Υπουργού Εσωτερικών με την ιδιότητα του ως Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών μέσω του Επάρχου Λάρνακας ν. Ιωακείμ Ιωακείμ, Αρ. Αγωγής: 414/2010, 10/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A119 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 414/2010 Μεταξύ: Υπουργού Εσωτερικών με την ιδιότητα του ως Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών μέσω του Επάρχου Λάρνακας Ενάγοντος και Ιωακείμ Ιωακείμ Εναγομένου _________ Ημερομηνία: 10 Σεπτεμβρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: κα Μ. Ματθαίου Σουρουλλά Για τον εναγόμενο: κ. Αντ. Καράς για Αντώνης Κ. Καράς Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ: Σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως ο ενάγοντας εγείρει την παρούσα αγωγή υπό την ιδιότητα του ως Κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (στη συνέχεια Τ/κ), σύμφωνα με τον περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα θέματα, Προσωρινές Διατάξεις Νόμο (Ν. 139/1991). Αξιώνει με την αγωγή του το ποσό των €14.052,25σ. για καθυστερημένα ενοίκια, νόμιμο τόκο και τα έξοδα. Ο ενάγοντας διατείνεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ως διαχειριστής των Τ/κ περιουσιών εκμίσθωσε στον εναγόμενο από την 1.01.2005 δυνάμει γραπτής σύμβασης μίσθωσης ημερομηνίας 10.03.2005 ακίνητο (Χωράφι με Αρ. Εγγραφής 3560 Φ/Σχ 50/14 τεμάχιο 178 τοποθεσία Καψάλη στον Δήμο Δρομολαξιάς - Μενού της Επαρχίας Λάρνακας), του οποίου ιδιοκτήτρια είναι Τουρκοκύπρια και το οποίο θα χρησιμοποιείτο από τον εναγόμενο ως επαγγελματική στέγη, δηλαδή για τη δημιουργία μύλου ζωοτροφών βάση της Εντολής 2/92 σύμφωνα με τον περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμο. Το μηνιαίο ενοίκιο συμφωνήθηκε στα €295,59σ. και θα ήταν πληρωτέο προκαταβολικά. Σύμφωνα με την ίδια συμφωνία η ισχύς της μίσθωσης θα ήταν για τρία χρόνια και άρχιζε από 1.01.2005 και έληγε την 31.12.
- Η μίσθωση μετά τη λήξη της θα ανανεωνόταν αυτόματα από χρόνο σε χρόνο εκτός εάν οποιοδήποτε από τα μέρη ειδοποιούσε γραπτώς το άλλο μέρος δύο μήνες πριν τη λήξη οποιασδήποτε περιόδου ότι δεν επιθυμούσε ανανέωση της μίσθωσης. Παρόλο ότι ο εναγόμενος κατείχε και χρησιμοποιούσε το εν λόγω ακίνητο μέχρι και την 31.10.2009 που καθορίζεται ως χρόνος μέχρι τον οποίο διεκδικούνται καθυστερημένα ενοίκια με την παρούσα αγωγή, παρέλειψε να πληρώσει τα ενοίκια τα οποία ανήλθαν στο ποσό των €14.052,25σ. παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις που ελάμβανε εκ μέρους του ενάγοντος. Ο εναγόμενος στην υπεράσπιση του ισχυρίζεται ότι είναι ο νόμιμος δικαιούχος του επίδικου ακινήτου δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου το οποίο είναι κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο Λάρνακας. Παραδέχεται ότι υπέγραψε την πιο πάνω γραπτή συμφωνία. Αυτό όμως το έκαμε γιατί, καθώς ισχυρίζεται, όπως τον πληροφόρησαν οι υπάλληλοι και/ή οι αντιπρόσωποι του ενάγοντα, αν δεν υπέγραφε θα παραχωρούσαν σε άλλον πρόσφυγα τον ¨κλήρο¨. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο ενάγοντας και/ή αντιπρόσωποι και/ή υπάλληλοι του τον διαβεβαίωσαν ότι θα υπέγραφαν τα αναγκαία έγγραφα και/ή αιτήσεις εις τρόπον ώστε ο εναγόμενος να εξασφάλιζε ηλεκτρικό ρεύμα για τις ανάγκες λειτουργίες του μύλου ζωοτροφών. Ο εναγόμενος διατείνεται ότι με την υπογραφή της συμφωνίας είχε πληροφορήσει τον Έπαρχο Λάρνακας όσο και τους υπαλλήλους του ενάγοντος ότι θα πλήρωνε το ενοίκιο εφόσον του παραχωρείτο ηλεκτρισμός και οι πιο πάνω τον διαβεβαίωναν ότι δεν θα έχει κανένα πρόβλημα. Από της υπογραφής της σύμβασης μίσθωσης μέχρι και σήμερα ο εναγόμενος δεν έχει εξασφαλίσει ηλεκτρισμό με αποτέλεσμα να υφίσταται ζημιές. Λόγω ακριβώς της μη τήρησης των πιο πάνω συμφωνηθέντων εκ μέρους του ενάγοντος αυτός υπέστη μέχρι και της καταχώρησης της Υπεράσπισης του ζημιές πέραν των €30.000,
- Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός του ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας μίσθωσης από τον ενάγοντα πείσθηκε από τον ενάγοντα να μην επιμένει στην ύπαρξη πωλητηρίου εγγράφου το οποίο είναι κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο Λάρνακας καθότι υπήρχε κίνδυνος αναστάτωσης ή ενθάρρυνσης άλλων προσφύγων να προβαίνουν στην αγορά τουρκοκυπριακής γης και ως αντάλλαγμα ο ενάγοντας θα του παρείχε κάθε βοήθεια, ιδιαίτερα στην εξασφάλιση ηλεκτρικού ρεύματος για τις ανάγκες της εργασίας του. Για τους πιο πάνω λόγους αρνείται τις αξιώσεις του ενάγοντος και ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος του ενάγοντος. Ο εναγόμενος με την ανταπαίτηση του συνεπεία της αμέλειας και /ή άρνησης του ενάγοντα και /ή των υπαλλήλων και/ή των αντιπροσώπων του να ανταποκριθούν στη συμφωνία ημερομηνίας 10.03.2005 και/ή συνεπεία αθέτησης υποσχέσεων και δεσμεύσεων του, υπέστη ζημιές τουλάχιστον €30.000,00 ποσό το οποίο αξιώνει ανταπαιτητικά από τον ενάγοντα. Με την απάντηση και υπεράσπιση την ανταπαίτηση ο ενάγοντας απορρίπτει όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς του εναγομένου και αρνείται ότι αυτός έθεσε οποιουσδήποτε όρους ή ότι του δόθηκαν οποιεσδήποτε υποσχέσεις και ο,τιδήποτε συμφωνήθηκε μεταξύ τους αναφέρεται στην έγγραφη συμφωνία τους και ειδικότερα καμιά υπόσχεση δεν του δόθηκε περί παραχώρησης ηλεκτρικού ρεύματος καθώς την υποχρέωση εξασφάλισης πολεοδομικής και οικοδομικής άδειας την έχει ο ίδιος και αυτές συνιστούν απαραίτητη προϋπόθεση για την παραχώρηση ηλεκτρικού ρεύματος. Για τους λόγους αυτούς ο ενάγοντας αρνείται την ανταπαίτηση του εναγομένου και ότι αυτός δικαιούται σε αποζημιώσεις από τον ενάγοντα καθώς την ευθύνη για τη μη εξασφάλιση ηλεκτρικού ρεύματος την έχει αποκλειστικά αυτός και τον καλεί σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Προς υποστήριξη της αξίωσης του ενάγοντος κατέθεσαν ως μάρτυρες τρεις δημόσιοι λειτουργοί. Ο κ. Αντώνης Πελάου ως (Μ.