών του Χρεώστη γιατί την αφορούσαν άμεσα ένεκα της σχέσης που είχε μαζί του προσθέτοντας ότι με τον Χρεώστη είχε σταματήσει το Νοέμβριο του 2004 να είναι και συνέταιροι λόγω κακής συμπεριφοράς, ενώ η σχέση τους είχε διαλυθεί πολύ ενωρίτερα. Η εκδοχή της, ωστόσο, ότι ενώ η ίδια τα είχε «χαλάσει» με τον Χρεώστη είχε βάλει δέσμευση γραμματίου της μητέρας της για σύμβαση πίστωσης προς τον Χρεώστη για ποσό Λ.Κ.53.000 απλώς και μόνο για να καλύψει την ΜΕ.1 ελέγχεται πάλι ως μη λογικοφανής και ως μη ευλογοφανής. Φαντάζει πραγματικά παράλογο να δέχεται να μπει σ΄ αυτή τη διαδικασία όπου ο Χρεώστης να πλαστογραφεί την υπογραφή της μητέρας της στη σχετική δέσμευση γραμματίου και η Εναγόμενη να υπογράφει ως μάρτυρας υπογραφής, δηλαδή συμμετέχοντας στην πλαστογράφηση του εν λόγω εγγράφου, για να καλυφθούν υπερβάσεις στο λογαριασμό του Χρεώστη με τον οποίο τον ουσιώδη χρόνο, με βάση τη δική της εκδοχή, δεν είχε πλέον ούτε προσωπική αλλά ούτε και επαγγελματική σχέση και μάλιστα επικαλείτο και επίδειξη από μέρους του Χρεώστη προς αυτήν κακής συμπεριφοράς, απλά και μόνο για να βοηθήσει μία συνάδελφο της για τους σκοπούς του Ελέγχου που θα διενεργείτο από την Ελεγκτική Υπηρεσία. Μάλιστα η ίδια αντεξεταζόμενη είχε αναφέρει ότι όταν ο Χρεώστης είχε δείξει τον πραγματικό του χαρακτήρα αποχώρησαν από την υπεραγορά, ενώ η συναισθηματική τους σχέση είχε λήξει περί τα τέλη Αυγούστου του
  39. Ερωτηθείσα γιατί έγινε αυτή η διαδικασία σε σχέση με το συγκεκριμένο λογαριασμό ενώ ήταν σύνηθες φαινόμενο οι υπερβάσεις, η απάντηση που έδωσε ήταν ότι ήταν τέλος του χρόνου και ότι αναμένετο έλεγχος οπόταν η ΜΕ.1 προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τακτοποιεί τα ζητήματα αυτά. Ερωτηθείσα γιατί δεν έβαλε γραμμάτια της μητέρας της ως δέσμευση σ΄ άλλες υπερβάσεις για να βοηθήσει την ΜΕ.1, απάντησε ότι η ΜΕ.1 εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι η Εναγόμενη είχε αναπτύξει συναισθηματική σχέση με τον Χρεώστη και ότι την πίεσε ψυχολογικά. Δεν μας εξήγησε, ωστόσο, πώς έγινε αυτή η «ψυχολογική πίεση» ιδιαίτερα τον Οκτώβριο του 2004 που, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η Εναγόμενη δεν είχε πλέον οποιαδήποτε σχέση με τον Χρεώστη, είτε συναισθηματική, είτε επαγγελματική και μάλιστα τα είχε χαλάσει με αυτόν λόγω κακής συμπεριφοράς και αφού, όπως η ίδια ισχυρίσθηκε, ο Χρεώστης έδειξε τον πραγματικό του εαυτό. Μάλιστα σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της η ίδια ισχυρίσθηκε ότι ο Χρεώστης είχε συνάψει σχέσεις μαζί της για να καλύψει τους λογαριασμούς του και να λειτουργεί η υπεραγορά και ότι το Νοέμβριο του 2003 συνήψε σχέση μαζί της που ήταν σε ψηλές υπερβάσεις οι λογαριασμοί του Χρεώστη και ότι για να καλύψει τους λογαριασμούς του συνήψε μαζί της σχέση μέχρι να δημιουργηθεί η υπεραγορά η οποία λειτούργησε τον Αύγουστο
  40. Όπως μάλιστα η ίδια πρόσθεσε, μόλις ο Χρεώστης είδε ότι η υπεραγορά πήγαινε καλά έπρεπε πρώτα να χωρίσει μαζί της και το Νοέμβριο του 2004 τους πέταξε έξω. Όπως προκύπτει από τα ίδια τα λεγόμενα της Εναγόμενης δεν είχε η ίδια κανένα λόγο να θέλει να βοηθήσει το Χρεώστη κατά τον Οκτώβριο 2004 με τον οποίο με βάση τους δικούς της ισχυρισμούς είχαν διαταραχθεί πλήρως οι σχέσεις της με τον Χρεώστη και ούτε, βέβαια, μπορεί να ευσταθήσει αυτό που η ίδια ισχυρίσθηκε ότι είχε βάλει τα γραμμάτια της μητέρας της ως δέσμευση τον Οκτώβριο του 2004 επειδή η ΜΕ.1 είχε εκμεταλλευτεί τη συναισθηματική σχέση που η Εναγόμενη είχε αναπτύξει με τον Χρεώστη. Μάλιστα σ΄ άλλο σημείο της αντεξέτασης της η ίδια η Εναγόμενη παραδέχτηκε ότι ο Χρεώστης την εκμεταλλεύτηκε και ότι δεν ήταν τυχαία που την ερωτεύθηκε τον Νοέμβριο του 2003 και της ζήτησε τον Δεκέμβριο που ήξερε τα γραμμάτια της μητέρας της για να μπουν ως φαινομενική κάλυψη για το λογαριασμό του εμπλέκοντας ταυτόχρονα και την ΜΕ.1 σ΄ αυτή την κατάσταση. Με άλλα λόγια βλέπουμε την Εναγόμενη στην αντεξέταση να καταλογίζει και στον Χρεώστη ευθύνες για την όλη αυτή κατάσταση που είχε να κάνει με την απόφαση της να παραχωρήσει ως δέσμευση τα γραμμάτια της μητέρας της με τον τρόπο που περιγράφηκε ανωτέρω, δηλαδή πιστοποιώντας η ίδια ως μάρτυρας την πλαστογραφημένη υπογραφή του Χρεώστη και παρουσιάζοντας την ως υπογραφή της μητέρας της. Σ΄ ό,τι αφορά την εκδοχή της Εναγόμενης για το λόγο που υπέγραψε πιστοποιώντας την υπογραφή της μητέρας της στα έγγραφα δέσμευσης γραμματίων διαπιστώνεται ότι έδωσε διάφορες εκδοχές. Εν πρώτοις υποστήριξε ότι το έκανε γιατί η ΜΕ.1 την πίεσε να το κάνει. Σ΄ άλλο σημείο της αντεξέτασης της, ωστόσο, ισχυρίσθηκε ότι ήταν η δουλειά της να το κάνει, δηλαδή να υπογράψει ως μάρτυρας γιατί ήταν η προβλεπόμενη διαδικασία. Στην γραπτή Δήλωση της στα πλαίσια της κύριας εξέτασης της προέβαλε και μια άλλη εκδοχή. Ισχυρίσθηκε ότι το έκανε γιατί, όπως το έθεσε, «σε μια προσπάθεια να βοηθήσω την Γραμματέα και/ή τους Ενάγοντες και αφού η Γραμματέας δεσμεύτηκε ότι μόλις γινόταν ο έλεγχος θα καταστρέφονταν όλα τα σχετικά έγγραφα και με την πεποίθηση ότι δεν έβλαπτα ούτε και προκαλούσα οποιανδήποτε ζημιά σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο ή τους ενάγοντες αλλά αντίθετα πίστευα ότι βοηθούσα τους ενάγοντες και/ή την Γραμματέα αποδέχτηκα να συνεργαστώ ώστε μερικά από τα γραμμάτια της μητέρας μου να φαίνονται κατά τον έλεγχο ως δεσμευμένα για την εξασφάλιση των υπερβάσεων του Χρεώστη με έγγραφα δέσμευσης στα οποία ο Χρεώστης Χριστόφορος Καρασαμάνης θα υπόγραφε στη θέση της μητέρας μου και όλα αυτά χωρίς οποιανδήποτε γνώση ή συγκατάθεση της μητέρας μου». Είναι ενδιαφέρον ότι σ΄ άλλο σημείο της αντεξέτασης της ισχυρίσθηκε ότι αυτή η διαδικασία, που έγινε δύο φορές, είχαν συμφωνήσει τα ίδια πράγματα, διευκρινίζοντας ότι αυτοί που συμφώνησαν ήταν η ίδια, η ΜΕ.1 και ο Χρεώστης, δηλαδή και οι τρεις τους. Μάλιστα ενώ στο στάδιο εκείνο μιλούσε για το ότι συμφώνησαν και ότι συνεργάστηκε, προσέθετε ταυτόχρονα ότι αυτό έγινε με μεγάλη πίεση, δείχνοντας την ασυνέπεια που υπήρχε γενικά στην εκδοχή της και την αντιφατικότητα των ισχυρισμών που προέβαλλε αλλά και την προσαρμογή των θέσεων