← Κύπρος

Τάκη Χριστοφή κ.α. ν. Αναστάση Γιαπάνη κ.α., Αρ. Αγωγής: 2576/2011, 12/7/2013

Τάκη Χριστοφή κ.α. ν. Αναστάση Γιαπάνη κ.α., Αρ. Αγωγής: 2576/2011, 12/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A111 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2576/2011 Μεταξύ: 1) Τάκη Χριστοφή 2) Μάρως Δεπίνδου Εναγόντων - Καθ΄ών η Αίτηση και 1) Αναστάση Γιαπάνη 2) Villanova Ltd Εναγόμενου 1 - Αιτητή ----------------------------------- Ημερομηνία: 12 Ιουλίου, 2013 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - καθ΄ών η αίτηση: κα Οικονόμου και Κουσιάππα για Αντώνης Α. Παπαλλής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εναγόμενο 1 - αιτητή: κ. Γ. Λουκαϊδης για Δρ Ανδρέα Ποιητή & Σία Απόφαση (Σε αίτηση για παραμερισμό απόφασης η οποία εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου 1) Ο εναγόμενος 1 - αιτητής επιδιώκει τον παραμερισμό της απόφασης του Δικαστηρίου που εκδόθηκε ερήμην του στις 30.11.

  1. Η απόφαση αφορούσε την έκδοση διατάγματος τερματισμού συμφωνίας πώλησης ενός διαμερίσματος στην Σόφια της Βουλγαρίας, την επιστροφή του ποσού των €33.000 που καταβλήθηκε έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος, του ποσού των €1.000 για εγγραφή εταιρείας, του ποσού των €2.600 που καταβλήθηκε για το κεφάλαιο της εταιρείας και €300,00 για τα λογιστικά της εν λόγω εταιρείας. Σημειώνω ότι προηγήθηκε η έκδοση απόφασης και εναντίον της εναγομένης 2 στις 22.06.
  2. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ. 17 Θ. 10, Δ.26 Θ. 14,15, Δ.33 Θ. 1-15, Δ. Δ.48 Θ. 1-4,8
  3. Την αίτηση υποστηρίζει με ένορκη δήλωση του ο εναγόμενος 1 - αιτητής κ. Αναστάσης Γιαπάνης και σε αυτή προβάλλει τους ακόλουθους ισχυρισμούς:
  4. Όταν του επιδόθηκε αντίγραφο του κλητηρίου επικοινώνησε με το δικηγορικό γραφείο των εναγόντων και μου του ανέφεραν ότι η υπόθεση έγινε και εναντίον του, όχι γιατί ο ίδιος είχε οποιαδήποτε ευθύνη, αλλά διότι αυτοί ήθελαν να τον πιέσουν για να μπορέσει με τη σειρά του να πιέσει τους εναγόμενους 2 ώστε αυτοί να εξοφλήσουν τους ενάγοντες. Έτσι ησύχασε ότι εναντίον του η υπόθεση δεν θα προχωρούσε.
  5. Παρά ταύτα κατά ή περί την 27.02.2013 πληροφορήθηκε ότι εξεδόθη απόφαση και εναντίον του, κάτι το οποίο είναι άδικο.
  6. Στην πραγματικότητα ουδέποτε ενήργησε για προσωπικό του λογαριασμό, ούτε και εισέπραξε οποιοδήποτε ποσό για προσωπικό του λογαριασμό. Αντίθετα, πάντοτε ενεργούσε και ενεργεί για λογαριασμό των εναγομένων 2 για τους οποίους είσπραξε και τα αναφερόμενα χρήματα, τα οποία κατέβαλε στους εναγομένους
  7. Το γεγονός αυτό το γνώριζαν οι ενάγοντες.
  8. Ως εκ των ανωτέρω έχει καλή Υπεράσπιση και η παρούσα αγωγή είναι καταπιεστική και εγείρεται εναντίον του κατά καταστρατήγηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην οποία προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους:
  9. Η συμπεριφορά του εναγομένου 1 - αιτητή έναντι των διαδικασιών του Δικαστηρίου υπήρξε τέτοια που ισοδυναμεί με καταφρόνηση του Δικαστηρίου και των δικαιωμάτων των εναγόντων και ασέβεια στη δικαστική διαδικασία.