Ε.1), η κα Βασιλική Πάλμα ως (Μ.Ε.2) και ο κ. Χρυσόστομος Παπαβαρνάβας ως (Μ.Ε.3). Ο εναγόμενος κατάθεσε ο ίδιος ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά τη διάρκεια της παράθεσης της μαρτυρίας έγιναν αποδεκτά διάφορα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν και σημειώθηκαν ως τεκμήρια (τεκμ. 1 - 3), τα οποία θα σχολιαστούν στο κατάλληλο σημείο. Ο κ. Πελάου (Μ.Ε.1), εργάζεται ως Λειτουργός στον Κλάδο Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών της Επαρχιακής Διοίκησης Λάρνακας με ανάλογα καθήκοντα ως προς τη διαχείριση αυτής της περιουσίας. Ανέφερε ότι γνωρίζει τον εναγόμενο εφόσον είναι ενοικιαστής μιας τέτοιας περιουσίας σύμφωνα με τον φάκελο Φ. Τ/Κ 38/75/Η 127 που τηρείται στην υπηρεσία του. Ανέφερε ότι για τη χρονική περίοδο από 1.01.2006 - 31.10.2009 που αφορά την αγωγή, ο εναγόμενος δεν έχει πληρώσει τα συμφωνηθέντα ενοίκια τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €14.052,25σ. τα οποία και αξιώνει με την αγωγή του ο ενάγοντας. Μετά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας στις 10.03.2005 ο εναγόμενος κατέβαλε τα ενοίκια για ολόκληρο το 2005 και έκτοτε σταμάτησε να τα πληρώνει. Κατάθεσε ως τεκμ. 1 την εν λόγω Σύμβαση Μίσθωσης η οποία άρχιζε από την 1.01.2005 και έληγε στις 31.12.
- Σύμφωνα δε με τον όρο 2 της εν λόγω σύμβασης, αυτή ανανεώνεται αυτόματα από χρόνο σε χρόνο. Ο εναγόμενος εξακολουθεί μέχρι σήμερα να κατέχει το εν λόγω ακίνητο. Σύμφωνα δε με τον όρο 3 της ίδιας σύμβασης το συμφωνηθέν μηνιαίο ενοίκιο ήταν Λ.Κ.173,00 και προνοείτο η αύξηση του κατά 7% κάθε επόμενη διετία. Αναφέρθηκε ειδικότερα στον όρο 4 (β) της πιο πάνω σύμβασης όπου προνοείται ότι ο μισθωτής: «να χρησιμοποιεί το μίσθιο για την κατασκευή υποστατικού με λυόμενου τύπου υλικά για χρήση ως μύλο ζωοτροφών, ως η Εντολή 2/92 που εκδόθηκε με βάση τον περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμο, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται και η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Σύμβασης Μίσθωσης, αφού εξασφαλίσει την απαιτούμενη πολεοδομική και οικοδομική άδεια από την αρμόδια αρχή.» Ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο μισθωτής δεν τους παρουσίασε οποιαδήποτε πολεοδομική άδεια ή άδεια οικοδομής από την αρμόδια αρχή. Ανέφερε ότι ο εναγόμενος ειδοποιήθηκε πάρα πολλές φορές, ήδη από τον Φεβρουάριο του 2006 για να καταβάλει τα καθυστερημένα ενοίκια και παρουσίασε τις σχετικές επιστολές οι οποίες επίσης συμπεριλήφθηκαν στο τεκμ.1, με τις οποίες τον καλούσαν να εξοφλήσει τα καθυστερημένα ενοίκια, διαφορετικά θα λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα εναντίον του. Η επιστολή προς την δικηγόρο για τη λήψη δικαστικών μέτρων με ημερομηνία 7.12.2009 κατατέθηκε ως τεκμ.
- Θυμόταν, χωρίς αυτό να είχε καταγραφεί στο φάκελο του ακινήτου, κάποια επίσκεψη του εναγομένου στο γραφείο του όπου όμως αυτός τον παρέπεμψε στην τότε προϊστάμενη του την κα Παπαϊωάννου. Ανέφερε ακόμα ότι ο εναγόμενος δεν εξασφάλισε για τα υποστατικά του που ανήγειρε στο επίδικο ακίνητο ηλεκτρικό ρεύμα καθώς δεν έχει τις απαιτούμενες άδειες (πολεοδομική και άδεια οικοδομής). Ο ενάγοντας δεν έχει καμιά υποχρέωση ή ευθύνη για παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο εν λόγω ακίνητο, γι΄αυτό και δεν διαλαμβάνεται οποιαδήποτε τέτοια πρόνοια στη συμφωνία μίσθωσης (τεκμ.1). Σχολιάζοντας την παράγραφο 2 της ανταπαίτησης του εναγομένου ανέφερε ότι ο Έπαρχος ενεργώντας ως εκπρόσωπος του Κηδεμόνα των Τ/Κ περιουσιών δεν αρνήθηκε συγκατάθεση παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στο επίδικο ακίνητο εφόσον δεν υποβλήθηκε ποτέ τέτοια αίτηση εκ μέρους του εναγομένου. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι η μίσθωση αφορά ολόκληρο το επίδικο τεμάχιο και ότι αν υποβαλλόταν οποιαδήποτε αίτηση για παροχή πολεοδομικής άδειας ή άδειας οικοδομής θα έπρεπε να είχε ενημερωθεί η υπηρεσία του για να εκφράσει απόψεις. Ο ίδιος δεν γνωρίζει, καθώς δεν εξέτασε αυτό το ζήτημα, αν ο εναγόμενος αγόρασε το επίδικο κτήμα και ότι η συμφωνία που έκαμε με την Τ/κ ιδιοκτήτρια του είναι κατατεθειμένη από τις 21.06.2004 στο κτηματολόγιο. Δεν γνωρίζει επίσης γιατί δεν λήφθηκαν πιο νωρίς δικαστικά μέτρα εναντίον του εναγομένου παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις που του απεστάλησαν. Σε υποβολή ότι ο λόγος της καθυστέρησης με τη λήψη δικαστικών μέτρων οφειλόταν στο ότι γνώριζαν ότι είχε κατατεθειμένο πωλητήριο έγγραφο στο κτηματολόγιο, επανέλαβε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε τον λόγο. Επικαλέστηκε επίσης άγνοια κατά πόσο ο Έπαρχος έτυχε να δώσει τη συγκατάθεση του σε άλλες περιπτώσεις για παροχή ηλεκτρικού ρεύματος χωρίς τις απαιτούμενες άδειες, χωρίς και να αποκλείει ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Δεν γνωρίζει τι είχαν συζητήσει ο εναγόμενος με την κα Παπαϊωάννου όταν αυτός είχε επισκεφθεί το γραφείο τους. Η κα Βασιλική Πάλμα (Μ.