ανάλογα με το πώς η ίδια έκρινε ότι την βόλευε ή εξυπηρετούσε τις ανάγκες της υπόθεσης της. Στο τέλος, όμως, προέβαλε ένα άλλο ισχυρισμό εμπλέκοντας τον ίδιο τον Χρεώστη ισχυριζόμενη ότι αυτός συνήψε σχέση μαζί της το Νοέμβριο 2003 που οι λογαριασμοί του είχαν υπερβάσεις στα ύψη μέχρι να δημιουργηθεί η υπεραγορά και ότι όταν η υπεραγορά διαπίστωσε ο Χρεώστης ότι πήγαινε καλά την χώρισε και στη συνέχεια την πέταξε αυτή και την οικογένεια της απ΄ έξω από την υπεραγορά. Στο σημείο αυτό, χωρίς περιστροφές και ενδοιασμούς, ισχυρίσθηκε ότι ο Χρεώστης την εκμεταλλεύτηκε όπως, επίσης, και η ΜΕ.1 η οποία με βάση την εκδοχή της Εναγόμενης, οδήγησε τον Χρεώστη να ερωτευθεί την Εναγόμενη και ο Χρεώστης να της ζητήσει το Δεκέμβριο γνωρίζοντας τα γραμμάτια της μητέρας της να μπουν ως φαινομενική κάλυψη στο λογαριασμό του. Έχοντας παραθέσει ανωτέρω τους διάφορους ισχυρισμούς της Εναγόμενης δεν υπάρχει, πιστεύω, καμία αμφιβολία ότι συνεχώς προσπαθούσε απροκάλυπτα και χωρίς οποιοδήποτε ενδοιασμό με οποιοδήποτε τρόπο να απαλλαγεί των ευθυνών της επιρρίπτοντας τις ευθύνες αλλού και σε διάφορες κατευθύνσεις καταλήγοντας στο τέλος να προβάλλει διαφορετικούς και αλληλοσυγκρουόμενους ισχυρισμούς οι οποίοι πέραν της αντιφατικότητας τους ήταν φανερό ότι στερούνταν οποιασδήποτε πειστικής αξίας. Είναι αξιοπερίεργο το γεγονός ότι ενώ η βασική εκδοχή της Εναγόμενης ήταν ότι αυτά που έκανε τα έκανε κατόπιν πίεσης της Γραμματέως ΜΕ.1, στην επιστολή της ημερ. 3/4/06 προς την Επιτροπή ΣΠΕ Σκαρίνου και, αφού είχαν μεσολαβήσει συνεδριάσεις της Επιτροπής ΣΠΕ Σκαρίνου, ουδεμία αναφορά και ουδεμία καταγγελία κάνει ή παράπονο για πιέσεις που δέχτηκε ούτως ώστε να βρεθεί στη θέση που βρέθηκε, δηλαδή να πιστοποιεί ως μάρτυρας ψευδώς την υπογραφή της μητέρας της, ενώ την είχε πλαστογραφήσει ο Χρεώστης Χριστόφορος Καρασαμάνης. Ενώ στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται γενικά και αόριστα ότι δεν αποδέχεται τις ευθύνες που της αποδίδονται για πράγματα που δεν έκανε, χωρίς καθόλου να διευκρινίζει τι ακριβώς εννοεί και σε τι αναφέρεται, έρχεται, εν κατακλείδι, στην εν λόγω επιστολή και δηλώνει τα εξής, αφού προηγουμένως αναφέρει ότι ένα από τα τιμήματα που πρέπει να πληρώσει για το λάθος της είναι να χάσει τη δουλειά της και γι΄ αυτό στη συνέχεια της επιστολής υποβάλλει και την παραίτηση της: «Σας ευχαριστώ για τη συνεργασία που είχαμε και σας εκφράζω τη μεγάλη μου λύπη και την απολογία μου για το λάθος που διέπραξα και την ταλαιπωρία που σας προκάλεσα». Δεν θα ΄ταν αναμενόμενο στα πλαίσια της πιο πάνω επιστολής να έλθει να αναφερθεί συγκεκριμένα στο ρόλο και ανάμειξη της ΜΕ.1 έτσι ώστε να εξηγήσει και το λόγο γιατί αυτή κατέληξε στο να πιστοποιήσει ως μάρτυρας την υπογραφή του Χρεώστη ως υπογραφή της μητέρας της; Δεν θα΄ ταν αναμενόμενο να έλθει να εξηγήσει ότι ό,τι έκανε ήταν κατόπιν πίεσης της ΜΕ.1 και για να την βοηθήσει να περάσει τον έλεγχο της Ελεγκτικής Υπηρεσίας ανώδυνα για να μην βρεθεί η Γραμματέας εκτεθειμένη; Δεν ήταν ιδιαίτερα σημαντικό να αναφερθεί ο λόγος που έκανε την πράξη για την οποία απολογήθηκε στην εν λόγω επιστολή; Δεν θα φαινόταν έτσι καλύτερα το μερίδιο της δικής της ευθύνης αλλά, ταυτόχρονα, και το μερίδιο της ευθύνης της Γραμματέως που, υπό τις περιστάσεις, θα ήταν και μεγαλύτερο; Επί των πιο πάνω η Εναγόμενη αντεξετάστηκε έντονα και επίμονα αλλά δεν μπόρεσε, κατά την άποψή μου, να δώσει πειστικές και λογικές εξηγήσεις. Μάλιστα όταν ερωτήθηκε γιατί στην επιστολή της ημερ. 3/4/06 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11) δεν αναφέρει πουθενά ότι η ΜΕ.1 ενέχετο στην υπόθεση αρκέστηκε να πει ότι αυτό το ανέφερε στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία. Όταν ξαναρωτήθηκε γιατί δεν το έγραψε και στην επιστολή της, περιορίστηκε πάλι να πει ότι αφού είχε πάει στην Αστυνομία και είχε δηλώσει τα πάντα. Σ΄ άλλο δε σημείο της αντεξέτασης της ανέφερε ότι δεν θεωρούσε σκόπιμο να τα πει στην επιστολή της και ότι ο λόγος της επιστολής αυτής ήταν για να υποβάλει την παραίτηση της. Μάλιστα όταν ρωτήθηκε κατά πόσο όταν κλήθηκε από την Επιτροπή ΣΠΕ Σκαρίνου ανάφερε η Εναγόμενη ότι η πλαστογραφία ήταν στην γνώση της Γραμματέως ΜΕ.1, απάντησε «Τι να πω, αφού εννοείται ότι ήταν η Γραμματέας που θα διευθετούσε το όλο θέμα όπως υπόσχετο». Ερωτηθείσα ξανά αν το ανέφερε, απάντησε υπεκφυγόντας και πάλι ότι την ρώτησαν ποιος έκανε την πλαστογραφία και απάντησε προσθέτοντας ότι ήξερε η ίδια ότι η Γραμματέας τους είχε ενημερώσει για τα συμβάντα. Είναι φανερό από τις απαντήσεις της Εναγόμενης κατά την αντεξέταση ότι απέφευγε επιμελώς να δώσει μια σαφή απάντηση κατά πόσο είχε πει στην Επιτροπή για την εμπλοκή της Γραμματέως στην όλη υπόθεση της πλαστογραφίας του εγγράφου δέσμευσης γραμματίων της μητέρας της Εναγόμενης, ενώ κάτι τέτοιο ήταν αναμενόμενο στη λογική των πραγμάτων να έπραττε αν η εκδοχή της αναφορικά με την ανάμειξη της ΜΕ.1 ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα. Μέσα στα πλαίσια προώθησης της εκδοχής της η Εναγόμενη προσπάθησε να υποστηρίξει ότι στις 29/12/03 η ΜΕ.1 είχε εκτυπώσει σύμβαση μίσθωσης για παραχώρηση στον Χρ. Καρασαμάνη ποσού Λ.Κ.40.000 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 27) ώστε να καλύπτεται το μέχρι εκείνη τη στιγμή χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού του Χρεώστη ως, επίσης, και έγγραφο δέσμευσης γραμματίων της μητέρας της Εναγόμενης για εξασφάλιση του εκ των Λ.Κ.40.000 ποσού των υπερβάσεων. Επισημαίνεται ότι τέτοιο έγγραφο δέσμευσης δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι σημαντικό, ωστόσο, να σημειώσουμε εδώ ότι το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 27 δεν φέρει την υπογραφή της ΜΕ.1 που υποτίθεται - κατά την εκδοχή της Εναγόμενης - το είχε ετοιμάσει και εκτυπώσει αλλά μόνο η υπογραφή της ίδιας της Εναγόμενης ως μάρτυρα και του Χρεώστη. Η ΜΕ.1 ήταν κατηγορηματική ότι δεν υπήρξε τέτοια Σύμβαση Πίστωσης στην εν λόγω ημερομηνία, δηλαδή 29/12/03 και ότι η Σύμβαση Πίστωσης που είχε ετοιμαστεί και υπογραφεί την εν λόγω ημερομηνία ήταν αυτή που αφορούσε το ποσό των Λ.Κ.53.
