KOUSMINA SVETLANA ν. LOUIS HOTEL PUBLIC COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής: 2249/2010, 16/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A120 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2249/2010 Μεταξύ: KOUSMINA SVETLANA Ενάγουσας και LOUIS HOTEL PUBLIC COMPANY LTD Εναγομένης _________ Ημερομηνία: 16 Σεπτεμβρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: κ.Πόλεως για Δημήτριος Α. Παυλίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγόμενη: κ. Δημητριάδης για Κώστας Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΣΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ: Σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως η ενάγουσα, Ρωσίδα 40 ετών, ήρθε στη Κύπρο μαζί με το σύζυγο της για διακοπές και στις 25.06.2010 και διέμεναν στο δωμάτιο με αριθμό 512 στο ξενοδοχείο Princess της Επαρχίας Λάρνακας ιδιοκτησίας της εναγομένης. Στο δωμάτιο της η ενάγουσα είχε στην κατοχή της και φύλαγε και τα προσωπικά της αντικείμενα. Κατά/ή περί τις 25.06.2010 και ενώ η ενάγουσα μαζί με το σύζυγο της απουσίαζαν από το δωμάτιο τους και ενώ είχαν κλειδώσει την είσοδο του, άφησε εντός του δωματίου τα προσωπικά της αντικείμενα και χρήματα. Αργότερα όταν επέστρεψε, πρόσεξε ότι τα προσωπικά της αντικείμενα και χρήματα είχαν αφαιρεθεί και χάθηκαν από το δωμάτιο τους. Η ενάγουσα μόλις διαπίστωσε την κλοπή από το δωμάτιο της των περιουσιακών της στοιχείων κατήγγειλε αμέσως την υπόθεση στην αστυνομία επίσης ενημέρωσε αμέσως τη διεύθυνση του ξενοδοχείου για το συμβάν. Διαπιστώθηκε ότι ανοίχθηκε η πόρτα του δωματίου χωρίς να φαίνονται τα ίχνη της σχετικής παραβίασης. Για το πιο πάνω συμβάν επιρρίπτει αποκλειστική αμέλεια και/ή παράβαση του καθήκοντος της εναγομένης που αφορά την ασφάλεια των πελατών της, ευθύνη για την οποία παραθέτει σειρά λεπτομερειών που συνίστανται στη μη παροχή ικανοποιητικής ασφάλειας, εποπτείας και ελέγχου του δωματίου τους ως είχε υποχρέωση, με αποτέλεσμα να απολέσει χρήματα, αγαθά και προσωπικά της αντικείμενα τα οποία περιγράφει με λεπτομέρειες και τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €10.000,00, ποσό το οποίο διεκδικεί ως ειδικές αποζημιώσεις από την εναγόμενη. Επιπλέον αξιώνει από αυτή γενικές αποζημιώσεις για την παράβαση των εκ του νόμου και κανονισμών καθηκόντων, φροντίδας και επιμέλειας που όφειλε προς την ενάγουσα. Αξιώνει επί πλέον νόμιμο τόκο από τις 25.06.2010 επί του πιο πάνω ποσού και τα έξοδα της. Η εναγόμενη παραδέχεται ότι η ενάγουσα διέμενε στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο του οποίου είχε την εποπτεία και έλεγχο κατά τον επίδικο χρόνο. Αρνείται όμως γενικά τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της ενάγουσας και παραθέτει τα ακόλουθα ως τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης: Ότι στις 24.06.2010 παρουσιάστηκαν στο χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου χωρίς κράτηση δύο νεαρές Ρωσίδες, η ενάγουσα και μια φίλη της ονόματι Αρεβίεβα Ελένα. Ζήτησαν δύο διπλά δωμάτια με πρόγευμα για τρία βράδια και τους παραχωρήθηκαν από τα δωμάτια του κήπου αυτά με αριθμό 510 και 512 και προπλήρωσαν το συνολικό κόστος διαμονής τους. Είπαν ότι οι σύζυγοι τους θα έρχονταν μετά και πήγαν στα δωμάτια τους όπου έμειναν τρία βράδια όπου δέχονταν επισκέψεις από διάφορους άνδρες. Το πρώτο βράδυ, γύρω στις 04:00 π.μ. της 25ης 06.2010, ένας από τους άνδρες της παρέας της ενάγουσας και/ ή της εν λόγω φίλης της πήγε στην υποδοχή του ξενοδοχείου και ανέφερε στα ρωσικά στον επί καθήκοντι υπάλληλο ότι έχασε το διαβατήριο του. Επειδή ο εν λόγω υπάλληλος του ξενοδοχείου δεν γνώριζε ρωσικά για να εξηγηθεί περαιτέρω μαζί του ο Ρώσος έφυγε. Μετά από λίγο τηλεφώνησε κάποιος από εξωτερική γραμμή και ανέφερε ότι χάθηκαν τα διαβατήρια της ενάγουσας και της φίλης της χωρίς να του ζητήσει να ενημερωθεί η αστυνομία ή κάποιος άλλος. Μετά παρέλευση κάποιου χρόνου πήγε στο ξενοδοχείο η αστυνομία με τη συνοδεία του ατόμου που είχε τηλεφωνήσει προηγουμένως και ζήτησαν να συναντήσουν την ενάγουσα και /ή τη φίλη της στο δωμάτιο
- Κατά την αναχώρηση τους από το ξενοδοχείο οι αστυνομικοί ανέφεραν στον επί καθήκοντι υπάλληλο της υποδοχής ότι άγνωστος μπήκε στο δωμάτιο 512 από την ανοιχτή πόρτα του μπαλκονιού και πήρε το διαβατήριο της ενάγουσας και άλλα προσωπικά της αντικείμενα. Η εναγόμενη αρνείται ότι έχει οποιαδήποτε ευθύνη για την απώλεια και/ή κλοπή οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων και/ή προσωπικών αντικειμένων της ενάγουσας, κάτι που αρνείται εν πάση περιπτώσει ότι έγινε. Διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα αμελώς άφησε την πόρτα του μπαλκονιού του δωματίου της ανοιχτή και/ή παρέλειψε να την κλειδώσει, με αποτέλεσμα να διευκολύνει την είσοδο αγνώστου ατόμου, γεγονός που εκμεταλλεύτηκε η ενάγουσα και εκτός από το διαβατήριο της, αν όντως της το έκλεψαν, ισχυρίζεται ότι της έκλεψαν και άλλα αντικείμενα, χρήματα και /ή περιουσιακά στοιχεία. Η ενάγουσα παρέλειψε να χρησιμοποιήσει το κουτί ασφαλείας (safe box) που είχε στο δωμάτιο της και/ή να φυλάξει σε αυτό τα χρήματα και άλλα προσωπικά της αντικείμενα και/ή τιμαλφή παρέλειψε να τα φυλάξει, προφυλάξει και επιδείξει την απαιτούμενη προσοχή σε όσους μπαινόβγαιναν στο δωμάτιο της και/ή να τηρήσει τους κανονισμούς ασφαλείας /προφύλαξης της ξενοδοχειακής μονάδας. Για τους πιο πάνω λόγους αρνείται τις αξιώσεις της ενάγουσας εναντίον της και ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος της. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Προς υποστήριξη των αξιώσεων της ενάγουσας κατέθεσαν η ίδια και κάλεσε ακόμα δύο μάρτυρες τον Αστ. 2777 Τάσο Λεμονιάτη (Μ.Ε.1) και την κα Δήμητρα Αναστασίου (Μ.Ε.2) της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου. Για την εναγόμενη κατάθεσε ο κ. Άκης Καμέρης (Μ.Υ.1) διευθυντής κατά τον επίδικο χρόνο του ξενοδοχείου Princess. Η ενάγουσα ανέφερε ότι στις 25.06.2010 βρισκόταν στην Κύπρο για διακοπές και διέμενε στο ξενοδοχείο Princess στο δωμάτιο 512 το οποίο είχε κλείσει για τρείς ημέρες. Στο δωμάτιο αυτό μεταξύ των προσωπικών της αντικειμένων υπήρχαν και δύο τσάντες μέσα στις οποίες είχε χρήματα, τραπεζικές κάρτες, τα διαβατήρια τους και την άδεια οδηγού της. Ανέφερε ότι την νύκτα της 24ης Ιουνίου 2010 προς την 25η Ιουνίου κοιμόντουσαν στο δωμάτιο τους με το σύζυγο της. Γύρω στις 03:00 ο σύζυγος της που είχε ξυπνήσει, της είπε ότι κάποιος είχε μπει στο δωμάτιο τους. Έτρεξε για να τον πιάσει χωρίς να τα καταφέρει καθώς ήταν με τις παντούφλες και έτσι πήγε στο χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου για να ζητήσει βοήθεια. Διαπίστωσε ότι ο υπεύθυνος του χώρου δεν μιλούσε ρωσικά και καθώς δεν μιλούσε ούτε ο άντρας της τα ελληνικά περίμεναν λίγο να ξημερώσει και ήρθε στο μεταξύ και η αστυνομία. Έψαξαν στους γύρω χώρους μήπως ο διαρρήκτης πέταξε τις τσάντες ή τα διαβατήρια τους. Το δωμάτιο τους δεν βρισκόταν στο κυρίως κτίριο του ξενοδοχείου αλλά στο ισόγειο διώροφων οικοδομών του κήπου και βρισκόταν απέναντι από την πισίνα. Η αξία των τσαντών που εκλάπησαν ήταν αυτή που τις είχε αγοράσει δηλαδή €1.500,00 και €500,00 αντίστοιχα. Στις τσάντες υπήρχαν επίσης 200.000 ρούβλια και €3.000,00 μετρητά. Είχε δώσει κατάθεση ο σύζυγος της στην αστυνομία η ώρα 08:00 π.