  10. Κανένα γεγονός δεν αναφέρεται στην αίτηση ή/και στην ένορκη δήλωση του αιτητή που να ευσταθεί και να μη μπορεί να υποστηρίξει την αίτηση του αιτητή για παραμερισμό ή ακύρωση της δικαστικής απόφασης.
  11. Ο εναγόμενος 1 δεν έχει ή/και δεν αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως καλή ή/και λογική υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα επί της ουσίας της αγωγής. Δεν αναφέρει κανένα γεγονός που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο έτσι ώστε το τελευταίο να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια προς όφελος του εναγομένου 1 και να ακυρώσει την εναντίον του εκδοθείσα απόφαση ημερομηνίας 30.11.
  12. Ο εναγόμενος 1 δεν είχε δώσει οποιαδήποτε αποδεκτή ή/και εύλογη αιτιολογία για την παράλειψη εμφάνισης του στο Δικαστήριο και για το ότι άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του καθώς επίσης και για τον χρόνο που πέρασε χωρίς αυτός να καταχωρίσει εμφάνιση και υπεράσπιση από την ημερομηνία επίδοσης σ΄αυτόν αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος, της έκδοσης της εναντίον του Δικαστικής απόφασης ήτοι την 30.11.2012 καθώς και μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης την 15.03.2013 χωρίς αυτός να λάβει οποιοδήποτε μέτρο για την υπεράσπιση του.
  13. Σε περίπτωση ακύρωσης ή παραμερισμού της νόμιμα εκδοθείσας απόφασης υπέρ των εναγόντων δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 30.11.2012, οι ενάγοντες θα στερηθούν τους καρπούς της επιτυχίας τους ως επιτυχόντες διάδικοι στην παρούσα υπόθεση και δεν θα διασφαλισθεί το νόμιμο δικαίωμα τελεσιδικίας και η εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Οι ενάγοντες σε μια τέτοια περίπτωση θα υποστούν αδικία καθώς και ανεπανόρθωτη ή και δύσκολα επανορθώσιμη ζημιά. Η ένσταση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.16, 17 Θ. 2,3,4,10 και 11, Δ.26 Θ. 14, Δ.34 Θ. 2 και 3, Δ.48 Θ. 4 και 9 και Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρα 32 και 47 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση της η κα Μάρω Δεπίνδου ενάγουσα 2 δηλώνει ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένη και από τον ενάγοντα 1 να προβεί σε αυτή την ένορκη δήλωση. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς του εναγομένου - αιτητή τους οποίους προβάλλει στη δική του ένορκη δήλωση. Επαναλαμβάνει στην ουσία τους πιο πάνω λόγους ένστασης παρέχοντας περαιτέρω λεπτομέρειες προς υποστήριξη τους. Οι λόγοι αυτοί μπορούν να καταταχθούν σε δύο κατηγορίες, από τη μια ότι υπάρχει καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος και κατά συνέπεια κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών και από την άλλη ότι δεν αποκαλύπτεται καλή υπεράσπιση. Για τους λόγους αυτούς ζητεί όπως απορριφθεί η αίτηση με έξοδα σε βάρος του εναγομένου - αιτητή. Την ένσταση υποστηρίζει επίσης με ένορκη δήλωση του ο δικηγόρος κ. Αντώνης Παπαλλής, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των εναγόντων ο οποίος επίσης δηλώνει ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης. Ισχυρίζεται ότι ήταν αυτός που είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον εναγόμενο 1 όταν είχε επιδοθεί η αγωγή σε αυτόν και στον οποίο κατέστησε σαφές ότι ο ίδιος ευθύνεται προσωπικά έναντι των εναγόντων. Ο εναγόμενος 1 ανέλαβε τότε να επικοινωνήσει με τον διευθυντή των εναγομένων 2 δίδοντας του μάλιστα την ηλεκτρονική του διεύθυνση μέσω της οποίας προσπάθησε και ο ίδιος να επικοινωνήσει χωρίς όμως ανταπόκριση. Ο εναγόμενος 1 είχε και μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης επικοινωνία μαζί του κατά την οποία τον παρακάλεσε να μη προχωρήσει εναντίον του επικαλούμενος τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε επίσης τον κίνδυνο να τεθεί σε κίνδυνο η πολιτική του καριέρα. Ισχυρίζεται ότι ανέφερε στον εναγόμενο 1 ότι μόνο αν μεσολαβούσε και ή πίεζε τους εναγόμενους 2 να διευθετούσαν τις αξιώσεις των εναγόντων, τότε αυτός θα απαλλασσόταν από την ευθύνη. Και σε αυτή την περίπτωση ο εναγόμενος 1 ανέλαβε να επικοινωνήσει με τον διευθυντή των εναγομένων 2, ο οποίος βρισκόταν στην Αμερική, με σκοπό τη διευθέτηση των οφειλόμενων. Διαψεύδει δε τα όσα ισχυρίζεται ο εναγόμενος 1 ότι ανέφερε σε αυτόν ότι δεν θα προχωρούσε εναντίον του και τα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται είναι ψευδή, ανυπόστατα και αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών δήλωσαν ότι δεν επιθυμούσαν να αντεξετάσουν τους ενόρκως δηλούντες και προχώρησαν μετά από άδεια του Δικαστηρίου σε γραπτές αγορεύσεις όπου σε αυτές ανέλυσαν τις θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική επί του θέματος νομολογία με την εισήγηση τους όπως γίνουν αποδεκτές οι θέσεις τους. Στη συνέχεια της απόφασης μου, όπου κριθεί αναγκαίο, θα αναφερθώ σε σημεία των επισημάνσεων και εισηγήσεων τους. Για το ζήτημα δε των εξόδων της παρούσας αίτησης ήταν η εισήγηση της πλευράς του αιτητή όπως μη επιδικαστούν έξοδα εάν το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει ότι η εκδοθείσα απόφαση ήταν irregular. Αντίθετη ήταν η άποψη της πλευράς των καθ΄ών η αίτηση η οποία υποστήριξε ότι σε περίπτωση παραμερισμού της απόφασης τότε αυτοί δικαιούνται τα έξοδα της παρούσας αίτησης. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η αίτηση εξετάζεται κάτω από τις πρόνοιες της Διαταγής 17 Θ. 10 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just. Σε μετάφραση: Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διαταγής, θα είναι νόμιμο για το δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι. Είναι φανερό ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την ακύρωση μιας απόφασης εμπίπτει στη διακριτική του ευχέρεια. Σύμφωνα με το White Book 1960, σελ. 615: « The discretionary power of Judge in Chambers is unconditional, and it has the power to revoke the expression of its coercive power where that has only been obtained by a failure to follow any of the rules of procedure.». Η νομολογία μας, έχοντας σαν καθοδηγητική την υπόθεση Evans v. Bartham,

(1937)2 All E.R. 646 καθόρισε τις αρχές που το δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, η οποία ασφαλώς θα πρέπει να ασκείται δικαστικά με βάση τις αρχές και τα κριτήρια που καθιερώνονται στη νομολογία, όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό απόφασης (βλ. μεταξύ άλλων την Bush κ.ά. v. Γιαννή,
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. σελ. 1342 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ιακώβου κ.ά.,
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 457). Η πιο πάνω απόφαση έτυχε ανάλυσης και στην υπόθεση Μερκής v. Yiannouka Holiday Inns Ltd κ. ά.,
(1994)1 Α.Α.Δ. σελ. 736 η οποία βεβαίως αφορούσε έκδοση τελικής απόφασης σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως από το πρωτόδικο Δικαστήριο εφόσον δεν είχε καταχωρηθεί εμφάνιση από τον εναγόμενο, όπου ο Κούρρης, Δ (απόφαση πλειοψηφίας) συνόψισε το σκεπτικό της ως εξής σε σχέση με τις αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης που λαμβάνεται ερήμην του εναγομένου με τις οποίες βέβαια δεν διαφώνησε με την απόφαση του (μειοψηφίας) ο Χρυσοστομής, Δ. καθώς η διαφωνία του έγκειτο στον τρόπο παρουσίασης της μαρτυρίας προς απόδειξη της ύπαρξης καλής υπεράσπισης επί της ουσίας όπως ερμηνευόταν τότε η Δ.48 Θ. 4:
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας. Οι ακόλουθες αποφάσεις επεξηγούν επίσης τι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε αυτής της μορφής τις αιτήσεις: Στην υπόθεση Πατούρη v. Hellenic Bank Ltd,
(2001)1 (Γ) A.A.Δ. 2118, 2123 λέχθηκαν τα εξής: ¨Καθιερωμένες μπορεί να θεωρηθούν οι αρχές που διέπουν και προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σ΄αυτό το πεδίο. Απαραίτητη είναι η επεξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης¨. Στην δε υπόθεση Phylactou and others v. Michael,
(1982)1 C.L.R. 204, 210 λέχθηκαν τα εξής: ¨Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει εξισορρόπηση μεταξύ δύο θεμελιωδών αρχών. Την ανάγκη από τη μια να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν και από την άλλη την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης¨. Στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά v. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 28 λέχθηκε ότι: « Το βασικό κριτήριο που λαμβάνεται υπ΄όψιν στην εξέταση αιτήσεων όπως η παρούσα, είναι κατά πόσο ο εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, παρ΄όλον ότι λαμβάνονται υπ΄όψιν από το Δικαστήριο, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες δηλαδή την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης.» ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΕΞΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΩΝ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΩΝ: Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της έκδοσης διαταγής για ακύρωση μιας δικαστικής απόφασης, το χρόνο υποβολής του αιτήματος, τους λόγους που υποστηρίζουν το αίτημα και τους λόγους της ένστασης όπως επίσης και τις εμπεριστατωμένες εισηγήσεις των δύο πλευρών θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξαγάγω τα συμπεράσματα μου κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έγκριση του αιτήματος. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην εξέταση των δύο βασικών προϋποθέσεων που απαιτούνται όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί από την νομολογία μας. ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΡΟΔΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΑΠΟ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΩΣ ΑΠΟ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΤΗΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ: Το ζήτημα κατά πόσο συντρέχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση είναι θέμα που συνδέεται με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Έτσι στη νομολογία μας συναντάμε περιπτώσεις όπου έγινε αποδοχή, ως δικαιολογημένη, καθυστέρηση πολύ μεγαλύτερης διάρκειας από αυτήν της παρούσας υπόθεσης, ενώ σε άλλες περιπτώσεις απορρίφθηκαν αιτήματα λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης που το χρονικό διάστημα ήταν και μικρότερο. Στην υπόθεση Πεγειώτης v. Κωμοδρόμου,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1601 η οποία είναι σχετική ως προς το χρόνο, αποφασίστηκε ότι ο χρόνος 3 μηνών και κάτι από την επίδοση μέχρι την καταχώρηση αίτησης παραμερισμού δεν ήταν τόσο μακρύς που να υποδηλώνει αφ΄ εαυτού καταφρόνηση της διαδικασίας. Σε αυτής της φύσης τα αιτήματα θα πρέπει να εξετάζεται ο παράγοντας του χρόνου σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Στη προκείμενη περίπτωση είναι γεγονός ότι επιδόθηκε