  41. Αντεξεταζόμενη δε η Εναγόμενη και ερωτηθείσα πώς έγινε και η ίδια η Εναγόμενη υπέγραψε αυτή τη Σύμβαση Πίστωσης για το ποσό των Λ.Κ.40.000, ενώ η ΜΕ.1 δεν την υπέγραψε, αρχικά απάντησε ότι η ίδια υπέγραψε ως μάρτυρας αφού η ΜΕ.1 είχε βάλει τον Χρεώστη να υπογράψει προσθέτοντας ότι δεν φαντάζετο ότι η ΜΕ.1 δεν θα το υπέγραφε. Στη συνέχεια, προφανώς αντιλαμβανόμενη ότι αυτή η απάντηση δεν ήτο ούτε πειστική, ούτε ικανοποιητική, σκέφτηκε να πει κάτι άλλο. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι η ΜΕ.1, προφανώς, δεν το υπέγραψε επειδή το θεωρούσε άκυρο προσθέτοντας ότι, ίσως λόγω ηλικίας, η ΜΕ.1 να σκεφτόταν διαφορετικά και να σκέφτηκε μήπως γίνει κάτι και μπλέξει. Προχώρησε, δηλαδή, η ίδια και έκανε τη δική της υπόθεση σε μια προσπάθεια να εξηγήσει γιατί σ΄ ένα έγγραφο που η ΜΕ.1 όταν της υπεδείχθη είχε πλήρη άγνοια περί της ύπαρξης του, δεν υπήρχε η υπογραφή της ΜΕ.1 η οποία ήταν εκείνη που, σύμφωνα με την εκδοχή της Εναγόμενης, το είχε ετοιμάσει και εκτυπώσει για να καλύψει τον εαυτό της όταν θα γινόταν ο έλεγχος από την Ελεγκτική Υπηρεσία. Είναι φανερό, κατά την άποψη μου, ότι τέτοιου είδους απαντήσεις, όπως και άλλες που έδωσε στη μαρτυρία της, αποτελούν παραδείγματα της απεγνωσμένης προσπάθειας που κατέβαλλε για να προωθήσει μια ψεύτικη εκδοχή με κάθε τρόπο και χωρίς κανένα ενδοιασμό. Σ΄ όλα τα στάδια της μαρτυρίας της και ιδιαίτερα κατά το στάδιο της αντεξέτασης προσάρμοζε τις απαντήσεις που έδιδε σε αυτά που πίστευε ότι θα μπορούσε να εξυπηρετήσει καλύτερα τις δικές της ανάγκες. Μέσα στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας της Εναγόμενης ήταν και η έμφαση που έδωσε σε σχέση με το περιεχόμενο του ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9 (δέσμευση κατάθεσης) και στα γραμμάτια που δεσμεύονταν και κατά πόσο αυτά υφίσταντο κατά το χρονικό στάδιο που είχε υπογραφεί η Σύμβαση Πίστωσης, δηλαδή στις 29/12/03, ούτως ώστε να έλθει στη συνέχεια να κτίσει την όλη εκδοχή της περί της υπογραφής της Σύμβασης Πίστωσης για ποσό Λ.Κ.53.000 στις 4/10/04 με προχρονολογημένη ημερομηνία αυτή της 29/12/
  42. Η ΜΕ.1, όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση για το γεγονός αυτό και γενικά για το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9, απάντησε με φυσικότητα και με ανεπιτήδευτο τρόπο ότι δεν θυμόταν η ίδια τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτό το έγγραφο είχε συμπληρωθεί και ότι αφ΄ ης στιγμής η Εναγόμενη της είχε πει ότι ήταν η δέσμευση γραμματίων της μητέρας της η ΜΕ.1 δεν είχε λόγο να την αμφισβητήσει. Όπως χαρακτηριστικά το έθεσε, η ετοιμασία του εν λόγω εγγράφου δεν αποτελούσε για την ίδια γεγονός που έπρεπε να θυμάται ούτε ήταν κάτι το καχύποπτο. Αρνήθηκε δε ότι είτε το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8 (Σύμβαση Πίστωσης), είτε το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9 (έγγραφο δέσμευσης) είχαν γίνει από την ίδια. Όπως είχε ξεκάθαρα δε αναφέρει στην κύρια εξέταση και τα δύο αυτά έγγραφα τα είχε ετοιμάσει η Εναγόμενη. Επαναλαμβάνω δε εδώ τα όσα με σαφήνεια τόνισε η ΜΕ.1 κατά την αντεξέταση της σχετικά με αυτό το θέμα και συγκεκριμένα ότι εκείνο που θυμόταν αναφορικά με το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9 ήταν ότι είχε δει ότι υπήρχε ο σωστός λογαριασμός και τα λεφτά στο λογαριασμό της μητέρας της Εναγόμενης Παναγιώτας Κωνσταντίνου. Μέσα δε στην όλη προσπάθεια της Εναγόμενης να αποφύγει οποιαδήποτε ευθύνη και να την επιρρίψει στην ΜΕ.1 προσπάθησε να αναφερθεί και σε διάφορα άλλα στοιχεία και καταχωρήσεις που υπήρχαν και δεν σχετίζονταν με την παρούσα υπόθεση ούτως ώστε να παρουσιάσει ότι η ΜΕ.1, μέσα στα πλαίσια της προσπάθειας της να μην βρεθεί εκτεθειμένη στον έλεγχο της Ελεγκτικής Υπηρεσίας από υπερβάσεις που υπήρχαν σε διάφορους λογαριασμούς των πελατών των Εναγόντων, προέβαινε σε παράτυπες ενέργειες για να τις καλύψει. Είναι δε μέσα σε αυτά τα πλαίσια που η Εναγόμενη ισχυρίστηκε στην κατάθεσή της ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η Γραμματέας, ΜΕ.1 είχε κάνει στις 4/10/04 ψευδή ημερολογιακή εγγραφή με την οποία πίστωσε εικονικά τον λογαριασμό του αδελφού του Χρεώστη Νίκου Καρασαμάνη με αρ. 4000139-0 με το ποσό των Λ.Κ.150.000 με σκοπό οι Ενάγοντες να μην αντιμετωπίσουν οποιοδήποτε πρόβλημα κατά τον επικείμενο έλεγχο και ότι στη συνέχεια, μετά τον έλεγχο, η ΜΕ.1 είχε χρεώσει τον εν λόγω λογαριασμό με το ποσό των Λ.Κ.150.000 ώστε ο λογαριασμός αυτός μετά τον έλεγχο να παρουσιάζει το πραγματικό χρεωστικό υπόλοιπο.[3] Ξεκαθαρίζω εδώ ότι το γεγονός της ύπαρξης ή μη παρατυπιών από μέρους της ΜΕ.1 σε άλλους λογαριασμούς δεν αποτελεί στην προκειμένη περίπτωση το ζητούμενο. Ούτε μπορεί η ενδεχόμενη ύπαρξη παρατυπιών από μέρους της ΜΕ.1 σε άλλες περιπτώσεις που δεν έχουν σχέση με το συγκεκριμένο Χρεώστη να οδηγήσει το Δικαστήριο να αποδεχτεί την εκδοχή της Εναγόμενης για το πώς εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα στην υπόθεση που εξετάζουμε. Ήδη έχουμε αναφερθεί ανωτέρω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας τόσο της ΜΕ.1 και του ΜΕ.2 από τη μια, όσο και της Εναγόμενης από την άλλη, και για τους λόγους που εξηγήσαμε σε έκταση δεν θεωρούμε ότι η εκδοχή της Εναγόμενης μπορεί να γίνει πιστευτή. Με άλλα λόγια ανεξάρτητα από το ενδεχόμενο η ΜΕ.1 να είχε προβεί σε άλλες περιπτώσεις σε παρατυπίες στις καταχωρήσεις αναφορικά με λογαριασμούς πελατών των Εναγόντων, στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό το ενδεχόμενο δεν επηρεάζει, ούτε κλονίζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία της εκδοχής που προώθησε στο Δικαστήριο αναφορικά με το πώς εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα στην υπό εξέταση περίπτωση. Επαναλαμβάνω. Η τυχόν ευθύνη της ΜΕ.1 σε άλλες περιπτώσεις δεν κρίνεται σχετική, ούτε, κατά την άποψη μου, κλονίζει το αξιόπιστο της εκδοχής της στην παρούσα υπόθεση. Επίσης η Εναγόμενη έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 22 που αποτελούσε την αίτηση του Χρεώστη για την παροχή δανείου για να προσπαθήσει να υποστηρίξει την εκδοχή της για το ότι η ΜΕ.1 ήταν αυτή που επέτρεπε τις υπερβάσεις στο λογαριασμό του Χρεώστη και ότι ήταν αυτή που είχε κάθε λόγο να θέλει να τις καλύψει εκ των υστέρων. Υπενθυμίζω εδώ τα όσα κατέθεσε η ΜΕ.1 όταν αντεξετάστηκε αναφορικά με τη φύση αυτού του εγγράφου που όπως ξεκάθαρα εξήγησε ήταν έγγραφο για εσωτερική χρήση της εταιρείας σε συνδυασμό με το ότι κατηγορηματικά τόνισε ότι δεν υπήρξε περίπτωση δανείου που να μην έχει την έγκριση της Επιτροπής. Πέραν του ότι η μαρτυρία της ΜΕ.1 κρίθηκε αξιόπιστη αυτή υποστηρίζεται και από τη μαρτυρία του ΜΕ.2 ο οποίος ξεκάθαρα ανάφερε ότι η Επιτροπή είχε εγκρίνει παραχώρηση πίστωσης σε τρεχούμενο λογαριασμό στον Χρεώστη και υπεγράφη η Σύμβαση Πίστωσης ημερ. 16/7/03 για ποσό Λ.