μ. Περιέγραψε τη θέση όπου βρισκόταν το δωμάτιο τους και ανέφερε ότι μπροστά που είναι η έξοδος προς τη βεράντα της πισίνας βρισκόταν ένας μεγάλος προβολέας. Εξήγησε ότι κάλεσαν αστυνομία οι ίδιοι καθώς δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν με τον υπεύθυνο της υποδοχής ο οποίος από ό,τι αντιλήφθηκαν είχε ενημερώσει το διευθυντή του ξενοδοχείου. Θυμόταν ότι κατά την πληρωμή του δωματίου είχε υπογράψει κάποια φόρμα αλλά δεν υπήρχε κάποιος που να μιλούσε τη Ρωσική γλώσσα. Ισχυρίστηκε ότι δεν έτυχαν καμιάς προειδοποίησης για κινδύνους σε σχέση με τη διαμονή τους στο ξενοδοχείο και ειδικότερα σε σχέση με τον κίνδυνο κλοπών από το δωμάτιο τους, ούτε τους εξήγησαν για κάποιο μέτρο προστασίας από κλοπές, ούτε και είδε κατά τη διάρκεια της διαμονής της στο ξενοδοχείο κάποια προειδοποίηση σε σχέση με μέτρα προστασίας που όφειλαν να λάμβαναν Η επανέκδοση των διαβατηρίων τους είχε στοιχίσει €70,00 το καθένα για δε την επανέκδοση της άδειας οδηγού πλήρωσε €10,
- Δεν είχαν καμιά ενημέρωση από την αστυνομία για το στάδιο των ερευνών της προς εξιχνίαση της υπόθεσης. Ανέφερε στη συνέχεια ότι μετά που είχαν τελειώσει τις διακοπές τους επέστρεψαν στη χώρα τους εξασφαλίζοντας σχετικά ταξιδιωτικά έγγραφα από το Ρωσικό προξενείο. Είχαν αναχωρήσει από την Κύπρο στις 26.06.2010.Το πρώτο βράδυ της διαμονής τους, οπότε και έγινε η διάρρηξη, είχαν επιστρέψει με τον σύζυγο της στο δωμάτιο τους γύρω στις 23:
- Η ίδια όπως και ο σύζυγος της μιλούν λίγο την Αγγλική και λίγο τη Γερμανική γλώσσα. Το δωμάτιο τους είχε εμβαδόν 20 τ.μ. περίπου και υπήρχε σε αυτό ξεχωριστά αποχωρητήριο με μπάνιο και βεράντα. Το κρεβάτι βρισκόταν από την πόρτα της βεράντας σε απόσταση 3μ. περίπου. Θυμόταν ότι η πόρτα της βεράντας ήταν μεν κλειστή αλλά δεν θυμόταν αν αυτή ήταν και ασφαλισμένη. Στο δωμάτιο τους είχαν πάρει κάποια προσωπικά τους αντικείμενα καθώς τις βαλίτσες τους τις είχαν αφήσει στο άλλο δωμάτιο όπου έμεναν οι γιαγιάδες με τα μωρά τους. Δεν θυμόταν να είχαν ανοίξει ντουλάπες ή συρτάρια στο δωμάτιο τους, είχαν όμως χρησιμοποιήσει το αποχωρητήριο. Δεν θυμόταν αν πάνω στο γραφείο υπήρχε οδηγός (directory) προς τους πελάτες. Εξήγησε ότι την αστυνομία αφού δεν μπόρεσε ο άντρας της να εξηγηθεί με τον υπεύθυνο της υποδοχής του ξενοδοχείου την ειδοποίησε κάποιος συγγενής τους από τη Λευκωσία τον οποίο ενημέρωσαν σχετικά. Σε σχετική υποβολή ότι ενώ υπήρχε οδηγός (directory), προς τους πελάτες στο δωμάτιο τους γραμμένο μεταξύ άλλων και στη Ρωσική γλώσσα εντούτοις δεν τον διάβασαν και έτσι δεν διασφάλισαν την προσωπική τους ασφάλεια και την ασφάλεια των προσωπικών τους αντικειμένων, ανέφερε ότι η ίδια δεν είδε έναν τέτοιο οδηγό και ότι πήγαιναν καθημερινά στη θάλασσα με τα μωρά τους και στο διαμέρισμα πήγαιναν μόνο για να κοιμηθούν. Σε υποβολή ότι ήταν δική της η ευθύνη να προσέχει τα πράγματα της, ανέφερε ότι το γνωρίζει αλλά όταν αυτή κοιμόταν διερωτήθηκε πως θα πρόσεχε τα πράγματα της. Θα έπρεπε, ανέφερε, να υπήρχε ασφάλεια από το ξενοδοχείο για όση ώρα οι πελάτες του κοιμόντουσαν. Σε άλλη υποβολή, ότι ενώ κατ΄ ισχυρισμό της κατείχε πράγματα αξίας και μετρητά χρήματα, εντούτοις άφησε την πόρτα της βεράντας του δωματίου ανοιχτή με αποτέλεσμα να εκτίθεται σε όλους τους πιθανούς κινδύνους, ανέφερε ότι έπρεπε να υπήρχε ασφάλεια στο ξενοδοχείο τουλάχιστο τη νύχτα. Σε άλλη ερώτηση γιατί είχε φέρει μαζί της 200.000 Ρούβλια εφόσον δεν μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει στην Κύπρο, ανέφερε ότι η αξία τους ήταν περίπου €7.000,00 αλλά είχαν φέρει και €3.000,00 σε μετρητά. Σε άλλη ερώτηση πως δεν ενδιαφέρθηκε να λάβει μέτρα προστασίας εφόσον κρατούσε τόσα χρήματα σε μετρητά, ανέφερε ότι στο δωμάτιο εκείνο πήγαιναν απλώς για ύπνο και όλη την ημέρα βρισκόταν στο διπλανό δωμάτιο όπου ήταν τα μωρά της γι΄αυτό και δεν είχε ζητήσει χρηματοκιβώτιο. Οι Ρωσικές αρχές χρειάζονται περίπου 45 ημέρες για να εκδώσουν ένα διαβατήριο αν και το νέο της διαβατήριο της είχε εκδοθεί γρήγορα στις 15.07.
- Όταν είχαν έρθει στην Κύπρο για διακοπές σκέφτονταν να ενοικιάσουν αυτοκίνητο γι΄αυτό και είχε φέρει μαζί της και την άδεια οδηγού μαζί της. Σε υποβολή ότι δεν είχε κλαπεί τίποτε από το δωμάτιο τους, γι΄αυτό και ο άντρας της είχε πει στην υποδοχή ότι ήταν μόνο τα διαβατήρια τους που είχαν χαθεί, ανέφερε ότι ούτε τα αγγλικά του συζύγου της είναι καλά ούτε και του υπαλλήλου του ξενοδοχείου, γι΄αυτό και δεν είχε καταλάβει τι του έλεγε. Σε υποβολή δε ότι δεν έγινε τέτοιο επεισόδιο όπως το περιέγραψε στο ξενοδοχείο, επέμεινε ότι είχε γίνει πράγματι διάρρηξη στο δωμάτιο όπου διέμεναν. Ανέφερε περαιτέρω ότι ταξιδεύει συχνά και ότι έχει την οικονομική δυνατότητα να αγοράζει ακριβές τσάντες αλλά πρώτη φορά της συνέβηκε κάτι τέτοιο σε ξενοδοχείο όπου διέμεινε. Τέλος, ανέφερε ότι παρόλο ότι είχαν πληρώσει το ξενοδοχείο εντούτοις δεν τους παρασχέθηκε η απαιτούμενη σημασία και δεν τους βοήθησαν. Ο Αστ. 2777 Τάσος Λεμονιάτης του Αστ. Σταθμού Ορόκλινης εξήγησε ότι το ξενοδοχείο Princess βρίσκεται στο δρόμο Λάρνακας - Δεκέλειας στην περιοχή της Ορόκλινης και πολύ κοντά στον αστυνομικό σταθμό. Ανέφερε ότι στις 26.06.2010 είχε ληφθεί καταγγελία γύρω στις 07:30π.μ. από υπάλληλο του ξενοδοχείου Princess ότι γύρω στις 04:00π.μ. της ίδιας ημέρας είχε γίνει διάρρηξη από δωμάτιο του πιο πάνω ξενοδοχείου. Η καταγγελία συνίστατο στο ότι κάποιος εισήλθε από ανοιχτή μπαλκονόπορτα ισόγειου δωματίου που έβλεπε προς την πισίνα και έκλεψε περιουσιακά στοιχεία των ενοίκων, ότι ο σύζυγος αντιλήφθηκε τον διαρρήκτη και τον καταδίωξε χωρίς όμως να τα καταφέρει να τον ανακόψει. Ο λόγος που έγινε με καθυστέρηση η καταγγελία, όπως εξηγήθηκε στην αστυνομία, ήταν ότι ο προηγούμενος υπάλληλος επί της υποδοχής παρόλο ότι δέχθηκε σχετικό παράπονο, εντούτοις δεν το είχε καταλάβει γιατί δεν μιλούσε τη Ρωσική γλώσσα και έτσι αυτή έγινε μόλις στις 07:30π.μ. Όταν είχε πάει στο ξενοδοχείο για να διερευνήσει την καταγγελία, ο προηγούμενος υπάλληλος επί της υποδοχής του εξήγησε ότι είχε δεχθεί παράπονο από τον Ρώσο αλλά δεν καταλάβαινε τι του έλεγε. Περιέγραψε τη διαμόρφωση του δωματίου του ξενοδοχείου, ότι αυτό είχε δύο κρεβάτια τοποθετημένα κάθετα στο δωμάτιο και κοντά στη μπαλκονόπορτα υπήρχε διάδρομος από τον οποίο θα μπορούσε να περάσει κάποιος. Η καταγγελία έγινε από το σύζυγο της ενάγουσας, δηλώθηκε ότι περιουσία που κλάπηκε ανήκε και στους δύο εκτός από τα διαβατήρια τους και τις πιστωτικές τους κάρτες που ήταν σε χωριστά ονόματα. Έγινε δακτυλοσκοπικός έλεγχος σε διάφορα σημεία αλλά δεν εντοπίστηκαν αποτυπώματα. Την πόρτα της βεράντας τη βρήκαν ανοιχτή καθώς ήταν καλοκαίρι και έκαμνε ζέστη. Στο μέρος δεν υπήρχαν κάμερες ασφαλείας. Σε ερώτηση αν υπάρχουν φύλακες επιφορτισμένοι με την ασφάλεια του ξενοδοχείου, ανέφερε ότι χωρίς να είναι σίγουρος ο υπάλληλος επί της υποδοχής εκτελεί τέτοια καθήκοντα. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι υπηρετεί στον αστυνομικό σταθμό Ορόκλινης τα τελευταία 3 ½ χρόνια και ότι γνώριζε ότι είχαν γίνει τουλάχιστον 4 καταγγελίες για παρόμοια περιστατικά. Πολλές φορές τέτοιες υποθέσεις εξιχνιάζονται άλλες φορές όμως όχι. Όταν του αναφέρθηκε συγκεκριμένη σύλληψη προσώπου που ήταν ύποπτος για παρόμοιου τύπου αδικήματα, ανέφερε ότι διερευνήθηκε και σε σχέση με τη παρούσα υπόθεση αλλά δεν προέκυψε οτιδήποτε εναντίον του. Δεν θυμόταν αν στο δωμάτιο της ενάγουσας υπήρχαν και άλλα προσωπικά τους αντικείμενα, είχε καταγράψει όμως αυτά που του ανέφεραν ότι είχαν κλαπεί. Κατάθεση είχε ληφθεί από τον παραπονούμενο με τη βοήθεια μεταφραστή και δεν θεωρήθηκε σκόπιμο να ληφθεί κατάθεση από οποιονδήποτε άλλο. Υπάλληλος επί της υποδοχής όταν συνέβη το επεισόδιο ήταν κάποιος ονόματι Χ¨ Χαμπής, ο οποίος τους επιβεβαίωσε ότι δεν καταλάβαινε τι του έλεγε ο Ρώσος. Επανέλαβε ότι ήταν από το ξενοδοχείο που πήραν το τηλεφώνημα και την καταγγελία. Φτάνοντας στο δωμάτιο δεν αντίκρισε ανακατωμένα πράγματα. Ο παραπονούμενος τους είχε πει ότι την μπαλκονόπορτα την είχαν αφήσει μισάνοιχτη και σε αυτή δεν υπήρχαν ίχνη παραβίασης. Επειδή η καταγγελία δεν αφορούσε διάρρηξη από κιβώτιο ασφαλείας (safe box), δεν ερεύνησε αυτό το ζήτημα και έτσι δεν γνωρίζει αν υπήρχε στο δωμάτιο τέτοιο κιβώτιο. Σύμφωνα με την κατάθεση του παραπονούμενου στην 1η τσάντα υπήρχε το ποσό των €2.000,00 και 150.000 ρούβλια ενώ στη 2η τσάντα υπήρχε το ποσό των €1.000,00 και 50.000 ρούβλια. Η κα Δήμητρα Αναστασίου εργάζεται στην Κεντρική Τράπεζα Κύπρου στην υπηρεσία εκτέλεσης και διακανονισμού συναλλαγών. Ρωτήθηκε αρχικά για την ισοτιμία του ρωσικού ρουβλιού με το ευρώ στις 26.06.
- Εξήγησε ότι τα στοιχεία της προέρχονται από τις ισοτιμίες που καθορίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα από 1.01.
- Επειδή η 26.06.2010 ήταν Σάββατο εξήγησε ότι λαμβάνεται υπόψη η προηγούμενη εργάσιμη ημέρα που ήταν η 25η .06.2010 όπου 1 Ευρώ αντιστοιχούσε προς 38.31 ρούβλια οπότε τα 200.000 ρούβλια αντιστοιχούν με €5.220,57σ. Εξήγησε επίσης την ισοτιμία του Ευρώ με το Δολάριο των Η.Π.Α. την ίδια ημερομηνία ότι ήταν 1 προς $1.
- Αναφέρθηκε επίσης στην ισοτιμία του χρυσού με το δολάριο Η.Π.Α. όπου η τιμή της ουγγίας χρυσού προς δολάρια Η.Π.Α. ήταν προς 1.254 και ότι η ουγγία είναι 31.10 γραμμάρια. Σε ερώτηση σε τι αντιστοιχούσαν σε Ευρώ τα 65 ½ χιλιοστόγραμμα χρυσού καθαρότητας 900 χιλιοστών στις 26.06.2010 ανέφερε το ποσό των €2.148,
- Ο κ. Άκης Καμέρης ο οποίος κατάθεσε για την εναγόμενη στη γραπτή του κατάθεση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο 1, ανέφερε ότι ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο διευθυντής του ξενοδοχείου Princess στην Λάρνακα. Στις 24.06.2010 παρουσιάστηκαν στο χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου δύο νεαρές κοπέλες κρατώντας μόνο από μια τσάντα θαλάσσης. Ο ίδιος εκείνη τη στιγμή έκαμνε τις καθιερωμένες βόλτες στους χώρους του ξενοδοχείου και μόλις τις αντίκρισε πήγε στο χώρο υποδοχής για να δει τι θέλουν και να τις ρωτήσει αν μπορούσε να τις εξυπηρετήσει. Οι δύο κοπέλες του ανέφεραν τα ονόματα τους. Η μια ήταν η ενάγουσα και η άλλη η Αρεφίεβα Ελένα όπως είχαν δηλώσει τα ονόματα τους. Δεν είχαν κράτηση και ζήτησαν δύο διπλά δωμάτια με πρόγευμα για τρία βράδια. Τους ζητήθηκε από την υπάλληλο της υποδοχής να συμπληρώσουν τα συνηθισμένα έντυπα του Κ.Ο.Τ. με τα στοιχεία τους και τους εξηγήθηκαν οι κανονισμοί ασφαλείας σε περίπτωση πυρκαγιάς ή σεισμού, όπως συνηθίζεται να γίνεται με όλους τους πελάτες. Η εν λόγω υπάλληλος τους ανέφερε επίσης ότι τα δωμάτια διαθέτουν κουτί ασφαλείας και τους ενημέρωσε ότι στο δωμάτιο υπάρχουν σχετικοί όροι υπηρεσιών (directories) στην Αγγλική, Ρωσική και Γερμανική γλώσσα στους οποίους μπορούν να βρουν όλες τις λεπτομέρειες αναφορικά με τις υπηρεσίες που προσφέρονται από το ξενοδοχείο. Σε κάθε περίπτωση τους ανέφερε ότι αν δεν τα καταφέρουν και θέλουν βοήθεια να της τηλεφωνήσουν. Τα δωμάτια που τους παραχωρήθηκαν και προπλήρωσαν είχαν τους αριθμούς 510 και 512 και βρισκόντουσαν στα δωμάτια του κήπου. Είχαν αναφέρει ότι οι σύζυγοι τους θα έρχονταν μετά και πήγαν στα δωμάτια τους όπου και διέμειναν τρία βράδια όπου δέχονταν επισκέψεις από διάφορους άνδρες. Από το πρώτο βράδυ, ένας από τους άνδρες της παρέας πήγε στην υποδοχή του ξενοδοχείου γύρω στις 04:00 τα ξημερώματα της 25ης .06.2010 και ανάφερε στα ρωσικά στον επί καθήκοντι νυκτερινό υπάλληλο κ. Γιώργο Χ¨ Χαμπή ότι έχασε το διαβατήριο του. Ο εν λόγω υπάλληλος του ξενοδοχείου δεν γνώριζε τη Ρωσική γλώσσα για να εξηγηθεί περαιτέρω με τον εν λόγω κύριο τι είχε συμβεί. Ο Ρώσος έφυγε και μετά από λίγο τηλεφώνησε κάποιος από εξωτερική γραμμή και ανέφερε ότι χάθηκαν τα διαβατήρια της ενάγουσας και της φίλης της, χωρίς να ζητήσει να ενημερωθεί η αστυνομία ή κάποιος άλλος. Μετά από αρκετή ώρα πήγε στο ξενοδοχείο η αστυνομία και ζήτησαν να συναντήσουν την ενάγουσα στο δωμάτιο
- Λόγω του ότι ήταν ακόμα πρωί δεν τους συνόδεψε κανείς υπάλληλος του ξενοδοχείου στο δωμάτιο
- Κατά την αναχώρηση τους από το ξενοδοχείο οι αστυνομικοί, ανάφεραν στον επί καθήκοντι υπάλληλο στην υποδοχή ότι όπως τους πληροφόρησε ένας άνδρας της παρέας της ενάγουσας, κάποιος άγνωστος μπήκε στο δωμάτιο 512 από την ανοιχτή πόρτα του μπαλκονιού και πήρε το διαβατήριο της ενάγουσας και άλλα προσωπικά της αντικείμενα. Οι αστυνομικοί ανάφεραν επίσης ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε σημείο παραβίασης στο δωμάτιο 512, ούτε στην μπαλκονόπορτα ούτε στην πόρτα της εισόδου, τα πάντα στο δωμάτιο ήταν άθικτα και σε άριστη κατάσταση. Εάν όντως η ενάγουσα απώλεσε χρήματα και άλλα προσωπικά της αντικείμενα μάλλον παρέλειψε να χρησιμοποιήσει το κουτί ασφαλείας (safe box), που υπήρχε στο δωμάτιο της, τα οποία όφειλε να τα είχε φυλάξει σε αυτό. Περαιτέρω η ενάγουσα αμελώς άφησε την πόρτα του μπαλκονιού του δωματίου της ανοιχτή ή παρέλειψε να την κλειδώσει, με αποτέλεσμα να διευκολύνει την είσοδο αγνώστου ατόμου σε αυτό, εάν πράγματι κάποιος μπήκε στο δωμάτιο. Σε διευκρινιστική ερώτηση εάν είχε αντίγραφο του εγγράφου ¨Directory¨ στο οποίο έκαμε αναφορά στη δήλωση του, ανέφερε ότι δεν είχε το πρωτότυπο διότι το ξενοδοχείο υπέστη ζημιές από φωτιά και το έχουν εγκαταλείψει, είχε όμως φωτοαντίγραφο του το οποίο κατάθεσε ως τεκμ.