Ε.2), είναι Κτηματολογικός Λειτουργός Β΄ και υπεύθυνη του Κλάδου Εγγραφής στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό έρευνας για το επίδικο ακίνητο, το οποίο κατέθεσε ως τεκμ. 3, το επίδικο κτήμα είναι ιδιοκτησίας από το 1961 της Τ/κ Salih Kiamil Havva. Ανέφερε ότι με βάσει τις συνήθεις διαδικασίες που ακολουθούνται στο Κτηματολόγιο, όταν είχε προσκομιστεί η σύμβαση πώλησης του εν λόγω ακινήτου με ημερομηνία 21.06.2004 στην οποία φαινόταν ότι θα το αγόραζε ο εναγόμενος, η σύμβαση μαζί με τα συνημμένα δικαιολογητικά που απαιτούνται και συμπλήρωναν την αίτηση για έγκριση της αγοραπωλησίας, στάλθηκαν στον Διευθυντή του Κτηματολογίου και δεν γνωρίζει αν αυτή εγκρίθηκε από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Η αίτηση υποβλήθηκε από κάποια εταιρεία Μύλος Ζωοτροφών Ι. Ιωακείμ Λτδ. Εξήγησε την πρακτική που ακολουθείται κατά την υποβολή και λήψη τέτοιων αιτήσεων για μεταβίβαση Τ/κ ιδιοκτησίας ακινήτων που βρίσκονται στις ελεγχόμενες υπό της Δημοκρατίας Περιοχές. Η αίτηση υποβάλλεται, ανέφερε, στο κατά τόπο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο η οποία παραλαμβάνεται μαζί με όλα τα έγγραφα - δικαιολογητικά που απαιτούνται και αποστέλλονται στον Διευθυντή του Κτηματολογίου, όπως έγινε στη συγκεκριμένη περίπτωση που στάλθηκε η αίτηση στις 3.02.2005 και από ότι γνωρίζει από εκεί προωθείται στον Κηδεμόνα Τ/κ Περιουσιών. Όταν ο τελευταίος εγκρίνει την μεταβίβαση τότε αποστέλλεται επιστολή προς το Κτηματολόγιο το οποίο και κάμνει αποδεκτή την κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου για σκοπούς Ειδικής Εκτέλεσης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχει έγγραφο κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο για σκοπούς Ειδικής Εκτέλεσης. Όπως δε εξήγησε όταν κατατεθεί τέτοια αίτηση απλώς σημειώνεται στο μητρώο ακινήτων καταγράφεται δηλαδή ως ¨ΣΗΜΕΙΩΣΗ¨. Η ίδια δεν έχει υπόψη της τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να δοθεί έγκριση από τον Κηδεμόνα καθώς πρόκειται για διαδικασία που ξεφεύγει από την αρμοδιότητα της. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό έρευνας (τεκμ. 3), το επίδικο ακίνητο δεν έχει οποιεσδήποτε επιβαρύνσεις. Εξήγησε περαιτέρω ότι αν υπήρχε κατατεθειμένο πωλητήριο έγγραφο για σκοπούς Ειδικής Εκτέλεσης θα αναγραφόταν πάνω στο πιστοποιητικό έρευνας. Κατά την αντεξέταση της εξήγησε ότι για να γίνει αποδεκτή μια τέτοια αίτηση, το πωλητήριο έγγραφο θα πρέπει να είναι δεόντως χαρτοσημασμένο. Μετά τη παραλαβή της αίτησης δίδεται ένας διακριτικός αριθμός και αφορά μόνον εσωτερικά την Υπηρεσία τους, πρόκειται όπως ανέφερε για ¨προσαγωγή εγγράφων¨ και όχι για ¨κατάθεση εγγράφων για σκοπούς Ειδικής Εκτέλεσης¨, και αυτό ανεξάρτητα από την πρόθεση που έχει ο ίδιος ο αιτητής. Η συγκεκριμένη αίτηση καταχωρήθηκε από τον διευθυντή της αγοράστριας εταιρείας κ. Ιωακείμ Ιωακείμ στις 21.06.2004 και την παρέλαβε εκ μέρους του Κτηματολογίου ο τότε συνάδελφος της κ. Νίκος Ηλιάδης. Απαρίθμησε τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την υποβολή μιας τέτοιας αίτησης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως φαίνεται και στη σχετική έκθεση που συντάχθηκε, είχαν παρουσιαστεί στο κτηματολόγιο κατά την υποβολή της αίτησης εκ μέρους της ενδιαφερόμενης αγοράστριας ο κ. Ιωακείμ Ιωακείμ και η ίδια η ιδιοκτήτρια του κτήματος. Η ίδια δεν μπορούσε να ξέρει αν έγιναν μεταβιβάσεις Τ/κ περιουσιών μετά το
- Στον φάκελο που τηρήθηκε από την υπηρεσία της δεν είχε οποιαδήποτε απάντηση σε σχέση με την αίτηση. Ανέφερε περαιτέρω ότι παλαιότερα μπορούσε μια τέτοια αίτηση να γινόταν κατ΄αρχή δεκτή και να ζητούνταν περαιτέρω δικαιολογητικά, τα οποία ο αιτητής αναλάμβανε να προσκομίσει σε μεταγενέστερο στάδιο. Αυτό υπέθεσε ότι συνέβηκε και σε σχέση με το πιστοποιητικό μετόχων της αγοράστριας εταιρείας το οποίο φέρει ημερομηνία μεταγενέστερη της 21.06.2004 που κατατέθηκε η αίτηση. Όπως εξήγησε, σήμερα οι σχετικές οδηγίες έχουν αλλάξει και δεν γίνεται καμιά τέτοια αίτηση αποδεκτή αν δεν είναι πλήρως συμπληρωμένη. Εξήγησε ότι στην ίδια δεν έγινε οποιοδήποτε διάβημα από οποιονδήποτε από τους ενδιαφερόμενους σε σχέση με τη τύχη της αίτησης ούτε και υπάρχει στο φάκελο της υπόθεσης οποιαδήποτε επιστολή ή σημείωμα για επίδειξη τέτοιου ενδιαφέροντος. Η ίδια δε ασφαλώς δεν γνωρίζει αν έγινε οποιοδήποτε διάβημα σε οποιοδήποτε άλλο αρμόδιο τμήμα. Ο κ. Χρυσόστομος Παπαβαρνάβας (Μ.Ε.3), ανέφερε ότι εργάζεται στο Τμήμα Πολεοδομίας στο Επαρχιακό Γραφείο Λάρνακας ως τεχνικός μηχανικός. Στα καθήκοντα του είναι και η εξέταση αιτήσεων για την έκδοση πολεοδομικών αδειών που αφορούν μεταξύ άλλων και την περιοχή όπου βρίσκεται και το επίδικο ακίνητο. Σύμφωνα με έρευνα που διενήργησε στο αρχείο του γραφείου τους διαπίστωσε ότι είχε υποβληθεί αίτηση την 1.11.1995 για έκδοση πολεοδομικής άδειας η οποία αφορά το επίδικο ακίνητο η οποία απορρίφθηκε για διάφορους λόγους στις 23.07.
- Ακολούθησε άλλη αίτηση στις 4.03.1998 η οποία απορρίφθηκε επίσης για διάφορους λόγους στις 28.07.
