← Κύπρος

LEV TRADING CO LTD ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2833/09, 30/8/2013

LEV TRADING CO LTD ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2833/09, 30/8/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A117 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2833/09 Μεταξύ: LEV TRADING CO LTD Εναγόντων -και- HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED Εναγομένων Ημερομηνία: 30 Αυγούστου,

  1. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Α. Παπαλλής, για Αντώνης Α. Παπαλλής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους: κ. Χ. Βελάρης, για Κ. Χ. Βελάρη και Α. Φ. Μαρκίδη. Α Π Ο Φ Α Σ Η Είναι ισχυρισμός των Εναγόντων, οι οποίοι διατηρούν αποθήκη αποταμίευσης (bonded), ότι κατά την περίοδο 23.6.97 έως 20.7.09 οι Εναγόμενοι αποθήκευσαν εμπορεύματα τους στην εν λόγω αποθήκη αποταμίευσης έναντι συμφωνημένων και ή εύλογων χρεώσεων, το σύνολο των οποίων ανήλθε σε €56.929,
  2. Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν απόφαση για το εν λόγω ποσό συν τόκους προς 9% και έξοδα. Οι Εναγόμενοι διά της Υπεράσπισής τους (εφεξής "Ε/Υ") παραδέχθηκαν ότι οι Ενάγοντες διατηρούσαν στον Ύψωνα Λεμεσού αποθήκη, την οποία χρησιμοποιούσαν ως "bonded", ήτοι χώρο εναπόθεσης εμπορευμάτων πριν την εκτελώνιση των, προσθέτοντας όμως ότι αυτή χρησιμοποιείτο αποκλειστικώς για αποθήκευση εμπορευμάτων των ίδιων των Εναγόντων, ήτοι δύο εταιρειών οι οποίες σχετίζοντο ή τελούσαν υπό την ίδια ιδιοκτησία ή διαχείριση με τους Ενάγοντες. Αρνήθηκαν ότι οι Εναγόμενοι υπήρξαν πελάτες των Εναγόντων, αλλά δέχθηκαν ότι στην εν λόγω αποθήκη είχαν τοποθετηθεί εμπορεύματα, τα οποία είχαν τεθεί υπό την ιδιοκτησία των (Εναγομένων) ως εξασφάλιση οφειλών προς τους ιδίους (τους Εναγομένους) από εταιρείες συνδεδεμένες προς τους Ενάγοντες. Στα πλαίσια αυτά προέβαλαν ότι εισαγωγείς των εμπορευμάτων αυτών ήταν οι εταιρείες Christakis Yiolitis & Sons Ltd και John Yiolitis & Sons Ltd (εφεξής ″οι CY και JY″ ή ″οι εισαγωγείς″), οι οποίες ελέγχοντο από τα ίδια πρόσωπα όπως και οι Ενάγοντες. Τα εμπορεύματα τέθηκαν υπό την κυριότητα και ή κατοχή των Εναγομένων ως εξασφάλιση χρεών των εισαγωγέων, οι οποίοι και ανέλαβαν όλα τα έξοδα φύλαξης και ή αποθήκευσης εν γνώσει και συναινούντων των Εναγόντων. Μάλιστα με επιστολή ημερ. 31.10.02 οι Ενάγοντες βεβαίωσαν τους Εναγόμενους ότι τους απάλλασσαν από οποιαδήποτε αποθηκευτικά ή άλλα έξοδα. Κατά την εισήγηση των Εναγομένων, με βάση τα πιο πάνω οι Ενάγοντες κωλύονται να προωθούν την αγωγή, εξαιτίας της προηγηθείσας συμπεριφοράς των. Μαρτυρία Η Μ.Ε.1 κα Μάρθα Κωνσταντίνου, υπάλληλος των Εναγόντων από το 1991 στη γραπτή δήλωσή της (Τεκμ. Α) υποστήριξε μεταξύ άλλων ότι: - Οι Εναγόμενοι ήταν πελάτες τους από το 1994, γνώριζαν για τις χρεώσεις και τις αποδέχθηκαν. Αυτοί αποθήκευσαν εμπορεύματα ως χρηματοδότες, κύριοι ή και κάτοχοι για την περίοδο από 27.3.97 μέχρι και τις 20.7.09 βάσει σχετικών τιμολογίων (Τεκμ. 3) για συνολικό ποσό €56.929,
  3. - Οι Εναγόμενοι υπέγραψαν και σχετικά διατακτικά, (Delivery Orders), για αποδέσμευση εμπορευμάτων (Τεκμ. 5), τα οποία όντως μετακινήθηκαν κατόπιν εγκρίσεων του Τελωνείου (Τεκμ. 6) και σχετικής αλληλογραφίας Εναγόντων-Εναγομένων (Τεκμ. 7) για επανεξαγωγή ή καταστροφή. Παρόμοια διατακτικά υπέγραψαν οι Εναγόμενοι και προς όφελος πελατών τους (Τεκμ. 19). - Οι Ενάγοντες ποτέ δεν συναίνεσαν στην τοποθέτηση των εμπορευμάτων χωρίς να χρεώσουν, ούτε και υπήρχε συμφωνία ότι θα αναλάμβαναν τα έξοδα φύλαξης οι εισαγωγείς. - Όντως οι Ενάγοντες σε κάποιο στάδιο ζήτησαν από τους Εναγόμενους την απελευθέρωση κάποιων εμπορευμάτων. - Οι Ενάγοντες με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 5.08.09 κάλεσαν τους Εναγόμενους να καταβάλουν το πιο πάνω ποσό (Τεκμ. 4). Κατά την προφορική της μαρτυρία εξήγησε τη διαδικασία τοποθέτησης εμπορευμάτων στην αποθήκη και παρουσίασε τα πρωτότυπα των Διατακτικών (Τεκμ. 19), καθώς και άλλα σχετικά με την αρχική τοποθέτηση εμπορευμάτων (Τεκμ. 20 και 21). Εξήγησε επίσης τη διαδικασία εξόδου από την αποθήκη καθώς και των χρεώσεων. Ήταν η θέση της πως αν υπήρχε συμφωνία για μη χρέωση των Εναγομένων θα το γνώριζε η ίδια. Ο Μ.Ε.2 Πανίκος Γιολίτης υπήρξε μέτοχος και διευθυντής των Εναγόντων. Στη γραπτή δήλωση του υποστηρίζει μεταξύ άλλων ότι: - Οι Εναγόμενοι ήταν πελάτες τους, τοποθετούσαν εμπορεύματα και δεσμεύοντο να καταβάλλουν τέλη. Το ίδιο ίσχυε και όταν τα εμπορεύματα είχαν εισαχθεί από τις εταιρείες JY και CY, που ανήκουν η πρώτη στον ίδιο και η δεύτερη στον αδελφό του (Χριστάκη). - Ποτέ δεν συμφωνήθηκε ότι οι εναγόμενοι δεν θα χρεώνοντο αποθηκευτικά, ασφάλιστρα και άλλα έξοδα. Ένα σχετικό έγγραφο που υπέγραψε τον Οκτώβριο του 2002 ήταν κατόπιν εντονότατων και αφόρητων πιέσεων επειδή χρωστούσε η εταιρεία του, η JY και οι Εναγόμενοι ήθελαν να πωλήσουν τα εμπορεύματα. - Ο ίδιος και ο αδελφός του ήταν διευθυντές των Εναγόντων μέχρι τον Ιανουάριο του 2008 οπότε οι μετοχές τους μεταβιβάστηκαν στον κ. Γιάννη Γεωργίου ο οποίος ανέλαβε και ως διευθυντής. Κατά την προφορική του μαρτυρία παρουσίασε το Ιδρυτικό και Καταστατικό των Εναγόντων (Τεκμ. 22). Αντεξεταζόμενος αναγνώρισε το έγγραφο απαλλαγής το οποίο υπέγραψε (Τεκμ. 23). Ήταν η θέση του ότι το είχε υπογράψει στα γραφεία των Εναγομένων και ότι δεν υπήρχε σφραγίδα των Εναγόντων σ' αυτό. Ο Μ.Υ.1 κ. Σόλων Αλεξάνδρου είναι στην υπηρεσία των Εναγομένων από τις 2.1.
  4. Μέχρι τις 20.6.05 μεταξύ των καθηκόντων του ήταν και η επιθεώρηση εμπορευμάτων που κατατίθεντο επ' ονόματι των Εναγομένων για λογαριασμό πελατών τους σε αποθήκες αποταμίευσης. Στη γραπτή δήλωση του (Τεκμ. Γ) υποστήριξε ότι στην επίδικη αποθήκη τοποθετούντο αποκλειστικά εμπορεύματα τα οποία ανήκαν σε εταιρείες συμφερόντων των κ. Χριστάκη και Πανίκου Γιολίτη, οι οποίοι παράλληλα ήταν μέτοχοι και διευθυντές των Εναγόντων. Εξαρχής υπήρχε συναντίληψη και προφορική συμφωνία με τους Ενάγοντες ότι επειδή τα εμπορεύματα ανήκαν σε τέτοιες εταιρείες οι Εναγόμενοι δεν θα χρέωναν τους εισαγωγείς για αποθηκευτικά τέλη και με τη σειρά τους οι Ενάγοντες δεν θα χρέωναν τους Εναγομένους. Ήταν γι' αυτό το λόγο που ο ίδιος κατά τον Οκτώβριο 2002 ζήτησε και γραπτή επιβεβαίωση, οπότε ο Μ.Ε.2 υπέγραψε και απέστειλε το Τεκμ.
  5. Σε καμιά από τις επισκέψεις του για επιθεώρηση δεν τού αναφέρθηκε ότι υπήρχαν οποιαδήποτε οφειλόμενα ποσά. Προφορικά είπε πως δεν γνωρίζει τον Μ.Ε.2, με τον οποίον και δεν είχε συνάντηση οποτεδήποτε. Κατά την αντεξέτασή του εξήγησε τη διαδικασία χρηματοδότησης προς εισαγωγή εμπορευμάτων, την τοποθέτηση σε αποθήκες (bonded), την εκτελώνιση και την πληρωμή των αποθηκευτικών. Είπε πως η τοποθέτηση σε αποθήκη ήταν επιλογή του πελάτη. Επέμεινε ότι το Τεκμ. 23 είχε σταλεί υπογραμμένο μέσω τηλεομοιότυπου στα γραφεία τους. Ο Μ.Υ.2 κ. Ανδρέας Δημητρίου είναι επίσης στην υπηρεσία των Εναγομένων και από το 1999 ασκεί καθήκοντα διευθυντή της Υπηρεσίας Εμπορικών Συναλλαγών (εφεξής "Υ.Ε.Σ"). Στην γραπτή δήλωσή του (Τεκμ. Δ) είπε μεταξύ άλλων πως τα εμπορεύματα που εισήγαγαν οι εταιρείες CY και JY τοποθετούντο στην αποθήκη των Εναγόντων καθότι οι διευθυντές και μέτοχοι των δύο εισαγωγικών εταιρειών ήταν επίσης διευθυντές και μέτοχοι των Εναγόντων και υπήρχε εξαρχής συναντίληψη ότι οι Ενάγοντες δεν θα χρέωναν τους Εναγόμενους με αποθηκευτικά τέλη. Κατά το 2002 ο ίδιος ζήτησε από τον Μ.Υ.1 να επιβεβαιωθεί και γραπτώς αυτή η προφορική συμφωνία. Αναγνώρισε ως τέτοια επιβεβαίωση το Τεκμ.
  6. Αρνήθηκε ότι ασκήθηκε πίεση στον υπογράψαντα την εν λόγω βεβαίωση. Ο Μ.Υ.3 κ. Σωτήρης Ράλλης είναι επίσης στην υπηρεσία των Εναγομένων. Υπηρετούσε ως Προϊστάμενος του Τμήματος Εμπορικών Συναλλαγών του καταστήματος 201 στη Λεμεσό. Στη γραπτή δήλωση του (Τεκμ. Ε) ανέφερε μεταξύ άλλων ότι στα πλαίσια της εργασίας του συνεργάζετο με την εταιρεία JY. Επίσης ότι κατόπιν απαίτησης του Μ.Ε.2 τα εμπορεύματα που εισήγαγε η πιο πάνω εταιρεία τοποθετούντο στην αποθήκη των Εναγόντων και εξαρχής υπήρχε προφορική συμφωνία ότι οι Ενάγοντες δεν θα χρέωναν τους Εναγόμενους με αποθηκευτικά τέλη και οι τελευταίοι με τη σειρά τους δεν θα χρέωναν τους εισαγωγείς. Σε μια περίπτωση που ο ΜΥ3 επισκέφθηκε την αποθήκη για έλεγχο το 2005 ήταν παρών ο Μ.Ε.2, ο οποίος, όχι μόνον δεν ζήτησε χρήματα, αλλά αντιθέτως επιβεβαίωσε τη δέσμευση των Εναγόντων ότι δεν θα διεκδικούσαν τέλη. Αξιολόγηση μαρτυρίας - Ευρήματα Παρακολούθησα με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα όσα ανέφεραν, σε συνδυασμό με την έγγραφη μαρτυρία. Είναι γενικά αποδεκτό πως μεγάλο μέρος των γεγονότων δεν έχει αμφισβητηθεί και σ' αυτά θα γίνει αναφορά κατωτέρω. Ως προς τα υπόλοιπα θα πρέπει να σημειωθεί ότι όπως είναι φυσικο, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο όλοι οι μάρτυρες στην παρούσα συνδέονται περισσότερο με την πλευρά που τους κάλεσε. Αυτό το στοιχείο όμως από μόνο του δεν σημαίνει απαραιτήτως πως ο κάθε μάρτυρας ήταν διατεθειμένος λόγω της σχέσης που έχει, να αλλοιώσει γεγονότα ή να ψευδομαρτυρήσει προς όφελος της πλευράς που τον έχει καλέσει. Ειδικότερα όμως η Μ.Ε.1 έδειξε αυτή την τάση, όπως επιβεβαιώνεται από την ανεξήγητη επιμονή της σε κάποια γεγονότα για τα οποία εκ των πραγμάτων ήταν αδύνατο να είχε γνώση και να ήταν απολύτως βέβαιη. Το πρώτο ήταν η επιμονή της ότι οι Ενάγοντες δεν συμφώνησαν με τους Εναγόμενους να μην χρεωθούν οι τελευταίοι και το δεύτερο ότι ο Μ.Ε.2 αποκλείεται να υπέγραψε το Τεκμήριο 23 καθότι - όπως είπε - θα το ήξερε η ίδια. Πράγμα όμως καθόλου αυτονόητο. Ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψιν ο τρόπος που τελικά υπεγράφη. Γενικά μού έδωσε την εικόνα ότι προσπαθούσε πάση θυσία να υποστηρίξει τους Ενάγοντες και δεν μπορώ να δεχθώ τη μαρτυρία της σ' αυτά τα ουσιώδη ζητήματα. Γενικά δεν δέχομαι τη μαρτυρία της, εκτός σε όποιο μέρος αυτή συνάδει με άλλη αξιόπιστη έγγραφη η προφορική μαρτυρία. Την ίδια τακτική κατά τη μαρτυρία του ακολούθησε και ο Μ.Ε.
  7. Για τα ουσιώδη ζητήματα υπήρξαν περιπτώσεις που προέβαλε αντιφατικές θέσεις, άλλες που δεν μπορούσε να τεκμηριώσει με πειστικό τρόπο τα όσα ανάφερε και άλλες που επικαλείτο κατά το δοκούν αδυναμία μνήμης. Βασικό χαρακτηριστικό του άλλωστε ήταν η ικανότητα του να ελίσσεται και να προσαρμόζει τις απαντήσεις του αναλόγως του τι θεωρούσε ότι τον εξυπηρετούσε στην κάθε περίπτωση. Κατά παρόμοιο τρόπο δεν δέχομαι τη μαρτυρία του σε όποιο βαθμό αντικρούεται από άλλη αξιόπιστη έγγραφη ή προφορική μαρτυρία. Όσον αφορά τους μάρτυρες υπεράσπισης πρέπει να παρατηρήσω ότι γενικά μού έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων και ειλικρινών προσώπων. Η μαρτυρία όλων κατά το πλείστο και ουσιωδέστερο μέρος της συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία. Απαντούσαν σε όλες τις ερωτήσεις ευθέως και πειστικά, μη διστάζοντας να αναγνωρίσουν και γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να επενεργήσουν εις βάρος των εναγομένων. Δεν θεωρώ ότι είχαν πρόθεση να ψευδομαρτυρήσουν προς όφελος των εργοδοτών τους. Κάποιες μικροαντιφάσεις και αδυναμίες στη μαρτυρία τους αφορούν σε επουσιώδη ζητήματα και δεν επηρεάζουν τη γενικότερη καλή εικόνα που σχημάτισα. Αντιθέτως ενισχύουν την αξιοπιστία τους αφού καταδεικνύουν ότι δεν υπήρξε προσυνεννόηση και προετοιμασία. Ειδικότερα στην παρούσα προκύπτει ότι οι ενάγοντες συστάθηκαν ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης το 1980 και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν ιδιοκτήτες της Γενικής Αποθήκης Αποταμιεύσεως υπ' αρ. 5147 (General Bonded Warehouse) στον Ύψωνα Λεμεσού. Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ανήκε εξ ημισείας στους αδελφούς Πανίκο (Μ.Ε.2) και Χριστάκη Γιολίτη, οι οποίοι ήταν και οι διευθυντές της μέχρι τις 25.1.08, οπότε μεταβίβασαν τις μετοχές τους σε κάποιον Γιάννη Γεωργίου. Κατ' εκείνη την ημερομηνία ο τελευταίος ανέλαβε και ως μοναδικός διευθυντής της εταιρείας (Τεκμ. 1 και 22). Ο Πανίκος Γιολίτης (ΜΕ2) ήταν επίσης μέτοχος και διευθυντής της John Yolitis & Sons Ltd και ο Χριστάκης Γιολίτης ήταν επίσης μέτοχος και διευθυντής της Christakis Yolitis & Sons Ltd ("JY" και "CY" αντίστοιχα). Οι δύο αυτές εταιρείες κατά καιρούς εισήγαγαν εμπορεύματα με χρηματοδότηση των Εναγομένων. Να σημειωθεί πως τόσο στα έγγραφα που παρουσιάστηκαν, όσο και από τον ΜΥ3 παρεμπιπτόντως έγινε αναφορά σε ακόμα μια εταιρεία του Πανίκου χωρίς αυτό να αμφισβητηθεί σε οποιοδήποτε στάδιο. Πρόκειται για την Kingstar Textiles Ltd (στο εξής "K.T."). Οι τρεις αυτές εταιρείες ήταν οι εισαγωγείς των επίδικων εμπορευμάτων μεταξύ των ετών 1994-
  8. Για τις δύο πρώτες υπάρχει στην έκθεση υπεράσπισης σχετικός ισχυρισμός, καθώς και αντίστοιχη αποδεκτή μαρτυρία ότι εισήγαγαν τα εν λόγω εμπορεύματα με χρηματοδότηση των Εναγομένων. Προφανώς και δεν υπήρχε η δυνατότητα ή η επιθυμία άμεσης εκτελώνισης των εν λόγω εμπορευμάτων. Εξ ου και τοποθετήθηκαν κατ' επιλογήν και κατ' απαίτησιν των εισαγωγέων (όπως θα διαφανεί κατωτέρω) στην επίδικη Αποθήκη, με προοπτική την εκτελώνιση τους όταν θα υπήρχε η σχετική βούληση και η οικονομική δυνατότητα εκ μέρους των εισαγωγέων. Ενόψει της χρηματοδότησης από τους Εναγόμενους, δηλαδή της πληρωμής του τιμήματος αγοράς των εμπορευμάτων, αυτά τελούσαν υπό τον έλεγχο των (Εναγομένων) και όπως εξήγησε η Μ.Ε.1 απαιτούντο οι δικές τους γραπτές οδηγίες (instructions) για την τοποθέτηση σε αποθήκη. Δεν έχουν παρουσιαστεί οι οδηγίες αυτές για όλα τα επίδικα εμπορεύματα. Ενδεικτικά όμως παρουσιάστηκαν τέτοιες οδηγίες ημερ. 19.10.94 για την πρώτη επίδικη παραλαβή που αφορούσε εμπορεύματα της CY (Τεκμ. 20). Προκύπτει από το Τεκμ. 20 πως αφορούσε 68 δέματα και οι οδηγίες ήταν να φυλαχθούν στο όνομα των Εναγομένων, καθώς και ότι αποθηκευτικά και άλλα έξοδα θα ήταν για τον τελικό παραλήπτη ο οποίος θα υποδεικνύετο από την Τράπεζα (". are for the final receiver of the goods."). Μετά τις τραπεζικές οδηγίες εκδίδετο το Πιστοποιητικό Κατάθεσης (Certificate of Deposit) από τους Ενάγοντες. Παρομοίως το μόνο τέτοιο πιστοποιητικό που έχει ενδεικτικά παρουσιαστεί είναι το Τεκμ. 21, το οποίο από πλευράς ημερομηνίας και αριθμού δεμάτων προκύπτει ότι σχετίζεται με τις προαναφερθείσες τραπεζικές οδηγίες (Τεκμ. 20). Αφορά το Stock αρ. 70/94 και όλα τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι αφορούν εισαγωγή της CY και όχι της JY, που κατέγραψε ιδιοχείρως η Μ.Ε.
  9. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τη μεταγενέστερη επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων ημερ. 5.8.09, στην οποίαν αναφέρουν ως εισαγωγέα την CY (Τεκμ. 4), καθώς και από τη Διασάφηση Εξαγωγής του Τελωνείου ημερ. 25.3.11 (Τεκμ. 6). Έτσι εκεί που η Μ.Ε.1 έγραψε ότι κατατέθηκαν από τους Εναγόμενους για "λογαριασμό της JY" θα έπρεπε να γράψει "για λογαριασμό της CY". Η ουσία είναι πως τα πρώτα αυτά εμπορεύματα αποθηκεύτηκαν στις 24.10.
  10. Συνολικά κατά το χρονικό διάστημα 24.10.94 έως 8.10.98 και κατά παρόμοιο τρόπο είχαν αποθηκευθεί εμπορεύματα εκ μέρους της JY υπ' αρ. Stock 31/97, 81/97, 93/97 και 48/98, εκ μέρους της CY υπ' αρ. Stock 70/94 και εκ μέρους της KT υπ' αρ. Stock 97/
  11. Περαιτέρω λεπτομέρειες των εισαγωγών αυτών φαίνονται στα έγγραφα που έχουν κατατεθεί και θα γίνεται αναφορά όπου χρειάζεται. Κατά το 1997 και το 1998 οι Εναγόμενοι υπέγραψαν Διατακτικά Παράδοσης (Delivery Orders) για μέρος των εμπορευμάτων υπ' αρ. Stock 31/97 και 97/98 προς όφελος αντίστοιχα των εταιρειών JY και ΚΤ (Τεκμ. 19) Η Μ.Ε.1 ανέφερε (στην παράγραφο 11 της γρ. δ) πως οι Ενάγοντες χρέωναν και εξέδιδαν τιμολόγια για τα οφειλόμενα ποσά, (αποθηκευτικά και άλλα) και ότι παρέδιδαν τα εμπορεύματα αφού πρώτα πληρώνοντο, πλην όμως δεν παρουσίασε τέτοια τιμολόγια ή στοιχεία πληρωμών από τους Εναγόμενους. Είναι παραδεκτό επίσης ότι περί τα τέλη Οκτωβρίου 2002 ο Μ.Ε.2 υπέγραψε ως διευθυντής των Εναγόντων επιστολή με την οποίαν απάλλασσαν τους Εναγόμενους "από τα αποθηκευτικά και οποιαδήποτε άλλα έξοδα" (Τεκμ. 23). Στις 5.8.09 οι Ενάγοντες υπό τον νέο ιδιοκτήτη, με επιστολή των δικηγόρων τους, κάλεσαν τους Εναγόμενους όπως εντός 15 ημερών καταβάλουν το ποσό των €56.927 ως το αντάλλαγμα για την παραχώρηση αποθηκευτικού χώρου στην αποθήκη τους μέχρι 15.7.09 για τα Stock αρ. 31/97, 81/97, 93/98, 48/98, 70/94 και 97/98 και εν συνεχεία να καταβάλλουν τα αποθηκευτικά τέλη σε μηνιαία βάση. Στις 8.9.09 οι Ενάγοντες εξέδωσαν και έξι τιμολόγια αντίστοιχα, χρεώνοντας τους Εναγόμενους με το συνολικό ποσόν των €56.929,16 (Τεκμ. 3) και στις 16.9.09 καταχώρισαν την παρούσα αγωγή. Για σκοπούς πληρέστερης εικόνας αξίζει να αναφερθούν και κάποια γεγονότα για τις εξελίξεις μετά την καταχώριση της αγωγής (αν και διαπιστώνεται ότι δεν μπορούν να έχουν ουσιώδη επίδραση). Στις 5.8.10 με νέα επιστολή τους οι Ενάγοντες ενημέρωσαν τους Εναγόμενους ότι είχαν αποταθεί στο Τελωνείο για άδεια καταστροφής των εμπορευμάτων και τους κάλεσαν να τα παραλάβουν (Τεκμ. 18). Οι Εναγόμενοι με το Τεκμ. 17 ζήτησαν παράταση 2 εβδομάδων για να επιτευχθεί επανεξαγωγή και οι Ενάγοντες συμφώνησαν με το Τεκμ. 14 ημερ. 6.9.10 Σε νέα επιστολή τους, ημερ. 16.9.10 (Τεκμ. 12), οι Εναγόμενοι αναφέρθηκαν στο θέμα της επανεξαγωγής, καθώς και στο θέμα των αποθηκευτικών παραπέμποντας στις θέσεις που προέβαλαν στην καταχωρισθείσα Υπεράσπιση τους (27.11.09). Δεν δέχθηκαν όμως ότι είχαν σχέση με τα Stock 93/98, 48/98 και 97/
  12. Οι Ενάγοντες με επιστολή ημερ. 21.9.10 επέμειναν ότι οι Εναγόμενοι είχαν αποθηκεύσει τα εν λόγω εμπορεύματα (Τεκμ. 11). Στις 24.2.11 οι Ενάγοντες επανήλθαν ζητώντας να δοθούν Διατακτικά (Delivery Orders) στους ίδιους ώστε αυτά να καταστραφούν ή επανεξαχθούν (Τεκμ. 10). Το αίτημα τους επανέλαβαν και στις 9.3.11, αλλά μόνον για τα Stock 31/97, 81/97 και 93/97 και 70/94 (Τεκμ. 9). Οι Εναγόμενοι ενημέρωσαν με επιστολή ημερ. 10.3.11 (Τεκμ. 8) ότι παρέδιδαν διατακτικά για τις τέσσερεις πιο πάνω αποθηκεύσεις. Με επιστολή ημερ. 14.3.11 οι Ενάγοντες ζήτησαν διορθώσεις όσον αφορά τα δέματα του Stock αρ. 31/97 (4 αντί 9) και στον αριθμό του Stock 93/98 που έπρεπε να είναι 93/97 (Τεκμ. 7). Στο δικαστήριο παρουσιάστηκαν τρία τέτοια διατακτικά για τα Stock αρ. 31/97, 81/97 και 93/97 ημερ. 10.3.11 (Τεκμ. 5). Τελικά το Τελωνείο στις 25.3.11 εξέδωσε έξι Διασαφήσεις Εξαγωγής, δηλαδή για όλες τις έξι αποθηκεύσεις που έχουν προαναφερθεί (Τεκμ. 6). Οι Διασαφήσεις αυτές αντιστοιχούν και συνάδουν με τα έξι τιμολόγια των Εναγόντων όσον αφορά τις ποσότητες δεμάτων και όπως εξήγησε η Μ.Ε.1 οι χρεώσεις αφορούν το υπόλοιπο των εμπορευμάτων που παρέμεναν στην αποθήκη τους μέχρι εκείνη την ημέρα. Ήταν βασική θέση της Μ.Ε.1 ότι αν υπήρχε διευθέτηση μη χρέωσης θα το γνώριζε οπωσδήποτε η ίδια και δεν θα χρέωνε στο Πιστοποιητικό Αποταμίευσης (Τεκμ. 21). Αυτό όμως δεν ήταν απαραίτητο. Το εν λόγω πιστοποιητικό φαίνεται να είναι ένα τυπικό έγγραφο, το οποίο εκδίδεται σε κάθε περίπτωση. Δεν συνιστά την χρέωση προς οποιονδήποτε, εξ ου και αργότερα χρειάστηκε να εκδοθούν τα τιμολόγια, όταν τελικά οι Ενάγοντες αποφάσισαν να χρεώσουν. Η Μ.Ε.1 απλώς υπέθετε ότι δεν υπήρξε συμφωνία. Όπως διαπιστώνεται όμως δεν γνώριζε τα πάντα. Πέραν της γενικότερης εντύπωσης μου, η επιβεβαίωση για το ότι η Μ.Ε.1 δεν ήταν ενήμερη για όλα όσα είχαν συμφωνηθεί ή όσα λάμβαναν χώρα, προέρχεται και από το ότι δεν είχε γνώση ούτε για την υπογραφή του Τεκμ. 23 από τον Μ.Ε.2, πράγμα που ο τελευταίος παραδέχετο. Παρά ταύτα και πάλιν η Μ.Ε.1 επέμενε ότι "αποκλείεται" να υπεγράφη τέτοια απαλλαγή, ότι θα τη δακτυλογραφούσε η ίδια αν υπήρχε και ότι θα το γνώριζε αν υπεγράφετο από τον Μ.Ε.
  13. Στην προσπάθεια της αυτή επιστράτευε διάφορα μη πειστικά επιχειρήματα προσπαθώντας ανεπιτυχώς να πείσει ότι χωρίς αυτήν δεν μπορούσε να γίνει οτιδήποτε, λέγοντας συγκεκριμένα ότι ποτέ δεν έφευγε εκτός Κύπρου και ότι όποτε τη χρειάζονταν τής τηλεφωνούσαν να έρθει διότι η κατοικία της ήταν πολύ κοντά στα γραφεία των Εναγόντων. Η επιμονή της Μ.Ε.1 ότι οι Εναγόμενοι γνώριζαν τις χρεώσεις και τις αποδέχθηκαν (παράγραφος 4 της γραπτής δήλωσης) αντικρούεται από το έγγραφο των Εναγομένων - Τεκμήριο 20 στο οποίο αναγράφεται σαφώς ότι: "Store rent and other store charges are for the final receiver of the goods, who will be pointed by us". Μπορεί να λεχθεί ότι από αυτό και μόνο προκύπτει και επιβεβαιώνεται η αναφερθείσα (από όλους τους μάρτυρες υπεράσπισης) συναντίληψη για μη χρέωση των Εναγομένων, αλλά για καταβολή των αποθηκευτικών εξόδων από τον τελικό παραλήπτη των εμπορευμάτων. Προφανώς αυτός ήταν και ο λόγος που δεν εκδόθηκαν τιμολόγια νωρίτερα και ούτε κλήθηκαν οι Ενάγοντες να καταβάλουν οποτεδήποτε οποιοδήποτε ποσό, ενόσω οι Ενάγοντες διοικούντο από τον Μ.Ε.2 και τον Χριστάκη. Η Μ.Ε.1 επέμενε ότι στις παλαιότερες περιπτώσεις έκδοσης Διατακτικών από τους Εναγόμενους, οι Ενάγοντες χρέωναν και εξέδιδαν τιμολόγια για τα οφειλόμενα ποσά αποθηκευτικών και παρέδιδαν τα εμπορεύματα αφού πληρώνοντο. Είναι πολύ λογικό πως αν ήταν έτσι τα πράγματα θα ήταν πολύ εύκολο να παρουσιάσει τέτοια τιμολόγια και στοιχεία για τις πληρωμές ή έστω να αναφερθεί σ' αυτά προφορικά, δηλαδή χωρίς την προσκόμιση εγγράφων. Πραγματικά αυτό θα την επιβεβαίωνε και θα έθετε τέρμα στην κάθε συζήτηση. Δεν προέβη όμως σε καμιά τέτοια αναφορά. Να σημειωθεί πως παρουσίασε έγγραφα για αποδεσμεύσεις εμπορευμάτων που έγιναν κατά την περίοδο 1997-1998 από τα Stock υπ' αρ. 97/98 και 31/97, ήτοι το Τεκμ. 19, πλην όμως χωρίς παράλληλα να παρουσιάσει ή αναφερθεί σε στοιχεία για χρεώσεις και πληρωμές από τους Εναγόμενους. Έχω τη γνώμη πως ο λόγος που δεν το έπραξε είναι απλούστατα επειδή δεν υπήρξαν τέτοιες χρεώσεις και αντίστοιχες πληρωμές από τους Εναγόμενους. Περαιτέρω η όλη εκδοχή της Μ.Ε.1 παρουσιάζει αντιφάσεις καθότι από τη μια ισχυρίζεται ότι καθυστέρησαν για τόσο μεγάλο διάστημα να χρεώσουν λόγω απουσίας του ενός διευθυντή στο εξωτερικό (Χριστάκη) και ασθενείας του άλλου (Πανίκου) και από την άλλη ισχυρίζεται ότι χρέωναν μόνο όταν αποδεσμεύοντο εμπορεύματα, πράγμα που δεν συνάδει με την έκδοση τιμολογίων στις 8.9.09 χωρίς να έχει τεθεί θέμα αποδέσμευσης εμπορευμάτων. Γενικά ήταν πολύ φανερή η αδυναμία της να προβάλει κάποια πειστική εξήγηση για το λόγο που παρέλειψαν από το 1994 μέχρι και το 2009 να ζητήσουν πληρωμή. Η αλήθεια φάνηκε αργότερα όταν η Μ.Ε.1 υποχρεώθηκε στο τέλος αντεξεταζόμενη να δεχθεί πως ήταν μετά που ανέλαβε ο νέος μέτοχος (Γιάννης Γεωργίου) που προχώρησαν στο να χρεώσουν για τα αποθηκευτικά. Αναφερόταν στην επιστολή ημερ. 5.8.09, (Τεκμ. 4). Η οποία βεβαίως στάληκε από δικηγόρους πριν την έκδοση οποιωνδήποτε τιμολογίων και κρίνεται ότι έχει σχέση μόνο με την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των Εναγόντων. Περαιτέρω ισχυριζόταν ότι παρά τα προβλήματα των διευθυντών, εντούτοις υπήρχε συχνή επικοινωνία μαζί τους και ότι ειδοποιούσαν τους Εναγόμενους για τα αποθηκευτικά όταν έρχονταν για ελέγχους εμπορευμάτων για να καταλήξει και πάλιν ότι ήταν με την αλλαγή του διευθυντή που προχώρησαν στο να διεκδικήσουν τα αποθηκευτικά. Όπως θα διαφανεί αυτή η αλλαγή ήταν και η αιτία διαφοροποίησης της στάσης των Εναγόντων. Αναφορικά με τον Μ.Ε.2 να σημειωθεί ότι καταρχάς δεν αμφισβητείται ότι όλα τα επίδικα εμπορεύματα εισήχθηκαν από τρίτες εταιρείες που ανήκαν στους μετόχους και διευθυντές των Εναγόντων. Ο Μ.Ε.2 στη γραπτή δήλωση του προσπάθησε εντέχνως χρησιμοποιώντας τον όρο "εισαγωγείς" να πείσει ότι για όλες τις περιπτώσεις ακολουθείτο η τακτική της πληρωμής αποθηκευτικών από τους Εναγόμενους και ακολούθως παραδίδοντο τα εμπορεύματα. Όμως ούτε αυτός είχε οποιαδήποτε στοιχεία τέτοιων πληρωμών για αποδεσμεύσεις που έγιναν κατά τα έτη 1997-1998 (Τεκμ. 19). Παρά τα όσα αναφέρθηκαν στην Ε/Α όσον αφορά τις ημερομηνίες, όντως πρόκειται για αποθηκεύσεις που έγιναν μεταξύ 1994-
  14. Ήταν η θέση του Μ.Ε.2 ότι τουλάχιστον δύο φορές ετησίως ερχόταν κλιμάκιο από τους Εναγόμενους για έλεγχο των εμπορευμάτων (πράγμα στο οποίο συμφωνούν οι Εναγόμενοι). Επέμενε ότι κάθε φορά ετίθετο από τους Ενάγοντες το θέμα της πληρωμής των αποθηκευτικών προς το κλιμάκιο. Αν ήταν έτσι όμως τα πράγματα σημαίνει πως αυτό γινόταν και μέχρι το 2002 (πριν την υπογραφή του Τεκμ. 23). Θα ήταν πολύ λογικό οι Ενάγοντες να λάμβαναν κάποια περαιτέρω μέτρα όπως π.χ. μια επιστολή, μια χρέωση με τιμολόγιο ή ακόμα και αγωγή από τότε. Ο Μ.Ε.2 δεν έχει δώσει κάποια εξήγηση ως προς την αδράνεια των Εναγόντων για την περίοδο 1994 έως
  15. Μάλιστα έφθασε μέχρι το σημείο να υποστηρίζει ότι οι Εναγόμενοι γνώριζαν το ποσόν, ότι ήταν δυνατό να πληρωθεί ΦΠΑ χωρίς τιμολόγια, ενώ σε άλλο σημείο προέβαλε ακόμα και ότι υπήρχαν τα τιμολόγια εννοώντας σε παλαιότερο χρόνο. Πράγμα που σαφώς αντικρούεται από το ότι τα μόνα τιμολόγια ήταν αυτά που τελικά εκδόθηκαν το 2009, δηλαδή πολύ αργότερα. Ευρισκόμενος σε δύσκολη θέση δέχθηκε στο τέλος ότι μπορεί όντως να καθυστέρησε η χρέωση, υιοθετώντας τώρα τη θέση ότι δεν υπήρχε κάποιος ιδιαίτερος λόγος γι' αυτό. Πράγμα που, εκτός του ότι αντιφάσκει με τα ανωτέρω, αναιρεί και όλους τους ισχυρισμούς για δυσκολίες λόγω προβλημάτων υγείας του ιδίου ή απουσίας του Χριστάκη. Εν πάση περιπτώσει υπήρχε λόγος για τη μη χρέωση και αυτός ήταν η διευθέτηση που υπήρξε, η οποία σαφώς ωφελούσε τους εισαγωγείς. Όσον αφορά το Τεκμ. 23 ο Μ.Ε.2 προέβαλε διαδοχικά και εν πολλοίς αντικρουόμενα με άλλες θέσεις επιχειρήματα. Είπε ότι τον πίεσαν να το υπογράψει, ότι δεν φέρει τη σφραγίδα των Εναγόντων και ότι εν πάση περιπτώσει δεν αφορά αποθηκευτικά έξοδα μεταγενέστερης περιόδου από την υπογραφή του. Ως προς τις συνθήκες υπογραφής του επέμενε αρχικά ότι το υπόγραψε στα γραφεία των Εναγομένων κατόπιν "εκβιασμού" στην παρουσία 2-3 προσώπων. Παραδόξως δεν ενθυμείτο οποιοδήποτε πρόσωπο να αναφέρει. Θα ήταν πολύ λογικό και αναμενόμενο όμως, ένας άνθρωπος που υπήρξε θύμα μιας τέτοιας συμπεριφοράς να θυμάται έστω και έναν από τους παρόντες "εκβιαστές" κατά τον ίδιο. Ο Μ.Ε.2 ενθυμείτο γενικά και αόριστα ότι συμμετείχε και στην εταιρεία Greville Trading Ltd, αλλά και πάλιν δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε ακριβώς αποχώρησε. Κατά τη γνώμη μου καθόλου τυχαία, καθότι το θέμα συνδέετο με τις συνθήκες υπογραφής του Τεκμ.
  16. Υπάρχει σαφής ένδειξη στο εν λόγω έγγραφο ότι στάληκε μέσω τηλεομοιότυπου από τα γραφεία της Greville, πράγμα που συνάδει με τη μαρτυρία των Εναγομένων. Όταν υπεδείχθη στον Μ.Ε.2 η ένδειξη αυτή δεν την αμφισβήτησε. Αρκέστηκε αμήχανα να πει ότι δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Όταν αργότερα μάλιστα χρειάστηκε κάποια ενίσχυση σε άλλον ισχυρισμό του, επικαλέστηκε και ο ίδιος την αποστολή αυτή προσπαθώντας να πείσει ότι το Τεκμ. 23 υπήρχε και στα γραφεία των Εναγόντων και άρα το είδε και ο νέος ιδιοκτήτης κ. Γεωργίου. Η πραγματικότητα λοιπόν είναι πως το Τεκμ. 23 δεν υπεγράφη στα γραφεία των Εναγομένων. Έτσι εξηγείται και το γιατί ο Μ.Ε.2 δεν μπορούσε να αναφέρει και κάποιον από τους λειτουργούς που αβάσιμα ισχυρίζετο ότι ήταν παρόντες κατά την υπογραφή εκβιάζοντας τον. Η έγγραφη μαρτυρία για το θέμα επιβεβαιώνει την εκδοχή των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.
  17. Δεν δέχομαι τον ισχυρισμό του Μ.Ε.2 ότι δεν φέρει σφραγίδα το Τεκμ.
  18. Όλα τα στοιχεία συνηγορούν στο ότι φέρει τέτοια σφραγίδα πράγμα που ενισχύεται από το ότι τα γράμματα που την αποτελούν εκφεύγουν της κανονικής κάθετης γραφής της επιστολής και διαφέρουν από τα δακτυλογραφημένα. Εν πάση περιπτώσει το ουσιώδες είναι ότι δεν αμφισβητείται η υπογραφή η οποία και τέθηκε κάτω από το όνομα των Εναγόντων, σε επιστολόχαρτο που επίσης φέρει το όνομα τους με μεγαλύτερα και πιο τονισμένα γράμματα. Θα επανέλθω στο θέμα εξετάζοντας τη μαρτυρία των Εναγομένων. Ο Μ.Υ.1 υπηρετούσε στην Υ.Ε.Σ. των Εναγομένων από το 1989 έως το 2005, ο Μ.Υ.2 είναι Διευθυντής της ίδιας υπηρεσίας από το 1999 έως σήμερα, ενώ ο Μ.Υ.3 από το 1996 προϊστατο του Τμήματος Εμπορικών Συναλλαγών στο Κατάστημα αρ. 201, Λεωφ. Μακαρίου στη Λεμεσό. Παρότι κανένας τους δεν αναφέρθηκε σε εμπλοκή του από την πρώτη στιγμή, δηλαδή το 1994, εντούτοις παρέμεινε αναντίλεκτο πως είχαν επαφή με το θέμα από τα πρώτα χρόνια και είχαν γνώση για την περίπτωση της οικογένειας Γιολίτη, καθώς και του χειρισμού που τύγχανε. Η ουσία της διευθέτησης που υπήρχε εξαρχής και ασχέτως της ορολογίας που χρησιμοποίησαν οι μάρτυρες υπεράσπισης (δηλαδή είτε συναντίληψη, είτε προφορική συμφωνία) ήταν ότι τα εμπορεύματα της οικογένειας Γιολίτη τοποθετούντο στις αποθήκες που ήλεγχε η οικογένεια μέσω των Εναγόντων κατά προτίμηση της οικογένειας και ο λόγος ήταν για να μην χρεώνονται οι εισαγωγικές εταιρείες. Ήταν η κοινή θέση και των τριών αυτών μαρτύρων ότι τα εμπορεύματα τα οποία εισήγοντο με χρηματοδότηση των Εναγομένων τοποθετούντο ή όχι σε Αποθήκη (bonded) αναλόγως και κατόπιν αιτήματος του εισαγωγέα. Θέση η οποία είναι απολύτως λογική και συνάδει με την εφαρμοζόμενη εμπορική και τραπεζική πρακτική. Όπως εξήγησε λεπτομερέστερα ο Μ.Υ.1 είτε η οικονομική αδυναμία των εισαγωγέων, είτε η απροθυμία τους να πληρώσουν τους δασμούς εκείνη τη χρονική στιγμή, είτε η φύση των εμπορευμάτων που δεν δικαιολογούσε ολική εκτελώνιση, οδηγούσε στο αίτημα αποθήκευσής τους. Διατηρουμένου βεβαίως πάντοτε του δικαιώματος μερικής εκτελώνισης αφού οι εισαγωγείς κατέβαλλαν το ανάλογο ποσό της πίστωσης προς τους Εναγομένους οι οποίοι στα πλαίσια της χρηματοδότησης είχαν ήδη εξοφλήσει τον πωλητή - εξαγωγέα. Είναι λογικό λοιπόν πως οι Εναγόμενοι δεν είχαν οποιοδήποτε όφελος ή συμφέρον να επιμένουν σε τοποθέτηση των εμπορευμάτων σε άλλη αποθήκη, αφού ο στόχος ήταν να διευκολυνθούν οι εισαγωγείς. Ο Μ.Υ.3 εντίμως αναγνώρισε ότι στην αποθήκη των Εναγόντων κατατίθεντο εμπορεύματα όχι μόνον εταιρειών της οικογένειας Γιολίτη, αλλά και άλλων άσχετων εταιρειών που μπορεί να τύγχανε να είναι και πελάτες των Εναγομένων. Η διαφορά, όπως εξήγησε ο Μ.Υ.2, είναι πως η επίδικη αποθήκη δεν ήταν ανάμεσα στις εγκεκριμένες από τους Εναγόμενους για τοποθέτηση εμπορευμάτων άλλων πελατών που έτυχαν χρηματοδότησης και αν οποτεδήποτε έγινε κάτι τέτοιο ήταν εκ παραδρομής. Υπό τις περιστάσεις αυτές είναι καθόλα λογικό και αναμενόμενο πως αν τα επίδικα εμπορεύματα τοποθετούντο από τους Εναγόμενους σε οποιαδήποτε άλλη αποθήκη και αυτή χρέωνε τους Εναγόμενους με αποθηκευτικά κ.λπ., τότε οι τελευταίοι θα χρέωναν με τη σειρά τους τους εισαγωγείς, δηλαδή τις εταιρείες της οικογένειας Γιολίτη με το ισόποσο, πράγμα που θα επιβάρυνε τους λογαριασμούς τους με την τράπεζα. Δεν έχω πειστεί ότι αυτό ήταν κάτι που το προτιμούσε ο Μ.Ε.2 ή η οικογένεια του. Αν ήταν τόσο σημαντικό για λόγους ρευστότητας ή λογιστικούς να φανεί ότι οι Ενάγοντες εισέπραξαν τα αποθηκευτικά θα μπορούσαν πολύ εύκολα οι ίδιοι να εκδίδουν τιμολόγια κατά περιόδους πολύ νωρίτερα και να απαιτούν την είσπραξη τους ή ακόμα και οι εταιρείες CY και JY να προπληρώνουν από μόνες τους τα αποθηκευτικά στους Εναγόμενους ζητώντας να καταλήξουν στους Ενάγοντες. Είναι παράλογο να πιστέψει κάποιος πως οι ιδιοκτήτες των εισαγωγικών αυτών εταιρειών έχοντας υπό τον έλεγχο τους μέσω των Εναγόντων την επίδικη αποθήκη θα προτιμούσαν μια τέτοια πορεία και διαδικασία που θα είχε ως αποτέλεσμα την χρέωση τους με αποθηκευτικά έξοδα σε μια περίοδο που σαφώς είτε δεν μπορούσαν, είτε δεν ήθελαν να εκτελωνίσουν τα εισαχθέντα εμπορεύματα. Οποιοσδήποτε λογικός επιχειρηματίας θα προτιμούσε την αποθήκευση σε ελεγχόμενη από συγγενική εταιρεία αποθήκη, μη επιβαρύνοντας επιπλέον τους λογαριασμούς χρηματοδότησης των εισαγωγών. Πράγμα που θα διευκόλυνε αργότερα και την εκτελώνιση των εμπορευμάτων αφού δεν θα προαπαιτείτο η προεξόφληση και των αποθηκευτικών μαζί με την αξία των εμπορευμάτων προς τους Εναγόμενους, για την έκδοση Διατακτικών Παράδοσης. Για αυτό οι Ενάγοντες συμφώνησαν στη μη χρέωση των Εναγομένων. Αποτελεί καθόλα εύλογο συμπέρασμα πως η συναίνεση για τη μη χρέωση υπήρχε εξαρχής, εξ ου και δεν εκδόθηκε οποιοδήποτε τιμολόγιο από το
  19. Όπως εξήγησε επίσης ο Μ.Υ.3 τα εμπορεύματα κατατίθεντο στην συγκεκριμένη αποθήκη μετά από αίτημα των εταιρειών, διότι όπως είχε λεχθεί εξαρχής δεν θα είχαν πρόβλημα για τα αποθηκευτικά αφού ήταν δική τους η αποθήκη. Σημειώνω πως κατά την αντεξέταση του δεν αμφισβητήθηκε ότι ήταν αίτημα των εισαγωγέων να τοποθετηθούν εκεί τα εμπορεύματα. Αντιθέτως τού υποβλήθηκε ότι ήταν πολύ λογικό να ζητήσουν την τοποθέτηση στη συγκεκριμένη αποθήκη. Δεν δέχομαι όμως ότι οι εισαγωγείς το έπραξαν για να επωφεληθούν οι Ενάγοντες από τα αποθηκευτικά. Το έπραξαν για να αποφύγουν οι ίδιοι (οι εισαγωγείς) τα αποθηκευτικά που υπό άλλες περιστάσεις θα πλήρωναν σε οποιαδήποτε ξένη αποθήκη. Προφανώς αυτό είτε δεν το ανέφεραν στο νέο ιδιοκτήτη των Εναγόντων, είτε εκείνον δεν τον ενδιέφερε η προηγηθείσα διευθέτηση, οπότε και προχώρησε στην αγωγή λίγο μετά που ανέλαβε την εταιρεία. Νομική Πτυχή. Εισερχόμενος στη νομική πτυχή της υπόθεσης θα πρέπει να διευκρινιστεί καταρχάς ότι οι εναγόμενοι δεν επέμειναν και δεν προώθησαν μέχρι τέλους την προδικαστική ένσταση τους για έλλειψη κατά τόπον αρμοδιότητας του παρόντος δικαστηρίου. Ούτως ή άλλως όμως συμφωνώ ότι το κατ΄ ισχυρισμόν χρέος ήταν κομίσιμο στη Λάρνακα, όπου οι Ενάγοντες διατηρούσαν από 25.1.08 το εγγεγραμμένο γραφείο τους (Τεκμ. 1) και για αυτό έχει κατά τόπον αρμοδιότητα το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας (υπ. C&K Κυριάκου & Αδελφοί Λτδ v. Ιωάννου

(1990)1 ΑΑΔ 479). Όσον αφορά την ουσία έχει ήδη αναφερθεί πως οι Ενάγοντες με την Έκθεση Απαίτησης τους αξιώνουν το συνολικό ποσό των €56.929,16 ως αποθηκευτικά για την περίοδο από 23.6.97 έως 20.7.
  1. Είναι γεγονός ότι το ποσό αυτό συνάδει επακριβώς με το συνολικό ποσό των έξι τιμολογίων (τεκμ.3), αλλά κατά βάσιν και με τις χρεώσεις στην επιστολή ημερ. 5.8.09, στην οποία φαίνεται να είχαν υπολογιστεί μόνον οι ακέραιοι αριθμοί της κάθε χρέωσης, δηλαδή χωρίς τα σεντς (τεκμ.4). Δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία ότι το αξιούμενο με την αγωγή υπόλοιπο αφορά την αποθήκευση των εμπορευμάτων που τελικά παρέμειναν στην αποθήκη μέχρι την 20ην Ιουλίου
  2. Δηλαδή δεν αφορά εμπορεύματα για τα οποία είχαν στο ενδιάμεσο εκδοθεί Διατακτικά Παράδοσης και εξήλθαν της αποθήκης. Ακολούθως θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην Έκθεση Απαίτησης (παρ.4) γίνεται αναφορά σε περίοδο φύλαξης «από 23.6.97», πράγμα που δημιουργεί πρόβλημα όσον αφορά τα τιμολόγια 7218 και 7214 εφόσον σ΄ αυτά υπήρξε χρέωση για τις περιόδους από 24.10.94 και 27.3.97 αντίστοιχα, δηλαδή πριν την περίοδο που αναφέρεται στην Εκθεση Απαίτησης. Ενδεικτικό είναι πως η Μ.Ε.1 αντιλαμβανόμενη εν μέρει το λάθος προσπάθησε με την γραπτή δήλωση της (παρ.5) να διορθώσει την αναφορά αλλά και πάλιν μόνο εν σχέσει με το τιμολόγιο
  3. Δεν συμφωνώ ότι αυτό είναι κάτι που θα μπορούσε να γίνει δεκτό με μαρτυρία, ενόψει των σχετικών αρχών για την ορθή δικογράφηση. Φυσικά όμως τα πιο πάνω δεν θα αποτελούσαν ιδιαίτερο πρόβλημα για την απόδοση του υπολοίπου ποσού. Εάν δηλαδή κριθεί ότι οι ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να προβεί στους ανάλογους υπολογισμούς δεδομένου ότι ως προς τις χρονικές περιόδους των χρεώσεων στα τιμολόγια αυτές έγιναν επί τη βάσει εβδομάδων και θα μπορούσαν να αφαιρεθούν οι περίοδοι που δεν καλύπτονται δικογραφικά (ήτοι 12 εβδομάδες για το τιμολόγιο 7214 και 35 εβδομάδες για το τιμολόγιο 7218). Δικογραφικό πρόβλημα παρατηρείται όμως και από πλευράς υπεράσπισης. Ειδικότερα οι Εναγόμενοι προέβαλαν μεν τον ισχυρισμό στην παρ.5 της Έκθεσης Υπεράσπισης τους ότι στην επίδικη αποθήκη τοποθετήθηκαν εμπορεύματα συνδεδεμένων προς τους Ενάγοντες εταιρειών, οι οποίες κατ΄ ισχυρισμόν ανέλαβαν όλα τα έξοδα φύλαξης και αποθήκευσης, καθώς και ότι οι εναγόμενοι είχαν απαλλαχθεί από τέτοιες υποχρεώσεις, πλην όμως στην ίδια παράγραφο προχώρησαν και εξειδίκευσαν την εν λόγω θέση τους. Διευκρίνισαν επί λέξει ότι «εισαγωγείς των εν λόγω εμπορευμάτων ήσαν οι εταιρείες Christakis Yolitis & Sons Ltd και John Yolitis & Sons Ltd (στην συνέχεια οι χρεώστες)». Εκτός από τις δύο αυτές εταιρείες σε καμιά περίπτωση δεν αναφέρεται δηλαδή οπουδήποτε στην Έκθεση Υπεράσπισης η εταιρεία Kingstar Textiles Ltd ("K.T."). Δεδομένου ότι ο γενικός ισχυρισμός της παρ.5 της Έκθεσης Υπεράσπισης έχει εξειδικευθεί στη συνέχεια του δικογράφου, δηλαδή υπήρξε ισχυρισμός ότι αφορά τις δύο εταιρείες J.Y. και C.Y., θεωρώ ότι οι ισχυρισμοί των εναγομένων δεν είναι δυνατό να θεωρηθούν ότι κάλυπταν και μια τρίτη εταιρεία, μη αναφερθείσα στα δικόγραφα. Σημειώνω πως και καθόλη την ακροαματική διαδικασία εγίνετο αναφορά μόνο στις εταιρείες J.Y. και C.Y, με εξαίρεση τα έγγραφα που παρουσίασαν οι Ενάγοντες στα οποία όμως δεν επισημάνθηκε η ύπαρξη της Κ.Τ από οποιονδήποτε, καθώς και μια αμυδρή αναφορά του Μ.Υ.3 (στην Κ.Τ) όταν ήθελε να δώσει κάποιο παράδειγμα. Δεν εντοπίζεται άλλη αναφορά για αυτή. Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές οι οποίες αφορούν την υποχρέωση ορθής δικογράφησης των ισχυρισμών της κάθε πλευράς και στην προκειμένη περίπτωση η Δ.19 θ.4, 13, 15 και
  4. Η ουσία είναι πως κανονικά δεν επιτρέπεται στον Εναγόμενο στη μαρτυρία του να αναφερθεί σε γεγονότα και θέσεις που δεν έχει προβάλει προηγουμένως στην Έκθεση Υπεράσπισής του. Ακόμα και αν διάφορα γεγονότα τεθούν στη μαρτυρία χωρίς ένσταση το δικαστήριο δεν δικαιούται να στηριχθεί σε αυτά εφόσον δεν έχουν δικογραφηθεί (υπ. Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1541). Δεδομένου μάλιστα ότι οι εναγόμενοι παραδέχονται (στην παρ. 8) ότι παρέλαβαν το τεκμ. 4 θεωρώ ότι αν υπήρχε παρόμοιος ισχυρισμός και για την Κ.Τ. θα έπρεπε να τον προβάλουν δεόντως στην Έκθεση Υπεράσπισή τους. Ειδικότερα από τα τεκμήρια 3, 4, 6 και 19 συνάγεται ότι το stock αρ. 97/98 αφορούσε την Κ.Τ. ως εισαγωγέα και ότι 132 δέματα από αυτό παρέμειναν στην αποθήκη για την περίοδο 8.10.98 έως 20.7.09, οπότε εκδόθηκε σχετικό τιμολόγιο υπ΄ αρ. 7219 για συνολικό ποσό αποθηκευτικών, ασφαλείας, Φ.Π.Α., κ.λπ., ύψους €11.236,65 συν τόκο 9% εφόσον δεν εξοφλήθηκε εντός 8 ημερών. Αυτό το ποσό δεν καλύπτεται από την Έκθεση Υπεράσπισης και οι Ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση για το ισόποσο, εφόσον δεν τίθεται οποιοδήποτε άλλο ζήτημα να αποφασιστεί για το συγκεκριμένο. Ως προς τις άλλες δύο εταιρείες δηλαδή τις J.Y. και C.Y. έχει όντως καταδειχθεί μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία ότι υπήρχε διευθέτηση ότι εάν τα εμπορεύματα τοποθετούντο στην αποθήκη των εναγόντων, αυτοί δεν θα προχωρούσαν στην χρέωση των εναγομένων, πράγμα που με τη σειρά του οδηγούσε στην μη χρέωση και επιβάρυνση των εισαγωγέων εταιρειών με αποθηκευτικά. Η ύπαρξη της διευθέτησης αυτής επιβεβαιώνεται από: i. Τη μη χρέωση ή έκδοση τιμολογίων είτε κατά την περίοδο 1994-2002, είτε κατά τη μεταγενέστερη περίοδο 2002-
  1. ii. Τη μη χρέωση ή έκδοση τιμολογίων οποτεδήποτε είχε γίνει μερική εκτελώνιση προηγουμένως (π.χ. τεκμ.19). iii. Την υπογραφή του τεκμ.
  2. iv. Τη χρέωση και έκδοση τιμολογίων μόνο όταν άλλαξε η μετοχική δομή και ο διευθυντής των εναγόντων. v. Την μαρτυρία των Μ.Υ.1, Μ.Υ.2 και Μ.Υ.
  3. Όλα τα πιο πάνω έχουν εξαχθεί ως συμπεράσματα κατόπιν αξιολόγησης από το δικαστήριο και κατά βάσιν, δηλαδή ως γεγονότα εκτός από το τελευταίο σημείο δεν αμφισβητούνται από τους ενάγοντες. Η επιχειρηματολογία των τελευταίων αφορά κυρίως την ισχύ του τεκμ.23 και γενικότερα την εξαγωγή συμπεράσματος για ύπαρξη συναντίληψης μη χρέωσης με βάση το σύνολο των γεγονότων, ιδιαιτέρως ενόψει του ότι οι ενάγοντες αποτελούν ξεχωριστό νομικό πρόσωπο από τις εταιρείες J.Y. και C.Y. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι κάθε εταιρεία αποτελεί ξεχωριστό νομικό πρόσωπο με δικαιώματα και υποχρεώσεις. Όπως σχετικά έχει αναφερθεί στην υπόθεση Χατζηγαβριήλ ν. Ellinas Finance Public Company Ltd., Πολ. Έφεση 209/09, ημερ. 20.3.13 η αρχή της Salomοn δεν ατονεί σε περίπτωση που οι εταιρείες οργανώνουν τις επιχειρήσεις τους σε ομίλους ("in group structures"). To ερώτημα ακριβώς που εξετάζεται στην παρούσα είναι κατά πόσο οι Ενάγοντες ως ανεξάρτητη νομική οντότητα συναίνεσαν στη μη χρέωση ή στην απαλλαγή των εναγομένων από την καταβολή αποθηκευτικών. Σαφώς και είχαν τέτοιο δικαίωμα και δεν υπάρχει οτιδήποτε το επιλήψιμο εάν έπραξαν κάτι τέτοιο. Υπενθυμίζω ότι το άρθρο 41 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 προνοεί πως αν ο δανειστής αποδεχθεί εκπλήρωση της υπόσχεσης από τρίτο, δεν δύναται αργότερα να στραφεί προς εκτέλεση εναντίον του οφειλέτη. Η θέση των Εναγομένων δεν είναι δηλαδή ότι δεσμεύονται αυτομάτως και άνευ άλλου οι Ενάγοντες «απλά και μόνον επειδή έχουν τους ίδιους μετόχους ή διευθυντές», όπως εισηγήθηκαν οι τελευταίοι αγορεύοντας. Η σχετική θέση είναι ότι αυτοί οι διευθυντές των εναγόντων απάλλαξαν τους εναγομένους από την καταβολή αποθηκευτικών, με την προοπτική να διευθετήσουν το θέμα κατευθείαν με τους εισαγωγείς. Εκ μέρους των εναγόντων έγινε αναφορά στην υπόθεση ΣΠΕ Παλλουριώτισσας ν. Nicosia Palace Co Ltd v. Ηρακλέους
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 722 και στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. ν. 1. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ. κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 για να υποστηριχθεί ότι η απόφαση που περιέχεται στο τεκμ. 23 θα έπρεπε για να είναι έγκυρη να υπογράφεται και από τους δύο Συμβούλους σύμφωνα με το άρθρο 21 του Καταστατικού (τεκμ. 22). Η πραγματικότητα είναι πως ο εν λόγω κανονισμός δεν προνοεί αυτό που εισηγούνται οι Ενάγοντες. Απλώς καθορίζει ότι έγγραφη απόφαση υπογεγραμμένη από όλους τους διευθυντές η οποία εγκρίνεται από όλους με επιστολή θα είναι εξίσου έγκυρη και δεσμευτική ως θα ήταν εάν αυτή ελαμβάνετο σε συνεδρία των Συμβούλων. Το νόημα του εν λόγω κανονισμού δεν είναι ότι όλες οι αποφάσεις των Συμβούλων έπρεπε να είναι έγγραφες ή δι΄ επιστολών, ούτε ότι αποκλείετο η υφ΄ ενός των Συμβούλων προφορική ή γραπτή κοινοποίηση σε τρίτον απόφασης η οποία ελήφθη σε συνεδρία ή άλλη κανονική συνεννόηση των Συμβούλων. Σύμφωνα δε με τον Καν.15 του Ιδρυτικού Εγγράφου, μέχρι τον διορισμό των πρώτων συμβούλων «πάσαι αι εξουσίαι των Συμβούλων, θα ασκώνται υπό των Υπογραφέων του Ιδρυτικού εγγράφου». Είναι σαφές ότι οι υπογραφείς αυτοί ήταν οι Πανίκος και Χριστάκης Γιολίτης, οι οποίοι εν πάση περιπτώσει διορίστηκαν και ως πρώτοι Σύμβουλοι ασκώντας καθήκοντα μέχρι 25.1.08. Τα πιο πάνω συνάδουν και με το ότι με το καταστατικό των εναγόντων δεν αντικαταστάθηκαν οι καν.98 και 105 του Α΄ Πίνακα του Α΄ Παραρτήματος του Κεφ.113, οι οποίοι και εξακολουθούσαν να ισχύουν. Είναι δε σαφές από τον καν.98 ότι στις συνεδρίες των Συμβούλων τα διάφορα θέματα επιλύοντο δια πλειοψηφίας και ο προεδρεύων διέθετε νικώσα ψήφο, ενώ δυνάμει του καν.105 όλες οι πράξεις προσώπου που ενεργούσε ως Σύμβουλος ήταν έγκυρες ακόμα και αν διαπιστώνετο ελάττωμα στο διορισμό του. Διευκρινίζεται ότι στην παρούσα περίπτωση δεν τίθεται θέμα υπέρβασης εξουσίας (ultra vires) όσον αφορά τους σκοπούς των Εναγόντων. Άλλωστε όπως επιβεβαιώνεται και στην υπόθεση ΣΠΕ Παλλουριώτισσας (ανωτέρω) «το δόγμα ultra vires περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες όπου η συμφωνία ή η συναλλαγή έρχεται σε αντίθεση με τους σκοπούς του ιδρυτικού εγγράφου της εταιρείας», και δεν υπήρξε εδώ τέτοια εισήγηση. Η θέση των εναγόντων είναι ότι ο Μ.Ε.2 υπογράφοντας το τεκ.23 ενήργησε κατά παράβαση των εσωτερικών κανονισμών τους και γι΄ αυτό το εν λόγω έγγραφο δεν δεσμεύει τους Ενάγοντες. Οι ενάγοντες συμφωνούν ότι όταν ένας διευθυντής ή αξιωματούχος μιας εταιρείας που διορίζεται νόμιμα ενεργεί καθ΄ υπέρβαση των εξουσιών που τού παρέχονται η εταιρεία δεσμεύεται από τις πράξεις του σύμφωνα με την απόφαση Royal British Bank v. Turquand
(1856)E and B (1843-1860) All E.R. Rep.435 και ότι ο αντισυμβαλλόμενος δεν πρέπει να χάνει τα δικαιώματα του με τη δικαιολογία ότι μια εταιρεία ισχυρίζεται ότι ο αξιωματούχος της ενήργησε κατά παράβαση εξουσίας ενεργώντας σε αντίθεση με κάποιον εσωτερικό κανονισμό της. Πλην όμως οι ενάγοντες προβάλλουν ότι εδώ συντρέχει εξαίρεση (βάσει των αναφερθέντων στην υπόθεση ΣΠΕ Παλλουριώτισσας) καθότι οι εναγόμενοι δεν είχαν επιθεωρήσει τα δημόσια έγγραφα των εναγόντων. Έχοντας μελετήσει τις εκατέρωθεν εισηγήσεις σε συνδυασμό με τα ευρήματα γεγονότων, η κατάληξη μου είναι ότι: i. Εν πρώτοις το τεκμ.23 δεν περιέχει απόφαση την οποία κατ' ανάγκην έλαβε μόνος του ο Μ.Ε.2. Η υπάρχουσα μαρτυρία καταδεικνύει ότι απλώς επιβεβαιώνει παλαιότερη απόφαση των εναγόντων, η οποία συνάγεται από την όλη συμπεριφορά και δράση τους μεταξύ 1994-2002, δηλαδή σε περίοδο που δεν απουσίαζε ο Χριστάκης. ii. Ακόμα όμως και αν θεωρηθεί ως μια ξεχωριστή και νέα απόφαση του Μ.Ε.2, εντούτοις δεν έχει προκύψει με την απαιτούμενη σαφήνεια και βεβαιότητα ότι υπήρξε παράβαση εσωτερικού κανονισμού από τον Μ.Ε.2, δεδομένου ότι δεν έγινε γνωστό πώς αποφάσιζαν οι Σύμβουλοι και ποιος ήταν ο προεδρεύων. iii. Περαιτέρω ακόμα και αν υπήρξε παράβαση από τον Μ.Ε.2, θεωρώ ότι ισχύουν κατ΄ αναλογίαν όσα αποφασίστηκαν στην πιο πάνω υπόθεση ΣΠΕ Παλλουριώτισσας και ειδικότερα τα εξής: «Ένα πρόσωπο που συναλλάττεται με μια εταιρεία δεν έχει υποχρέωση να διερευνά και να βεβαιώνεται ότι οι εσωτερικές διαδικασίες έχουν ακολουθηθεί κανονικά. Αντίθετα μπορεί να βασισθεί στον κανόνα ότι όλα έγιναν σωστά και νομότυπα. (Οmnia praesumuntur rite et solemniter esse acta). (Bλ. Palmers "Company Law" 21η Εκδοση, σελ.245). Όπως έχει λεχθεί από το Δικαστή Lord Simons στην υπόθεση Morris v. Kanssen [1946] 1 All E.R. 586
(592), ". . persons contracting with a company and dealing in good faith may assume that acts within its constitution and powers have been properly and duly performed and are not bound to inquire whether acts of internal management have been regular." (Bλ. Επίσης Garrand v. James [1925] 1 Ch. 616). Σε ελεύθερη μετάφραση, «.. Πρόσωπα που συμβάλλονται με μια εταιρεία που ενεργούν με καλή πίστη μπορούν να υποθέσουν ότι πράξεις που τυγχάνουν εξουσιοδότησης από τους κανονισμούς και τις εξουσίες της εταιρείας έχουν εκτελεσθεί σωστά και δεν είναι υπόχρεοι να εξετάσουν κατά πόσο πράξεις εσωτερικής διοίκησης είναι κανονικές.» iv. Oι εναγόμενοι δεν είχαν υποχρέωση να βεβαιωθούν ότι η σχετική επιστολή (τεκμ.23) υπεγράφη σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανονισμούς των εναγόντων. Όπως λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση: «Η υιοθέτηση μιας τέτοιας ενέργειας θα ανέτρεπε το ισοζύγιο των εμπορικών δραστηριοτήτων. Όπως έχει πει ο Δικαστής Lord Simons στην υπόθεση Morris v. Kanssen
(1946)1 All E.R. 586
(592), "Τhe wheels of business will not go smoothly round unless it may be assumed that that is in order which appears to be in order." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Οι τροχοί του εμπορίου δεν θα γυρίζουν ομαλά εκτός αν υποτεθεί ότι βρίσκεται σε τάξη, αυτό που θα έπρεπε να ήταν σε τάξη.» Καταληκτικά θεωρώ ότι η υπογραφείσα δήλωση είναι τόσο σαφής που δεν αφήνει οποιαδήποτε περιθώρια αμφισβήτησης της, εξ ου και δεν έγινε καν τέτοια προσπάθεια. Οι ενάγοντες έχουν παραιτηθεί με αυτήν οποιουδήποτε δικαιώματος για είσπραξη αποθηκευτικών από τους εναγομένους. Όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση, δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενο του (βλ. υπ. Χ″Στυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, Πολ. Έφεση 38/09, ημερ. 22/5/12). Όπως έχει αποφασιστεί, σε τέτοιες περιπτώσεις δημιουργείται τεκμήριο δέσμευσης του υπογράφοντος (εδώ των Εναγόντων) ο οποίος κωλύεται να προωθήσει την αγωγή του. Κατάληξη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η υπεράσπιση των εναγομένων επιτυγχάνει όσον αφορά τις εταιρείες J.Y. και C.Y., ενώ οι Ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση για τα ποσά που αφορούν την εταιρεία Κ.Τ. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων για ποσό €11.236.65 με τόκο 9% ετησίως από 8.9.09 μέχρι εξόφλησης, συν έξοδα στην ανάλογη κλίμακα ως θα υπολογιστούν με νόμιμο τόκο από σήμερα και ΦΠΑ. (Υπ.) .......................................... Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.