- Κατά την αντεξέταση του εξήγησε ότι τα δικά του καθήκοντα αφορούσαν τη διοίκηση του ξενοδοχείου. Σε ερώτηση αν μέσα στα καθήκοντα του είναι και αυτά της υποδοχής, ανέφερε ότι αυτό εξαρτάται από την ώρα και από τυχόν άλλα καθήκοντα που έχει την κάθε στιγμή. Εξήγησε ότι η πληροφόρηση του σε σχέση με την καταγγελία που έκανε η ενάγουσα προερχόταν από τους υπαλλήλους του ξενοδοχείου κ.κ. Γ. Χ¨ Χαμπή και Κύπρο Νικολάου. Ο κ. Χ¨ Χαμπής είχε καταλάβει από τη συνομιλία που είχε με τον άνδρα που πήγε κοντά του το βράδυ του επεισοδίου ήταν από τα λίγα αγγλικά που γνώριζε. Σε σχέση με την αναφορά του ότι η ενάγουσα δεχόταν επισκέψεις από διάφορους άνδρες ανέφερε ότι αυτό το γνώριζε από αναφορές των πιο πάνω υπαλλήλων. Σε υποβολή ότι ο μόνος που έμπαινε και έβγαινε στο δωμάτιο τους ήταν ο σύζυγος της ενάγουσας ανέφερε ότι οι πιο πάνω ήταν η πληροφόρηση του. Εξήγησε περαιτέρω ότι ήταν κάποιος άλλος που είχε ενημερώσει την αστυνομία και όχι υπάλληλος του ξενοδοχείου τους. Σε όλα τα δωμάτια του ξενοδοχείου υπήρχαν κουτιά ασφαλείας. Ο ίδιος εργαζόταν στην εναγομένη μέχρι και την 23.12.
- Μετά τη φωτιά στο ξενοδοχείο δεν ξαναπήγε ο ίδιος εκεί. Παραδέχθηκε ότι όσα ήξερε για την καταγγελία για διάρρηξη το ήξερε από τρίτα πρόσωπα και η αστυνομία δεν είχε μιλήσει μαζί του αλλά με τον υποδιευθυντή του ξενοδοχείου. Σε υποβολή ότι η ενάγουσα έχασε τις τσάντες και τα χρήματα που ισχυρίζεται ότι κλάπηκαν από το δωμάτιο της, ανέφερε ότι ο καθένας μπορεί να ισχυρίζεται ό,τι θέλει. Ανέφερε ότι δεν είχαν στο ξενοδοχείο ένστολους φύλακες ούτε και κλειστό σύστημα ασφαλείας καθώς δεν προνοείται κάτι τέτοιο από τη νομοθεσία, υπήρχε μόνο ο νυχτερινός υπάλληλος. Σε υποβολή ότι μόνον τον Ιούνιο του 2010 είχαν τέσσερα επεισόδια διαρρήξεων ανέφερε ότι πολύ αμφιβάλλει για την πληροφόρηση που είχε ο δικηγόρος. Η πληροφόρηση που γίνεται προς τον πελάτη είναι αν θέλει να κοιτάξει το Directory το οποίο υπάρχει σε τέσσερις γλώσσες ήτοι στην Αγγλική, Ρωσική, Γερμανική και Ελληνική και ανέφερε ότι δεν έχουν υποχρέωση προς τους πελάτες τους να τους προειδοποιούν για τους κινδύνους. Παραδέχθηκε ότι η εναγόμενη διαχειριζόταν το ξενοδοχείο Princess κατά τον επίδικο χρόνο. Δεν γνώριζε αν η ασφάλεια που καλύπτει το ξενοδοχείο καλύπτει και κλοπή μετρητών χρημάτων. Παρόλο ότι ο ίδιος βρισκόταν στο ξενοδοχείο στις 25 και στις 26.06.2010 εντούτοις δεν είχε μιλήσει με την παραπονούμενη. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Ο κ. Δημητριάδης εκ μέρους της εναγομένης στην εισήγηση του αναφέρθηκε στις αξιώσεις της ενάγουσας οι οποίες προέρχονται από την κατ΄ισχυρισμό διάρρηξη και κλοπή από το δωμάτιο που είχε ενοικιάσει από την εναγόμενη στο ξενοδοχείο Princess. Είναι η γενική θέση της πλευράς της εναγομένης ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να αποδεικνύει τι ακριβώς απώλεσε η ενάγουσα, ποια η αξία των απολεσθέντων πραγμάτων και κυρίως ότι για την ισχυριζόμενη κλοπή ή απώλεια ευθύνεται η εναγόμενη. Τα πιο πάνω ανέλυσε διεξοδικά στη συνέχεια της αγόρευσης του επισημαίνοντας το γεγονός ότι ήταν ο σύζυγος της ενάγουσας που ήταν ο παραπονούμενος σύμφωνα και με τον αστυνομικό Μ.Ε.2, αλλά και την ίδια την ενάγουσα η οποία ανέφερε ότι ήταν ο σύζυγος της που έδωσε κατάθεση ως παραπονούμενος στον οποίο εξάλλου ανήκαν και κάποια από τα απολεσθέντα. Η μαρτυρία τόσο της ίδιας της ενάγουσας όσο και του αστυνομικού Μ.Ε. 2 κατέδειξε ότι δεν είχαν λάβει τις απαραίτητες προφυλάξεις αφήνοντας τη πόρτα του δωματίου τους ανοιχτή και δεν είχαν τοποθετήσει μέσα στο κουτί ασφαλείας τα πράγματα αξίας και τα χρήματα τους. Κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει την ενάγουσα ως μη ειλικρινή μάρτυρα εφόσον αυτή περιέπεσε σε αντιφάσεις τις οποίες και επεσήμανε. Τους Μ.Ε. 2 και 3 τους χαρακτήρισε ως ανεξάρτητους και ειλικρινείς όμως από τη μαρτυρία της Μ.Ε. 3 κάλεσε το Δικαστήριο να μην αποδεχθεί τη μαρτυρία της σε σχέση με την ισοτιμία μιας ¨ευγενούς¨ όπως την χαρακτήρισε ουγγίας χρυσού με την αξία χρυσού καθαρότητας εννιακοσίων χιλιοστών. Επομένως δεν θα πρέπει να αποδεχθεί το συμπέρασμα της ότι 3.000 χρυσά φράγκα ισοδυναμούν με €6.444,73σ. Χαρακτήρισε δε τη μαρτυρία του Μ.Υ. ως ειλικρινή ο οποίος είπε την αλήθεια και την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να πιστέψει και από αυτή να εξαγάγει τα ευρήματα του. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι υπάρχει διάσταση στη μαρτυρία της πλευράς της ενάγουσας σε σχέση με την κλαπείσα περιουσία η οποία δεν αποδείχθηκε με αυστηρό τρόπο όπως επιβάλλει η νομολογία μας όταν διεκδικούνται ειδικές αποζημιώσεις. Ήταν επίσης η εισήγηση του ότι και αν ακόμα το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει ότι πράγματι είχε κλαπεί η ισχυριζόμενη περιουσία από το δωμάτιο της ενάγουσας αυτή δεν κατάφερε να αποδείξει την ευθύνη της εναγομένης γι΄αυτή την απώλεια της καθώς δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να αποδεικνύει οποιανδήποτε από τις λεπτομέρειες της αμέλειας της εναγομένης όπως τις προσδιόρισε στο δικόγραφο της. Εισηγήθηκε τέλος ότι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Κυρωτικού περί της Σύμβασης για την Ευθύνη Ξενοδόχων αναφορικά με την Περιουσία Πελατών τους Νόμου (Ν. 77/83). Ο κ. Πόλεως, στη δική του επίσης εμπεριστατωμένη εισήγηση, έκαμε αναφορά στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στα δικόγραφα και σχολίασε τη μαρτυρία που δόθηκε και παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία των μαρτύρων της ενάγουσας και τα γεγονότα όπως αυτά παρουσιάστηκαν και πράγματι συνέβησαν, κατέδειξε την ευθύνη της εναγομένης έναντι της ζημιάς που υπέστη η ενάγουσα. Εισηγήθηκε ότι εφόσον το Ξενοδοχείο με βάσει τις διατάξεις του Νόμου περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων του 1969 (Ν. 40/1969), όφειλε να είχε παραλάβει την απολεσθείσα περιουσία για ασφαλή φύλαξη είτε και αρνήθηκε να την παραλάβει με αποτέλεσμα να ενεργοποιούνται οι διατάξεις του νόμου αυτού. Περιόρισε την αξίωση της ενάγουσας για την ζημιά που υπέστη, σε αυτή που προήλθε από τη μαρτυρία της Μ.