← Κύπρος

SWEETCARE LTD κ.α. ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΓΙΣΗΛΑΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 928/13, 15/10/2013

SWEETCARE LTD κ.α. ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΓΙΣΗΛΑΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 928/13, 15/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A124 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 928/13 SWEETCARE LTD, εκ Λάρνακος ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, εκ Λάρνακος Εναγόντων και ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΓΙΣΗΛΑΟΥ, εκ Λάρνακος ΛΟΥΚΑΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ, εκ Λάρνακος Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 8.3.2013 ΚΑΙ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΣΤΗ ΜΟΝΟΜΕΡΗ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 8.3.2013 Ημερομηνία: 15 Οκτωβρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κος Κιτρομηλίδης Για τους Εναγομένους - Καθ' ων η Αίτηση: κος Πουτζιουρής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες - Αιτητές (στο εξής Αιτητές) με κλητήριο ένταλμα γενικά οπισθογραφημένο (Δ.2 Κ.1) τα οποίο καταχωρήθηκε 8.3.2013, αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση (στο εξής Καθ' ων η Αίτηση): (α) αναγνωριστική απόφαση και/ή διάταγμα και/ή δήλωση του Δικαστηρίου εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 με το οποίο να αποφασίζεται ότι η ενέργεια του Εναγομένου 1 να καταχωρήσει και/ή υποβάλει στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών το έντυπο ΗΕ57 με το οποίο μεταβιβάζονται 250 μετοχές από τον Εναγόμενο 1 προς τον Εναγόμενο 2 είναι άκυρη και/ή παράνομη. (β) Αναγνωριστική απόφαση και/ή διάταγμα με την οποία να αναγνωρίζεται ο Ενάγοντας 2 ως ο νόμιμα εγγεγραμμένος μέτοχος 1000 μετοχών της Ενάγουσας 1 σύμφωνα με την μεταβίβαση μετοχών ημερομηνίας 9/2/11 μεταξύ Ενάγοντα 2 και Εναγομένου

  1. (γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η διόρθωση του μητρώου του Εφόρου Εταιρειών σχετικά με την Ενάγουσα 1 και την επαναφορά του μητρώου στην κατάσταση που βρισκόταν και/ή με τις καταχωρημένες ενδείξεις σχετικά με τους συμβούλους και μετόχους ως είχαν σύμφωνα με την ημερομηνία μεταβίβασης μετοχών ημερομηνίας 9/2/
  2. (δ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να κυρήσσει άκυρα οποιαδήποτε πιστοποιητικά εκδόθηκαν από τον ΄Εφορο τα οποία παρουσιάζουν τους Εναγόμενους 1 και 2 ως μετόχους και/ή συμβούλους της Ενάγουσας
  3. (ε) Οιανδήποτε άλλη θεραπεία κρίνει το Δικαστήριο ορθή και δίκαιη. (στ) Γενικές και/ή ειδικές και/ή τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές και/ή επαυξητικές αποζημιώσεις. (ε) ΄Εξοδα. Την ίδια ημέρα που καταχωρήθηκε η αγωγή, δηλαδή 8/3/13, οι Αιτητές καταχώρησαν μονομερή αίτηση, η οποία ορίστηκε την ίδια ημέρα, με την οποία αιτούντο. (α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνει την σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης της Ενάγουσας την 11/3/03 και ώρα 11:30 π.μ. στη Λάρνακα, Γραφείο 304, Σπύρου Κυπριανού 24, Yianna & Maria Court, 6058 και λήψη οιονδήποτε αποφάσεων. (β) Προστακτικό διάταγμα το οποίο να διατάσσει όπως η δομή της Ενάγουσας 1 στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με τους μετόχους της Ενάγουσας 1 επαναφερθεί αναφέροντας ως μετόχους τον Ενάγοντα 2 και Εναγόμενο 1 με 500 μετοχές έκαστος ονομαστικής αξίας €1.71 και όπως αυτή παραμείνει αναλλοίωτη μέχρι την πλήρη και τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Την ίδια ημέρα, ήτοι στις 8/3/13, το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα μόνο ως προς το (α) της αίτησης και ανέστειλε την σύγκλιση της έκτακτης γενικής συνέλευσης. Ορίστηκε δε επιστρεπτέο στις 15/3/
  4. Για το (β) της αίτησης ορίστηκε για επίδοση. Κατά την ημέρα αυτή επειδή δεν επιδόθηκε το διάταγμα ορίστηκε για επίδοση η αίτηση ως προς το (β) και επιστρεπτέο το Διάταγμα και σε ισχύ στις 27/3/
