← Κύπρος

Μαρίας Θεοχαρίδου ν. Γιώργου Κωνσταντίνου, Αρ. Αγωγής: 2276/13, 3/7/2013

Μαρίας Θεοχαρίδου ν. Γιώργου Κωνσταντίνου, Αρ. Αγωγής: 2276/13, 3/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A105 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2276/13 Μεταξύ: Μαρίας Θεοχαρίδου Ενάγουσας και Γιώργου Κωνσταντίνου Εναγομένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 3 Ιουλίου, 2013 Μονομερής Αίτηση ημερ. 20.6.2013 υπό Ενάγουσας για ενδιάμεσα διατάγματα ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κ. Μ. Μιχαήλ για κ. Χ. Τριανταφυλλίδη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση της η Ενάγουσα-Αιτήτρια αιτείται: Α. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Εναγόμενος-Καθ΄ου η αίτηση να εγκαταλείψει την οικία της στη Λάρνακα μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Β. Διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται ο Εναγόμενος-Καθ΄ου η αίτηση από το να χρησιμοποιεί και/ή εισέρχεται και/ή καθοιονδήποτε άλλο τρόπο επεμβαίνει εις την εν λόγω οικία άνευ της προηγούμενης άδειας της ιδίας μέχρι την τελική εκδίκαση. Στηρίζει την αίτησή της στα άρθρα 4, 5, 9 του Κεφ. 6, στο άρθρο 43 του Κεφ. 149, στο Ν. 23/83, στα άρθρα 3 και 32 του Ν. 14/60 και στη Δ.48 θ. 1-4, 8 και

  1. Στη συνοδεύουσα ένορκη της δήλωση αναφέρει μεταξύ άλλων ότι:
  2. Η ίδια είναι 49 ετών και ο Εναγόμενος 60 ετών. Μεταξύ τους γνωρίστηκαν και συνήψαν συναισθηματικό δεσμό περί το
  3. Μετά από δύο έτη συγκατοίκησαν σε ιδιόκτητη οικία της στη Λάρνακα. Καθένας τους είχε δύο παιδιά από προηγούμενο γάμο, τα οποία σήμερα είναι όλα ενήλικες.
  4. Παρά τις αρχικά καλές τους σχέσεις, εντούτοις τα τελευταία δύο χρόνια η κατάσταση μεταξύ τους άρχισε να αλλάζει εξ υπαιτιότητας του Εναγομένου, ο οποίος λόγω οικονομικών προβλημάτων άρχισε να τής αποκρύβει πράγματα, να μην την ενημερώνει επακριβώς και να μην της λέει την αλήθεια. Η ίδια υπέγραψε ως εγγυήτρια του και ο Εναγόμενος τη διόρισε ως διευθύντρια στις εταιρείες του για να υπογράφει όταν αυτός είχε τοποθετηθεί στο ΚΑΠ. Γι΄ αυτό κλονίστηκε η εμπιστοσύνη της και άρχισαν οι διαπληκτισμοί, οι εντάσεις και το κλίμα στο σπίτι έγινε βαρύ. Εδώ και δύο χρόνια διαμένουν στο σπίτι ως απλοί συγκάτοικοι και δεν έχουν πλέον καμιά ουσιαστική σχέση μεταξύ τους ως ζευγάρι.
  5. Προ μερικών εβδομάδων η κατάσταση έφθασε στο απροχώρητο και για το λόγο αυτό η ίδια ζήτησε από τον Εναγόμενο να αποχωρήσει από την οικία και να χωρίσουν φιλικά. Αυτός αρνήθηκε και ως εκ τούτου η ίδια, απέστειλε επιστολή μέσω δικηγόρου ημερ. 22.4.2013 (Τεκμήριο 2). Ο Εναγόμενος αντέδρασε έντονα εκτοξεύοντας απειλές, αλλά στη συνέχεια έγινε φιλικός λέγοντας ότι θα έφευγε. Πράγμα που δεν έπραξε προβάλλοντας οικονομικές απαιτήσεις χωρίς να συγκεκριμενοποιήσει τι ζητά.