Ε. 3 στο ποσό των €6.444,60σ. πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής. Ήταν περαιτέρω η εισήγηση του ότι η ενάγουσα δεν μπορεί να ευθύνεται για την απώλεια της περιουσίας της ως αυτή έγινε, ένεκα γεγονότων που η ίδια δεν μπορούσε να προβλέψει χωρίς κάποιου είδους γνωστοποίηση από την διεύθυνση του ξενοδοχείου πώς να προφυλάξει τα προσωπικά της αντικείμενα. Καταλόγισε δε ευθύνη στην εναγόμενη καθώς δεν είχε επαρκές σύστημα ασφάλειας κατά τον επίδικο χρόνο στο ξενοδοχείο ούτε και κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, όταν ακόμα σύμφωνα με τη μαρτυρία του αστυνομικού Μ.Ε. 2 το τελευταίο χρονικό διάστημα υπήρξαν ακόμα τέσσερις παρόμοιες περιπτώσεις καταγγελίας κλοπής περιουσίας από πελάτες του ξενοδοχείου. Επεσήμανε ότι η μαρτυρία που προήλθε από την εναγόμενη είναι εξ ακοής η οποία θα πρέπει να τεθεί κάτω από τα κριτήρια του Άρθρου 27
(2)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9. Οι υπαινιγμοί της πλευράς της εναγομένης ότι δεν συνέβη η διάρρηξη είναι και αόριστοι και ατεκμηρίωτοι και δεν παρασχέθηκε προς τούτο μαρτυρία. Η στάση της πλευράς της εναγομένης εξ αρχής αποσκοπούσε στο να αμφισβητήσει τα λεχθέντα της ενάγουσας για την απώλεια της περιουσίας της. Εισηγήθηκε ότι η χρήση του safe box, όπως το περιέγραψε ο Μ.Υ.1, αποτελεί γεγονός για το οποίο ενεργοποιεί τις διατάξεις του Άρθρου 14
(2)(α) όπου η ευθύνη της εναγομένης είναι απεριόριστη. Αυτά δε δεν αναιρούν ούτε παραγκωνίζουν την ευθύνη της εναγομένης δυνάμει του άρθρου 14
(1)(α) για απώλεια περιουσίας της ενάγουσας εντός του δωματίου της. Ούτε και η ρήτρα περιορισμού της ευθύνης που περιέχεται στο τεκμ. 1 μπορεί να έχει οποιανδήποτε ισχύ καθώς αυτή ουδέποτε ήταν μέρος της σύμβασης των διαδίκων κατά τον καταρτισμό της στο χώρο υποδοχής και επομένως ανίσχυρη για επίκληση της από πλευράς της εναγομένης που αποσκοπεί στον αποκλεισμό της ευθύνης της. Εξάλλου μια τέτοια ρήτρα είναι ανεπίτρεπτη με όσα διαλαμβάνονται στο Άρθρο 14
(6)του Νόμου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή την ενάγουσα και τους μάρτυρες που κλήθηκαν και κατέθεσαν για αυτήν και τον μάρτυρα που κατέθεσε για την εναγόμενη ενώπιον μου στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Παρακολούθησα τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το μνημονικό τους και γενικά τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα (βλ. C&A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 1273, στις σελ. 1280 και 1281). Λαμβάνονται επίσης υπόψη τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχω συγκρίνει και αντιπαραβάλει μεταξύ τους τις προφορικές μαρτυρίες και τις παραδοχές τους σε συσχετισμό με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Η εξέταση περαιτέρω της μαρτυρίας γίνεται και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων (βλ. Phipson On Evidence 14η έκδοση
(1990)παρ. 12 - 20, Ζαβρού v. Χαραλάμπους,
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 447). Θα λάβω ακόμα υπόψη μου τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις όπου αναλύουν τόσο τη μαρτυρία και δίδουν τη δική τους ερμηνεία σε αυτή, πως την εξηγούν οι ίδιοι και πως εισηγούνται να την αντικρίσει το Δικαστήριο, όσο και τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας και στην κατάληξη μου σε ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με την επίδικη διαφορά. Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ,
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1858 στη σελ. 1868 σε σχέση με το τι συνιστά «απόδειξη (proof), στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων», το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phibson on Evidence, 14th Edition, παρ. 4 - 38 και Αθανασίου κ.ά v. Κουνούνη
(1997)1 (β) Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας.» Το βάρος απόδειξης που είχε η ενάγουσα στους ώμους της ήταν να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για την αλήθεια των ισχυρισμών της στο βαθμό που απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις, δηλαδή με βάσει το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (για μια εκτενή ανάλυση του κριτηρίου του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και της κατανόησης του τρόπου εφαρμογής του βλ. Baloise Insur. Co. Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1275 στις σελ. 1291,1292). Κατά την αντίληψη μου η ενάγουσα υπέπεσε σε αρκετές αντιφάσεις κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της οι οποίες με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι αυτή δεν ήταν ειλικρινής μάρτυρας. Κατ΄αρχήν επισημαίνω τη διάσταση της μαρτυρίας της με όσα ισχυρίζεται στην έκθεση απαιτήσεως της, ότι δηλαδή (βλ. παρ. 5 της έκθεσης απαιτήσεως): « Κατά ή περί τις 25.06.2010 η ενάγουσα μαζί με το σύζυγο της και ενώ απουσίαζαν από την πιο πάνω μονάδα και/ή κλίνη και/ή δωμάτιο και/ή διαμέρισμα κλειδώνοντας την εν λόγω είσοδο η ενάγουσα άφησε εντός της εν λόγω μονάδας τα προσωπικά της αντικείμενα και/ή χρήματα και/ή αντικείμενα ιδιοκτησίας της ίδιας.» (η υπογράμμιση δική μου). Στην κατάθεση της όμως σαφώς ανέφερε ότι αυτή είχε επιστρέψει στο δωμάτιο περί τις 23:00 και είχαν ξαπλώσει με τον σύζυγο της για ύπνο. Το ισχυριζόμενο δε επεισόδιο έλαβεν χώρα κατά την ίδια τη μάρτυρα περί τις 03:00π.μ. κατά την εναγόμενη δε περί τις 04:00 της επόμενης όπως ήταν και η μαρτυρία στου αστυνομικού κ. Λεμονιάτη (Μ.Ε.2). Δεν έγινε καμιά προσπάθεια τροποποίησης του δικογράφου και έτσι δεν απομένει παρά να επισημανθεί η πιο πάνω διάσταση μεταξύ δικογράφου και μαρτυρίας. Πέραν όμως αυτού στην κατάθεση της ενώπιον του Δικαστηρίου προσπάθησε να διασκεδάσει την φυσιολογικά προκληθείσα εντύπωση που αυτή η διάσταση παρουσιάζει ισχυριζόμενη αρχικά ότι την πόρτα την είχαν κλείσει χωρίς όμως και να την κλειδώσουν και αργότερα ανέφερε ότι την είχαν αφήσει μισάνοιχτη κάτι εξάλλου είχε λεχθεί και στην κατάθεση του συζύγου της στην αστυνομία, όπως ανέφερε και αργότερα ο αστυνομικός Μ.Ε.
- Οι πιο πάνω αντίθετες θέσεις της ενάγουσας, κατά την άποψη μου και πάλιν συνιστούν ουσιώδη αντίφαση στην μαρτυρία της. Κρίνω ότι επί σκοπού αρχικά είπε ότι είχαν κλείσει την πόρτα χωρίς όμως να την κλειδώσουν και αυτό εφόσον ως ήταν σε αυτή γνωστό δεν υπήρξε ίχνος παραβίασης της πόρτας. Ανέφερε ότι επειδή απουσίαζαν όλη την ημέρα στη θάλασσα και μόνο κατά τη διάρκεια της νύχτας μετέβαιναν στο δωμάτιο τους γι΄αυτό και δεν είχε ζητήσει κουτί ασφαλείας. Το γεγονός όμως ότι υπήρχε κουτί ασφαλείας (safe box) στο δωμάτιο δεν αμφισβητήθηκε. Το είχε αναφέρει ο διευθυντής του ξενοδοχείου Μ.Υ. χωρίς να του υποβληθεί ότι δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια ο ισχυρισμός του. Εξάλλου αν δεν υπήρχε και είχε στην κατοχή της τόσα χρήματα σε μετρητά, η κοινή λογική υποστηρίζει κατά την άποψη μου ότι θα έπρεπε να είχε ζητήσει ένα τέτοιο κουτί ασφαλείας η ίδια ή ακόμα και να παρέδιδε αυτά τα χρήματα στο υπεύθυνο πρόσωπο στον χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου έναντι απόδειξης προς φύλαξη τους. Κάτι τέτοιο δεν έκαμε αν και πολυταξιδευμένη και συνεπώς όχι ανύποπτης πελάτισσας ξενοδοχείων, όπως η ίδια ανέφερε αν και δεν είχε παρόμοια εμπειρία όπως ισχυρίστηκε. Από την άλλη κρίνω ότι ήταν πολύ χλιαρή και υποτονική η απάντηση της όταν ρωτήθηκε αν υπήρχε το Directory πάνω στο γραφείο του δωματίου της και μάλιστα στη Ρωσική γλώσσα. Η απάντηση της ότι δεν θυμόταν και ότι δεν υπέπεσε κάτι τέτοιο στην αντίληψη της, δεν με έπεισε όταν παράλληλα ανέφερε ότι την μόνη πόρτα που είχαν ανοίξει στο δωμάτιο τους ήταν αυτή του αποχωρητηρίου και ότι μετέβαιναν στο δωμάτιο τους μόνο για ύπνο καθώς περνούσαν τις ώρες τους καθ΄όλη τη διάρκεια της ημέρας στο άλλο διαμέρισμα μαζί με τα παιδιά. Σημειώνω εδώ ότι η μαρτυρία σε σχέση με τα δωμάτια εκ μέρους της εναγομένης ήταν ότι τα δωμάτια τα έκλεισαν η ίδια η ενάγουσα και συγκεκριμένη άλλη Ρωσίδα χωρίς να αναφερθούν καθόλου παιδιά αλλά μόνο οι σύζυγοι τους. Η ενάγουσα μάλιστα αναφέρθηκε και σε γιαγιάδες χωρίς να υπάρχει τέτοια μαρτυρία εκ μέρους της ότι στο άλλο δωμάτιο θα διέμεναν τέτοια πρόσωπα ούτε και από την πλευρά της εναγομένης σχολιάστηκε αυτή η μαρτυρία της. Δεν μου διαφεύγει όμως η δήλωση της ότι είναι πολυταξιδευμένη και επομένως θα πρέπει να γνωρίζει ότι στα δωμάτια των ξενοδοχείων υπάρχουν τέτοιοι οδηγοί προς τους πελάτες τους. Σε αντίθεση με όσα αυτή ανέφερε θα δεχθώ τον ισχυρισμό του Μ.Υ. ότι η κοπέλα στο χώρο υποδοχής κατά την άφιξη της και την παραχώρηση σε αυτή δωματίου είχε ενημερωθεί για την ύπαρξη του οδηγού (directory) και η μαρτυρία του περί τούτου δεν κρίνεται εξ ακοής εφόσον ήταν παρών και άκουγε τι συζητούσαν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η μαρτυρία της δεν ήταν ειλικρινής και πειστική και γι΄αυτό δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτή για την εξαγωγή οποιωνδήποτε ασφαλών συμπερασμάτων. Είναι γεγονός ότι ο Αστ. Λεμονιάτης ανέφερε ως ημερομηνία καταγγελίας της υπόθεσης στην αστυνομία την 26η Ιουνίου, 2010, όπως επισημάνθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγομένης με ανάλογο σχόλιο περί αντίφασης στη μαρτυρία. Δεν θα την εκλάβω όμως ως τέτοια, καθώς από το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας, ακόμα και αυτής της εναγομένης, είναι φανερόν ότι η ισχυριζόμενη διάρρηξη έγινε ξημερώματα της 25ης Ιουνίου,
- Ούτε κατά την άποψη μου υπάρχει διάσταση ως προς το τι κατ΄ισχυρισμόν εκλάπη σε σχέση με όσα ο επί της υποδοχής του ξενοδοχείου κ. Χ¨ Χαμπής ανέφερε στον κ. Καμέρη (Μ.Υ.) εφόσον ο κ. Χ¨ Χαμπής δεν γνώριζε ρωσικά αλλά ούτε και ο σύζυγος της ενάγουσας γνώριζε ελληνικά. Ούτε και προσδίδω τέτοια διάσταση στη μαρτυρία για άλλες μικρές και ασήμαντες διαφοροποιήσεις με όσα δηλώθηκαν στην αστυνομία. Θα αντιπαρέλθω δε όσα αναφέρθηκαν κατά την παράθεση της μαρτυρίας περί υποδοχής διαφόρων ανδρών στο δωμάτιο της ενάγουσας και στης φίλης της εφόσον αυτά δεν αποδείχθηκαν ούτε καν στοιχειωδώς και δεν αποτελούν παρά εξ ακοής μαρτυρίας που πρόσφερε ο κ. Καμέρης τα οποία εξάλλου καμιά σημασία δεν έχουν για την υπόθεση μας χωρίς να καταλογίζεται οτιδήποτε το επιλήψιμο σε αυτή αν πράγματι συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ο Αστ. 2777 Λεμονιάτης (Μ.Ε.2) κρίνεται ειλικρινής και παρέθεσε τα γεγονότα της καταγγελίας όπως ο ίδιος τα αντιλήφθηκε. Υπήρξε, είναι γεγονός, διάσταση στη μαρτυρία σε σχέση με το ποιος τηλεφώνησε στην αστυνομία με την ενάγουσα να υποστηρίζει πως ήταν κάποιος φίλος τους, τον μάρτυρα να λέγει ότι ήταν από το ξενοδοχείο και τον Μ.Υ. να υποστηρίζει ότι δεν ήταν το ξενοδοχείο που ενημέρωσε την αστυνομία. Τα πιο πάνω δεν έχουν σημασία. Σημασία όμως έχει η ώρα που ενημερώθηκε η αστυνομία που ήταν γύρω στις 07:30π.μ τουλάχιστον 3 ½ ώρες μετά το κατ΄ισχυρισμό επεισόδιο και επομένως τα όποια ίχνη του δράστη είχαν επαλειφθεί και ή δυνατότητα εντοπισμού του σμικρυνθεί. Κρίνω ότι ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής και οι αναφορές του προέρχονταν από τα στοιχεία που κρατήθηκαν για το επίδικο επεισόδιο στον αστυνομικό σταθμό και όσα ο ίδιος αντιλήφθηκε όταν προσωπικά μετέβηκε στο δωμάτιο της ενάγουσας ότι δηλαδή δεν εντοπίστηκαν ίχνη ή αποτυπώματα, το δωμάτιο δεν παρουσίαζε οποιαδήποτε ακαταστασία, αναστάτωση ή σημεία που παρουσιάζουν χώροι διάρρηξης και ότι η είσοδος και η έξοδος του δράστη ήταν σύμφωνα με τον ισχυρισμό των ενοίκων του δωματίου από ανοιχτή πόρτα εφόσον δεν βρέθηκε αυτή παραβιασμένη. Κρίνω ότι θα μπορούσα να βασιστώ στη μαρτυρία της κας Αναστασίου (Μ.Ε.3) ότι η αντίστοιχη αξία των 3.000 χρυσών φράγκων όπως αυτά καθορίζονται στον σχετικό νόμο ως το μάξιμουμ της αποζημίωσης που μπορεί να διεκδικηθεί σύμφωνα με το Άρθρο 14
(1)(β) του Ν. 40/1969 αντιστοιχεί με €6.444,60σ. σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου με τις ισοτιμίες διαφόρων νομισμάτων. Η ισοτιμίες του Ρωσικού Ρουβλιού και του αμερικάνικου δολαρίου με το Ευρώ όπως τις καθόρισε δεν αμφισβητήθηκαν και επομένως γίνονται δεκτές. Εάν δε ήταν τέτοια η κατάληξη μου κρίνω ότι θα μπορούσαν να βασιστώ στη μαρτυρία της. Ο κ. Καμέρης μου προκάλεσε καλή εντύπωση και παρέθεσε όσα από τα γεγονότα της υπόθεσης γνώριζε με πειστικό τρόπο. Όπου χρειάστηκε να κάμει παραδοχές, χωρίς αυτό να επηρεάζει βέβαια την θέση της εναγομένης, δεν δίστασε να τις κάμει, όπως ότι το ξενοδοχείο δεν διέθετε ούτε σύστημα ασφαλείας ούτε και φύλακα για φύλαξη καθενός δωματίου ξεχωριστά, εφόσον κάτι τέτοιο δεν επιβάλλεται. Δέχομαι από τη μαρτυρία του τα όσα ανέφερε περί οδηγιών που δόθηκαν από την υπεύθυνη της υποδοχής κατά την άφιξη στο ξενοδοχείο της ενάγουσας και αυτά δεν κρίνονται εξ ακοής εφόσον ήταν παρών και άκουγε ο ίδιος και βοηθούσε όπως ανέφερε στο χώρο υποδοχής ανεξάρτητα από τα διευθυντικά του καθήκοντα. Δέχομαι την αναφορά της υπευθύνου της υποδοχής περί της ύπαρξης οδηγού και μάλιστα στη Ρωσική γλώσσα που βρισκόταν στο δωμάτιο που παραχωρήθηκε στην ενάγουσα . Επίσης δέχομαι ότι η υπεύθυνη επί της υποδοχής κατά την άφιξη της ενάγουσας στο ξενοδοχείο της είχε πει ότι για οτιδήποτε και οποιοδήποτε πρόβλημα αντιμετώπιζε θα μπορούσε να την ενημέρωνε. Αυτά εξάλλου εμπίπτουν στους στοιχειώδεις κανόνες υποδοχής πελατών σε ένα ξενοδοχείο και επομένως δεν θα μπορούσαν να ήταν αποκύημα της φαντασίας του μάρτυρος. Η ενάγουσα αν δεν τις παρέχονταν οι αναγκαίες πληροφορίες είχε ασφαλώς κάθε δικαίωμα να τις αναζητήσει από τους υπεύθυνους του ξενοδοχείου. Επομένως θα αποδεχθώ τη μαρτυρία του σε σχέση με όσα διαμείφθηκαν μεταξύ της ενάγουσας και της υπευθύνου κατά την ώρα της άφιξης της στο ξενοδοχείο της εναγομένης και ότι αυτά ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Με δεδομένο ότι η ενάγουσα διέμενε επί πληρωμή σε ξενοδοχείο της εναγομένης και επομένως ο χώρος όπου διαπράχθηκε το κατ΄ισχυρισμό περιστατικό της διάρρηξης του δωματίου της ενάγουσας είναι ξενοδοχείο θα συμφωνήσω με την πλευρά της ενάγουσας ότι τυγχάνουν εφαρμογής και οι διατάξεις περί ¨ευθύνης ξενοδοχείων και προστασίας αυτών¨ Άρθρο 14 του περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμου του 1969 (Ν. 40/1969), σε ότι αφορά περιουσία ή ζημιά την οποία έχει υποστεί η ενάγουσα ενώ αυτή διανυκτέρευε στο εν λόγω ξενοδοχείο επί πληρωμή σύμφωνα με τον όπως αυτός έχει τροποποιηθεί. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης με παρέπεμψε στις διατάξεις του Κυρωτκού της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Ευθύνη Ξενοδόχων αναφορικά με την Περιουσία των Πελατών τους Νόμος (Ν.77/83), του οποίου όμως η σχετικές πρόνοιες εφόσον επρόκειτο για εναρμονιστικό νόμο για καθορισμό των ελάχιστων υποχρεώσεων σε σχέση με τις ευθύνες των ξενοδόχων, στην ουσία τους δεν διαφέρουν από αυτές του δικού μας νόμου όπως αυτός ισχύει σήμερα. Θα παραθέσω όμως στη συνέχεια τις σχετιζόμενες με την υπόθεση αυτή πρόνοιες και από τις δύο νομοθεσίες: Το άρθρο 14 του περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμου του 1969 (Ν.40/1969)προνοεί μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «
(1)(α) Ο κύριος της επιχειρήσεως ευθύνεται δι΄οιανδήποτε ζημίαν, καταστροφήν ή απώλειαν περιουσίας εισκομισθείσης εις το ξενοδοχείον υφ΄οιουδήποτε πελάτου όστις διαμένει εις το ξενοδοχείον και εις τον οποίον διετέθη υπνοδωμάτιον. Διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ¨περιουσία¨ σημαίνει την ευρισκομένην εις το ξενοδοχείον περιουσίαν του πελάτου κατά την περίοδον διαμονής τους εις αυτό. (β) Η ευθύνη περιορίζεται εις το ισάξιον των 3.000 χρυσών φράγκων. Νοείται ότι το χρυσόν φράγκον ανάγεται εις μονάδα αποτελουμένην εξ εξήκοντα πέντε και ήμισυ χιλιοστογράμμων χρυσού καθαρότητος εννεακοσίων χιλιοστών.»