  5. Στις 27/3/13 εμφανίστηκε δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση και ζητήθηκε νέα ημερομηνία προφανώς για να γίνουν διεργασίες διευθέτησης και/ή καταχώρησης ένστασης. Τελικά καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 4/6/13, ενώ λίγες ημέρες αργότερα που ήταν ξανά ορισμένη η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 16/9/13 οπότε και ολοκληρώθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, με άλλη σύνθεση, με αγορεύσεις αφού δεν υπήρξε αντεξέταση κανενός ενόρκως δηλούντος. Με την ένσταση τους οι Καθ' ων η Αίτηση προβάλλουν δεκατέσσερις λόγους ένστασης, μεταξύ των οποίων, το αβάσιμο, νομικά και πραγματικά της αίτησης, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και η νομολογία για την έκδοση του, οι Αιτητές δεν ήρθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν αποκάλυψαν όλα τα ουσιώδη γεγονότα, αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, δεν υπάρχει το στοιχείο του κατεπείγοντος για την έκδοση του διατάγματος μονομερώς, είναι άνευ αντικειμένου το διάταγμα αφού η έκτακτη γενική συνέλευση πραγματοποιήθηκε πριν επιδοθεί σε αυτούς το διάταγμα και ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι που έθεσε το Δικαστήριο για την έκδοση του. Δεν χρειάζεται να καταγραφούν τα όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση όπως και στα επισυναπτόμενα με αυτές τεκμήρια. Είναι αρκετό να καταγραφεί η σύνοψη των γεγονότων που προκάλεσε την μεταξύ των διαδίκων διαφορά και των εκατέρωθεν θέσεων για την ισχύ ή μη του διατάγματος και για την έκδοση ή μη του διατάγματος ως το (β) της αίτησης. Ο Αιτητής 2 κατά πάντα ουσιώδη με την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν μέτοχος κατά 50% και διευθυντής της Αιτήτριας 1, όπως και ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ο οποίος είχε αγοράσει τις μετοχές του από τρίτο πρόσωπο αντί του ποσού των €68.344,05, Τεκμήριο 9 που επισυνάπτεται με την ένσταση του, όπως και ο Αιτητής
  6. Ίδιο ποσοστό μετοχών είχαν και στην εταιρεία Αγισηλάου & Κωνσταντίνου Οικοτεχνική Λτδ (στο εξής Αγισηλάου). Οι δύο εταιρείες ασχολούνται με την ανάπτυξη γης και εκτέλεση οικοδομικών έργων. Σε κάποια χρονική στιγμή, οι δύο εταιρείες συνέστησαν κοινοπραξία, με συγκεκριμένο ποσοστό η κάθε μία σε αυτή, με σκοπό, αρχικά, γενικά για την εκτέλεση οικοδομικών έργων και αργότερα με σκοπό την προμήθεια κατοικιών και διαμερισμάτων στη Λευκωσία για τον Κυπριακό Οργανισμό Ανάπτυξης Γης (Κ.Ο.Α.Γ.). Ως προς το έγγραφο που υπεγράφη γι' αυτό το σκοπό η κάθε πλευρά επισύναψε με την ένορκη δήλωση της διαφορετικό συμφωνητικό έγγραφο και με διαφορετική ημερομηνία. Ως προς τούτο τα πράγματα είναι απλά. Στις 24/6/09 οι δύο εταιρείες συνήψαν συμφωνία συνεργασίας και κοινοπραξίας με σκοπό, γενικά, την εκτέλεση οικοδομικών έργων με συγκεκριμένο ποσοστό των δύο εταιρειών και ευθύνες από την εταιρεία Αγισηλάου και τον Κώστα Κωνσταντίνου. Στις 7/4/10 συνήψαν νέα συμφωνία συνεργασίας και κοινοπραξίας με την οποία ακυρώνετο η συμφωνία ημερομηνία 24/6/09 ως προς το ποσοστό συμμετοχής τους για την προσφορά και προμήθεια κατοικιών και διαμέρισμα των στη Λευκωσία για τον Κ.Ο.Α.Γ. Αυτό όμως το έγγραφο ημερομηνίας 7/4/10 ο Καθ' ου η Αίτηση 1 δεν το αναγνωρίζει γιατί δεν έχει την υπογραφή του αλλά έχει την υπογραφή του Αιτητή 2 για την Αγισηλάου και την υπογραφή του Σωτήρη Παναγιώτου που ήταν ο διευθυντής της Αιτήτριας 1 όταν τους πώλησε τις μετοχές. Άλλωστε η Αιτήτρια 1, κατά τον ισχυρισμό του, δεν έχει άδεια για εκτέλεση των ισχυριζομένων εργολαβιών. Επειδή προέκυψαν διαφωνίες ή δυσπιστία μεταξύ τους ή σε κάποιο από αυτούς, περί τον Φεβρουάριο του 2011 συμφώνησαν όπως αποχωρήσει ο Αιτητής 2 από την εταιρεία Αγισηλάου & Κωνσταντίνου Οικοτεχνική Λτδ, και κατά τον ισχυρισμό του Αιτητή 2 που δεν αποδέχεται ο Καθ' ου η Αίτηση 1, ο Καθ' ου η Αίτηση 1 όπως αποχωρήσει από την Αιτήτρια 1, με την αντίστοιχη μεταβίβαση των 500 μετοχών που κατείχε έκαστος εξ' αυτών ο ένας στον άλλο, τον οποίο επίσης δεν αποδέχεται ο Καθ' ου η Αίτηση