  6. Η Ενάγουσα απέστειλε και δεύτερη επιστολή ημερ. 10.6.2013 η οποία επιδόθηκε στον Εναγόμενο στις 14.6.2013, δια της οποίας τερμάτιζε άμεσα την άδεια παραμονής. Η ατμόσφαιρα στο σπίτι είναι πολύ άσχημη για όλη την οικογένεια εξαιτίας του Εναγόμενου. Τόσο η ίδια, όσο και τα δύο παιδιά της ευρίσκονται σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση λόγω της συνεχούς πίεσης που αντιμετωπίζουν καθημερινά ένεκα της παρουσίας του Εναγομένου. Ο τελευταίος δεν προσφέρει οιανδήποτε οικονομική βοήθεια, όμως η ίδια εξακολουθεί να τον φροντίζει πλένοντας και σιδερώνοντας τα ρούχα του, ενώ η μητέρα της ετοιμάζει φαγητό για όλους. Όπως εξηγεί η Ενάγουσα όλα αυτά τα κάνει για χάριν των παιδιών της και για να αποφεύγονται, όσο αυτό είναι δυνατό, οι εντάσεις μέσα στο σπίτι, αλλά και χάριν των καλών στιγμών που μοιράστηκαν στο παρελθόν με τον Εναγόμενο.
  7. Στην παράγραφο 15 της ένορκης δήλωσης καταλήγει λέγοντας: «
  8. Εντίμως λέγω ότι μου είναι αδύνατο να συνεχίσω να ζω κάτω από τις ανωτέρω αναφερόμενες συνθήκες καθ΄ ότι τόσο εγώ όσο και τα δύο μου παιδιά έχουμε εξαντλήσει κάθε όριο αντοχής και δεν μπορούμε να υπομένουμε άλλο αυτή την κατάσταση. ΄Εχω ζητήσει επανειλημμένα από τον Καθ΄ου η αίτηση να εγκαταλείψει την επίδικη οικία της οποίας είμαι η αποκλειστική ιδιοκτήτρια και κατά συνέπεια η μόνη νόμιμη δικαιούχος αυτής, καθ΄ ότι ούτος ουδέν δικαίωμα έχει πλέον να διαμένει εις αυτήν, πλην όμως αρνείται να το πράξει.» ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αίτηση από δικονομικής πλευράς στηρίζεται κυρίως στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, το οποίο προνοεί ότι όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα μονομερώς, χωρίς δηλαδή ειδοποίηση προς τον άλλο διάδικο. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου

(1998)1 (Β) ΑΑΔ 598 «το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο». Βασικά «το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το άρθρο 9 του Κεφ. 6» ( Τσιαντής ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 AAΔ 2029). Μόνο στην περίπτωση που καταδεικνύεται το επείγον του αιτήματος δικαιολογείται όλως εξαιρετικά η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του Εναγομένου και μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούσει και τα δύο μέρη πριν επιφέρει κρίση (Resola, ανωτέρω). Στην I. Ahmad Zein κ.ά. ν. Παράσχος Κ. Καμπανελλάς Λτδ
(2000)1 (Α) ΑΑΔ 606 τονίστηκε ότι «το άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6 έχει εφαρμογή εξαιρετικώς και μόνο προκειμένου περί επειγουσών ή άλλων ειδικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος ex parte.» Στην υπόθεση αναφορικά με αίτηση του Αντώνη Βούρου
(2003)1 (Β) ΑΑΔ 1176 λέχθηκαν τα εξής: «. μόνο σε πραγματικά πολύ κατεπείγουσες υποθέσεις ου δεν παρέχεται χρόνος πρέπει τα δικαστήρια να εκδίδουν διατάγματα ex parte. Η έκδοση διατάγματος ex parte δεν είναι η συνήθης διαδικασία αλλά η κατά παρέκκλιση διαδικασία από πάγιους θεμελιακούς κανόνες και δικονομικούς θεσμούς». Πιο πρόσφατα τονίστηκε ότι η έκδοση διαταγμάτων ex parte πρέπει να είναι όχι ο κανόνας αλλά «η άκρως ιδιάζουσας εξαίρεση». (βλ. Αμβροσιάδου ν. Coward, Οικ. ΄Εφ. 3/11, ημερ. 15.1.2013, Αναφορικά με αίτηση των I. Igar Zhigachov, Πολ. Αίτ. 36/13, ημερ. 20.6.2013). Το παρόν Δικαστήριο προβληματίστηκε για την ύπαρξη του κατεπείγοντος στην παρούσα, σε βαθμό που θα έπρεπε να εκδοθεί το προστακτικό και απαγορευτικό διάταγμα χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά. Ο κ. Μιχαήλ επέλεξε να αγορεύσει σχετικά με το θέμα, παραπέμποντας σε νομολογία και υποστηρίζοντας ότι συντρέχει ο συγκεκριμένος δικαιοδοτικός όρος. Δεν θα συμφωνήσω όμως με την εισήγηση για τους πιο κάτω λόγους. i. Η κατάσταση μεταξύ των διαδίκων άρχισε να αλλάζει εδώ και δύο έτη και η αιτία ήταν τα διάφορα οικονομικά προβλήματα του Εναγόμενου. Προφανώς είναι εντός αυτής της περιόδου που η Ενάγουσα εγγυήθηκε τον Εναγόμενο και απεδέχθη διορισμό ως Διευθύντρια σε εταιρείες του, με αποτέλεσμα παράλληλα να αρχίσει να κλονίζεται η εμπιστοσύνη της. ii. Είναι όμως σημαντικό, όπως η ίδια προσδιορίζει στην παράγραφο 8, πως εδώ και δύο έτη παρά τον κλονισμό της εμπιστοσύνης και την ανάδειξη των προβλημάτων συνεχίζουν να διαμένουν εκεί ως απλοί συγκάτοικοι. iii. Καταχώρησε την αίτησή της στις 20.6.2013, ενώ υπήρξε επιδείνωση της κατάστασης μερικές εβδομάδες προηγουμένως και αφού επέλεξε να αποστείλει μια επιστολή στις 22.4.2013 και άλλη στις 14.6.2013. iv. Παρά την αναφορά σε άσχημη κατάσταση στο σπίτι και σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση της ίδιας και των παιδιών της εντούτοις δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε εξειδικευμένη αναφορά που να στοιχειοθετεί το κατεπείγον του πράγματος συνεπεία αυτών των καταστάσεων. Αντιθέτως εξηγεί ότι εξακολουθεί να φροντίζει τον Εναγόμενο, πλένοντας και σιδερώνοντας τα ρούχα του ενώ παράλληλα η μητέρα της ετοιμάζει φαγητό για όλους. v. Έχω την άποψη πως τα πιο πάνω δεν συνιστούν κατεπείγουσες ή άκρως ιδιάζουσες περιστάσεις κατάλληλες για έκδοση μονομερώς των διαταγμάτων. Η ίδια η Ενάγουσα παραχώρησε ήδη αρκετό χρόνο προς φιλικό διακανονισμό του θέματος. Ακόμα και εάν υποχρεώθηκε να αποταθεί τελικά στο Δικαστήριο, δεν σημαίνει πως δεν παρέχεται χρόνος για να ακουστεί και η άλλη πλευρά σε συμμόρφωση με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης. Υπό αυτή την έννοια δεν συντρέχει το κατεπείγον. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η Ενάγουσα είχε την ευκαιρία να υποβάλει την αίτηση της δια κλήσεως ή να ζητήσει από το δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που έχει με βάση τη Δ.48 θ.8
(3)να διατάξει την επίδοση της αίτησης πράγμα που δεν επέλεξε. Ούτως ή άλλως η Ενάγουσα διατηρεί το δικαίωμα να καταχωρίσει όποτε επιθυμεί νέα αίτηση δια κλήσεως. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται. (Υπ.) ........... Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.