- Σύμφωνα με τα στοιχεία που είχε στο γραφείο του μετά την 1.01.2005 δεν υποβλήθηκε καμιά αίτηση που να αφορά παροχή πολεοδομικής άδειας για ανέγερση οικοδομής στο επίδικο ακίνητο. Εξήγησε ότι για να ανεγερθεί οποιαδήποτε οικοδομή στο επίδικο ακίνητο απαιτείται πολεοδομική άδεια και άδεια οικοδομής. Κατά την αντεξέταση του εξήγησε ότι τα δικαιώματα που καταβάλλονται στο Τμήμα του όταν υποβάλλεται μια αίτηση είναι ανάλογα με το μέγεθος της ανάπτυξης που ζητείται να γίνει και υπολογίζεται σύμφωνα με τα τετραγωνικά μέτρα που θα έχει η οικοδομή. Ο εναγόμενος, πρόσφυγας, κάτοικος Δρομολαξιάς Λάρνακας, ανέφερε ότι του παραχωρήθηκε με μίσθωση το επίδικο κτήμα το οποίο ήταν μέρος του κλήρου που εδκαιούτο ο επίσης πρόσφυγας πατέρας του. Ανέφερε ότι είχε κάμει αίτηση για λυόμενη οικοδομή για εργοστάσιο παρασκευής ζωοτροφών και είχε πάρει όλες τις σχετικές άδειες προς αυτόν τον σκοπό από το Τμήμα Γεωργίας. Όμως το Τμήμα Πολεοδομίας του απέρριψε την αίτηση καθώς, όπως ανέφερε, δεν τον κάλυπτε ο συντελεστής δόμησης. Έτσι λειτουργεί το εργοστάσιο παρασκευής ζωοτροφών με ηλεκτρογεννήτριες. Μετά που πέθανε ο πατέρας του ζήτησε και του παραχωρήθηκε ολόκληρο το κτήμα και του είχαν ζητήσει από την Επαρχιακή Διοίκηση να υπογράψει σχετική σύμβαση μίσθωσης με αυξημένο ενοίκιο καθώς όπως του είπαν το ακίνητο είχε μεγάλη αξία. Πιστεύει όμως ότι προσέδωσε αξία στο κτήμα η επένδυση την οποία έκαμε ο ίδιος σε αυτό. Μετά τη διάνοιξη των οδοφραγμάτων, όπως ανέφερε, ο σύζυγος της Τ/κ ιδιοκτήτριας του κτήματος, όταν το επισκέφθηκαν και είδαν την επένδυση που έκαμε σε αυτό, του πρότεινε να το αγοράσει. Έτσι έκαναν τα ανάλογα διαβήματα προς αυτόν το σκοπό. Παρουσία του Διευθυντή του Κτηματολογίου στη Λάρνακα του έδωσε Λ.Κ.1.000,00 ως προκαταβολή και το υπόλοιπο συμφωνηθέν τίμημα που ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ.59.000,00, συμφώνησαν να τους το δώσει με την μεταβίβαση του κτήματος. Έκτοτε πέρασαν σχεδόν 10 χρόνια και δεν έχει πάρει απάντηση. Τον πρώτο χρόνο, ανέφερε, πλήρωσε τα ενοίκια καθώς ευελπιστούσε ότι θα του παραχωρείτο άδεια και θα ηλεκτροδοτούσε το υποστατικό του. Αναφέρθηκε στο κόστος σε πετρέλαιο που χρειάζεται λόγω της μη παραχώρησης ηλεκτρικού ρεύματος το οποίο είναι μεγαλύτερο από ό,τι θα ήταν αν έπαιρνε ηλεκτρικό ρεύμα από την Α.Η.Κ. και έτσι υπόκειται σε τεράστια ζημιά η οποία τον οδηγεί σε αδιέξοδες καταστάσεις και αισθάνεται ως ναυαγός. Όταν υπέγραφε την εκμίσθωση του κτήματος, είχε πάρει πολλές υποσχέσεις από την Επαρχιακή Διοίκηση ότι θα τον βοηθούσαν με την έκδοση αδειών για να μπορέσει να ηλεκτροδοτήσει τα υποστατικά του, αναφέρθηκε δε ειδικά στον τότε Έπαρχο Λάρνακας ο οποίος τύγχανε και ομοχώριος του. Έκαμε προς τούτο δύο φορές αίτηση στην Πολεοδομία για να εξασφαλίσει άδεια και απορρίφθηκαν. Όταν δοκίμασε να επανέλθει για τρίτη φορά και του καθόρισαν το ποσό των δικαιωμάτων τα οποία θα έπρεπε να πληρώσει για να γίνει αποδεκτή η αίτηση του, θεώρησε αποτρεπτικό το ποσό στο οποίο δεν μπορούσε να ανταποκριθεί και έτσι βρίσκεται μέχρι σήμερα σε αδιέξοδο. Μετά τη συμφωνία που συνήψε με την Τ/κ ιδιοκτήτρια του κτήματος θεωρούσε ότι πλέον το κτήμα του ανήκε, γι΄αυτό έπαψε να καταβάλλει τα ενοίκια. Μόλις κατά τη διάρκεια της δίκης πήρε απάντηση ότι δεν του ενέκριναν την αίτηση για την αγορά του επίδικου κτήματος. Στο μεταξύ ο σύζυγος της Τ/κ ιδιοκτήτριας τον επισκέφθηκε έκτοτε περί τις 10 φορές ζητώντας του το υπόλοιπο του τιμήματος το οποίο ασφαλώς και δεν κατέβαλε καθώς δεν είχε την έγκριση. Όταν αποτάθηκε προς τούτο στο κτηματολόγιο έπαιρνε την απάντηση να περιμένει. Ότι η αγορά του κτήματος από την Τ/κ προηγήθηκε της συμφωνίας μίσθωσης του οφειλόταν στο γεγονός ότι ¨ξεγελάστηκε¨ , όπως ανέφερε, από τους Λειτουργούς του Επάρχου οι οποίοι του έλεγαν ότι θα του έπαιρναν τον κλήρο αν δεν υπέγραφε και θα τον παραχωρούσαν σε άλλον πρόσφυγα. Υπολογίζει τη ζημιά που υπέστη από της υπογραφής της σύμβασης μίσθωσης στις €100.000 η οποία συνίσταται στη διαφορά του ηλεκτρικού ρεύματος με το πετρέλαιο που χρησιμοποιεί. Στο εργοστάσιο του εργοδοτεί δέκα οικογενειάρχες και ζήτησε από το δικαστήριο να λάβει υπόψη και αυτόν το παράγοντα. Εξήγησε στη συνέχεια ότι η διαφορά των €100,000,00 από τις €30.000,00 που αξιώνει με την αγωγή του έγκειται στο γεγονός ότι χρειάστηκε να αντικαταστήσει τον μηχανικό εξοπλισμό παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος στο εργοστάσιο του. Κατά την αντεξέταση του αναγνώρισε την υπογραφή του στη σύμβαση μίσθωσης (τεκμ. 1), συμφώνησε δε με αυτή παρόλο ότι όπως ανέφερε είχε διαφωνήσει με το ενοίκιο που του επέβαλαν αλλά αυτοί στάθηκαν ανένδοτοι, επικαλούμενοι ότι το κτήμα είχε μεγάλη αξία, επανέλαβε δε τη θέση του ότι αξία στο κτήμα προσέδωσε η επένδυση που έκανε ο ίδιος σε αυτό. Γνώριζε τον όρο της παρ. 4 β της σύμβασης μίσθωσης και όσα διαλαμβάνονται στην Εντολή 2/ 92 η οποία ήταν αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης ενοικίασης σε σχέση με τον ορισμό της προκατασκευασμένης οικοδομής (λυόμενου τύπου) η οποία διαλαμβάνει ότι: « Προκατασκευασμένη θεωρείται μια οικοδομή της οποίας τα φέροντα στοιχεία ή και τα δομικά στοιχεία πλήρωσης δεν κτίζονται/κατασκευάζονται στο εργοτάξιο αλλά συναρμολογούνται.» Παραδέχθηκε ότι ήταν πολλά τα χρήματα που του ζητούσαν (€14.000,00) για να εξετάσουν την αίτηση του για έκδοση πολεοδομικής άδειας γι΄αυτό και δεν αποτάθηκε ξανά μετά το
- Ο λόγος που απορρίφθηκε από την Πολεοδομία η τελευταία αίτηση που υπέβαλε ήταν ότι εκλήφθηκε, λανθασμένα όπως έγινε παραδοχή εκ των υστέρων εκ μέρους της τότε Διευθύντριας του Τμήματος όταν αυτή είχε πλέον αφυπηρετήσει, ότι δεν διέθετε το κτήμα δρόμο κάτι το οποίο όμως δεν ίσχυε όπως αποδείχθηκε αργότερα όταν έγινε σχετική χωρομετρία. Παραδέχθηκε ότι στο έγγραφο αγοραπωλησίας του ακινήτου από την Τ/κ ιδιοκτήτρια του φαίνεται ως αγοράστρια η εταιρεία του. Εξήγησε όμως ότι διευθυντής της είναι ο ίδιος. Παραδέχθηκε ότι το πωλητήριο έγγραφο δεν έγινε αποδεχτό στο κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, δέχθηκαν όμως την αίτηση του με σκοπό να την εξετάσουν. Ενδιαφέρθηκε κατά καιρούς για την τύχη της αίτησης του, όμως του έλεγαν πάντα ότι χρειαζόταν χρόνος για να εξετασθεί. Ποτέ δεν του είπαν προφορικά ότι η αίτηση του απορρίφθηκε και γραπτή απάντηση έλαβε μόλις κατά τη διάρκεια της δίκης όταν είχαν περάσει σχεδόν 10 χρόνια από της υποβολής της. Δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί η σύμβαση μίσθωσης του ακινήτου δεν έγινε με την εταιρεία του. Συμφώνησε όμως ότι χρωστά το ποσό που διεκδικείται με την αγωγή ως καθυστερημένα ενοίκια, ποσό το οποίο σήμερα, όπως ανέφερε, δεν μπορεί να πληρώσει. Παραδέχθηκε ότι λάμβανε κατά καιρούς τις σχετικές ειδοποιήσεις από τον Κηδεμόνα για πληρωμή των καθυστερημένων ενοικίων και αναγνώρισε τις σχετικές επιστολές του τεκμ.
- Παραδέχθηκε ότι τη σύμβαση μίσθωσης την υπέγραψε μετά που είχε συμφωνήσει με την Τ/κ ιδιοκτήτρια του κτήματος και συμφώνησε με υποβολή ότι ο λόγος που υπέγραψε προσωπικά τη σύμβαση μίσθωσης και όχι ως εταιρεία ήταν για να του παραχωρηθεί και το μέρος του κτήματος που είχε ο πατέρας του, μετά που αυτός πέθανε. Σε σχέση με την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος από την Α.Η.Κ. ανέφερε ότι είχαν υποβάλει αίτηση από κοινού με το Κοινοτικό Συμβούλιο Δρομολαξιάς αλλά κρίθηκε ασύμφορη η παροχή του καθώς ήθελε πολλά έξοδα για να τοποθετηθεί το δίκτυο. Παραδέχθηκε ότι μετά την υπογραφή της σύμβασης μίσθωσης δεν υπέβαλε ξανά αίτηση για παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Επέμεινε ότι έπαθε ζημιά συνεπεία της μη παροχής σε αυτόν άδειας οικοδομής για να μπορέσει να ηλεκτροδοτηθεί από την Α.Η.Κ. Σε υποβολή ότι με τα δεδομένα όπως τα παρουσίασε στην μαρτυρία του δεν απέδειξε ότι υπέστη ζημιά συνεπεία ενεργειών ή παραλείψεων του ενάγοντος και ως εκ τούτου δεν δικαιούται να αξιώνει αποζημιώσεις από αυτόν, ανέφερε ότι έτσι το έφεραν οι περιστάσεις και πρόσθεσε ότι έχει και ο ίδιος περιουσία που κατέχετε από τους Τούρκους. Παραδέχθηκε άλλη υποβολή ότι πουθενά στη σύμβαση μίσθωσης δεν υπάρχει δέσμευση του ενάγοντος για παροχή ηλεκτρικού ρεύματος ή για βοήθεια σε αυτόν έτσι ώστε να παραχωρηθεί ηλεκτρικό ρεύμα στο κτήμα του. Εξέφρασε τέλος παράπονο κατά την επανεξέταση του ότι υπάρχουν πολλά υποστατικά χωρίς πολεοδομική άδεια στα οποία παραχωρήθηκε ηλεκτρικό ρεύμα αλλά δυστυχώς ο ίδιος δεν τα κατάφερε να εξασφαλίσει ρεύμα χωρίς την προαπαιτούμενη πολεοδομική άδεια. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Ο κ. Α. Καράς στην εισήγηση του αναφέρθηκε στο αντικείμενο της αγωγής και τις αξιώσεις του ενάγοντος από τον εναγόμενο οι οποίες αφορούν ενοίκια για ακίνητο που εκμίσθωσε ο εναγόμενος και του οποίου ιδιοκτήτρια είναι Τουρκοκύπρια. Έκαμε αναφορά στην σύναψη της συμφωνίας μεταξύ του εναγομένου και της Τ/κ ιδιοκτήτριας του κτήματος για την αγορά του, την οποία κατάθεσε στο κτηματολόγιο στις 21.06.2004 και πήρε απάντηση για την απόρριψη της αίτησης του που αφορούσε την έγκριση της μεταβίβασης, μόλις στις 5.03.