  7. Ως εκ τούτου την 9/2/11, κατά τον ισχυρισμό του Αιτητή 2, ο Καθ' ου η Αίτηση 1 στην παρουσία του δικηγόρου Αρτέμη Αρτεμίου υπέγραψε την φόρμα ΗΕ57 για την μεταβίβαση των μετοχών του στον Αιτητή
  8. Κατά τον Καθ' ου η Αίτηση 1 με το έγγραφο ημερομηνίας 9/2/11, Τεκμήριο 4 που επισυνάπτεται με την ένσταση του, συμφωνήθηκαν όλες οι διαφορές τους πλην των συμφερόντων που είχε στην Αιτήτρια
  9. Η εξήγηση δε που δίνει για την υπογραφή εκ μέρους του της φόρμας ΗΕ57 ήταν ότι υπέγραψε τούτο για να μεταβιβαστούν οι μετοχές δύο εταιρειών στο όνομα του που του αναλογούσαν από τον διακανονισμό που προέκυψε από την συμφωνία ημερ. 9/2/11, Τεκμήριο
  10. Τα γράμματα της ημερομηνίας 9/2/11 που φαίνονται στο έντυπο ΗΕ57 δεν είναι δικά του. Συνεχίζει δε ο Αιτητής 2 αναφέροντας ότι, όταν ο δικηγόρος Αρτεμίου καταχώρησε τη φόρμα ΗΕ57 στον Έφορο Εταιρειών, που από το Τεκμήριο 4 που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση του τούτο έγινε στις 8/3/12, πληροφορήθηκε με σχετική επιστολή από τον Έφορο, Τεκμήριο 4, ημερομηνίας 13/3/12, ότι δεν ήταν εφικτή η μεταβίβαση τους γιατί υπήρχαν διαφορετικά στοιχεία καταχωρημένα. Προφανώς υπονοούσε ότι οι 250 μετοχές είχαν μεταβιβαστεί από τον Καθ' ου η Αίτηση 1 στον Καθ' ου η Αίτηση
  11. Τούτο βέβαια κατά τον ισχυρισμό του Αιτητή 2 κατ' αντίθεση (α) με τα συμφωνηθέντα, υπονοώντας την συμφωνία ημερομηνία 9/2/11, την οποία όμως δεν επισύναψε ως τεκμήριο με την ένορκη δήλωση του, και (β) κατά παράβαση του καταστατικού της Αιτήτριας 1, άρθρο 7 του Τεκμηρίου 5 που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση του. Σημειώνεται εδώ ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 1 προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ουδέποτε τηρούσαν μητρώα και πρακτικά εκτός για προσφορές και για τράπεζες. Επίσης ισχυρίζεται ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ότι του πρότεινε να του δώσει τις μετοχές του και να τον απαλλάξει από τις εγγυήσεις και δάνεια που έχουν για την Αιτήτρια 1, πρόταση που δεν αποδέχθηκε ο Αιτητής
  12. Ακόμη του πρότεινε πολλές φορές να αγοράσει τις μετοχές του αλλά ουδέποτε ενδιαφέρθηκε και η σημερινή του στάση είναι για να δημιουργήσει προβλήματα στους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 και να τους καταστρέψει. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του Αιτητή 2 ότι δεν εξαντλήθηκαν προηγουμένως τα δικαιώματα επιλογής που προβλέπεται στο καταστατικό της Αιτήτριας 1 αναφέρει ότι δεν είναι σοβαρός αφού ουδέποτε μεταξύ τους τηρούσαν τις τυπικότητες του καταστατικού και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός της μεταβίβασης των μετοχών του Αιτητή 2 που είχε στην Αγισηλάου, από τον δικηγόρο Αρτεμίου, κατευθείαν στον Καθ' ου η Αίτηση 2 χωρίς να ληφθούν υπόψη τα δικαιώματα επιλογής του Καθ' ου η Αίτηση
  13. Περαιτέρω ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ισχυρίζεται ότι εάν ο Αιτητής 2 θέλει να τηρεί το καταστατικό τότε θα πρέπει να αποσύρει την αγωγή εκ μέρους της Αιτήτριας 1 αφού πριν την μεταβίβαση των μετοχών και καταχώρηση της ήταν αυτοί οι δύο διευθυντές και χρειάζετο απόφαση από αυτούς. Εξηγεί τούτο αναφέροντας ότι αφού δεν κλήθηκε να λάβει μέρος σε τέτοια συνεδρία και δεν υπάρχει απόφαση των συμβούλων η αγωγή για την εταιρεία είναι εκτεθειμένη σε απόρριψη αφού δεν τηρήθηκε το καταστατικό αλλά ούτε και ο Περί Εταιρειών Νόμος. Σύμφωνα με τον Καθ' ου η Αίτηση 1, συνεχίζοντας τους ισχυρισμούς για τα γεγονότα που έλαβαν χώρα αναφέρει ότι έλαβε επιστολή ημερομηνίας 13/1/12, Τεκμήριο 5, από τον Αρτεμίου, που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση του, ότι παραβίασε τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας ημερομηνίας 9/2/11, Τεκμήριο 4, που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση του. Η επιστολή αυτή, κατά τον Καθ' ου η Αίτηση 1 όπως και άλλες απαντήθηκε με επιστολή του δικηγόρου του Καθ' ου η Αίτηση 1 ημερομηνίας 14/3/12 στην οποία αναφέρετο ότι έγινε η μεταβίβαση των μετοχών και στάληκε αντίγραφο των νέων μετόχων. Ακολούθως