← Κύπρος

Ανδρέα Χαραλάμπους κ.α. ν. Σάββα Ευσταθίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 46/2006, 20/6/2013

Ανδρέα Χαραλάμπους κ.α. ν. Σάββα Ευσταθίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 46/2006, 20/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A97 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: M. Aμπίζα, Α.Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 46/2006 Μεταξύ:

  1. Ανδρέα Χαραλάμπους
  2. Ελένης Χαραλάμπους Εναγόντων -και-
  3. Σάββα Ευσταθίου
  4. Νεόφυτου Ευσταθίου Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 21.3.2013 και διάταγμα ημερομηνίας 22.3.
  5. Ημερομηνία: 20 Ιουνίου
  6. Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Μυλωνάς με κα Χριστοδούλου. Για τους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση: κα Ζαχαρίου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με μονομερή αίτηση, ημερομηνίας 21.3.2013 οι Ενάγοντες-Αιτητές αιτήθηκαν ως ακολούθως: Α. Προσωρινό διάταγμα επιβάρυνσης των μετοχών της Εταιρείας ΜΕΝΕΑΣ ΓΑΛΑΚΤΟΚΟΜΙΚΕΣ & ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, αρ. Εγγραφής: ΗΕ55323, οι οποίες είναι εγγεγραμμένες στο όνομα των Εναγόμενων 1 και 2 ως ακολούθως: 1) Εναγόμενος 1 15.000 μετοχές 2) Εναγόμενος 2 15.000 μετοχές μέχρι και 15 μέρες μετά την τελεία αποπεράτωση της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να καθορίζει ως συνεπεία του αιτούμενου στην παράγραφο Α προσωρινού διατάγματος τα ακόλουθα:
  7. Την επιβάρυνση των αναφερόμενων στην παράγραφο Α μετοχών με την πληρωμή του ποσού που ήθελε καταστεί οφειλόμενο από τους Εναγόμενους 1 και 2 προς τους Ενάγοντες 1 και 2, δυνάμει Δικαστικής Απόφασης στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγή με προτεραιότητα έναντι όλων των χρεών και υποχρεώσεων των Εναγόμενων 1 και 3, τα οποία δεν αποτέλεσαν το αντικείμενο προγενέστερων επιβαρυντικών διαταγμάτων επί των αναφερόμενων Μετόχων.
  8. Την απαγόρευση μεταβίβασης πώλησης, αποξένωσης ή με οιονδήποτε άλλο τρόπο συναλλαγής με τις πιο πάνω μετοχές από τους Εναγόμενους 1 και
  9. Την απαγόρευση πληρωμής μερισμάτων στους Εναγόμενους 1 και 2 σε σχέση με τις πιο πάνω Μετοχές. Τυχόν μερίσματα θα κατακρατούνται σε ξεχωριστό λογαριασμό και θα αποτελούν μέρος της αξίας των αναφερόμενων μετοχών. Γ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα και/ή οδηγία ήθελε θεωρήσει δίκαιο υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο. Δ. Τα έξοδα της αίτησης. Τη νομική βάση της αίτησης αποτελούν τα άρθρα 2, 3, 4, 5, 9 και 10 του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου, Ν.31

(1)/92, το άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 θ.1,2,8 και 9 και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελεί η ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1, ημερομηνίας 21.3.
  1. Ας σημειωθεί ότι η παρούσα αίτηση είναι μονομερής αίτηση ενώ την ίδια ημερομηνία καταχωρήθηκε και διά κλήσεως αίτηση ζητώντας διάταγμα επιβάρυνσης των ιδίων μετοχών (ως αίτημα Α) και κατά τα λοιπά ίδια αιτητικά. Η διά κλήσεως αίτηση έφερε ημερομηνία ορισμού την 8.4.
  2. Το Δικαστήριο, υπό άλλη σύνθεση, εξέτασε την παρούσα αίτηση και κατά την 22.3.2013 εξέδωσε διάταγμα ως οι παράγραφοι Α και Β της αίτησης, ορίζοντας το διάταγμα επιστρεπτέο στις 3.4.2013 και θέτοντας ως όρο έκδοσης του διατάγματος την υπογραφή εγγύησης €50.000 από τους ενάγοντες ή οποιονδήποτε εξ αυτών. Κατά την 3.4.2013, πρώτη φορά κατά την οποία η παρούσα τέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η διά κλήσεως αίτηση αποσύρθηκε από τους αιτητές και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο ενώ το εκδοθέν διάταγμα παρέμεινε σε ισχύ μέχρι τις 19.4.2013 ώστε να καταχωρείτο ένσταση από πλευράς εναγομένων καθ΄ ων η αίτηση. Η ένσταση καταχωρήθηκε στις 18.4.2013 και βασίζεται στους 11 λόγους που αναγράφονται στο σώμα της ένστασης. Υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1, ημερομηνίας 18.4.
  3. Ανάλογη με της αίτησης είναι η νομική βάση της ένστασης. Η ακρόαση της παρούσας αίτησης και διατάγματος περιορίστηκε στις αγορεύσεις των δύο συνηγόρων τις οποίες έχω με λεπτομέρεια μελετήσει. Το πραγματικό υπόβαθρο στη βάση του οποίου εκδόθηκε το υπό κρίση διάταγμα είναι το εξής: «.
  4. Είμαι ο Αιτητής-Ενάγοντας 1 και σύζυγος της Αιτήτριας-Ενάγουσας 2 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβώ στη παρούσα Ένορκη Δήλωση. Προβαίνω στη παρούσα Ένορκη Δήλωση εκ μέρους της συζύγου μου Αιτήτριας-Ενάγουσας 2..
  5. Στις 29/02/2012 εξεδόθη απόφαση από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας εναντίον των Εναγομένων 2 και 4 ως εξής: · Οι Εναγόμενοι 1 και 2 να πληρώσουν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα στους Ενάγοντες το ποσό των €85.430.00 πλέον τόκο 8% ετησίως από 05/01/2006 μέχρι 14/10/2008 και τόκο προς 5,5% ετησίως από 15/10/2008 μέχρι εξοφλήσεως. · Οι Εναγόμενοι 1 και 2 να πληρώσουν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα στους Ενάγοντες το ποσό των €7.454.00 έξοδα της παρούσας Αγωγής, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων συντάξεως της παρούσης αποφάσεως με τόκο προς 8% ετησίως επί του ποσού των €7.395.00 από 05/01/2006 μέχρι 14/10/2008 και τόκο προς 5,5% ετησίως από 15/10/2008 μέχρι εξοφλήσεως πλέον ΦΠΑ επί του ποσού των €7.023.
  6. Επισυνάπτω αντίγραφο της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερ. 28/08/2012 ως Τεκμήριο «Α».
  7. Έναντι της πιο πάνω δικαστικής απόφασης οι Εναγόμενοι 1 και 2 ουδέν ποσόν κατέβαλαν μέχρι σήμερα και το εξ αποφάσεως χρέος πλέον τόκοι και έξοδα εξακολουθεί να οφείλεται. Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω και ως ο δικηγόρος μου με συμβουλεύει έχω πολύ καλή υπόθεση και η αξίωση μου εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 είναι βάσιμη.
  8. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι εγγεγραμμένοι μέτοχοι στην εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ΜΕΝΕΑΣ ΓΑΛΑΚΤΟΚΟΜΙΚΕΣ & ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, ΗΕ55323, η οποία είναι δεόντως εγγεγραμμένη στη Κυπριακή Δημοκρατία δυνάμει του περί Εταιρειών νόμου Κεφ.
  9. Απ΄ ότι έχω πληροφορηθεί από τον δικηγόρο μου ο οποίος προέβη σε έρευνα στον Έφορο Εταιρειών και από ότι με έχουν πληροφορήσει οι ίδιοι οι Εναγόμενοι 1 και 2, οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι οι μόνοι μετόχοι και κατέχουν τις πιο κάτω μετοχές στην εταιρεία ΜΕΝΕΑΣ ΓΑΛΑΚΤΟΚΟΜΙΚΕΣ & ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ΗΕ
  10. (α) Εναγόμενος 1 15.000 μετοχές (β) Εναγόμενος 2 15.000 μετοχές Επισυνάπτω αντίγραφο πιστοποιητικού του Εφόρου Εταιρειών δια τους μετόχους της αναφερόμενης εταιρείας ως Τεκμήριο «Β».
  11. Το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας ευρίσκεται στην Αναφωτία στην Επαρχία Λάρνακας.
  12. Εξ΄ όσον πληροφορούμαι και γνωρίζω οι Εναγόμενοι δεν έχουν άλλη κινητή περιουσία η οποία δύναται να εκποιηθεί για εξόφληση του εξ΄ αποφάσεως χρέους προς εμένα. Επισυνάπτω ειδοποίηση δικαστικού επιδότη ημερ. 19/03/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας-Αμμοχώστου ως Τεκμήριο «Γ».
  13. Εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα τότε πολύ πιθανόν να αποξενώσουν τις αναφερόμενες μετοχές καθώς η μέχρι σήμερα συμπεριφορά τους αποδεικνύει ότι δεν έχουν πρόθεση να πληρώσουν το εξ αποφάσεως χρέος τους.
  14. Πραγματικά πιστεύω ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα τότε θα είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να μπορέσω να εκτελέσω την ως άνω απόφαση η οποία εκδόθηκε υπέρ μου στις 29/2/2012 στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο.
  15. Τα πιο πάνω εξ όσων πολύ καλά γνωρίζω και πιστεύω είναι ορθά και αληθινά και πιστεύω ότι το Δικαστήριο μπορεί και ζητώ να μου δώσει τις αιτούμενες με την παρούσα αίτηση μου θεραπείες. .». Από την πλευρά του ο εναγόμενος 1, προς υποστήριξη της ένστασης, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι οι αιτητές απέκρυψαν το γεγονός ότι για την εν λόγω απόφαση εκκρεμεί έφεση, που αποτελεί και το λόγο μη πληρωμής από μέρους τους, αφού κανένα πρόβλημα πληρωμής δεν υπάρχει από μέρους τους. Η δε επιστροφή εντάλματος αφορά τη δοθείσα διεύθυνση και δεν σημαίνει ότι δεν έχουν οποιαδήποτε άλλη περιουσία. Περαιτέρω, οι αιτητές απέκρυψαν επίσης ότι εκκρεμεί και διαδικασία πτώχευσης τους στην οποία τίθεται θέμα αναστολής της, λόγω της έφεσης. Αναφέρει ακόμη ο εναγόμενος 1 ότι ο ενάγων 1 απέκρυψε επίσης ότι είναι σύζυγος της αδελφής των εναγομένων και ότι γνώριζε την κατάσταση της εταιρείας τους από τη σύσταση της πέραν των 8 ετών προηγουμένως αφού ήταν και ο ίδιος μέτοχος μέχρι πριν την καταχώριση της αγωγής 46/
  16. Οι πρόνοιες του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου του 1992, Ν.31
(1)/92, είναι ξεκάθαρες αναφορικά με την ουσία και διαδικασία του υπό κρίση θέματος. Στο άρθρο 3 του Νόμου αναφέρονται τα εξής: «3.—
(1)Όταν κατόπιν απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου πρόσωπο καλείται να πληρώσει χρηματικό ποσό (οφειλέτης) σε άλλο πρόσωπο (πιστωτή), τότε, προς το σκοπό εκτέλεσης της απόφασης ή του διατάγματος, το Δικαστήριο, με βάση τις διατάξεις του Νόμου αυτού, δύναται να εκδώσει διάταγμα (το οποίο θα αναφέρεται ως επιβαρυντικό διάταγμα), με το οποίο επιβάλλει επιβάρυνση σε οποιοδήποτε συμφέρον, το οποίο ο εξ αποφάσεως οφειλέτης έχει επί περιουσιακών στοιχείων για τα οποία ο Νόμος αυτός εφαρμόζεται και τα οποία καθορίζονται στο διάταγμα, με σκοπό την εξασφάλιση πληρωμής του οφειλόμενου ποσού.
(2)Το Δικαστήριο, προτού αποφασίσει κατά πόσο θα εκδώσει επιβαρυντικό διάταγμα, εξετάζει όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και ειδικότερα οποιαδήποτε ενώπιον του αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με— (α) Την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη· και (β) το ενδεχόμενο ζημιάς άλλου πιστωτή του οφειλέτη από την έκδοση του διατάγματος.
(3)Το Δικαστήριο δύναται κατά την έκδοση του διατάγματος να επιβάλει όρους σχετικά με την πληροφόρηση του οφειλέτη και άλλου ενδιαφερόμενου ή επηρεαζόμενου προσώπου ή σχετικά με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, οι οποίοι κατά την κρίση του είναι αναγκαίοι και υπό τις περιστάσεις δίκαιοι.
(4)Το Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε το επιβαρυντικό διάταγμα δύναται οποτεδήποτε, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη ή άλλου προσώπου που δυνατό να έχει συμφέρον σε περιουσιακό στοιχείο στο οποίο αναφέρεται το διάταγμα, να εκδώσει διάταγμα δυνάμει του οποίου να ακυρώνει ή να διαφοροποιεί το επιβαρυντικό διάταγμα
(5)Όταν επιβάλλεται επιβάρυνση με βάση τις πρόνοιες του Νόμου αυτού, το Δικαστήριο εκδίδοντας το διάταγμα δύναται να προβλέψει όπως η επιβάρυνση επεκτείνεται σε οποιοδήποτε μέρισμα ή άλλο εισόδημα πληρωτέο σε σχέση με το βαρυνόμενο στοιχείο.
(6)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου 5 διάταγμα επιβάρυνσης εκδιδόμενο με βάση τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου θα έχει τις συνέπειες που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)του ίδιου άρθρου.» Το άρθρο 5 αναφέρεται στις συνέπειες ενός επιβαρυντικού διατάγματος ενώ στο άρθρο 6 προβλέπεται η ευχέρεια έκδοσης διατάγματος πώλησης περιουσιακών στοιχείων που βαρύνονται με διάταγμα δυνάμει του νόμου. Άξια προσοχής είναι η επιφύλαξη στο εν λόγω άρθρο ότι η έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος συνοδευόμενου με διάταγμα πώλησης θα λογίζεται τρόπος εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου. Το άρθρο 7 προβλέπει για το διορισμό παραλήπτη και το άρθρο 8 για την πώληση μετοχών. Τέλος, το άρθρο 9 αναφέρει τα εξής: «9.—
(1)Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή για αποζημιώσεις δύναται κατόπιν αίτησης του ενάγοντος σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να εκδώσει προσωρινό διάταγμα επιβάρυνσης με όλες ή μερικές από τις συνέπειες του διατάγματος επιβάρυνσης, όπως αυτό θα καθορίσει.
(2)Το Δικαστήριο εκδίδει το πιο πάνω διάταγμα, μόνο αφού ικανοποιηθεί ότι ο ενάγων έχει βάσιμη αξίωση και ότι με τη μεταβίβαση ή αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων που αναφέρονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 4 δυνατό να μείνει ανικανοποίητη η απόφαση του Δικαστηρίου.
(3)Κάθε διάταγμα που εκδίδεται βάσει των πιο πάνω προνοιών πρέπει να περιλαμβάνει λεπτομερή περιγραφή των περιουσιακών στοιχείων που επηρεάζονται από αυτό, καθώς επίσης και το πρόσωπο (ή πρόσωπα) προς το οποίο το εν λόγω διάταγμα πρέπει να επιδοθεί.
(4)Οι πρόνοιες των άρθρων 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου εφαρμόζονται στην περίπτωση διατάγματος επιβάρυνσης που εκδίδεται με βάση τις πρόνοιες του παρόντος άρθρου.» Μεταξύ των λόγων ένστασης είναι και το ότι το διάταγμα εκδόθηκε αφού απεκρύβησαν ουσιώδη γεγονότα από τους αιτητές. Η δραστικότητα του λόγου αυτού επί της εξέτασης της αίτησης και του διατάγματος είναι τέτοια, αναλόγως του αποτελέσματος επί του προκειμένου, που καθιστούν αναγκαία την εξέταση του σε πρώτο στάδιο. Στην υπόθεση Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd.
(1996)1(A) Α.Α.Δ. 597, επιβεβαιώθηκε ουσιαστικά ο κανόνας σύμφωνα με τον οποίο ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση χορήγηση θεραπείας, θα πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Οι παράμετροι του θέματος προσδιορίζονται στην αγγλική υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350 η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και επίσης στην υπόθεση Timberland v. Evans, Πολ. Έφ. 9776, ημερ. 29.5.1998. Η αυστηρότητα αντικρίζεται γιατί η έκδοση διατάγματος μονομερώς ενεργεί κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, ότι δηλαδή ένα θέμα αποφασίζεται αφού ακουστούν και οι δύο πλευρές. Στην υπόθεση Γρηγορίου (ανωτέρω) τονίζεται το καθήκον του αιτητή, λόγω του στοιχείου της υψίστης πίστεως που καλύπτει αιτήσεις αυτής της μορφής, για αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών γεγονότων. Σημειώνεται δε, ότι παράλειψη παρουσίασης τέτοιων γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Το στοιχείο δε της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598). Η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Συνακόλουθα το τι προκύπτει είναι ότι η σχετική αρχή δεν εφαρμόζεται μόνο όπου ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα αλλά και όπου αυτά εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλειπής ή παραπλανητικός, ανεξάρτητα αν αυτό γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd, Πολ. Έφ. 211/2010, ημερ. 14.7.2011, αναφέρονται τα εξής: «Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης. Αυτό διότι ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο δίκαιο της επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υψίστης πίστεως («uberrima fides»). (Δέστε τις υποθέσεις Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269-70 και Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606). Η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από την μονομερή αίτηση πρέπει να είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση (Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd
(2004)1 A.A.Δ. 1953). Έχει επίσης σημασία το πόσο ουσιώδες είναι το τυχόν μη αποκαλυφθέν στοιχείο και κατά πόσο αυτό θα επηρέαζε ή όχι το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος.» Ήταν η θέση του κ. Μυλωνά ότι τα αναφερόμενα ως μη αποκαλυφθέντα γεγονότα είναι άσχετα και μη ουσιώδη με την παρούσα διαδικασία ώστε να επηρέαζαν το Δικαστήριο στην κρίση του. Δεν με βρίσκει σύμφωνο μια τέτοια θέση. Έχει ήδη αναλυθεί η αναγκαιότητα όπως η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από τη μονομερή αίτηση είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση. Στη βάση όλων όσων έχω αναφέρει ανωτέρω, θεωρώ ότι σε μια αίτηση όπου το Δικαστήριο πρέπει, προτού αποφασίσει κατά πόσο θα εκδώσει επιβαρυντικό διάταγμα, να εξετάσει όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και ειδικότερα οποιαδήποτε ενώπιον του αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη, το κατά πόσο η απόφαση από την οποία προκύπτει η οφειλή τελεί υπό έφεση, είναι σχετικό και ουσιώδες στοιχείο. Ακόμη περισσότερο δε, όταν εκκρεμεί και αίτηση πτώχευσης (επίσης μη αποκαλυφθέν γεγονός), η οποία ειρήσθω εν παρόδω αναζητεί την παραλαβή της περιουσίας του χρεώστη και όταν εκκρεμεί αίτηση αναστολής της πτωχευτικής διαδικασίας λόγω της έφεσης (επίσης μη αποκαλυφθέν γεγονός), κάτι που παραπέμπει λογικά στο ενδεχόμενο ότι η οφειλή δεν πληρώνεται λόγω της έφεσης κατά της απόφασης. Όλα αυτά τα γεγονότα θεωρώ ότι θα έπρεπε να είχαν αποκαλυφθεί αφού κρίνω ότι είναι σχετικά και ουσιώδη. Το καθήκον παραμένει ότι τα γεγονότα πρέπει να παρουσιάζουν τη συνολική εικόνα στην ορθή βάση χωρίς παραπλάνηση. Η δε μη αποκάλυψη τους, δεν μπορεί να ικανοποιήσει το καθήκον υψίστης πίστεως το οποίο οι αιτητές είχαν προσερχόμενοι στο Δικαστήριο σε αναζήτηση μονομερώς θεραπείας. Η ως άνω κατάληξη μου έχει ως αποτέλεσμα το εκδοθέν διάταγμα να καθίσταται ακυρώσιμο χωρίς το Δικαστήριο να εξετάσει περαιτέρω την παρούσα αίτηση. Με κίνδυνο να θεωρηθεί ότι πράττω ακριβώς τούτο, θεωρώ αναγκαίο να επισημάνω ότι το τι έγινε στην παρούσα αίτηση, δηλαδή οι αρχικές αιτήσεις, τα ζητούμενα διατάγματα, ο τρόπος που ζητήθηκαν και εκδόθηκαν αυτά (ως εμφαίνεται και από το πρακτικό του Δικαστηρίου που εξέδωσε το διάταγμα, ημερομηνίας 22.3.2013), και η όλη διαδικασία, παραπέμπει σε αναζήτηση και έκδοση προσωρινού επιβαρυντικού διατάγματος αντί επιβαρυντικού διατάγματος στη βάση του άρθρου 3. Κάτι τέτοιο δε, με δεδομένη την ύπαρξη ήδη εκδοθείσας απόφασης Δικαστηρίου ως οφειλή, αποτελεί εσφαλμένη διαδικασία. Λόγω της ως άνω κατάληξης μου επί της μη αποκάλυψης γεγονότων, περιορίζομαι σε αυτά αποφεύγοντας συνειδητά να ασχοληθώ με το θέμα σε μεγαλύτερη έκταση και λεπτομέρεια. Συνακόλουθα των ως άνω η παρούσα αίτηση απορρίπτεται και το διάταγμα ημερομηνίας 22.3.2013 ακυρώνεται. Τα έξοδα επιδικάζονται εις βάρος των εναγόντων-αιτητών και υπέρ των εναγομένων-καθ΄ ων η αίτηση. Με βάση τις εμφανίσεις και τα όσα έγιναν στην παρούσα αίτηση (ένσταση και πέντε εμφανίσεις στο Δικαστήριο) τα έξοδα υπολογίζονται και καθορίζονται από το Δικαστήριο στο ποσό των €1.300,- πλέον ΦΠΑ. (Υπ.)................ Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.