Κ.7.000 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5). Είναι φανερό, κατά την άποψή μου, ότι τα όσα σχετικά ανέφερε η Εναγόμενη περί ύπαρξης παρατυπιών και λανθασμένων καταχωρήσεων από πλευράς της ΜΕ.1 ήταν μέσα στην προσπάθεια της να υποστηρίξει την εκδοχή που προώθησε στο Δικαστήριο για να παρουσιάσει την εικόνα ότι η ΜΕ.1 ήταν άτομο το οποίο προσπαθούσε με διάφορους μη θεμιτούς τρόπους να καλύψει τις υπερβάσεις που υπήρχαν στους λογαριασμούς πελατών των Εναγόντων. Η Εναγόμενη, αφού εκ των υστέρων επινόησε την εκδοχή που θα παρουσίαζε στο Δικαστήριο για να απαλλαγεί των ευθυνών που την βάρυναν στην παρούσα υπόθεση, φρόντισε μέσω των όσων γνώριζε και των στοιχείων που φρόντισε να εξασφαλίσει να υποστηρίξει με όποιο τρόπο μπορούσε αυτή την εκδοχή μεταθέτοντας κάθε ευθύνη στην ΜΕ.
  43. Και για να γίνει πιστευτή έκρινε, προφανώς, ότι θα έπρεπε να εντοπίσει κάποια στοιχεία ή κάποιες παρατυπίες σε βάρος της ΜΕ.1 τα οποία επεδίωξε στη διάρκεια της μαρτυρίας της συνεχώς να υπερτονίζει σε μια προσπάθεια αποπροσανατολισμού του Δικαστηρίου από την ορθή και πραγματική διάσταση των γεγονότων της υπόθεσης. Είναι πραγματικά άξιο απορίας το γεγονός ότι ενώ η Εναγόμενη επιρρίπτει τις ευθύνες για όλα τα δεινά της στη Γραμματέα, ΜΕ.1, κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι ακόμα και μετά που αποκαλύφθηκε η πλαστογραφία και μετά που η Επιτροπή την είχε καλέσει να λογοδοτήσει, ότι έκαμε προσπάθειες για κάλυψη του χρέους του Χριστόφορου Καρασαμάνη ούτως ώστε όλοι να απαλλαγούν. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε στις προσπάθειες της με τον Δαμιανό Γαλατάκη για πώληση της υπεραγοράς. Το εύλογο ερώτημα, όμως, που εγείρεται εδώ είναι ο λόγος που η ίδια μπήκε σ΄ όλη αυτή τη διαδικασία και γιατί δεν επέλεξε να θέσει την Γραμματέα προ των ευθυνών της εφόσον, κατά την εκδοχή της, ό,τι είχε κάνει το έκανε κατόπιν πίεσης από μέρους της ΜΕ.1 και για να καλύψει την Γραμματέα όταν θα διενεργείτο έλεγχος από την Ελεγκτική Υπηρεσία από τις υπερβάσεις που υπήρχαν στο λογαριασμό του Χρ. Καρασαμάνη και ότι η ίδια δεν είχε οποιοδήποτε κίνητρο ή όφελος από το γεγονός της φαινομενικής, όπως την είχε χαρακτηρίσει, κάλυψη του λογαριασμού του εν λόγω Χρεώστη μέσω της δέσμευσης γραμματίων της μητέρας, παρά μόνο η Γραμματέας η οποία, υπό διαφορετικές συνθήκες, θα παρέμενε εκτεθειμένη. Δεν θα ΄ταν λογικό και αναμενόμενο εφόσον η Εναγόμενη βρέθηκε σε τόσο δύσκολη θέση ενώπιον της Επιτροπής όπου κλήθηκε για να λογοδοτήσει και εφόσον, κατά τη δική της εκδοχή, όλα όσα είχε κάνει τα έκανε καλόπιστα και με μοναδικό σκοπό και κίνητρο να βοηθήσει τη συνάδελφο της την Γραμματέα, να αναφέρει άμεσα και ξεκάθαρα το γεγονός αυτό στην Επιτροπή εξηγώντας με κάθε λεπτομέρεια το ρόλο και την ευθύνη της Γραμματέως ούτως ώστε η Επιτροπή να γνωρίζει πλήρως και ξεκάθαρα τα σχετικά γεγονότα και να αναζητήσει εξηγήσεις από τη Γραμματέα; Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας δεν ανάφερε ευθαρσώς, παρά το ότι ρωτήθηκε ευθέως και κατ΄ επανάληψη κατά το στάδιο της αντεξέτασης, ότι όταν κλήθηκε από την Επιτροπή προχώρησε στην εξιστόρηση των γεγονότων όπως είχαν εξελιχθεί, παρά μόνο τόνιζε ότι γνώριζε η ίδια ότι η Γραμματέας είχε ενημερώσει την Επιτροπή. Δεν θα΄ ταν λογικό και αναμενόμενο να ήταν στις προτεραιότητες της Εναγόμενης να πάει να πει ακριβώς τα όσα καταλόγισε αργότερα στη μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου εναντίον της Γραμματέως αναφορικά με το ρόλο και την ανάμειξη της Γραμματέως στην όλη υπόθεση ούτως ώστε να δικαιολογήσει με αυτό τον τρόπο και τον εαυτό της για τα όσα έκανε ξεκαθαρίζοντας έτσι πλήρως τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η ίδια ενήργησε και ενεπλάκη στην πλαστογράφηση των εγγράφων δέσμευσης των γραμματίων της μητέρας της; Κατ΄ ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης είναι η κρίση μου ότι, επί των αμφισβητουμένων της υπόθεσης σημείων, η μαρτυρία της εναγομένης δεν ήταν ειλικρινής και, επομένως, την απορρίπτω. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ.1, ΜΥ.3, ΜΥ.4 και ΜΥ.5 Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των ΜΥ.1, ΜΥ.3, ΜΥ.4 και ΜΥ.5 δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε δυσκολία. Οι μάρτυρες αυτοί κατέθεσαν αυτά που γνώριζαν με ειλικρίνεια και θετικότητα. Επισημαίνεται περαιτέρω ότι η μαρτυρία τους δεν έχει τύχει αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση τους στη διάρκεια της οποίας επιδιώχθηκε αποκλειστικά και μόνο η εξασφάλιση κάποιων διευκρινίσεων ή περαιτέρω λεπτομερειών. Οι πιο πάνω μάρτυρες κρίνονται ως μάρτυρες της αλήθειας και, επομένως, γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία τους. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Κατ΄ ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης προχωρώ στη διατύπωση των ευρημάτων του Δικαστηρίου: Þ Η Εναγόμενη κατείχε τη θέση γραφέα από 1/6/99 που προσελήφθη μέχρι τις 3/4/06, οπόταν υπέβαλε την παραίτηση της. Ανάμεσα στα καθήκοντα της ήταν και η ευθύνη ετοιμασίας και συμπλήρωσης των διαφόρων συμφωνιών δανείων και/ή πιστώσεων και των εγγράφων εξασφάλισης των δανείων. Είχε, επίσης, την ευθύνη εξασφάλισης των υπογραφών των συμβαλλομένων μερών επί των διαφόρων εγγράφων και της βεβαίωσης και επιμαρτύρησης των υπογραφών των συμβαλλομένων. Þ Η Εναγόμενη γνώριζε πλήρως όλες τις διαδικασίες και πρακτικές που ακολουθούνταν από τη Συνεργατική για τη νόμιμη και έγκυρη σύναψη και εξασφάλιση ενός δανείου. Þ Στις 3/2/03 ο Χριστόφορος Καρασαμάνης (Χρεώστης) παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Ενάγουσα εταιρεία και υπέγραψε μαζί με άλλα αδέλφια του ως εγγυητής του δανείου με αρ. λογαριασμού 7210312-2 το οποίο παραχωρήθηκε από τους Ενάγοντες στους γονείς του για το ποσό των Λ.Κ.14.