- Κάκισε τη δικαιολογία που δόθηκε για την καθυστέρηση στην ενημέρωση του ότι δηλαδή: ¨εκ παραδρομής ο τότε Κτηματολογικός λειτουργός παρέλειψε να ενημερώσει τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα.¨ Η απόρριψη της αίτησης, εισηγήθηκε, επηρεάζει άμεσα τα συμφέροντα του εναγομένου καθώς η εταιρεία που είχε συμβληθεί με την Τ/κ ήταν προσωπική του και έτσι οι αξιώσεις του ενάγοντος εναντίον του σε συνδυασμό με την απόρριψη της αίτησης, που υπέβαλε η εταιρεία του επηρεάζει προσωπικά τον ίδιο. Έκαμε ιδιαίτερη αναφορά στις πρόνοιες του Ν. 139/1991 και το σκοπό της θέσπισης του και εκτεταμένη αναφορά στο πως αυτός ερμηνεύτηκε διαχρονικά από το Ανώτατο Δικαστήριο μας. Ήταν η εισήγηση του ότι το Πωλητήριο Έγγραφο που συνήψε ο εναγόμενος με την Τ/κ ήταν έγκυρο από της υπογραφής του και γι΄ αυτό έγινε αποδεκτό για κατάθεση του. Το περιεχόμενο του δε θα ετίθετο σε ενέργεια από και διά της εγκρίσεως και /ή θα ήταν άκυρο εξ υπαρχής από την απόρριψη του και προς τούτο παρέπεμψε και στην απάντηση του υπαλλήλου της Επαρχιακής Διοίκησης όπως του την απέδωσε ο εναγόμενος ότι: ¨που να πιάσεις κοτσιάνι φέρμας το¨. Ο ενάγοντας καθυστέρησε να απαντήσει στο αίτημα του εναγομένου για έγκριση της κατάθεσης για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης για οκτώ και πλέον χρόνια. Έκαμε αρκετή αναφορά σε σχέση με την απάντηση που δόθηκε τελικά στον εναγόμενο με επιστολή με ημερομηνία 3.05.2013 και εισηγήθηκε ότι αυτή ετοιμάστηκε με σκοπό να κατατεθεί ως μαρτυρία στο δικαστήριο. Χαρακτήρισε την παράλειψη της Διοίκησης να απαντήσει στον εναγόμενο έγκαιρα ως παράλειψη εκπλήρωσης οφειλόμενης εκ του νόμου ενέργειας κατά παράβαση συνταγματικής υποχρέωσης της Διοίκησης να απαντήσει εντός 30 ημερών (Άρθρο 29 του Συντάγματος). Στη συνέχεια αναφέρθηκε στις συνέπειες της μη εκπλήρωσης της πιο πάνω οφειλόμενης ενέργειας με αναφορά σε σχετική νομολογία και αυθεντίες. Κατέληξε με την εισήγηση ότι ξεκάθαρα υπήρξε άρνηση και/ή παράλειψη νόμιμης οφειλόμενης ενέργειας εκ μέρους του ενάγοντα, δηλαδή μη εκπλήρωσης θετικής υποχρέωσης την οποία επιβάλλει ο νόμος. Συνεπεία δε αυτών κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει τις αξιώσεις του ενάγοντος με έξοδα σε βάρος του. Η κα Σουρουλλά στη δική της επίσης εμπεριστατωμένη εισήγηση έκαμε αναφορά στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στα δικόγραφα και σχολίασε τη μαρτυρία που δόθηκε και παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία των μαρτύρων του ενάγοντος είναι και αξιόπιστη και τεκμηριωμένη έτσι που αποδεικνύεται η απαίτηση, σε αντίθεση με όσα ισχυρίστηκε ο εναγόμενος ο οποίος δεν τεκμηρίωσε ούτε πραγματικά αλλά ούτε νομικά τους ισχυρισμούς του ότι δήθεν νόμιμα αρνείται να πληρώνει τα οφειλόμενα ενοίκια για Τ/κ περιουσία που του παραχωρήθηκε με τη Σύμβαση Μίσθωσης και εκμεταλλεύεται. Εισηγήθηκε με αναφορά σε νομολογία και σε αυθεντίες όπως το Δικαστήριο απορρίψει όλες τις αιτιάσεις που προβάλλει ο εναγόμενος ως ανεδαφικές και χωρίς νομικό υπόβαθρο και κάλεσε το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση υπέρ του ενάγοντος σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του και να απορρίψει την ανταπαίτηση του εναγομένου την οποία ως ειδική ζημιά δεν απέδειξε εφόσον δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο προς αυτή την κατεύθυνση. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν για τον ενάγοντα και τον εναγόμενο να καταθέτουν ενώπιον μου στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Παρακολούθησα τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το μνημονικό τους και γενικά τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα (βλ. C&A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 1273, στις σελ. 1280 και 1281). Λαμβάνονται επίσης υπόψη τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχω συγκρίνει και αντιπαραβάλει μεταξύ τους τις προφορικές μαρτυρίες και τις παραδοχές τους σε συσχετισμό με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Η εξέταση περαιτέρω της μαρτυρίας γίνεται και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων (βλ. Phipson On Evidence 14η έκδοση
(1990)παρ. 12 - 20, Ζαβρού v. Χαραλάμπους,
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 447). Τέλος, θα λάβω υπόψη μου τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις όπου αναλύουν τόσο τη μαρτυρία και δίδουν τη δική τους ερμηνεία σε αυτή και πως την εξηγούν οι ίδιοι και πως εισηγούνται να την αντικρίσει το Δικαστήριο, όσο και τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας και στην κατάληξη μου σε ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με την επίδικη διαφορά. Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ,
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1858 στη σελ. 1868 σε σχέση με το τι συνιστά «απόδειξη (proof), στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων», το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phibson on Evidence, 14th Edition, παρ. 4 - 38 και Αθανασίου κ.ά v. Κουνούνη
(1997)1 (β) Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας.» Το βάρος απόδειξης που είχε ο ενάγοντας στους ώμους του ήταν να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για την αλήθεια των ισχυρισμών του στο βαθμό που απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις, δηλαδή με βάσει το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (για μια εκτενή ανάλυση του κριτηρίου του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και της κατανόησης του τρόπου εφαρμογής του βλ. Baloise Insur. Co. Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1275 στις σελ. 1291,1292). Δεν αμφισβητήθηκε ότι η επίδικη σύμβαση μίσθωσης υπογράφτηκε εκ μέρους του Κηδεμόνα των Τ/κ Περιουσιών και από τον εναγόμενο και διέπεται από τις διατάξεις του περί Τ/κ Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου (Ν. 139/1991), όπως αυτός τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα. Αυτή δε είναι δεσμευτική όπως παραδέχθηκε και ο ίδιος ο εναγόμενος κατά την αντεξέταση του και όπως γίνεται σχετική παραδοχή στην αγόρευση του συνηγόρου του. Κάθε αναφορά σε συγκεκριμένες πρόνοιες της νομοθεσίας αυτής και της ερμηνείας που τους δόθηκε κρίνω, ενόψει των γεγονότων της υπόθεσης αυτής, ως περιττή και έτσι θα αποφευχθεί καθώς δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό. Με αυτά ως δεδομένα θα προχωρήσω στη συνέχεια στην ανάλυση της μαρτυρίας και στην εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων σε συσχετισμό με τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι όλοι οι μάρτυρες που κατέθεσαν για τον ενάγοντα ήταν ειλικρινείς και κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα όσα γνώριζαν σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης αλλά και των διαδικασιών που ακολουθούνται κατά την υποβολή αιτήσεων που εμπίπτουν στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους. Εξάλλου τα πλείστα των όσων ανέφεραν προέρχονται από έγγραφα στον φάκελο που τηρείται σε σχέση με το επίδικο κτήμα στο γραφείο του Κλάδου Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών στην Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας. Όπου χρειάστηκε να κάνουν παραδοχές, όπως στο ζήτημα της μη γραπτής απάντησης στο αίτημα της εταιρείας του εναγομένου για να εγκριθεί η κατάθεση αγοραπωλητηρίου εγγράφου του επίδικου κτήματος για σκοπούς Ειδικής Εκτέλεσης, δεν δίστασαν να το κάμουν. Κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στα όσα αναφέρθηκαν και στα όσα παρουσίασαν μέσω των εγγράφων - τεκμηρίων τα οποία κατέθεσαν, για να προβώ σε ορθά ευρήματα και σε ανάλογα συμπεράσματα σε σχέση με την επίδικη διαφορά. Ο εναγόμενος από τις παραδοχές και αρνήσεις του φανερά έδειξε ότι διακατέχεται από μια λανθασμένη αντίληψη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του που απορρέουν από τη Σύμβαση Μίσθωσης την οποία υπέγραψε στις 10.03.2005 για την εκμίσθωση του Τ/κ ιδιοκτησίας επίδικου ακινήτου το οποίο μέχρι και σήμερα κατέχει και εκμεταλλεύεται. Ακόμα και την υπογραφή της σύμβασης την ανήγαγε σε εκβιαστική τακτική των αρμοδίων λειτουργών του ενάγοντος. Ανέφερε ότι η αύξηση του ενοικίου ή ο καθορισμός του ενοικίου έγινε αυθαίρετα από τον ενάγοντα και χωρίς τη δική του αποδοχή, επικαλούμενος την μεγάλη αξία του ακινήτου ενώ ήταν αυτός με την ανάπτυξη που έκαμε σε αυτό που ανέβασε την αξία του. Απέκρυψε όμως αρχικά επιμελώς, αν και το παραδέχθηκε σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του ότι μεγάλωσε ο κλήρος του με την προσθήκη και εκείνου του πατέρα του, όταν εκείνος πέθανε, κάτι που τον εξυπηρετούσε για να αιτηθεί εκ νέου αίτηση για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας εφόσον πλέον δεν θα είχε πρόβλημα με τον συντελεστή κάλυψης για τις οικοδομές που ανήγειρε. Φυσικό επόμενο μετά την πιο πάνω εξέλιξη ήταν και η αύξηση του ενοικίου. Σε κάθε περίπτωση και προς εξυπηρέτηση των προσωπικών και οικονομικών του συμφερόντων αυτός αποδέχθηκε το καθορισθέν ενοίκιο και υπέγραψε τη Σύμβαση Μίσθωσης θεωρώ δε πέραν της λογικής και της πραγματικότητας ο ισχυρισμός του ότι δήθεν για να μη παρασυρθούν άλλοι και προβούν σε σύναψη συμφωνίας με τους Τ/κ ιδιοκτήτες γης πείστηκε να μην επιμένει στην ύπαρξη του πωλητηρίου εγγράφου όταν ως γνωστό έχουν κατατεθεί και κατατίθενται κατά καιρούς πολλές παρόμοιες αιτήσεις ενώπιον των κτηματολογικών μας γραφείων. Αν πράγματι του είχαν πει λειτουργοί ότι αν δεν αποδεχόταν την σύναψη της σύμβασης θα ενοικίαζαν σε άλλο δικαιούχο τον κλήρο του πατέρα του, αυτό κατά την άποψη μου δεν συνιστά εκβιασμό, εφόσον αυτό είναι που γίνεται κατά τη συνήθη διαδικασία εκμίσθωσης Τ/κ περιουσιών όπως επίσης εξηγήθηκε από τους μάρτυρες. Υπερέβαλλε όμως και αναφέροντας ότι είχαν περάσει 10 χρόνια χωρίς να έχει απάντηση για την αίτηση που έκαμε στο κτηματολόγιο. Αυτό γιατί αν πράγματι έτσι έχουν τα πράγματα, και δέχομαι ότι γραπτή απάντηση έλαβε μόλις τον Μάρτιο του 2013 μεσούσης της ακροαματικής διαδικασίας της παρούσας υπόθεσης, αυτός ειδοποιήθηκε επανειλημμένα από την αρμόδια αρχή για την υποχρέωση του στη καταβολή του ενοικίου, ανεξάρτητα της αίτησης του, και αυτός δεν ανταποκρίθηκε έγκαιρα και έτσι δεν μπορεί σήμερα να έρχεται και να επικαλείται αδυναμία εκπλήρωσης της υποχρέωσης του για καταβολή των οφειλόμενων ενοικίων. Από την άλλη η θέση του αυτή συγκρούεται και με τον ισχυρισμό που προβάλλει στο δικόγραφο του ότι του είπαν να ¨εγκαταλείψει¨ την αίτηση του για τους λόγους που ισχυρίζεται σε αυτό. Σημειώνω ότι η αγωγή ηγέρθη αρχές του 2010 και οι σχετικές οδηγίες προς την δικηγόρο δόθηκαν ήδη από τον Δεκέμβριο του 2009 (τεκμ. 2). Είναι γεγονός ότι δεν υπήρξε ανταπόκριση σε απάντηση εντός 30 ημερών σύμφωνα με τη συνταγματική επιταγή, όμως αυτό δεν μπορεί να αναχθεί σε ιδιωτική διαφορά ή να γίνεται επίκληση αυτής της παράλειψης της Διοίκησης με σκοπό την υπεράσπιση σε ιδιωτικού χαρακτήρα διαφορά μεταξύ της Διοίκησης και του πολίτη - αιτητή. Ακόμα και οι τυχόν προφορικές υποσχέσεις τις οποίες επικαλέστηκε ο εναγόμενος, που του δόθηκαν από Λειτουργούς του Επάρχου ή ακόμα και από τον ίδιο τον τότε ομοχώριο του Έπαρχο Λάρνακας, οι οποίες αφορούσαν την παροχή βοήθειας σε αυτόν για να του παρασχεθεί ηλεκτρικό ρεύμα από την Α.Η.Κ., προϋπόθεταν όπως ρητά διαλαμβάνεται και στην Σύμβαση Μίσθωσης την εξασφάλιση εκ μέρους του πολεοδομικής άδειας, όπως παραδέχθηκε εξάλλου σε κάποιο σημείο της κατάθεσης του και ο ίδιος. Την άδεια όμως για λόγους δικούς του και μόνο, τους οποίους εξήγησε - καθώς έκρινε ασύμφορο την καταβολή του ποσού των €14,000,00 ως δικαιώματα εξέτασης της αίτησης του - δεν εξασφάλισε από την Πολεοδομία και δεν μπορεί για αυτό να αιτιάται και να επιρρίπτει γι΄αυτό την ευθύνη στον ενάγοντα και να αξιώνει από αυτόν αποζημιώσεις για ζημιά που δήθεν του προκάλεσε. Όμως, ακριβώς αυτή η θέση του εμπεριέχει ταυτόχρονα και αντίφαση, καθώς από τη μια κρίνει ο ίδιος ασύμφορη τη καταβολή των απαιτούμενων δικαιωμάτων για την εξέταση και εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας και εδώ αξίζει να αναφερθεί και η αναφορά του ότι κρίθηκε ασύμφορη ακόμα και η τοποθέτηση δικτύου της Α.Η.Κ. όταν μαζί με το ίδιο το Κοινοτικό Συμβούλιο Δρομολαξιάς υπέβαλαν σχετική αίτηση προς την Α.Η.Κ., να έρχεται από την άλλη ο εναγόμενος και να αξιώνει αποζημιώσεις από τον ενάγοντα, τις οποίες ασφαλώς και δεν απέδειξε με αυστηρότητα, όπως επιβάλλεται προς απόδειξη ειδικών ζημιών, σύμφωνα με τη νομολογία μας. Ήταν όμως υπερβολικός και όταν αυτός ανήγαγε τη ζημιά του στο στρογγυλεμένο ποσό των €100,000,00 το οποίο όμως όταν στη συνέχεια του υπεδείχθη ότι δεν συμβαδίζει αυτό το ποσό με ό,τι αξιώνει με την ανταπαίτηση του και όσα ανέφερε περί της διαφοράς με το κόστος πετρελαίου με αυτό του ηλεκτρικού ρεύματος αναδιπλώθηκε δικαιολογώντας την αναφορά του αναφέροντας ότι αφορούσε το κόστος αλλαγής του μηχανικού εξοπλισμού. Πέραν όμως των πιο πάνω και παραδοχές του εναγομένου συνιστούν αναγνώριση της οφειλής του προς τον ενάγοντα. Ως τέτοιες αναφέρω τις εξής: (α) Παραδέχθηκε την ύπαρξη και τη δεσμευτική ισχύ της Σύμβασης Μίσθωσης, (β) παραδέχθηκε την ισχύ όλων των όρων της Σύμβασης και ειδικότερα αυτόν της παρ. 4(β), (γ) παραδέχθηκε τη μη πληρωμή των διεκδικούμενων ενοικίων, (δ) παραδέχθηκε αδυναμία πληρωμής των ενοικίων κάτι που δεν συνιστά υπεράσπιση στην αξίωση,(ε) παραδέχθηκε ότι δεν υπέβαλε αίτηση στην πολεοδομία μετά τη σύναψη της επίδικης Σύμβασης. Πέραν όμως των πιο πάνω και από νομικής άποψης το ζήτημα της αμφισβήτησης της ίδιας της Σύμβασης Μίσθωσης δεν μπορεί να προβάλλεται εκ μέρους του εναγομένου εφόσον επρόκειτο για μια συμφωνία η οποία ποτέ δεν αμφισβητήθηκε εκ μέρους του, ούτε και τερματίστηκε, της οποίας κατά τα άλλα οι όροι είναι σαφείς. Στον όρο 4(β) της Σύμβασης Μίσθωσης (τεκμ. 1), προνοείται η δυνατότητα αξιοποίησης του μισθίου κατά συγκεκριμένο τρόπο. Ο εναγόμενος εξήγησε τη δυσκολία που αντιμετώπισε να προχωρήσει κατ΄αυτόν τον τρόπο. Οποιαδήποτε δε αναφορά του περί υποσχέσεων που του δόθηκαν, πέραν των όσων διαλαμβάνονται στο πιο πάνω έγγραφο δεν γίνονται δεκτές, καθώς πέραν της αοριστίας τους αυτές εν τέλει δεν διαφέρουν από την προϋπόθεση που τίθεται με σαφήνεια καταληκτικά στον όρο 4(β) της Σύμβασης Μίσθωσης, ότι δηλαδή: « αφού εξασφαλίσει την απαιτούμενη πολεοδομική και οικοδομική άδεια από την αρμόδια αρχή.» Και η εκπλήρωση αυτής της προϋπόθεσης ως γνωστό και ως λέχθηκε κατά την παράθεση της μαρτυρίας προ απαιτείται για την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος από την Α.Η.Κ. Στην υπόθεση Marketrends Finance Ltd v. 1. Πέρδικου κ.ά.,
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1042 επισημάνθηκαν τα ακόλουθα: « Εφόσον μια συμφωνία έχει διατυπωθεί εγγράφως, εξωγενής μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή να προσθέσει στο περιεχόμενο των όρων του εγγράφου. Κατ΄εξαίρεση στο γενικό κανόνα εξωγενής μαρτυρία μπορεί να επιτραπεί κάτω από συγκεκριμένες εξαιρέσεις, όπως π.χ. για να αποδείξει την εγκυρότητα μιας συμφωνίας (Μαύρου v. Θεοδώρου,
(1984)1 C.L.R. 635), την πραγματική φύση της συναλλαγής (Kypio (I.T.H.) Company v. Kassapi,
(1980)2 J.S.C. 259) και τη διφορούμενη ιδιότητα των συμβαλλομένων (Λοϊζίδου v. Γεωργίου,
(1973)J.S.C. 1219). Στη δε απόφαση Royal Ris Ltd v. Δήμου Λάρνακας,
(2005)1 Α.Α.Δ. 1149 διευκρινίστηκε ότι ¨παρόλο ότι η πρόθεση των διαδίκων αναφορικά με τη δημιουργία νομικών σχέσεων είναι ουσιαστικό κριτήριο, στην παρούσα περίπτωση, εντούτοις, όπου υπάρχουν έγγραφες συμφωνίες, η πρόθεση αυτή συνάγεται και εξάγεται από τις συμφωνίες αυτές. Έτσι, ήταν ορθή η θέση της πρωτόδικης δικαστού, που, με αναφορά στην υπόθεση « Maison Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd,
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1156, η οποία παραπέμπει στην υπόθεση Θεολόγου κ.ά. v. Κτηματικής Ετ. Νέμεσις Λτδ,
(1998)1 Α.Α.Δ. στη σελ. 413 θεώρησε πως δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε μαρτυρία για διαπραγματεύσεις των μερών που προηγήθηκαν για να αποδειχθούν οι προθέσεις τους.» Για όλους τους πιο πάνω λόγους τόσο ως προς τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης όσο και ως προς τη νομική της πτυχή δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία και κατά συνέπεια την υπεράσπιση του εναγομένου αλλά και τις αξιώσεις του οι οποίες συνίστανται σε ειδικές αποζημιώσεις τις οποίες σε καμιά περίπτωση δεν απέδειξε όπως απαιτείται κατά τη νομολογία μας, δηλαδή με σαφήνεια και αυστηρότητα και με παροχή συγκεκριμένων στοιχείων πέραν βεβαίως και της αδυναμίας που παρουσιάζει το ίδιο το δικόγραφο του όπου αναφέρεται κατά γενικό τρόπο η αξίωση αυτή χωρίς οτιδήποτε άλλο (βλ. Α.ΤΗ.Κ. v. Medcon Constructions Ltd,
(2000)1 B Α.Α.Δ. 945, Αντωνιάδης v. Σταύρου,
(1998)1 Α.Α.Δ. 1171, Παναγή v. Κακόψιτου κ.ά.,
(2001)1 Α.Α.Δ. σελ. 839, Πίριλλου v. Κονναρή,
(2000)1 Α.Α.Δ. σελ. 1153). ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου όπως την έχω αναλύσει και δεχθεί πιο πάνω και τα νομικά ζητήματα που προκύπτουν, όπως τα κατέγραψα πιο πάνω, καταλήγω να εκδώσω απόφαση υπέρ του ενάγοντος και εναντίον του εναγομένου σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως του δηλαδή για το ποσό των €14.052,25σ. πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από της έγερσης της αγωγής δηλαδή από 19.02.2010 μέχρι εξοφλήσεως. Η ανταπαίτηση του εναγομένου απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σε σχέση με την ανταπαίτηση δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα καθώς αυτή συνεκδικάστηκε με την αγωγή και έτσι αυτά καλύπτονται με την προηγούμενη διαταγή. (Υπ.)........ Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο