← Κύπρος

Χριστίνα Παναγιώτου κ.α. ν. Φωτεινή Πάτσαλου κ.α., Αρ. Αγωγής:3225/2010, 11/7/2013

Χριστίνα Παναγιώτου κ.α. ν. Φωτεινή Πάτσαλου κ.α., Αρ. Αγωγής:3225/2010, 11/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A110 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:3225/2010 Μεταξύ: 1. Χριστίνα Παναγιώτου 2. Γιώργος Παναγιώτου Εναγόντων και 1. Φωτεινή Πάτσαλου 2. Παναγιώτα Λάρκου 3. Γεωργία Πανγιώτου Ρομεϊν 4. Καλλιόπη Χριστοφή 5. Γιώργος Χριστοφή Εναγομένων Ημερομηνία: 11 Ιουλίου, 2013 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - καθ΄ών η αίτηση: κ. Χριστοφόρου για κ. Παπαθανασίου Για τους εναγόμενους 4 και 5 - αιτητές: κ. Αγαθοκλέους για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. & Παστελλίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ (Σε αίτηση για αναστολή εκτέλεσης απόφασης μέχρι την εκδίκαση έφεσης) Οι εναγόμενοι 4 και 5 - αιτητές (στη συνέχεια ¨οι αιτητές¨) με την παρούσα αίτηση τους εξαιτούνται την αναστολή της απόφασης που εκδόθηκε στις 14.03.2011 μέχρι την τελική εκδίκαση και έκδοση απόφασης στην έφεση που καταχώρησαν στις 10.10.2011 με αριθμό 378/2011. Το νομικό υπόβαθρο της αίτησης είναι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Θεσμοί Δ.40, Δ.35 Θ. 18 και 19, Δ.48 Θ. 1,2 και 8 (
  2. ee)και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης προέρχεται από την ένορκο δήλωση του εναγομένου 5 κ. Γιώργου Χριστοφή, ο οποίος δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένος και από την εναγόμενη 4 η οποία είναι σύζυγος του. Ισχυρίζεται ότι ο ίδιος και η σύζυγος του πληροφορήθηκαν μέσω του κ. Μ. Παπαθανασίου, δικηγόρου των εναγόντων, για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής, όταν στις 22.03.2011 εμαφανίστηκαν για ακρόαση της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 4800/2010, με θέμα την επίδικη στη παρούσα αγωγή επιταγή, με κατηγορούμενο τον ίδιο. Αμέσως και χωρίς καθυστέρηση έδωσαν εντολή στους δικηγόρους τους να προβούν σε έρευνα του φακέλου της αγωγής και να εξακριβώσουν εάν όντως υπάρχει τέτοια αγωγή και σε ποιο στάδιο βρισκόταν. Τότε φάνηκε ότι η αγωγή είχε επιδοθεί και είχε εκδοθεί εναντίον τους απόφαση στις 14.03.2011. Καταχώρησαν αμέσως αίτηση παραμερισμού της επίδοσης της αγωγής αλλά και της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην τους. Στις 26.09.2011 εκδόθηκε απόφαση στην αίτηση παραμερισμού όπου το Δικαστήριο αποφάσισε εναντίον τους και απέρριψε την αίτηση παραμερισμού της απόφασης αλλά και της επίδοσης. Στις 10.10.2011 καταχώρησαν έφεση κατά της τελευταίας απόφασης του Δικαστηρίου για παραμερισμό της απόφασης αλλά και ακύρωσης της επίδοσης της αγωγής η οποία βρίσκεται στο στάδιο της ετοιμασίας περιγραμμάτων αγόρευσης. Στις 11.07.2012 έλαβε ειδοποίηση από τον Αντρέα Κυριάκου, Ανώτερο Δικαστικό Επιδότη για την ύπαρξη εντάλματος κατάσχεσης περιουσίας εναντίον τους. Παρόλο που το Επαρχιακό Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση εναντίον τους στην αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης και ακύρωσης της απόφασης στην αγωγή, πιστεύουν πως θα είναι άδικο να τους στερηθεί το δικαίωμα υπεράσπισης και παρουσίασης των αληθινών γεγονότων. Πιστεύουν ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως δοθεί η αιτούμενη αναστολή στην εκτέλεση της απόφασης μέχρι την έκδοση απόφασης στην έφεση όπου θα εκτεθεί με λεπτομέρεια και η δική τους θέση. Αντίγραφο της εν λόγω ειδοποίησης έφεσης επισυνάφθηκε στην αίτηση το περιεχόμενο της οποίας επίσης λαμβάνεται υπόψη κατά την έκδοση της παρούσας απόφασης μου. Περαιτέρω όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι τους η έφεση για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας. Η τυχόν απόρριψη του αιτήματος τους θα έχει ως συνέπεια να εκτελεστεί η απόφαση και να μην αποδοθεί δικαιοσύνη αν κερδίσουν την έφεση τους. Γι΄αυτούς τους λόγους θεωρούν ότι είναι δίκαιη η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως βασίζεται στους ίδιους θεσμούς και επιπρόσθετα στη Δ.64 και στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και σε αυτή απαριθμούνται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: Η αίτηση είναι παντελώς αβάσιμη και/ή νομικά και ουσιαστικά ανυποστήρικτη και/ή δεν εκπληρώνει τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και/ή η νομολογία διά την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η απόφαση της οποίας επιδιώκουν την αναστολή εκτέλεσης οι αιτητές στην παρ. 1 της αίτησης τους είναι ανύπαρκτη και/ή μη έχουσα οιανδήποτε σχέση με την παρούσα διαδικασία. Οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αιτήσεως είναι εν πάση περιπτώσει ψευδείς και/ή ανυπόστατοι και/ή αβάσιμοι και/ή συνιστούν εκ των υστέρων επινοήματα των αιτητών προκειμένου να αιτιολογήσουν τη καταφρονητική και/ή περιφρονητική προς το Δικαστήριο μέχρι τώρα συμπεριφορά τους. Δεν αποκαλύπτεται μέσα από την αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει ουσιαστικός λόγος που να στηρίζει το αίτημα των αιτητών και/ή δεν είναι αρκετός ώστε να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ των αιτητών. Δεν δικαιολογείται, εκ των γεγονότων που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση των αιτητών, η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής εκτέλεσης γιατί δεν επηρεάζεται η αποτελεσματικότητα του ένδικου μέσου της εφέσεως σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα ενώ αντίθετα σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα οι ενάγοντες θα στερηθούν των καρπών της επιτυχίας τους. Η αίτηση γίνεται καταχρηστικά και/ή με αποκλειστικό σκοπό την καθυστέρηση λήψεως μέτρων εκτέλεσης εκ μέρους των εναγόντων κατά των εναγομένων - αιτητών. Η αίτηση γίνεται σε καθυστερημένο χρόνο και/ή προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, χωρίς καμία αιτιολογία προς την καθυστέρηση τούτη, και είναι καταπιεστική και/ή ενοχλητική και /ή δεν αποκαλύπτει κανένα ισχυρισμό που να καθιστά την εκκρεμούσα έφεση των εναγομένων - αιτητών ως έχουσα οιανδήποτε πιθανότητα επιτυχίας. Με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως, ο δικηγόρος του δικηγορικού γραφείου των εναγόντων - καθ΄ών η αίτηση κ. Α. Παστελλίδης, πέραν της επανάληψης των λόγων ένστασης αναφέρεται στην πορεία της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία ταυτίζεται με όσα αναφέρουν και οι αιτητές στην αίτηση τους. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι μετά την καταχώρηση εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας των αιτητών, αφού αναιτιολόγητα παρήλθαν 16 μήνες από την έκδοση της απόφασης και δέκα μήνες από την απόρριψη της αίτησης για παραμερισμό της και εννέα μήνες από την καταχώρηση της έφεσης, κινήθηκαν με την παρούσα αίτηση τους επιδιώκοντας την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Η αγωγή αφορά απαίτηση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων 1,2 και 3 για αποζημιώσεις ύψους €3.417,20σ. και νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από 1.01.2008 μέχρι εξοφλήσεως δυνάμει συμφωνίας διανομής ενός συνιδιόκτητου κτήματος ή αδικαιολόγητο πλουτισμό και παραδειγματικές και /ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και εναντίον των εναγομένων 4 και 5 διεκδικούνται αποζημιώσεις ύψους €13.668,81 και νόμιμος τόκος επί του ποσού αυτού από 1.01.2008 μέχρι εξοφλήσεως για μεν την εναγόμενη 4 για τους ίδιους πιο πάνω λόγους για δε τον εναγόμενο 5 δυνάμει ακάλυπτης και/ή ατίμητης επιταγής για το ίδιο πιο πάνω ποσό. Στις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών υποστήριξαν και ανέλυσαν με αναφορά και παραπομπή σε εκτεταμένη νομολογία και αυθεντίες τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Σε λεπτομέρειες αυτών των θέσεων σε σχέση με τα ζητήματα που προκύπτουν τα οποία θα με απασχολήσουν στη συνέχεια θα κάμω αναφορά στο κατάλληλο σημείο όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. Στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Panayides Contracting Ltd,

(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1978, στην οποία έγινε παραπομπή από την πλευρά των αιτητών έχουν συνοψιστεί οι αρχές που διέπουν το ζήτημα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης όταν εκκρεμεί έφεση: « Οι αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα, εκπηγάζουν από τη νομολογία και μπορούν να συνοψιστούν στις ακόλουθες: (α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 Καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης. Το δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, έχει καθήκον να εξισορροπήσει δύο σημαντικούς παράγοντες ήτοι, τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της έφεσης από την άλλη. Στην υπόθεση The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Suphire Seas, Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 191-1996, ημερ. 29.06.2001, ειπώθηκαν τα εξής: «Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ΄αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας. Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Εναπόκειται επομένως στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης.. Σύμφωνα με τη νομολογία, οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι παράγοντας σχετικός αλλά, στις περισσότερες περιπτώσεις οριακής σημασίας, δεδομένου ότι μόνο κατά την ακρόαση της έφεσης διαγιγνώσκονται τα δικαιώματα του εφεσείοντος τα οποία συναρτώνται με την εξέταση των λόγων της έφεσης. Ο παράγοντας αυτός αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, μόνο όπου μπορεί να γίνει συζήτηση του θέματος. (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 A.A.Δ. σελ. 1147)». Το αίτημα στη παρούσα περίπτωση εστιάζεται βασικά στην επίκληση του ζητήματος της ύπαρξης καλών πιθανοτήτων επιτυχίας της έφεσης και ως παρεμφερές ζήτημα τίθεται ο κίνδυνος που ενυπάρχει της μη απόδοσης δικαιοσύνης εάν εκτελεστεί η απόφαση. Τα υπόλοιπα ζητήματα που προβάλλονται τα οποία αφορούν την αποστέρηση του δικαιώματος υπεράσπισης και παρουσίασης των αληθινών γεγονότων της υπόθεσης, με όλον τον σεβασμό προς την πλευρά των αιτητών έχουν αποφασιστεί με την προαναφερθείσα απόφαση του αδελφού δικαστή όταν είχε αποφασιστεί το ζήτημα του κατά πόσο θα παραμεριστεί ή όχι η εκδοθείσα απόφαση. Επομένως δεν παρέχεται ευχέρεια επανεξέτασης τους. Οι λόγοι ένστασης θα μπορούσαν να καταταχθούν σε δύο βασικές κατηγορίες. Η πρώτη αφορά την ουσιαστική και νομική υποστήριξη της αίτησης σε συσχετισμό με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει και η δεύτερη το μέγεθος του επηρεασμού των δικαιωμάτων του επιτυχόντος πρωτόδικα μέρους, σε συνδυασμό με την περαιτέρω καθυστέρηση που θα υπάρξει αν τελικά απορριφθεί η έφεση και επικυρωθεί η πρωτόδικη απόφαση και τα οποία αφορούν την απόλαυση των καρπών της επιτυχίας του. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί από τη νομολογία μας ο παράγοντας της πιθανότητας επιτυχίας της έφεσης είναι μεν σχετικός αλλά οριακής σημασίας αφού το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων των αιτητών σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων έφεσης είναι η ίδια η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την προεξόφληση του αποτελέσματος της έφεσης ώστε να μπορεί να οδηγήσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της απόφασης. Κατά την αγόρευση του συνηγόρου των αιτητών υποβλήθηκε ότι οι ενάγοντες είναι μόνιμοι κάτοικοι στο εξωτερικό και δεν έχουν διεύθυνση στη Κύπρο, υπονοώντας όταν ενυπάρχει και το στοιχείο της αφερεγγυότητας τους. Κάτι τέτοιο όμως δεν υποβλήθηκε ως λόγος ένστασης και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εξετασθεί εφόσον η άλλη πλευρά δεν είχε τη δυνατότητα να απαντήσει. Αλλά και επί της ουσίας του ζητήματος αυτού σύμφωνα με τη δικογραφία οι ενάγοντες είναι τουλάχιστον συνιδιοκτήτες στο χωράφι από το οποίο προέκυψε η μεταξύ τους διαφορά και επομένως διαθέτουν περιουσία στη Κύπρο και έτσι δεν μπορεί να γίνεται επίκληση του παράγοντα της αφερεγγυότητας τους. Επομένως ούτε και αυτός ο λόγος εάν είχε υποβληθεί βέβαια με τον ορθό τρόπο θα είχε πιθανότητα θετικής αντίκρισης. Αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι η εκτέλεση της απόφασης θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα των αιτητών ή ότι θα τους αφήσει εκτεθειμένους ή θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά καθ΄οιονδήποτε τρόπο εάν ήθελε εκτελεστεί η απόφαση. Τέλος, δεν διαβλέπω να επηρεάζεται καθ΄οιονδήποτε τρόπο η προώθηση της έφεσης. Τουναντίον όπως προβλήθηκε εκ μέρους των καθ΄ών η αίτηση η παρούσα αίτηση μόνο καθυστέρηση στα μέτρα εκτέλεσης που έχουν λάβει οι ενάγοντες επιφέρει, με στόχο να τους αποστερήσει από τα εκ της αποφάσεως απορρέοντα οφέλη. Αφού συνεκτίμησα όλους τους παράγοντες, τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά αναδύονται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και υπό το φως των νομικών αρχών οι οποίες διέπουν την άσκηση της διακριτικής μου εξουσίας, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αναστολής. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ΄ών η αίτηση και εναντίον των αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.).................................................. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.