  44. Αντίγραφο της Συμφωνίας Δανείου κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 και της Συμφωνίας Εγγύησης ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  45. Το εν λόγω δάνειο παραχωρήθηκε στους γονείς του Χρεώστη κατόπιν σύστασης του κ. Ζαχαρία Ανδρέου, ο οποίος ήταν πελάτης των Εναγόντων. Þ Η Εναγόμενη η οποία είχε ενεργό συμμετοχή στη διαδικασία παραχώρησης και την υπογραφή του πιο πάνω δανείου και των εγγυήσεων γνώρισε τον Χρεώστη και στη συνέχεια συνήψε μαζί του αισθηματικό δεσμό. Þ Η Εναγόμενη λόγω της γνωριμίας της και της σχέσης της με το Χρεώστη τον παρουσίασε και σύστησε στους Ενάγοντες ως προτιθέμενο πελάτη και οι Ενάγοντες, μετά από αίτηση του Χρεώστη, του παραχώρησαν δάνειο και πίστωση σε τρεχούμενο λογαριασμό και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις δυνάμει Συμφωνίας Πιστώσεως ημερ. 16/7/03 για ποσό Λ.Κ.7.000 και άνοιξαν τον τρεχούμενο λογαριασμό υπ΄ αρ. 4000150-
  46. Η Συμφωνία Δανείου κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  47. Το εν λόγω δάνειο εξασφαλίστηκε με προσωπικές εγγυήσεις διαφόρων προσώπων. Η Σύμβαση Εγγύησης κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  48. Þ Μετά τη σύναψη της πιο πάνω Συμφωνίας και το άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού ο Χρεώστης σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ των μηνών Ιουλίου του 2003 και Δεκεμβρίου του 2003 με την παρέμβαση και παράκληση της Εναγόμενης ζήτησε διάφορες τραπεζικές διευκολύνσεις και την πληρωμή διαφόρων επιταγών που εξέδιδε επί του τρεχούμενου λογαριασμού του μέχρι του ποσού των Λ.Κ.60.000 καθ΄ υπέρβαση του ορίου πίστωσης των Λ.Κ.7.
  49. Þ Η Εναγόμενη, λόγω της σχέσης της με τον Χρεώστη και θέλοντας να τον βοηθήσει να διευκολυνθεί η διεξαγωγή των εργασιών της υπεραγοράς «ΥΠΕΡΑΓΟΡΑ ΣΚΑΡΙΝΟΥ» όπου ο Χρεώστης ήτο Διευθυντής και μέτοχος εταιρείας που ήταν ιδιοκτήτρια της υπεραγοράς και στην οποία υπεραγορά συζητείτο η συμμετοχή της Εναγόμενης και της οικογένειας της και στη συνέχεια συμμετείχαν ως συνέταιροι και μέτοχοι, σύστησε στην ΜΕ.1 και στην Επιτροπή τον Χρεώστη ότι ήταν οικονομικά εύρωστο άτομο και με μεγάλης έκτασης επιχειρήσεις και όγκο συναλλαγών. Þ Οι Ενάγοντες ενεργούντες μέσω της Γραμματέως ΜΕ.1 βασιζόμενοι στις παραστάσεις και διαβεβαιώσεις της Εναγόμενης και στην εκ μέρους της ανάληψη ευθύνης εξασφάλισης και/ή κάλυψης οποιωνδήποτε τυχόν οφειλόμενων από τον Χρεώστη ποσών αποδέχτηκαν την αύξηση του ορίου και/ή υπέρβασης ύψους Λ.Κ.53.000 και πλήρωσαν διάφορες επιταγές ύψους Λ.Κ.53.000 που εκδίδονταν από τον Χρεώστη επί του τρεχούμενου λογαριασμού. Οι διευκολύνσεις αυτές παραχωρήθηκαν με τη ξεκάθαρη προϋπόθεση και συμφωνία της Εναγόμενης ότι η ίδια αναλαμβάνει προσωπική ευθύνη κάλυψης του επιπρόσθετου ποσού των Λ.Κ.53.000 το αργότερο μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου του
  50. Þ Επιπλέον η Εναγόμενη διαβεβαίωνε συνεχώς την Επιτροπή και την ΜΕ.1 ότι το ποσό των Λ.Κ.53.000 που παραχωρήθηκε στον Χρεώστη θα εξασφαλίζετο από την ίδια και θα αποπληρώνετο με δάνειο που θα σύναπτε ο Χρεώστης από διάφορες Τράπεζες και άλλες συνεργατικές εταιρείες και ότι, σε περίπτωση που δεν εξασφαλίζετο δάνειο, τότε θα διασφαλίζετο με τα γραμμάτια της μητέρας της Εναγόμενης που διατηρούσε στους Ενάγοντες. Þ Λόγω των υπερβάσεων που παρουσίαζε ο λογαριασμός η Εναγόμενη μαζί με τον Χρεώστη ζήτησαν από την ΜΕ.1 να γίνει νέα αύξηση του ορίου του Χρεώστη σε Λ.Κ.53.000 το οποίο θα εξασφάλιζε η Εναγόμενη με τη δέσμευση διαφόρων γραμματίων της μητέρας της. Έτσι η ΜΕ.1 ενέκρινε την αίτηση του ορίου του Χρεώστη σε Λ.Κ.53.000 και προς τούτο στις 29/12/03 υπεγράφη νέα Σύμβαση Πίστωσης ενώ την ίδια ημερομηνία η Εναγόμενη παρουσίασε προς την ΜΕ.1 έγγραφο δέσμευσης των καταθέσεων της μητέρας της. Þ Η Εναγόμενη αναγνωρίζουσα την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.53.000 που πληρώθηκε με τις δικές της παρακλήσεις ετοίμασε και συμπλήρωσε νέα Συμφωνία Δανείου ημερ. 29/12/03 για το ποσό των Λ.Κ.53.000 πλέον τόκους 7,5% (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8). Þ Ταυτόχρονα με τη Συμφωνία Δανείου ημερ. 29/12/03 η Εναγόμενη ετοίμασε η ίδια έγγραφο δέσμευσης γραμματίου της μητέρας της το οποίο παρουσίασε και παρέδωσε στην ΜΕ.1 δυνάμει του οποίου φαινόταν ότι η μητέρα της κα Παναγιώτα Κωνσταντίνου δέσμευε τα γραμμάτια της αξίας Λ.Κ.55.000 πλέον τους αναλογούντες τόκους προς εξασφάλιση του ποσού των Λ.Κ.53.000 που είχε παραχωρηθεί στον Χρεώστη. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9) Þ Τον Ιούνιο του 2005 η ΜΕ.1 κάλεσε τον Χρεώστη να πληρώσει το δάνειο του διότι παρουσίαζε καθυστερήσεις και/ή υπερβάσεις και ο Χρεώστης της δήλωσε για πρώτη φορά ότι το έγγραφο δέσμευσης ήταν πλαστό και ότι η μητέρα της Εναγόμενης δεν γνώριζε και δεν είχε εξουσιοδοτήσει τη δέσμευση των γραμματίων της και την υπογραφή του εγγράφου. Þ Μετά την εξέλιξη αυτή η ΜΕ.1 ενημέρωσε την Επιτροπή η οποία κάλεσε την Εναγόμενη να δώσει εξηγήσεις και η Εναγόμενη παραδέχτηκε τόσο στην ΜΕ.1 όσο και στην Επιτροπή την πλαστογραφία. Þ Ακολούθησαν διάφορες συναντήσεις στις οποίες παρευρίσκετο η ΜΕ.1 μεταξύ του δικηγόρου των Εναγόντων, της Εναγόμενης και του δικηγόρου της. Σ΄ αυτές η Εναγόμενη παραδέχτηκε και ενώπιον του Δικηγόρου των Εναγόντων την ετοιμασία του πλαστού εγγράφου αναφέροντας ότι το έγγραφο δέσμευσης της κατάθεσης ήταν πλαστογραφημένο και ότι την πλαστογραφημένη υπογραφή την είχε θέσει ο Χριστόφορος Καρασαμάνης ενώ η ίδια είχε επιμαρτυρήσει και πιστοποιήσει την υπογραφή δέσμευσης των γραμματίων της μητέρας της και ζητούσε χρόνο για εξόφληση του δανείου του Χρεώστη και δεν ήθελε να το μάθει η μητέρα της γιατί, όπως δήλωνε, είχε σοβαρά προβλήματα υγείας. Þ Ακολούθησε επαφή και ενημέρωση του Χρεώστη από τον δικηγόρο της ΣΠΕ ο οποίος Χρεώστης κλήθηκε να προσέλθει προς το σκοπό εξεύρεσης κάποιας λύσης και παραχώρησης νέων εξασφαλίσεων για κάλυψη των υπερβάσεων. Þ Ο Χρεώστης μέσω επιστολής του δικηγόρου του παραδέχτηκε την από μέρους του πλαστογράφηση του εγγράφου δέσμευσης κατάθεσης και εξήγησε το ρόλο της Εναγόμενης. Þ Ακολούθησαν διάφορες συναντήσεις με Χρεώστη και δικηγόρο του χωρίς να καταστεί δυνατή η εξεύρεση εξασφαλίσεων για τις υπερβάσεις. Þ Παράλληλα υπήρξαν χωρίς, τελικώς, αποτέλεσμα, συνεχείς επαφές με την Εναγόμενη ώστε να βρεθεί μία λύση. Σ΄ όλες τις συναντήσεις η Εναγόμενη διαβεβαίωνε την Επιτροπή ότι θα εξασφάλιζε την υπέρβαση που δημιουργήθηκε στο λογαριασμό του Χρεώστη και ότι θα εξοφλούσε τις οφειλές που δημιουργήθηκαν. Þ Η Εναγόμενη επέβαλε γραπτώς την παραίτηση της με επιστολή της ημερ. 3/4/06 αναγνωρίζοντας την παρανομία που διέπραξε και απολογούμενη για το λάθος που διέπραξε. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11). Þ Οι Ενάγοντες έκαναν αποδεκτή την παραίτηση της Εναγόμενης με επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 17/4/06 με την οποία την καθιστούσε υπεύθυνη για οποιαδήποτε ζημιά προκάλεσε σ΄ αυτούς. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12). Þ Η Εναγόμενη κατήγγειλε τον εαυτό της στην Αστυνομία αναγνωρίζοντας την παρανομία που είχε διαπράξει και καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας σε φυλάκιση 6 μηνών με δύο χρόνια αναστολή στην ποινική υπόθεση με αρ. 5664/
  51. Þ Ο Χρεώστης δήλωσε πολλές φορές τόσο στην ΜΕ.1 όσο και στην Επιτροπή ότι δεν διαθέτει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία στο όνομα του και ότι δεν μπορούσε να πληρώσει το ποσό των Λ.Κ.53.000 πλέον τόκους το οποίο ποσό παραμένει μέχρι σήμερα οφειλόμενο. Þ Κατ΄ έτος διενεργείται έλεγχος στις Συνεργατικές Εταιρείες από την Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών όπου ελέγχονται οι οικονομικές καταστάσεις των Συνεργατικών Εταιρειών με βάση τα Διεθνή Πρότυπα Ελέγχου και γίνεται και διαχειριστικός έλεγχος των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας, π.χ. κεφάλαια, δάνεια, ακίνητη περιουσία, μετρητά κτλ, δηλαδή πώς διαχειρίζεται μία Συνεργατική Εταιρεία τα περιουσιακά της στοιχεία. Þ Ετοιμάζεται από την Ελεγκτική Υπηρεσία Ετήσιο Πρόγραμμα Ελέγχου. Δεν προειδοποιείται μία ΣΠΕ πριν ξεκινήσει ο Έλεγχος. Ενημερώνεται 2-3 μέρες προηγουμένως ο Διευθυντής και Γραμματέας ότι θα γίνει έλεγχος. Μπορεί δε να γίνει και αιφνιδιαστικός έλεγχος. Þ Όταν γίνει έλεγχος ετοιμάζεται Έκθεση Ανεξάρτητου Ελεγκτή με το αποτέλεσμα όπου διατυπώνεται η άποψη της Ελεγκτικής Υπηρεσίας όσον αφορά τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις και αν παρουσιάζουν την αληθινή και δίκαιη εικόνα τόσο της οικονομικής κατάστασης όσο και της χρηματοοικονομικής επίδοσης της Εταιρείας για το συγκεκριμένο έτος. Þ Ο έλεγχος είναι δειγματοληπτικός και δεν ελέγχεται το 100% των δοσοληψιών. Þ Η Έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας δεν αναμένεται να περιέχει όλες τις παρατυπίες/αδυναμίες ή προβλήματα που υπάρχουν. Όταν διαπιστωθεί από τον δειγματοληπτικό έλεγχο παρατυπία αυτή καταγράφεται λεπτομερώς και, αν είναι σοβαρή, ενημερώνεται η Επιτροπεία της ΣΠΕ και παράλληλα ο Έφορος Υπηρεσιών Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών. Þ Η Ελεγκτική Υπηρεσία μέσω των εκθέσεων που ετοιμάζει από τον έλεγχο που διενεργεί σε Συνεργατικές Εταιρείες εντοπίζει και καταγράφει τα προβλήματα και οι εκθέσεις της αποστέλλονται στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών ο οποίος και αναλαμβάνει να διερευνήσει και επιλύσει τα προβλήματα με την ΣΠΕ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω ευρημάτων προκύπτει ότι η Εναγόμενη με πρόθεση να εξαπατήσει τους Ενάγοντες που ενεργούσαν μέσω της Γραμματέως ΜΕ.1 να παραχωρήσουν στον Χρεώστη Δάνειο και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις για το ποσό των Λ.Κ.53.000 με τη Σύμβαση Πίστωσης ημερ. 29/12/03 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8) για την κάλυψη και εξασφάλιση των υπερβάσεων από Λ.Κ.7.000 σε Λ.Κ.60.000 που παρουσίαζε ο λογαριασμός του ετοίμασε έγγραφο δέσμευσης των γραμματίων της μητέρας της κας Παναγιώτας Κωνσταντίνου το οποίο παρέστησε σε αυτούς ότι είχε υπογραφεί από την ίδια τη μητέρα της, ενώ είχε υπογραφεί από τον Χρ. Καρασαμάνη (Χρεώστη), ο οποίος πλαστογράφησε την υπογραφή της Π. Κωνσταντίνου και από την ίδια την Εναγόμενη ως μάρτυρα της υπογραφής της μητέρας της. Η Εναγόμενη είχε πλήρη γνώση και επίγνωση του σκοπού για τον οποίο ο Χρ. Καρασαμάνης πλαστογραφούσε το έγγραφο δέσμευσης γραμματίων που δεν ήταν άλλος από το να ξεγελάσει την Γραμματέα, η οποία ενεργούσε εκ μέρους των Εναγόντων, να αποδεχτεί την παραχώρηση στον Χρεώστη της πιο πάνω πιστωτικής διευκόλυνσης και/ή δανείου και/ή αύξησης του ορίου του για το ποσό των Λ.Κ.53.
  52. Oι Ενάγοντες ενεργώντας μέσω της Γραμματέως, ΜΕ.1, στηριζόμενοι στις πιο πάνω ψευδείς παραστάσεις της Εναγόμενης παραχώρησαν στο Χρ. Καρασαμάνη (Χρεώστη) την πιο πάνω πιστωτική διευκόλυνση, γεγονός που δεν θα έπρατταν αν γνώριζαν τα πραγματικά γεγονότα. Αποτέλεσμα των πιο πάνω ήταν οι Ενάγοντες να υποστούν ζημιά ίση με το ποσό των Λ.Κ.53.000 πλέον τόκους που παρέμεινε οφειλόμενο και δεν έχει εξοφληθεί. Στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής το Άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 το οποίο διαλαμβάνει τα εξής: «Απάτη
  53. Απάτη συνίσταται σε ψευδή παράσταση γεγονότος, η οποία γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, ή χωρίς πίστη για το αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής, με σκοπό όπως το πρόσωπο που εξαπατήθηκε ενεργήσει με βάση αυτή: Νοείται ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση εκτός αν αυτή έγινε με σκοπό εξαπάτησης του ενάγοντα και πράγματι εξαπάτησε αυτόν, και αυτός ενέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτού υπέστη ζημιά: Νοείται περαιτέρω ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση για Το χαρακτήρα, τη συμπεριφορά, την πίστη, την ικανότητα, το επιτήδευμα ή τις συναλλαγές οποιουδήποτε προσώπου, η οποία έγινε με σκοπό εξασφάλισης πίστωσης, χρημάτων ή αγαθών στο πρόσωπο αυτό, εκτός αν η παράσταση αυτή έγινε γραπτώς και υπογράφτηκε από τον ίδιο τον εναγόμενο.» Αναφορικά με το αγώγιμο δικαίωμα το οποίο βασίζεται στις πρόνοιες του Άρθρου 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου ΚΕΦ.148 (deceit) επισημαίνεται ότι πρέπει να αποδειχθούν τα εξής γεγονότα:

(1)Παράσταση γεγονότος, όχι απλή έκφραση γνώμης με λόγια ή συμπεριφορά, απλή σιωπή δεν είναι αρκετή.
(2)Η παράσταση πρέπει να γίνεται με γνώση ότι είναι ψευδής, δηλ. πρέπει να είναι εκούσια ψευδής ή τουλάχιστον να γίνεται χωρίς να υπάρχει γνήσια πίστη ότι είναι αληθής.
(3)Η παράσταση πρέπει να γίνεται με πρόθεση ο ενάγοντας να βασιστεί σε αυτή κατά τον τρόπο που του προκάλεσε ζημιά.
(4)Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο ενάγοντας βασίστηκε και ενήργησε με βάση τη ψευδή παράσταση.
(5)Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο ενάγοντας υπέστη ζημιά ενεργώντας με βάση τη ψευδή παράσταση. Παραθέτω στο σημείο αυτό την ακόλουθη περικοπή από το Σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings (12η έκδοση) σελ. 450 που έχει ως εξής: «In order to sustain the common law action of deceit, the following facts must be established, i.e. they must be pleaded and proved, namely:
(1)there must be a representation of fact made by words or by conduct, and mere silence is not enough;
(2)the representation must be made with knowledge that it is false, i.e. it must be wilfully false or at least made in the absence of any genuine belief that it is true;
(3)the representation must be made with the intention that it should be acted upon by the plaintiff, or by a class of persons which will include the plaintiff, in the manner which resulted in damage to him;
(4)it must be proved that the plaintiff acted upon the false statement; and
(5)it must be proved that the plaintiff has sustained damage by so doing (see Bradford Third Equitable Benefit Building Society v. Borders [1941] 2 AllE.R. 205, per Viscount Maugham at 211)» Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings (12η έκδοση) η ουσία της αγωγής για απάτη (action of deceit) είναι η ανεντιμότητα. Τέτοια αγωγή επιτυγχάνει όπου ο Εναγόμενος με σκοπό να προκαλέσει τον Ενάγοντα να ενεργήσει με βάση την παράσταση του, δόλια ή απερίσκεπτα (recklessly), δηλ. αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής, παριστάνει ως αληθές γεγονός το οποίο στην πραγματικότητα είναι αναληθές και ο Ενάγοντας προκαλείται από την παράσταση να ενεργήσει με βάση αυτήν και κατ΄ αυτόν τον τρόπο να υποστεί ζημιά. Παραθέτω σχετική περικοπή από το πιο πάνω Σύγγραμμα στις σελ. 450-451: «The essence of the action of deceit is dishonesty; the action will lie where the defendant, in order to induce the plaintiff to act upon his representation, fraudulently or recklessly, i.e. without caring whether his representation is true or false represents as true a matter of which he knows nothing and which is in reality untrue, if the plaintiff is thereby induced to act upon such representation to his loss (Derry v. Peek
(1889)14 App.Cas.337, where the cases are reviewed in Lord Herschell's judgment at 359)." Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Pyrgas v. Stavridou
(1969)1 C.L.R. 332 στη σελ. 34, το Άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ΚΕΦ.148 ουσιαστικά αναπαράγει το Κοινοδίκαιο. Όπως τονίσθηκε στη σελ. 340 της πιο πάνω υπόθεσης: "Τhat section, we think reproduces the provisions of the common law on the point, that is, the action for deceit at common law. Fraud under section 36 of our Cap.148 is one species of fraud, fraudulent misrepresentation, which is also known as 'actual fraud' " Όσον αφορά το δόλο, ο δόλος αποτελείται ουσιαστικά από την παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς με γνώση της αναλήθειας του και περιλαμβάνει και οποιαδήποτε άλλη πράξη επιτήδεια προς εξαπάτηση άλλου προσώπου. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Μαρία Ιακώβου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 992, 1003 ο όρος «δόλος» συνήθως αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο, ηθικώς ανάρμοστο, ειδικά όταν αποκτούνται χρηματικά ή υλικά οφέλη με άδικα μέσα. Στην υπόθεση Ανδρέας Τσιάρτας κ.α. ν. ALOCAY Holdings Ltd
(2010)1 A.A.Δ. 1523 λέχθηκαν τα εξής σχετικά με την έννοια του δόλου: «Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 3rd ed. Vol.18, p.189, η έννοια του δόλου προσδιορίζεται ως κάτι ανέντιμο, ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους με άδικα μέσα. (Βλ. επίσης Ιακώβου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 992). Ορθά επισημαίνεται στην πρωτόδικη απόφαση ότι οι ενάγοντες έχουν το βάρος να αποδείξουν αυστηρά τις λεπτομέρειες του δόλου ή της αμέλειας χωρίς ωστόσο να χρειάζεται να αποδειχθούν όλες οι λεπτομέρειες αλλά είναι αρκετή η απόδειξη μόνο μερικών από τις κατ΄ ισχυρισμό λεπτομέρειες του δόλου. (Βλ.Κakoullou and Another v. Kakoullou
(1987)1 C.L.R.
  1. Στην προκειμένη περίπτωση η εφεσίβλητη απέτυχε να αποδείξει το βαθμό αυστηρότητας που απαιτείται δόλο των εφεσειόντων με βάση τις λεπτομέρειες της αγωγής.» Στο Σύγγραμμα Clerk and Lindsell on Torts (14η έκδοση) στη σελ. 930 σημειώνεται ότι εάν ένας εναγόμενος γνωρίζει πως η δήλωση του είναι αναληθής υπέχει ευθύνης ενώ είναι άσχετο ότι δεν ενήργησε δολίως με τη χειρότερη έννοια του όρου, δηλ. από κακό κίνητρο με σκοπό να αποκτήσει όφελος ή για να προκαλέσει ζημιά στον ενάγοντα.[4] Όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, για σκοπούς απόδειξης του αστικού αδικήματος της απάτης, είναι απαραίτητο να αποδειχθεί ότι η ψευδής παράσταση έγινε με σκοπό εξαπάτησης του Ενάγοντα, ο οποίος και εξαπατήθηκε και ενήργησε με βάση αυτή και υπέστη ζημιά. Είναι λοιπόν φανερό ότι θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η συγκεκριμένη ενέργεια των Εναγόντων ήταν ο σκοπός και το αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. Ειδικότερα θα πρέπει να καταδειχθεί ότι συνεπεία αυτής της ψευδούς παράστασης ο Ενάγοντας όχι μόνο άλλαξε γνώμη σε σχέση με κάποιο θέμα, αλλά άλλαξε τη θέση του σε σχέση με τα ουσιώδη συμφέροντα του ή τις καταστάσεις γενικά.[5] Όπως τονίσθηκε από τον Λόρδο Τucker στην υπόθεση Βriess v. Woolley [1954] AC 333,353: "Τhe tort of fraudulent misrepresentation is not complete when the representation is made. It becomes complete when the misrepresentation - not having been corrected in the meantime - is acted upon by the representee. Damage giving rise to a claim for damages may not follow or may not result until a later date, but once the misrepresentation is acted upon by the representee the tortious act is completed, provided that the representation is false at that date." O Ενάγοντας που βασίζεται στο αγώγιμο δικαίωμα της απάτης έχει την υποχρέωση να αποδείξει ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιάς που υπέστη και της ψευδούς παράστασης ή του δόλου που έγινε σε αυτόν και στα πλαίσια αυτά δεν είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι η ζημιά ήταν, απλώς, μια συνέπεια της παράστασης αυτής. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα CLERK & LINDSELL ON TORTS, 16η έκδοση, σελ. 1033, παρα.18-37: "To entitle a plaintiff to succeed for a misrepresentation made to him, it is not enough to show that it was followed by damage to him; He must show that the one was the cause of the other; he must establish that in doing the act whereby he suffered damage he was relying upon the truth of the representation." Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 31,παρα.735 το πρόσωπο το οποίο θεωρείται ότι εξαπατείται περιλαμβάνει: § Το πρόσωπο στο οποίο γίνεται πραγματικά η ψευδής παράσταση ή οποιονδήποτε προϊστάμενο ή συνέταιρο του προσώπου αυτού, § Οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο δεν εμπίπτει στην πρώτη κατηγορία αλλά το οποίο το πρόσωπο που προβαίνει στην ψευδή παράσταση είχε πρόθεση να εξαπατήσει και § Οποιοδήποτε μέλος του κοινού ή οποιασδήποτε τάξης προσώπων το οποίο ενήργησε με βάση την παράσταση η οποία έγινε στο κοινό ή στην εν λόγω τάξη προσώπων. Παραθέτω στο σημείο αυτό απόσπασμα από την παρ. 735 του Συγγράμματος Ηalsbury's Laws of England, 4η έκ. Τόμος 31: «
  2. The representee. A representee in law includes:
(1)any person to whom the representation was physically and directly made, or any principal or partner of such person;
(2)any specific person, not coming within the description in head
(1)above, but whom the representor1, either actually or in contemplation of law, intended the representation to reach and influence; and
(3)any individual member of the public, or of a class, who has acted upon a representation addressed to the public or the class2.» Ειδικότερα σε σχέση με την πρώτη περίπτωση επισημαίνεται στην παρα.736 του πιο πάνω Συγγράμματος ότι αν μια παράσταση γίνει κάτω από τέτοιες συνθήκες, τότε το πρόσωπο στο οποίο έγινε η εξαπάτηση θεωρείται αντιπρόσωπος, ενώ ο εξαπατηθείς είναι το πρόσωπο στο οποίο ουσιαστικά απευθύνετο η παράσταση. Σε σχέση με τις θεραπείες που δύνανται να αποδοθούν σε περίπτωση που αποδειχθεί απάτη σύμφωνα με το Κοινοδίκαιο το πρόσωπο που εξαπατήθηκε στη βάση ψευδούς παράστασης και συνεπεία αυτής της εξαπάτησης άλλαξε τη θέση του, όπως επεξηγήθηκε ανωτέρω, δικαιούται σε αποζημιώσεις οι οποίες αφορούν και καλύπτουν τη ζημιά που υπέστη ο ενάγοντας υπό μορφή απώλειας χρημάτων ή σε αξία χρημάτων. Όπως τονίσθηκε πρόσφατα στην υπόθεση Ανδρέας Λοΐζου κ.α. ν. Ανδρέα Πατσαλίδη, Πολ. Έφ.87/2009, ημερ.26/6/12 σκοπός των αποζημιώσεων στο αστικό αδίκημα της ψευδούς δήλωσης είναι όπως ο Ενάγων βρεθεί στη θέση που θα ήταν αν δεν γινόταν σ΄ αυτό η συγκεκριμένη δήλωση. Παραθέτω στο σημείο αυτό την ακόλουθη περικοπή από το Σύγγραμμα CLERK & LINDSELL (ανωτέρω) στη σελίδα 1035, παρα.18-40: "Damage. Proof of damage in consequent of acting on the representation is required. The purpose of damages in the tort of deceit is to put the plaintiff into the position he would have been in had the representation not been made to him. Damages are limited to the amount of the actual loss suffered by the plaintiff." Όπως τονίσθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ανδρέας Λοίζου κ.α. ν. Ανδρέα Πατσαλίδη, Πολ. Έφ. 87/2009, ημερ. 26/6/12 με αναφορά στο Σύγγραμμα Salmond and Henston, On the Law of Torts, 19η έκδοση, σελ .438 δεν είναι αναγκαίο να υπάρχει πρόθεση πρόκλησης απώλειας στον Ενάγοντα. Η μόνη αναγκαία πρόθεση είναι όπως ο Ενάγων εξαπατηθεί και ενεργήσει με συγκεκριμένο τρόπο. Και αν το φυσικό και πιθανό αποτέλεσμα της ενέργειας του αυτής είναι να υποστεί ο ενάγων οποιαδήποτε απώλεια, ο εναγόμενος ευθύνεται γι΄ αυτή ανεξαρτήτως του κατά πόσο είχε σκοπό την πρόκληση της απώλειας. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω ευρημάτων και τελικών συμπερασμάτων και υπό το φως των νομικών αρχών όπως τις έχουμε σκιαγραφήσει ανωτέρω, κρίνουμε ότι η ζημιά που έχει προκληθεί στους Ενάγοντες και η οποία αφορά και αναφέρεται στο ποσό των Λ.Κ.53.000 ήταν αποτέλεσμα της διάπραξης από μέρους της Εναγομένης του αστικού αδικήματος της απάτης με βάση το Άρθρο 36 του ΚΕΦ.148 εφόσον η Εναγόμενη ψευδώς και με πρόθεση εξαπάτησης των Εναγόντων, οι οποίοι ενεργούσαν μέσω της Γραμματέως, ΜΕ.1, παρέστησε ότι η Σύμβαση Πίστωσης ημερομηνίας 29/12/03 για το ποσό των Λ.Κ.53.000 που είχε υπογραφεί με τον Χρ. Καρασαμάνη (Χρεώστη) και με την οποία είχε παραχωρηθεί η εν λόγω πιστωτική διευκόλυνση για κάλυψη υπερβάσεων που υπήρχαν στο λογαριασμό του Χρεώστη, ήταν εξασφαλισμένη με το Έγγραφο Δέσμευσης των γραμματίων της μητέρας της. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως αποτέλεσμα οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτησή τους εναντίον της Εναγομένης στο βαθμό που απαιτείται και, ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης για ποσό €90.555,88 (Λ.Κ.53.000) πλέον 7,50% επί του ποσού αυτού από 29/12/03 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκουμε κανένα λόγο για να παρεκκλίνουμε από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Ενάγοντες δικαιούνται στα έξοδά τους. Κατά συνέπεια τα έξοδα της παρούσας αγωγής, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται σε βάρος της Εναγόμενης και υπέρ των Εναγόντων. (Υπ.) ...................... Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ [1] Δέστε, μεταξύ άλλων, Παπακόκκινου κ.α. ν. Σμιρλη κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, C + A Pelecanos Associates Ltd ν. Πελεκάνου
(1999)1(B) Α.Α.Δ. 1273 και Χ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)[2] Α.Α.Δ. 174). 2 Δέστε Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ.
  1. [3] Δέστε Τεκμήριο
  2. [4] Δέστε Foster v. Charles
(1830)6 Bing 396, 7 Bing 105. [5]Δέστε Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 31, παρα.765, 770, 778 και 779 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.