το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα προσωπικά στον ίδιο τον εναγόμενο. Ο λόγος που δεν εμφανίστηκε για να προβάλει την υπεράσπιση του, όπως ισχυρίζεται, είναι ότι επικοινώνησε με τους δικηγόρους των εναγόντων όταν του επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα και ότι του είχαν αναφέρει ότι η υπόθεση έγινε εναντίον του, όχι διότι είχε οποιαδήποτε ευθύνη, αλλά διότι αυτοί ήθελαν να τον πιέσουν για να μπορέσει με τη σειρά του να πιέσει τους εναγόμενους 2 ώστε να εξοφλήσουν τους ενάγοντες. Αυτή η αντίκριση των γεγονότων τον καθησύχασε ότι δεν θα προχωρούσε η υπόθεση εναντίον του. Πληροφορήθηκε δε το γεγονός ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον του μόλις στις 27.02.2013 και στις 15.03.2013 προχώρησε με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Η αλληλογραφία που επισυνάπτει η πλευρά των καθ΄ών η αίτηση στην ένορκη δήλωση του κ. Α. Παπαλλή που υποστηρίζει την ένσταση της, καταδεικνύει το ενδιαφέρον του εναγόμενου - αιτητή για την υπόθεση ένεκα της ιδιότητας του αλλά πουθενά δεν αναφέρει ότι αναλαμβάνει την ευθύνη ο ίδιος προσωπικά ανεξάρτητα αν αυτό είναι που του καταλογίζει η πλευρά των εναγόντων. Εκείνο που επιδίωξε ο εναγόμενος 1 είναι να φέρει σε επαφή τους ενάγοντες ή τους δικηγόρους τους με τον διευθυντή των εναγομένων 2 όπως και επιτεύχθηκε σε κάποιο στάδιο. Επομένως η συνεχής επαφή που είχε ο εναγόμενος 1 με την πλευρά των εναγόντων προς αυτόν τον σκοπό όπως καταδεικνύεται μέσα από τα έγγραφα - τεκμήρια που καταχωρήθηκαν, δεν υποδηλώνει εκ μέρους του από τη μια ανάληψη προσωπικά ευθύνης εκ μέρους του και από την άλλη αδιαφορία ως προς τη δικαστική διαδικασία αλλά ούτε και μπορεί να του αποδοθεί κακοπιστία. Δικαιολογεί περαιτέρω το χρόνο που παρήλθε για να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και αυτό σε συνδυασμό με την εντύπωση που του δημιουργήθηκε καλώς ή κακώς ότι οι ενάγοντες δεν θα προχωρούσαν την υπόθεση και εναντίον του. Εξετάζοντας όμως περαιτέρω το ζήτημα του χρόνου που παρήλθε από της έκδοσης της απόφασης μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, δεν διακρίνω επίδειξη περιφρόνησης εκ μέρους του των δικαστικών διαδικασιών και των δικαιωμάτων των αντιδίκων του εφόσον ο εναγόμενος - αιτητής είχε όπως γίνεται παραδεκτό και όπως προκύπτει και από τα έγγραφα - τεκμήρια που έχουν κατατεθεί, συνεχή επαφή με την πλευρά των εναγόντων προς το σκοπό της ανεύρεσης του διευθυντή των εναγομένων 2 και την ανάληψη της ευθύνης εκ μέρους του, η δε αντίληψη που αποκόμισε ότι δεν θα προχωρούσε εναντίον του η υπόθεση δεν είναι αδικαιολόγητη σύμφωνα με όσα συζητούσε με τους δικηγόρους των εναγόντων και το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων. Ως εκ τούτου η πιο πάνω παραδεκτή κατά τα άλλα συμπεριφορά του εναγομένου δεν προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης προς τη δικαστική διαδικασία αλλά και των δικαιωμάτων των αντιδίκων του. Τουναντίον η προσπάθεια που κατέβαλε αποσκοπούσε στο να βοηθήσει έτσι ώστε να ικανοποιήσουν οι ενάγοντες την απαίτηση τους εναντίον των εναγομένων 2. Από την άλλη, ο χρόνος που παρήλθε των 3 ½ μηνών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποτρεπτικός για την ικανοποίηση του αιτήματος, εφόσον αμέσως μόλις πληροφορήθηκε το γεγονός ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον του και ότι λήφθηκαν μέτρα εκτέλεσης της απόφασης εναντίον του και όταν πλέον απέτυχαν και οι τελευταίες προσπάθειες που καταβλήθηκαν για να αναληφθεί η ευθύνη από τους εναγόμενους 2, καταχώρησε την παρούσα. Η όποια καθυστέρηση υπήρξε τόσο πριν την έκδοση της απόφασης με τη παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης όσο και μετά την έκδοση της κατά την άποψη μου κρίνεται απόλυτα δικαιολογημένη και προς τούτο δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση από πλευράς του εναγομένου. ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΚΑΛΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ: Σύμφωνα με τη νομολογία μας ο αιτητής έχει το βάρος να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς του με τους ενάγοντες. Στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.ά. v. Mariala Construction Ltd,
(1996)(1Β) A.A.Δ. σελ. 1129 λέχθηκαν τα εξής: ¨Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στους Αιτητές να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Δεν απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης τους. Είναι αρκετό να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επανεκδικασθεί η υπόθεση επί της ουσίας.¨ Στην υπόθεση Τεγκεράκης ως Διαχειριστής της περιουσίας της K. Τεγκεράκη (Χ¨ Παναγή Γιάννη) v. Δήμος Λευκωσίας,
(2005)(1 Α) Α.Α.Δ. σελ. 289 τονίστηκε ότι: « Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή.» Στην υπόθεση Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου,
(1993)1 Α.Α. Δ. 26 είχε υποβληθεί αίτημα για παραμερισμό απόφασης που είχε εκδοθεί ερήμην ένα χρόνο μετά την έκδοση της απόφασης. Δεν δόθηκε ικανοποιητική δικαιολογία για την καθυστέρηση. Το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία αποφασίσθηκε ο παραμερισμός της απόφασης. Στην υπόθεση Λουκά v. Cyprus Pipes Industries Ltd,
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 163 το Δικαστήριο αποδέκτηκε την αίτηση των εφεσιβλήτων και παραμέρισε την απόφαση. Κρίθηκε ότι αποκαλύφθηκε υπεράσπιση και ότι υπήρξε επαρκής εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης. Κρίθηκε ακόμα ότι ορθά ασκήθηκε και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Φραντζής v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ,
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1096 απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του εναγομένου για μη καταχώριση σημειώματος εμφάνισης παραμερίστηκε με τον όρο παραχώρησης εγγυήσεων για τα ποσά της απόφασης και τα έξοδα. Επρόκειτο για απόφαση που είχε εκδοθεί ερήμην και καταχωρήθηκε η αίτηση για παραμερισμού της 18 μήνες αργότερα. Η αίτηση στηρίχθηκε στον ισχυρισμό ότι η υπογραφή του σαν εγγυητή στο έγγραφο ενοικιαγοράς που κατατέθηκε σαν μαρτυρία ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν πλαστή. Η επιβολή των εγγυήσεων, θεωρήθηκε ότι έγινε κατά ορθή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση King's Head Development Co Ltd v. Πηλέα,
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ.733 όπου η απόφαση είχε εκδοθεί στην απουσία των εφεσειόντων όταν το πρωτόδικο Δικαστήριο δε δέχθηκε τον νέο δικηγόρο τους επειδή ο δικηγόρος που χειριζόταν την υπόθεση μέχρι τότε δεν αποσύρθηκε νομότυπα. Το αίτημα για επανάνοιγμα της υπόθεσης στη συνέχεια απορρίφθηκε. Από το Εφετείο διατάχθηκε η αναδίκαση της. Τέλος, στην υπόθεση Πίττας v. Unigoods Trading Company Ltd,
(2004)1 A.A.Δ. σελ. 1761 η έφεση απορρίφθηκε. Είχε κριθεί από το Πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν υπήρχαν στοιχεία σε σχέση με την ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης και όπου επίσης κρίθηκε ότι ο εφεσείων είχε επιδείξει κατά συρροή αδιαφορία η οποία υπό τις συνθήκες προσλάμβανε μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Η πλευρά του αιτητή εισηγείται όπως η απόφαση ακυρωθεί ex debito justitiae και παραπέμπει προς τούτο στα όσα αναφέρονται στο White Book 1960, σελ. 615: « Irregular Judgment. If it is desired to set the judgment aside for irregularity, the irregularity must be specified in the summons or notice of motion (O.70,r.3). The affidavit in support should also state the circumstances under which the default has arisen, and should disclose the nature of defence, see Chitty F.122; chitty Arch.,333. Where a judgment is obtained irregularity the defendant is entitled ex debito justitiae to have it set aside. In that case the form of affidavit in Chitty´s Forms
(123)should be modified, e.g. by deleting 3 and 4.» H πιο πάνω αρχή εφαρμόστηκε στην υπόθεση Γιωργαλλίδη v. Χρίστου (Tτόμη),
(1997)1 Α.Α.Δ. 247. Σε κάθε περίπτωση προβάλλεται ότι ο εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση και ότι θα πρέπει να του δοθεί το δικαίωμα να την παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Παπανικολάου v. Κότσαπα,
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1800 στη σελ. 1805 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί, πρέπει να διασφαλίζονται από τη μια το δικαίωμα ακρόασης του διάδικου και από την άλλη η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άνευ φειδούς επανάνοιξη υπόθεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και γι΄αυτό, αν η συμπεριφορά διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, το δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί το αίτημα του διαδίκου. (Δέστε σχετικά Άννα Νικολάου Χαραλάμπους v. Κ.& Τ.Andreou Ltd κ.ά. Π.Ε. 11120 ημερ. 13.09.02 και Phylactou v. Michael,
(1982)1 C.L.R. 204), στην δε υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ιακώβου κ.ά.,
(2001)1 Α.Α.Δ. σελ. 457 λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας αλλά παράγοντας υψίστης σημασίας για την ουσιαστική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι συνυφασμένη με την ανάγκη εξασφάλισης της τελεσιδικίας. Αν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιτυγχάνει επανάνοιγμα υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα εξυπακούει καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απολεσθούν με οδυνηρές συνέπειες στην απόδοση του δικαίου.» Είναι η εισήγηση της πλευράς του εναγομένου - αιτητή ότι η επίδικη απόφαση εκδόθηκε χωρίς οποιανδήποτε νομική βάση εναντίον του αιτητή και κατά συνέπεια δεν χρειάζεται ο αιτητής να αποδείξει οτιδήποτε άλλο. Βέβαια σε σχέση με αυτό υπάρχει διάσταση με όσα εισηγείται η πλευρά των εναγόντων. Σημαντική επί του παρόντος είναι η ερμηνεία που θα πρέπει να δοθεί στις πρόνοιες του Άρθρου 190 του περί συμβάσεων Νόμου, Κεφ 149 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα:
(1)Ελλείψει συμβατικού όρου γι΄αυτό, ο αντιπρόσωπος δεν δύναται να εκτελέσει προσωπικά σύμβαση που συνάφθηκε από αυτόν για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ούτε δεσμεύεται από αυτή.
(2)Τέτοιος συμβατικός όρος τεκμαίρεται ότι υπάρχει στις ακόλουθες περιπτώσεις - (α) όταν η σύμβαση καταρτίζεται από αντιπρόσωπο για την πώληση ή την αγορά αγαθών, για λογαριασμό εμπόρου που διαμένει στην αλλοδαπή, (β) όταν ο αντιπρόσωπος δεν αποκαλύπτει το όνομα του αντιπροσωπευόμενου, (γ) όταν ο αντιπροσωπευόμενος, παρόλο ότι αποκαλύφθηκε το όνομα του, δεν δύναται να εναχθεί. Η παράγραφος
(1)του πιο πάνω άρθρου αναφέρει ότι ο αντιπρόσωπος κατ΄αρχήν δεν είναι προσωπικά υπεύθυνος για τις συμβάσεις τις οποίες καταρτίζει για λογαριασμό άλλου προσώπου, εκτός εάν υπάρχει σχετική συμφωνία των διαδίκων. Το σίγουρο είναι ότι η κ. Μ. Δεπίνδου στην ένορκη δήλωση της δεν ισχυρίζεται την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου 1. Ισχυρίζεται όμως ότι τεκμαίρεται τέτοια ευθύνη του εναγομένου 1 εφόσον η σύμβαση αφορούσε αγαθά, ή αγορά αγαθών για λογαριασμό εμπόρου που βρίσκεται στο εξωτερικό. Το ζήτημα επομένως που προκύπτει είναι η ερμηνεία της λέξης ¨αγαθά¨, όταν όπως είναι παραδεκτό στη παρούσα υπόθεση το αντικείμενο της συμφωνίας από την οποία προέκυψε η διαφορά ήταν ακίνητο - διαμέρισμα, το οποίο μάλιστα βρίσκεται σε άλλη χώρα. Η ερμηνεία του όρου ¨αγαθά¨ δίδεται στον περί Πώλησης Αγαθών Νόμο, Ν. 10
(1)/1994 όπως αυτός αντικατέστησε το Κεφ. 267 όπου: ¨αγαθά ¨σημαίνει κάθε είδος κινητής περιουσίας εκτός από αγώγιμες απαιτήσεις και χρήματα και περιλαμβάνει χρεώγραφα και μετοχές, ασυγκόμιστη σοδειά, χλόη και πράγματα που συνδέονται ή που αποτελούν μέρος του εδάφους, τα οποία συμφωνήθηκε να αποχωριστούν από το έδαφος πριν από την πώληση ή δυνάμει της σύμβασης πώλησης.¨ Επομένως με βάση τον πιο πάνω ορισμό δεν θα μπορούσε να ενταχθεί η σχέση των παρόντων διαδίκων στη περίπτωση της παραγράφου
(2)του Άρθρου 190 του περί Συμβάσεων Νόμου. Η διάσταση απόψεων των δύο πλευρών και η ευθύνη τελικά του εναγομένου 1 ως αντιπροσώπου των εναγομένων 2, όπως του την αποδίδουν οι ενάγοντες, έγκειται ακριβώς στην ερμηνεία που θα δοθεί στις πιο πάνω διατάξεις σε συσχετισμό ασφαλώς με τα γεγονότα της υπόθεσης. Επομένως, η διάσταση απόψεων που υπάρχει για τη σχέση των παρόντων διαδίκων και ειδικότερα τη νομική θέση του εναγομένου 1 έναντι των εναγόντων αποτελεί θέμα γεγονότων και ακριβώς καταδεικνύει την ύπαρξη καλής υπεράσπισης εκ μέρους του τελευταίου ο οποίος ισχυρίζεται απλώς και μόνο ότι αντιπροσώπευε απλά τους εναγόμενους 2 στην συναλλαγή τους (βλ. Bowstead & Reynolds on Agency (16η έκδοση) σελ. 585). Τα γεγονότα δε της παρούσας, όπως παρουσιάζονται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις και αντικειμενικά εξεταζόμενα, διαφέρουν από αυτά της υπόθεσης Σάκκου κ.ά. v. Δημητρίου κ.ά ημερ. 30.11.2010 Αγ. 4795/05 Ε.Δ. Λ/σίας του αδελφού Δικαστή κ. Στ. Σταύρου, στην οποία με παρέπεμψε η πλευρά των καθ΄ών η αίτηση, όπου κρίθηκε ότι η σύμβαση είχε γίνει όχι μόνο μεταξύ των εναγόντων και εναγομένου 1 αλλά πολύ περισσότερο και μεταξύ εναγόντων και του εναγομένου 2 ο οποίος παρουσιαζόταν ως αντιπρόσωπος του εναγόμενου
  1. Η κατάληξη μου και σε αυτό το δεύτερο ζήτημα πιστεύω ότι απαντά σε όλο το φάσμα των λόγων ένστασης που προβλήθηκαν χωρίς να απαιτείται η ενασχόληση μου με κάθε ένα από αυτούς χωριστά. Εξετάζοντας επομένως τα γεγονότα της υπόθεσης, έχοντας υπόψη και το περιεχόμενο των αποδεικτικών εγγράφων που παρουσίασαν οι ενάγοντες στο στάδιο της απόδειξης της απαίτησης τους και όσα παρουσιάστηκαν στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, εύκολα μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος διαθέτει καλή υπεράσπιση και έτσι οδηγούμαι στο συμπέρασμα να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ του αιτήματος. Η αίτηση εγκρίνεται, η απόφαση παραμερίζεται. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιφυλάσσονται και θα είναι υπέρ του επιτυχόντος διαδίκου στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο σε εκείνο το στάδιο. Οι ενάγοντες - καθ΄ών η αίτηση, αν επιτύχουν στην απαίτηση τους, ασφαλώς και θα δικαιούνται και τα έξοδα που προκλήθηκαν της διαδικασίας κατά την έκδοση της ερήμην απόφασης τους εναντίον του εναγομένου
  2. (Υπ.) ............................................ Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.