σύμφωνα με τον Καθ' ου η Αίτηση 1, στάληκε επιστολή στον Αιτητή 2 την οποία έλαβε στις 16/2/13, και η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 6 με την αίτηση, με την οποία ειδοποιείτο για την σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης της Αιτήτριας 1 για την λήψη αποφάσεων όπως αναγράφονται στην ειδοποίηση, οι οποίες όμως κατά τον Αιτητή 2 είναι παράνομες και παράτυπες αφού η μετοχική δομή της εταιρείας δεν είναι ορθή. Περαιτέρω κατά τον Αιτητή 2 οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 παρουσιάζονται σε τρίτους ως μέλη της Αιτήτριας 1 ικανά να πάρουν αποφάσεις και να την δεσμεύσουν. Τελειώνει τους ισχυρισμούς του ο Αιτητής 2 αναφέροντας ότι εάν δεν εμποδισθούν από το Δικαστήριο στην σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης της Αιτήτριας 1 την 11/3/13, θα προχωρήσουν οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 στην λήψη αποφάσεων σε βάρος του και θα παρουσιάζονται ως νόμιμοι μέτοχοι της Αιτήτριας 1 και θα διεξάγουν τις εργασίες της Αιτήτριας 1 παραβιάζοντας τα δικαιώματα του, ενώ η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα επιφέρει καμιά ζημιά στους Καθ' ων η Αίτηση 1 και
  14. Από την άλλη ο Καθ' ου η Αίτηση 1 αντιτείνει ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο Καθ' ου η Αίτηση 2 είναι μέτοχοι της εταιρείας. Οι ισχυρισμοί του Αιτητή 2 είναι εκ των υστέρων σκέψεις και παραπλανητικοί. Από την παραδοχή του ότι έλαβε την ειδοποίηση στις 16/2/13 και καταχώρησε την αγωγή και την αίτηση στις 8/3/13 η ο ποία ήταν η τελευταία εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας (Παρασκευή) πριν την έκτακτη γενική συνέλευση στις 11/3/13 (Δευτέρα) αν και κλήθηκε δεόντως και επέλεξε να μην παρουσιαστεί, σκοπό είχε να δημιουργήσει προβλήματα στους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 και αποδεικνύει την κακοπιστία του. Παρότι η γενική συνέλευση πραγματοποιήθηκε δεν προχώρησαν στην υλοποίηση των αποφάσεων από σεβασμό στο Δικαστήριο αν και το διάταγμα επιδόθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση μετά την πραγματοποίηση της έκτακτης γενικής συνέλευσης. Το διάταγμα κατά τους Καθ' ων η Αίτηση πρέπει να ακυρωθεί καθότι οι Αιτητές δεν έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι δεν μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, γεγονός που δεν επικαλείται ούτε ο Αιτητής 2 στην ένορκη δήλωση του. Από την άλλη η διατήρηση σε ισχύ του διατάγματος θα επιφέρει ανυπολόγιστη ζημιά στην κοινοπραξία και κατά συνέπεια στους Καθ' ων η Αίτηση 1 και
  15. Τον Αιτητή 2 δεν τον ενδιαφέρει η σωτηρία της Αιτήτριας
  16. Ενισχυτικό γεγονός της θέσης αυτής ο Καθ' ου η Αίτηση 1 επικαλείται ότι το όνομα του Αιτητή 2 είναι καταχωρημένο στο ΚΑΠ, λόγω έκδοσης ακάλυπτων επιταγών και ότι ουσιαστικά είναι κατεστραμμένος οικονομικά. Για το έργο του ΚΟΑΓ που αναφέρεται ο Καθ' ου η Αίτηση 1 στην ένορκη δήλωση του ήδη έχουν ξοδέψει €100.000 ως Αγισηλάου με σκοπό να το ξεκινήσουν και να εξοφλήσουν τα χρέη της Αιτήτριας 1 και τις επιταγές που κρατά ο πωλητής των μετοχών της Αιτήτριας 1 που δεν τίμησαν μέχρι σήμερα. Ο Αιτητής 2 δια μέσου του δικηγόρου του έστειλε επιστολές στον ΚΟΑΓ και έχει σταματήσει το έργο και επίσης έχει σταλεί επιστολή στους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 τερματισμού του συμβολαίου της εργολαβίας για να καταστρέψει και αυτούς οικονομικά. Επί πλέον ο Καθ' ου η Αίτηση 2 στην ένορκη δήλωση του που επισυνάπτεται με την ένσταση προβάλλει ότι οι Αιτητές ζητούν την ίδια θεραπεία όπως και στην αγωγή τους και ως εκ τούτου, αν και το Δικαστήριο σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να εκδώσει ένα διάταγμα ταυτόσημο με την τελική θεραπεία, θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να ακυρωθεί το διάταγμα αφού αυτή δεν είναι μία από αυτές τις περιπτώσεις. Ακόμα, κατά τους Καθ' ων η Αίτηση οι Αιτητές έχουν καθυστερήσει υπέρμετρα την καταχώρηση της αίτησης χωρίς δικαιολογία που είναι ένα άλλο γεγονός το οποίο συνηγορεί στην απόρριψη της αίτησης και ακύρωση του διατάγματος. Όσον αφορά την ένορκη δήλωση του Αρτεμίου που επισυνάπτεται με την αίτηση, σύμφωνα με τον Καθ' ου η Αίτηση 2 δεν γίνεται αποδεκτή και δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ούτε από το Δικαστήριο καθότι κατά τον επίδικο χρόνο ενεργούσε ως δικηγόρος τόσο του Αιτητή 2 όσο και του ίδιου και ως εκ τούτου η μαρτυρία του δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως προνομιούχα. Τέλος ο Καθ' ου η Αίτηση 1 αναφέρει ότι ο Αιτητής 2 έχει καταχωρήσει και άλλες αγωγές με σκοπό να περιπλέξει τα θέματα και να δημιουργήσει προβλήματα στους Καθ' ων η Αίτηση και στην Αιτήτρια
  17. Ως εκ των πιο πάνω κατά τους Καθ' ων η Αίτηση είναι ορθό και δίκαιο να ακυρωθεί το διάταγμα και απορριφθεί η αίτηση. Οι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους ουσιαστικά επικαλέσθηκαν τις ένορκους δηλώσεις και τα επισυναπτόμενα με αυτές τεκμήρια που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση όπως ο καθένας από αυτούς ερμηνεύει τους ισχυρισμούς που περιέχονται σε αυτές με σχετική επιχειρηματολογία. Παραπέμπουν δε το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Είναι βασική αρχή του δικαίου ότι το Δικαστήριο αποφασίζει τις διαφορές των μερών, αφού ακούσει όλους τους διαδίκους. Δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Αυτό εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα «audi alteram partem». Κατά παρέκκλιση, όμως, ο νομοθέτης για επείγουσες περιπτώσεις ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, για να είναι αποτελεσματική η θεραπεία, επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αυτό προβλέπεται στο άρθρο 9 εδάφιο

(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Σημειώνω εδώ ότι το άρθρο 4 του Κεφ. 6 έχει σχέση με έκδοση διαταγμάτων που σχετίζονται με το αντικείμενο της αγωγής. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στο Δικαστήριο πιο πλατιά εξουσία που δεν υποβάλλεται σε περιορισμούς αναφορικά με το ποιο μπορεί να είναι το αντικείμενο ή το περιεχόμενο του διατάγματος. Εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει, σε κάθε πολιτική διαδικασία οιανδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, απαγορευτικό ή προστακτικό, αν αυτό κρίνεται δίκαιο και πρόσφορο. Αυτή η γενική διατύπωση του άρθρου 32 έχει ερμηνευθεί με τρόπο που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν εξαιρούνται από τα διατάγματα που μπορούν να εκδοθούν δυνάμει του άρθρου 32, τα διατάγματα που προσδιορίζονται ρητά από τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6 (βλ. Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 και Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520). Συνεπώς, θα εξεταστεί η Αίτηση στα πλαίσια του άρθρου 4 του Κεφ. 6 και του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Για την επιτυχή κατάληξη της αίτησης δυνάμει του αναφερθέντος άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο αναφέρεται σ΄ οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, πρέπει να πληρούνται οι εξής τρεις προϋποθέσεις: (A) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (Β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. (Γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd & Another
(1982)1 C.L.R. 557) Τέλος, εάν πληρούνται οι τρεις αυτές προϋποθέσεις κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα (Βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 132). Το Άρθρο 32 του Ν. 14/60 ερμηνεύτηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι αρχές που τέθηκαν απ΄ αυτές τις αποφάσεις είναι τόσο σαφείς που δεν χρειάζεται εκτενής αναφορά στις εν λόγω υποθέσεις. Αρκούμαι να αναφέρω μερικές απ΄ αυτές όπως, για παράδειγμα, τις εξής: Karydas Taxi Co Ltd v. Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321, Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Stavrinou v. Asproghenis
(1985)1 C.L.R. 341, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Χ¨Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska A.D.
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 225, PAREKO ALUMINIUM DESIGNS LTD v. MUSKITA ALUMINIUM CO. LIMITED κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, Αριστοτέλους κ.ά. v. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 Α.Α.Δ. 280, Ανδρέου v. Colossos Sings Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 1040, Κίτσιος κ.ά. v. A. C. Kitsios Motors Ltd κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1262, Κυριακίδης v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική ΄Εφεση 83/08, ημ. 11/5/11, Μελάνθιους v Μελάνθιου, Πολιτική Έφεση 394/08, ημ. 28/12/11 και Αποστόλου v. Ιωάννου, Πολιτική ΄Εφεσης 20/10 και 21/10 ημερομηνίας 3/4/12. Από την υπόθεση Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή παραθέτω το εξής απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό το Νόμου έχει εξεταστεί επανειλημμένα από το Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates Ltd & other
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται τέτοιου αιτήματος πρέπει να αποφεύγει να κρίνει την ουσία της αγωγής. Η προσέγγιση της μαρτυρίας έχει ως σκοπό μόνο τη διακρίβωση της ύπαρξης ή μη των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). (A) ΣΟΒΑΡΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΟΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗ Σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. (Β) ΟΡΑΤΗ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής. (Βλ. Odysseos v. Pierís Estates Ltd & other
(1982)1 C.L.R. 557 και Πουργουρίδη κ.ά. v. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, σελ. 207). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). (Γ) ΔΥΣΚΟΛΟ Ή ΑΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΑΠΟΝΕΜΗΘΕΙ ΠΛΗΡΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΕ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΟ ΣΤΑΔΙΟ ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΚΔΟΘΕΙ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ Η προϋπόθεση, όπως φαίνεται και από την επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 και όπως εξηγήθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο «θα είναι δύσκολο ή αδύνατο ν΄ απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο» αν δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο Αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή του. Μια τέτοια περίπτωση είναι όταν ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός. Μια άλλη περίπτωση είναι εκείνη όταν η οικονομική κατάσταση του εναγομένου είναι τέτοια που αν δεν εμποδιστεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τον ενάγοντα η εκτέλεση της απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί υπέρ του. Επίσης το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να εκδώσει ή όχι ένα προσωρινό διάταγμα, την αρχή ότι είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά ή ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής έτσι ώστε ν΄ αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα δύο φορές. (Βλ. γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Michael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578, Bhimjiyani v. Gregoriou
(1980)1 C.L.R. 14 και την υπόθεση Re Χ¨Κωνσταντή
(1988)1 Α.Α.Δ. 2187). Το βάρος είναι στον Αιτητή για να δικαιολογήσει τη συνέχιση ενός διατάγματος που εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση. (βλ. Αίτηση για ένταλμα Certiorari Αναφορικά με τον Αιτητή Χάρη Φεσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704 και Louis Vuitton v. Δέρμοσακ & άλλος
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Εκεί που φαίνεται ότι κατά την αρχική έκδοση του προσωρινού διατάγματος δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων το Δικαστήριο μπορεί με βάση αυτό και μόνο το λόγο ν΄ αρνηθεί τη συνέχιση του προσωρινού διατάγματος. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας (No.2) v. Σαββίδης
(1979)1 A.A.Δ. 349, σελ. 367-371, Brink´s Mat Ltd v. Elcombe and others
(1988)1 W.L.R. 1350, σελ. 1356-1357, που υιοθετήθηκαν και στις υποθέσεις Χριστιάνα Στυλιανού v. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583 και Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 σελ. 285-266). Στην τελευταία υπόθεση, σελ. 264-265 το Δικαστήριο για το θέμα αυτό ανέφερε τα εξής: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση». Αυτό το οποίο διαπιστώνεται από τα πιο πάνω είναι ότι η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Δηλαδή δεν είναι μόνο η περίπτωση που ένας Αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα που τυγχάνει εφαρμογής αυτή η αρχή, αλλά επεκτείνεται και στις περιπτώσεις εκείνες που τα γεγονότα εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλιπής και/ή παραπλανητικός, ανεξάρτητα αν τούτο γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, είναι νομολογημένο ότι το δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο διότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο. (Βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, σελ. 267-8, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, σελ. 269-270, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799 και Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788). Τα ίδια ειπώθηκαν και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. (Βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka A.D. Πολιτική Έφεση 10042, ημερομηνίας 23.02.1999, απόφαση πλειοψηφίας T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation, Πολιτική Έφεση 11159, ημερομηνίας 20.11.2002 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.α., Πολιτική Έφεση 11156, ημερομηνίας 19.12.2002). Στην υπόθεση (T.A. Micrologic consultants Ltd) ο πρώην Εφέτης, κ. Νικολάου, διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεών μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά» Στην υπόθεση (Parico Aluminium Design Ltd), ο έντιμος Δικαστής κ. Καλλής υιοθέτησε το πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση T.A. Micrologic και παράπεμψε επίσης στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης v. Nacantony Trading Co. Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1653, όπου λέχθηκε ότι «. το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδώσει το διάταγμα αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης.». Σε αιτήσεις ενδιάμεσης φύσης υπό κανονικές συνθήκες πρέπει κι αυτές να υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις προσώπων που έχουν προσωπική γνώση των γεγονότων όμως επιτρέπεται όπως μια ένορκη δήλωση περιέχει δηλώσεις κατόπιν πληροφοριών νοουμένου ότι εκτίθενται οι πηγές τους. (Βλ. Δ.39 κ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 σελ. 1463-1464 και Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd, Πολιτική Έφεση 9984, ημερομηνίας 29.10.1999. ΤΟ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝ Στην υπόθεση In Re Stavros Hotel Apartment Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841 και στην υπόθεση In Re B.P. (Cyprus) Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 861, 864 αναφέρθηκε ότι το υπαρκτό του κατεπείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το άρθρο 9 του Κεφ. 6. Σχετική είναι και η υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλη
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 σελ. 1462. Η πιο πάνω αρχή υιοθετήθηκε και επαναλήφθηκε στις υποθέσεις Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1Β Α.Α.Δ. 528, Ahmad Zein κ.α. v. Παράσχος Καμπανέλλας Λτδ,
(2000)1 Α.Α.Δ. 606 και υπόθεση Κώστας Χ¨Γαβριήλ v. Λευκόνικο Λτδ,
(2003)1 Α.Α.Δ. 606. Όταν εξετάζεται μονομερής αίτηση για έκδοση παρεμπίπτοντος προσωρινού διατάγματος ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός. Ο Αιτητής στο στάδιο εκείνο πρέπει να δείξει το κατεπείγον της αίτησης ώστε να δικαιολογείται μονομερώς εξέτασή της, στην απουσία δηλαδή του αντιδίκου. Στην υπόθεση RESOLA (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1Β Α.Α.Δ. 598 λέχθηκαν τα εξής: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο εφ΄ όσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά η άσκηση Δικαστικής εξουσίας στην απουσία του Εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση». Στην υπόθεση Αμβροσιάδου v. Coward, Πολιτικές Εφέσεις 3/11 και 4/11 ημερομηνίας 15/1/13 το κύριο θέμα που εξετάστηκε ήταν το κατεπείγον και κατά δεύτερο, επειδή και αυτό το θέμα αποτελεί δικαιοδοτικό όρο, η μη αποκάλυψη όλων των γεγονότων. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου τονίστηκε ότι το κατεπείγον, ως δικαιοδοτικός όρος, εφόσον εγείρεται στην ένσταση κατά του διατάγματος εξετάζεται πρώτο και ανεξάρτητα από τις προϋποθέσεις έκδοσης του διατάγματος. Γίνεται δε ευρεία ανάλυση του θέματος του κατεπείγοντος σφαιρικά και από διάφορες όψεις. ΄Ετσι εξηγείται ότι από τη στιγμή που αναφέρεται στην ένσταση ότι δεν καταδείχθηκε το κατεπείγον το πρωτόδικο Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αυτό το θέμα και μάλιστα πρώτο. Μια άλλη όψη είναι η δικαιολόγηση του επείγοντος σε συνάρτηση με τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης όπως προκύπτει από τα γεγονότα για έγκαιρη αντίδραση και μη ύπαρξης καθυστέρησης δράσης. Επίσης η υποχρέωση αποκάλυψης επεκτείνεται και στα γεγονότα που αφορούν το κατεπείγον. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Έχοντας κατά νου τα όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση και τα επισυναπτόμενα με αυτές τεκμήρια, εξετάζοντας πρώτα το θέμα του κατεπείγοντος όσον αφορά το διάταγμα που εκδόθηκε στις 8/3/13 παρατηρώ ότι η ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση αναφέρεται ως «Ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως των Εναγομένων Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 εκ Λάρνακας στην αίτηση ημερομηνίας 8/3/13», επομένως αναφέρεται ευθέως στην ίδια την αρχική μονομερή αίτηση με την οποία ζητήθηκε το διάταγμα (βλέπε υπόθεση Αμβροσιάδου). ΄Επειτα γίνεται σαφής και ρητή αναφορά τόσο στους λόγους ένστασης όσο και στην ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 1 ότι δεν στοιχειοθετήθηκε το κατεπείγον κατά την έκδοση του (βλέπε υπόθεση Αμβροσιάδου), με ξεκάθαρη αναφορά στο γεγονός ότι αν και επιδόθηκε στον Αιτητή 2 στις 16/2/13 η ειδοποίηση σύγκλισης έκτακτης γενικής συνέλευσης για τις 11/3/13, γεγονός που αναφέρει και ο ίδιος ο Αιτητής 2 στην ένορκη δήλωση του και επισυνάπτεται με αυτή ως Τεκμήριο 6, δεν αναφέρει καμιά δικαιολογία και κανένα γεγονός γιατί καθυστέρησε για 23 ημέρες στην καταχώρηση της μονομερούς αίτησης με βάση την οποία εξασφάλισε το διάταγμα. Πράγματι το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο Αιτητής 2 δεν αναφέρει στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την αίτηση κανένα λόγο και καμία δικαιολογία για την μη έγκαιρη αντίδραση του και την καθυστέρηση στη δράση του για εικοσιτρείς
(23)ημέρες. Αν και ο χρόνος που παρήλθε, από την ημέρα που έλαβε γνώση ο Αιτητής 2 για την ημερομηνία σύγκλισης της έκτακτης γενικής συνέλευσης μέχρι την ημερομηνία που καταχώρησε την αίτηση είναι μεγάλος υπό το φως των δεδομένων της υπόθεσης και δη χωρίς καμία δικαιολογία και εξήγηση προς τούτο και υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, είναι ικανός να οδηγήσει σε ακύρωση του διατάγματος, ακόμα και αν μπορούσε να πει κάποιος ότι δεν είναι χρόνια ή μήνες αλλά ημέρες η καθυστέρηση, ή χωρίς καμία εξήγηση παρέλευσης αυτού του χρονικού διαστήματος, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι Αιτητές σκόπιμα και εκ προθέσεως παρέμειναν αδρανείς για 23 ημέρες για να φανεί, τεχνιέντως, ότι αφού υπέβαλαν την αίτηση στις 8/3/13 (Παρασκευή) και η έκτακτη γενική συνέλευση θα εγίνετο στις 11/3/13 (Δευτέρα) ήταν επείγον να εκδοθεί το διάταγμα, για να προληφθεί η πραγματοποίηση της έκτακτης γενικής Συνέλευσης. Η πρόκληση όμως της κατάστασης αυτής από τους ίδιους τους Αιτητές εκθεμελιώνει αφεαυτού το θεμέλιο του κατεπείγοντος. Ενόψει των πιο πάνω καταδεικνύεται η μη ύπαρξη του πραγματικού του επείγοντος και ως εκ τούτου ο λόγος αυτός της ένστασης ευσταθεί. Να αναφερθεί επίσης ότι το διάταγμα και η αίτηση επιδόθηκε στον Καθ' ου η Αίτηση 1 στις 12/3/13 σύμφωνα με την ένορκη δήλωση επίδοσης που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 1, και δεν υπάρχει περί τούτου αντίθετη μαρτυρία, η έκτακτη γενική συνέλευση πραγματοποιήθηκε στις 11/3/
  1. Αφού με το Διάταγμα διατάσσετο η αναστολή της σύγκλισης της έκτακτης γενικής συνέλευσης, το διάταγμα κατέστη άνευ αντικειμένου. Κατά συνέπεια το διάταγμα ημερομηνίας 8/3/13 παραμερίζεται και ακυρώνεται. Όσον αφορά το (β) της αίτησης για το οποίο διατάχθηκε η επίδοση της αίτησης παρατηρώ χωρίς να αξιολογώ ότι στην συμφωνία ημερομηνίας 9/2/11 με την οποία διευθετήθηκαν οι διαφορές του Αιτητή 2 και του Καθ' ου η Αίτηση 1, δεν συμπεριλαμβάνονται και οι μετοχές του Καθ' ου η Αίτηση 1 στην Αιτήτρια 1 ενώ από την άλλη συμπεριλαμβάνονται οι μετοχές του Αιτητή 2 στην Αγησιλάου. Ως εκ τούτου σε σχέση με τον ισχυρισμό του Αιτητή 2 ότι είχε συμφωνηθεί να του τις μεταβιβάσει φαίνεται να μην βρίσκει έρεισμα στην συμφωνία αυτή. Τοιουτοτρόπως οι δύο πρώτες προϋποθέσεις δεν ικανοποιούνται. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση καμία αναφορά δεν γίνεται από τον Αιτητή 2 πως θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδίδετο το διάταγμα. Αφού δε όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 1, σκοπός από την συνέχιση και υλοποίηση του έργου που βρίσκεται σε εξέλιξη είναι η εξόφληση των χρεών της Αιτήτριας 1 και των επιταγών που εκδόθηκαν και κατέχει ο πωλητής των μετοχών της Αιτήτριας 1, εκλείπει παντελώς η ύπαρξη της τρίτης προϋπόθεσης. Επιπλέον αν τελικά εκμεταλλευτούν οι Καθ' ων η Αίτηση την θέση τους η όποια ζημιά είναι οικονομικής φύσεως μετρίσιμη σε χρήμα, η οποία, αφού δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν δύνανται να την αποζημιώσουν, θα αποζημιώνετο σε χρήμα. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Αιτητή 2 ότι η σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου είναι παράτυπη και παράνομη αφού προήλθε από την μεταβίβαση των 250 μετοχών από τον Καθ' ου η Αίτηση 1 στον Καθ' ου η Αίτηση 2 επειδή δεν τηρήθηκε το άρθρο 7 του καταστατικού, σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός του Καθ' ου η Αίτηση 1 ότι δεν τηρείτο το καταστατικό, και έφερε ως παράδειγμα τις μετοχές του Αιτητή 2 που είχε στην Αγησιλάου και τις μεταβίβασε κατ' ευθείαν στον Καθ' ου η Αίτηση 2 ο Αρτεμίου χωρίς να ληφθούν υπόψιν τα δικά του δικαιώματα, παρέμεινε χωρίς αντίθετη μαρτυρία, κάτι που δείχνει πως λειτουργούσε η Αιτήτρια
  2. Η τρίτη προϋπόθεση για τους ίδιους ανωτέρω λόγους δεν έχει αποδειχθεί. Με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και χωρίς αντεξέταση των ενόρκων δηλούντων και στο βαθμό που οι Αιτητές έχουν το βάρος να αποδείξουν αμφισβητούμενα γεγονότα και δεν το έπραξαν είτε ζητώντας να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση, είτε να ζητήσουν την αντεξέταση του Καθ' ου η Αίτηση 1 για τους ισχυρισμούς που πρόβαλε και δεν ήταν αποδεκτοί βρίσκω ότι δεν πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Ν. 14/60και οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 του ΚΕΦ
  3. Ως εκ των πιο πάνω κατέστη αχρείαστη η εξέταση του θέματος κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να αναλύσω και εξηγήσω κρίνω ότι το (β) της αίτησης δεν μπορεί να ευσταθήσει και η αίτηση απορρίπτεται. Κατά συνέπεια το Διάταγμα ημερομηνίας 8/3/13 ακυρώνεται και παύει να ισχύει. Η αίτηση ως προς το (β) αυτής απορρίπτεται. Έξοδα €1100 συν Φ.Π.Α. υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.