(2)(α) Η ευθύνη του κυρίου της επιχειρήσεως είναι απεριόριστος εις περίπτωσιν καθ΄ήν ούτος: (
- i)ανέλαβε την φύλαξιν της περιουσίας· (
- ii)ηρνήθη να παραλάβει περιουσίαν την οποίαν είναι υπόχρεος να παραλάβη δι΄ασφαλή φύλαξιν: Νοείται ότι ο κύριος της επιχειρήσεως ή ο Διευθυντής είναι υπόχρεος να παραλάβη χρεώγραφα, χρήματα και πολύτιμα αντικείμενα, δύναται όμως να αρνηθή να παραλάβη οιανδήποτε περιουσίαν η οποία είναι επικίνδυνος ή, λαμβανομένου υπ΄όψιν του μεγέθους ή του επιπέδου του ξενοδοχείου, είναι υπερβολικής αξίας ή οχληρά. (β) Ο κύριος της επιχειρήσεως ή ο Διευθυντής δικαιούται να απαιτήσει όπως το αντικείμενον ευρίσκεται εις κλειδωμένον ή εσφραγισμένον κιβώτιον.
(3)Ο κύριος της επιχειρήσεως δεν φέρει ευθύνην εφ΄όσον η ζημία, καταστροφή ή απώλεια οφείλεται: (α) εις αυτόν τούτον τον πελάτην ή εις επισκέπτην, συνοδόν ή υπάλληλον αυτού· (β) εις ανωτέραν βίαν ή εις εχθροπραξίας· (γ) εις την φύσιν του αντικειμένου.
(4)Ανεξαρτήτως των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)η ευθύνη του κυρίου της επιχειρήσεως είναι απεριόριστος οσάκις η ζημία, καταστροφή ή απώλεια προήλθεν από εσκεμμένην πράξιν ή παράλειψιν ή αμέλειαν του ιδίου ή οιουδήποτε προσώπου διά τα πράξεις του οποίου είναι υπεύθυνος.
(5)Εξαιρέσει των περιπτώσεων εις τας οποίας εφαρμόζονται αι διατάξεις του εδαφίου
(4), η αξίωσις του πελάτου προς αποζημίωσιν αποσβέννυται, εάν ούτος λαβών γνώσιν της ζημίας, καταστροφής ή απωλείας βραδύνη αδικαιολογήτως να αναγγείλει ταύτην εις τον κύριον της επιχειρήσεως ή τον Διευθυντήν.
(6)Πάσα μονομερής γνωστοποίησις αποκλείουσα ή περιορίζουσα την ευθύνην του κυρίου της επιχειρήσεως και η οποία δίδεται ή γίνεται προ της ζημίας, καταστροφής ή απωλείας είναι άκυρος. .... ....
(10)Ο Διευθυντής υποχρεούται όπως αναρτά εις περίοπτον μέρος εν τω χώρω της υποδοχής του ξενοδοχείου και εις έκαστον δωμάτιον, περίληψιν των ευθυνών του ξενοδοχείου δυνάμει του παρόντος άρθρου.» Στο παράρτημα της πιο πάνω αναφερομένης σύμβασης προνοούνται τα ακόλουθα: « Άρθρο
- Ο Ξενοδόχος φέρει ευθύνη για οποιαδήποτε ζημιά, καταστροφή ή απώλεια περιουσίας που μεταφέρθηκε στο ξενοδοχείο από πελάτη που διαμένει στο ξενοδοχείο και έχει στη διάθεση του κατάλυμα ύπνου.
- Οποιαδήποτε περιουσία- (α) η οποία ευρίσκεται στο ξενοδοχείο κατά το διάστημα που ο πελάτης έχει στη διάθεση του το κάλυμμα· (β) την οποία ο ξενοδόχος, ή το πρόσωπο για το οποίο ο ξενοδόχος φέρει ευθύνη, παραλαμβάνει κάτω από τη φροντίδα του έξω από το ξενοδοχείο κατά το διάστημα που ο πελάτης έχει στη διάθεση του το κατάλυμα· ή (γ) την οποία ο ξενοδόχος, ή το πρόσωπο για το οποίο ο ξενοδόχος φέρει ευθύνη, παραλαμβάνει κάτω από τη φροντίδα του, άσχετα αν είναι μέσα ή έξω από το ξενοδοχείο, κατά το διάστημα μιας εύλογης περιόδου πριν ή μετά το χρόνο που ο πελάτης έχει στη διάθεση του το κατάλυμα, θα λογίζεται σαν περιουσία που μεταφέρθηκε στο ξενοδοχείο.
- Η ευθύνη θα περιορίζεται στο ισάξιο των 3.000 χρυσών φράγκων,
- Το χρυσό φράγκο που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο ανάγεται σε μονάδα αποτελούμενη από εξήντα πέντε και μισό χιλιόγραμμα χρυσού καθαρότητας εννιακόσιων χιλιοστών. Άρθρο 2.
(1)Η ευθύνη του ξενοδόχου θα είναι απεριόριστη: (α) όταν η περιουσία έχει κατατεθεί για φύλαξη σ΄αυτόν· (β) όταν αυτός έχει αρνηθεί να παραλάβει περιουσίαν την οποία είναι υπόχρεος να παραλάβει για ασφαλή φύλαξη.
(2)Ο ξενοδόχος είναι υπόχρεος να παραλαμβάνει αξιόγραφα, χρήματα και πολύτιμα αντικείμενα μπορεί να αρνηθεί να παραλάβει τέτοια περιουσία μόνον αν αυτή είναι επικίνδυνη ή λαμβανομένου υπόψη του μεγέθους και της φήμης του ξενοδοχείου, αυτή είναι υπερβολικής αξίας ή οχληρά.
(3)Ο ξενοδόχος δικαιούται να απαιτήσει όπως το αντικείμενο ευρίσκεται σε κλειδωμένο ή σφραγισμένο κιβώτιο. Άρθρο
- Ο ξενοδόχος δε φέρει ευθύνη εφόσον η ζημιά, καταστροφή ή απώλεια οφείλεται: (α) στον πελάτη ή σ΄οποιοδήποτε πρόσωπο που τον συνοδεύει ή είναι υπάλληλος αυτού ή σ΄οποιοδήποτε πρόσωπο που τον επισκέπτεται· (β) σε απρόβλεπτη και αναπόφευκτη ενέργεια της φύσης ή σε εχθροπραξίες· (γ) στη φύση του αντικειμένου. Άρθρο
- Ο ξενοδόχος φέρει ευθύνη και δεν απολαύει του ευεργετήματος του περιορισμού της ευθύνης του όπως προβλέπεται στην παράγραφο 3 του Άρθρου 1 του Παραρτήματος αυτού όταν η ζημιά, καταστροφή ή απώλεια προκαλείται από εσκεμμένη πράξη ή παράλειψη ή αμέλεια δική του ή οποιουδήποτε προσώπου για τις πράξεις του οποίου φέρει ευθύνη. Άρθρο
- Εξαιρέσει των περιπτώσεων στις οποίες εφαρμόζεται το Άρθρο 4 του Παραρτήματος αυτού, ο πελάτης παύει να δικαιούται στο ευεργέτημα των διατάξεων αυτών αν, μετά την ανακάλυψη της ζημιάς, καταστροφής ή απώλειας, δεν πληροφορήσει σχετικά τον ξενοδόχο χωρίς οποιαδήποτε αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Άρθρο
- Οποιαδήποτε ειδοποίηση ή συμφωνία που αποσκοπεί να αποκλείσει ή να μειώσει την ευθύνη του ξενοδόχου και η οποία δίδεται ή γίνεται πριν από τη ζημιά, καταστροφή ή απώλεια θα είναι άκυρη και χωρίς αποτέλεσμα.» Η ενάγουσα είχε το βάρος να αποδείξει πέραν της κατοχής της ισχυριζόμενης περιουσίας και τη διάρρηξη και κλοπή της από δωμάτιο που είχε ενοικιάσει από την εναγόμενη και την αμέλεια που επέδειξε η τελευταία απέναντι της με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά. Κατά την τελική αγόρευση του συνηγόρου της περιόρισε την αξίωση της στο μάξιμουμ της προβλεπόμενης από τη νομοθεσία αποζημίωσης που καθορίζεται στο ποσό των €6.444,60σ. Για να δικαιούται όμως και σε αυτό το ποσό ή σε οποιοδήποτε μέρος του όφειλε να είχε αποδείξει με αυστηρότητα και κατά συγκεκριμένο και λεπτομερή τρόπο, όπως απαιτείται από την νομολογία μας την κάθε ζημιά που υπέστη. Για τις πανάκριβες, ομολογουμένως, τσάντες δεν προσκομίστηκε καμιά απόδειξη της αγοράς τους ούτε και αναφέρθηκε πότε αυτές αγοράστηκαν, αν ήταν μεταχειρισμένες άραγε έχουν την ίδια αξία με τις καινούργιες. Η ενάγουσα αναφέρθηκε μόνον πόσα τις είχε αγοράσει καινούργιες. Επομένως πρόκειται για αόριστο ισχυρισμό και κατά τη νομολογία μας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Πράγματι επέδειξε όταν της ζητήθηκε κατά την αντεξέταση της το διαβατήριο της το οποίο εκδόθηκε λίγες ημέρες μετά το κατ΄ισχυρισμό επεισόδιο. Δεν παρουσίασε όμως καμιά απόδειξη πληρωμής για την επανέκδοση του τόσο του δικού της όσο και εκείνου του συζύγου της, ούτε και για την άδεια οδηγού της. Επομένως και αυτές οι αξιώσεις της παρέμειναν αναπόδεικτες στον βαθμό που απαιτείται. Σε σχέση με τα μετρητά που κατ΄ισχυρισμό είχε στην κατοχή της δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε δήλωση περί εξαγωγής τους από την πατρίδα της είτε μεταφοράς τους στη Κύπρο. Επομένως και αυτό το ζήτημα παρέμεινε να αιωρείται. Ελλείψει οποιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου σε σχέση με την κατοχή των πιο πάνω περιουσιακών στοιχείων και ενόψει της κρίσης μου επί της αξιοπιστίας της ενάγουσας δεν είμαι διατεθειμένος να αποδεχτώ οποιαδήποτε από τις ζημιές που διεκδικεί και επομένως ούτε και το μειωμένο ποσό για ζημιά ή απώλεια που υπέστη. Σε σχέση με την ευθύνη της εναγομένης που προσδιορίζεται στην επίδειξη εκ μέρους της αμέλειας και/ή παράβασης από τον νόμο και κανονισμούς καθηκόντων η οποία όπως προσδιορίζεται στις λεπτομέρειες της έκθεσης απαιτήσεως συνίσταντο στην μη επαρκή και/ή ικανοποιητική ασφάλεια του δωματίου, παράλειψη άσκησης ελέγχου σε σχέση με κινδύνους κλοπής και ή απώλειας προσωπικών αντικειμένων, παράλειψη εποπτείας για την ασφάλεια των προσωπικών αντικειμένων της ενάγουσας όταν αυτή νόμιμα διέμενε στο ξενοδοχείο της. Ο ορισμός της αστικής αμέλειας δίδεται στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148 και αυτή συνίσταται στα εξής: «(α) εις την τέλεσιν πράξεως ήν υπό τας περιστάσεις δεν θα ετέλει λογικός συνετός άνθρωπος ή εις την παράλειψιν τελέσεως πράξεως ήν υπό τας περιστάσεις ο λογικός συνετός άνθρωπος θα ετέλει, ή (β) εις την παράλειψιν καταβολής τοιαύτης δεξιότητος ή επιμελείας περί την άσκησιν του επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας ως λογικός συνετός άνθρωπος, έχων τα προς άσκησιν του τοιούτου επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας προσόντα, θα κατέβαλλεν υπό τας περιστάσεις, και εις την ένεκεν ταύτης πρόκλησιν ζημίας: Νοείται ότι διά διά ταύτην δύναται να τύχη αποζημιώσεως μόνον το πρόσωπον έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμελείας υπείχεν υποχρέωσιν, υπό τας περιστάσεις, όπως μη επιδείξη αμέλειαν.» Επομένως τα συστατικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν για στοιχειοθέτηση του αστικού αδικήματος της αμέλειας είναι τα ακόλουθα:
(1)αμελής πράξη ή παράλειψη,
(2)υποχρέωση επιμέλειας προς το ζημιωθέν πρόσωπο, και
(3)πρόκληση ζημιάς. Ένας εναγόμενος για να υπέχει ευθύνη καταβολής αποζημιώσεων για το αστικό αδίκημα της αμέλειας, πρέπει να αποδειχθεί ότι: (α) απέτυχε να επιδείξει επιμέλεια, (β) υπείχε υποχρέωση επιμέλειας προς το ζημιωθέν πρόσωπο, και (γ) η αποτυχία του να επιδείξει επιμέλεια ήταν η ¨αιτία¨ που προκάλεσε τη ζημιά. Εν όψει και των πιο πάνω νομοθετικών προνοιών παρατηρώ τα ακόλουθα: (α) Στο χώρο της υποδοχής του ξενοδοχείου από την υπεύθυνη στη παρουσία του διευθυντή του ξενοδοχείου, είχε επισημανθεί σε αυτή η ύπαρξη του οδηγού (directory) προς τους πελάτες, αν δεν το εύρισκε στο δωμάτιο θα μπορούσε να το είχε αναζητήσει. Όμως κατά τη μαρτυρία της δεν θυμόταν και/ή δεν υπέπεσε στην αντίληψη της ένας τέτοιος οδηγός. Σε αυτόν αναφερόταν περί της δυνατότητας χρησιμοποίησης κουτιού ασφαλείας (safe box), ούτε και το αναζήτησε. Η μαρτυρία που δέχθηκαν τουναντίον υποστηρίζει ότι υπήρχε στο δωμάτιο της ένα τέτοιο κουτί, για τη διάθεση του οποίου η ενάγουσα πληροφορήθηκε και όμως δεν το χρησιμοποίησε ούτε καν για τα μετρητά και τα ταξιδιωτικά τους έγγραφα, (β) δε δήλωσε στο χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου περί κατοχής της κατ΄ισχυρισμό της περιουσίας και δεν ανέθεσε σε αυτό τη φύλαξη της και δεν υπάρχει μαρτυρία ότι αρνήθηκε η εναγομένη την ασφαλή φύλαξη της, (γ) άφησε την πόρτα της βεράντας του ισόγειου δωματίου της που επικοινωνούσε με τη πισίνα του ξενοδοχείου ανοιχτή και τα πράγματα της στο δωμάτιο χωρίς καμιά προφύλαξη εφόσον καμιά αναστάτωση δεν προκλήθηκε σε αυτό ούτε και διαπιστώθηκε από τον αστυνομικό οποιαδήποτε ακαταστασία ή σημείο διάρρηξης. Με την πιο πάνω ενέργεια της εξέθεσε η ίδια σε κίνδυνο την περιουσία της. Για όλους αυτούς τους λόγους κρίνω ότι δεν μπορεί να επιρριφθεί οποιαδήποτε ευθύνη στη πλευρά της εναγομένης για επίδειξη αμέλειας ως προς τις υποχρεώσεις που είχε έναντι της ενάγουσας, η περίπτωση ακριβώς εμπίπτει στην πρόνοια της παραγράφου
(3)(α) του άρθρου 14 του Ν. 40/1969. Περαιτέρω έχοντας υπόψη την πλούσια νομολογία μας που αναλύει τις πιο πάνω πρόνοιες και διαπραγματεύεται το ζήτημα της απόδειξης της αμέλειας ενός εναγομένου και των συστατικών της στοιχείων δεν βρίσκω ότι έχει αποδειχθεί ότι επιδείχθηκε αμέλεια εκ μέρους της εναγομένης με βάσει τα γεγονότα όπως αυτά τέθηκαν ενώπιον μου και όπως αυτά εν τέλει τα αποδέχθηκα. Ούτε και είναι η περίπτωση με βάσει τα ίδια αυτά γεγονότα όπου θα μπορούσε να εφαρμοστεί η Αρχή Res Ipsa Loqitur όπως αυτή ρυθμίζεται από το Άρθρο 55 του Κεφ. 148 με το ανάλογο βάρος απόδειξης να μετατίθεται στους ώμους της εναγομένης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου όπως την έχω αναλύσει και δεχθεί πιο πάνω και τα νομικά ζητήματα που προκύπτουν, αναγόμενα στις σχετικές νομοθετικές διατάξεις που διέπουν τα επίδικα θέματα, όπως τα κατέγραψα επίσης πιο πάνω, καταλήγω ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει στο βαθμό και στο επίπεδο που απαιτείται τόσο τις ζημιές που κατ΄ισχυρισμό της υπέστη όσο και την ευθύνη της εναγομένης για πράξεις ή παραλείψεις της έναντι των υποχρεώσεων της προς την ενάγουσα, αναγόμενη σε αμέλεια της την οποία θα είχε σε περίπτωση βέβαια που αποδεικνύονταν και οι ζημιές. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγομένης και σε βάρος της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........ Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο