← Κύπρος

ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΠΕΡΒΟΛΙΩΝ ν. JK Vavlitis (Ηotels Leisure) Ltd, Αρ. Αγωγής: 3035/09, 22/10/2013

ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΠΕΡΒΟΛΙΩΝ ν. JK Vavlitis (Ηotels Leisure) Ltd, Αρ. Αγωγής: 3035/09, 22/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A128 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ., Αρ. Αγωγής: 3035/09 Μεταξύ: ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΠΕΡΒΟΛΙΩΝ Εναγόντων και J.K. Vavlitis (Ηotels & Leisure) Ltd. Eναγόμενης Ημερομηνία: 22 Οκτωβρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: Η κα Γ. Ζαχαρίου (για να ακούσει απόφαση κ. Λοΐζου) Για Εναγόμενη Εταιρεία: Ο κ. Γ. Χ' Αναστασίου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες αξιώνουν, με την αγωγή τους, το ποσό των €61.774,73- ως υπόλοιπο συμφωνηθείσας προβλεπόμενης αμοιβής ή και χρέωσης ή και τελών σε σχέση με την χρήση και εκμετάλλευση της παραλίας και/ή ως λογαριασμό που είχε γίνει αποδεκτός από την Εναγόμενη Εταιρεία ή/και ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης οι Ενάγοντες, με βάση τη νομοθεσία για την προστασία της παραλίας, είναι υπεύθυνοι για την παραχώρηση αδειών για την τοποθέτηση αντικειμένων ή και την παροχή υπηρεσιών σε σχέση με την παραλία. Η Εναγόμενη Εταιρεία, αρχικά λειτουργούσε με το όνομα «Faros Village Hotels Ltd» και στη συνέχεια είχε μετονομαστεί σε «J.K.Vavlitis (Hotels & Leisure) Ltd», διατηρούσε ξενοδοχείο στο χωριό Περβόλια και τοποθετούσε ομπρέλες ή και κιόσκια ή και άλλα αντικείμενα ή και προσέφερε υπηρεσίες σε παραλία η οποία ενέπιπτε εντός των ορίων ελέγχου των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες κατά καιρούς καταμετρούσαν τα αντικείμενα ή και τις υπηρεσίες που παρείχε η Εναγόμενη Εταιρεία και την χρέωναν με τα προβλεπόμενα από τη νομοθεσία αντίστοιχα ποσά. Είχε ανοιχθεί χρεωστικός λογαριασμός για τις υποχρεώσεις της Εναγομένης. Κατά το έτος 2008 το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της Εναγομένης Εταιρείας ανερχόταν στα €78.860,73- για χρεώσεις σε σχέση με τα έτη 2000 μέχρι

  1. Κατά το έτος 2007 η Εναγόμενη Εταιρεία είχε αποδεχθεί την μέχρι τότε οφειλή της, ύψους €72.658,27- και είχε ζητήσει από τους Ενάγοντες κάποιο χρονικό περιθώριο αποπληρωμής του οφειλομένου ποσού. Οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν και κατάρτισαν χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής δηλαδή, η Εναγόμενη θα κατέβαλλε μηνιαίως το ποσό των €8.543- από τον Νοέμβριο του 2007 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2009 με την τελευταία δόση να ανέρχεται στα €12.757-. Η Εναγόμενη Εταιρεία είχε καταβάλει δύο δόσεις, ύψους €8.543- (£5,000-) έκαστη, έναντι της οφειλής αλλά αρνήθηκε και αρνείται να καταβάλει το υπόλοιπο, το ύψος του οποίου ανέρχεται στα €61.774,73-. Λόγω της άρνησης αυτής οι Ενάγοντες τερμάτισαν την μεταξύ τους συμφωνία και κάλεσαν την Εναγόμενη Εταιρεία, με επιστολή των δικηγόρων τους, να καταβάλει ολόκληρο το ποσό των καθυστερημένων οφειλών πλην όμως ουδέν ποσό κατέβαλε έναντι της οφειλής της. Η Εναγόμενη Εταιρεία στην Υπεράσπιση της παραδέχεται ότι διατηρεί ξενοδοχειακή μονάδα στο χωριό Περβόλια της επαρχίας Λάρνακας και ότι λειτουργεί με την ονομασία «J.K.Vavlitis (Hotels & Leisure) Ltd». Όμως ισχυρίζεται ότι ουδέποτε οι Ενάγοντες είχαν προβεί σε οποιαδήποτε καταμέτρηση οποιωνδήποτε αντικειμένων και περαιτέρω αγνοεί σε ποια αντικείμενα ή και υπηρεσίες αναφέρονται οι Ενάγοντες. Είναι η δική της θέση ότι ουδέποτε συμφώνησε ή και υπέγραψε οποιοδήποτε συμφωνητικό έγγραφο για πληρωμή του κατ΄ ισχυρισμό υπολοίπου και ότι ουδέποτε αναγνώρισε οποιοδήποτε λογαριασμό, ο οποίος τηρείτο στο όνομα της από τους Ενάγοντες. Εισηγείται ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν κανένα δικαίωμα να επιβάλουν οποιαδήποτε τέλη ή και να προβούν σε οποιεσδήποτε χρεώσεις δυνάμει της ισχύουσας νομοθεσίας ή και οποιασδήποτε προφορικής ή και γραπτής συμφωνίας. Για τους Ενάγοντες μαρτυρία δόθηκε από τον Χριστόφορο Παντελή, (Μ.Ε.1), γραμματέα στο Κοινοτικό Συμβούλιο Περβολιών από το
  2. Μεταξύ των καθηκόντων του είναι η επίλυση προβλημάτων σε σχέση με το οδικό δίκτυο καθώς επίσης και η καθαριότητα της παραλίας, η χρήση της παραλίας, η φροντίδα της καλής λειτουργίας των σχολείων καθώς και άλλα που έχουν σχέση με την κοινότητα. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του η Εναγόμενη Εταιρεία δραστηριοποιείτο στα Περβόλια διατηρώντας μια ξενοδοχειακή μονάδα στην τουριστική περιοχή με την ονομασία Faros Hotel. Το Κοινοτικό Συμβούλιο από την ανέγερση του κτιριακού συγκροτήματος του παραχωρούσε νερό καθώς και υπηρεσίες καθαριότητας της παραλίας και υπήρχε μια αγαστή συνεργασία. Στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας το ξενοδοχείο πλήρωνε όλους τους φόρους, που έπρεπε να πληρώνει ως ξενοδοχείο, μεταξύ αυτών και τα δικαιώματα χρήσης της παραλίας για τις διευκολύνσεις που τους παραχωρούντο. Το ξενοδοχείο παρείχε στους πελάτες του ομπρέλες και κρεβατάκια επί της παραλίας γι΄ αυτό και έπρεπε, σύμφωνα με τον περί Προστασίας της Παραλίας Νόμο, να καταβάλλει κάποια δικαιώματα στην τοπική αρχή. Ο συγκεκριμένος νόμος καθόριζε ως δικαιώματα καταβλητέα για κάθε ομπρέλα το κατώτατο ποσό των £30 με ανώτατο ποσό τις £60 και το ίδιο ίσχυε και για τα κρεβατάκια ετησίως. Το Κοινοτικό Συμβούλιο είχε θέσει ως όριο, για κάθε κρεβατάκι και κάθε ομπρέλα, το ποσό των £30 λόγω της καλής συνεργασίας. Για αρκετά χρόνια, από το 1984, καταβάλλονταν όλα τα δικαιώματα όμως υπήρχε εκκρεμότητα από το 2000 και μετά. Εξήγησε ότι υπάλληλος του Συμβουλίου Βελτιώσεως μαζί με υπάλληλο του ξενοδοχείου ή τον Διευθυντή καταμετρούσαν τις ομπρέλες και τα κρεβατάκια στην παραλία. Με βάση αυτή την καταμέτρηση αποστελλόταν η χρέωση στο ξενοδοχείο. Ετοιμάζονταν σχετικές επιστολές από τον ίδιο, ως γραμματέα του Κοινοτικού Συμβουλίου. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 1, την επιστολή που αφορούσε το καθορισθέν τέλος για το 2000 η οποία είχε αποσταλεί στην Εναγόμενη Εταιρεία στις 10/06/
  3. Οι σημειώσεις σε σχέση με τον αριθμό των ομπρελών στην επιστολή είχαν καταγραφεί από τον ίδιο. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε διαμαρτυρία στην αποστολή της συγκεκριμένης επιστολής. Κατέθεσε τις σχετικές επιστολές, που είχαν αποσταλεί στην Εναγόμενη, σε σχέση με τα οφειλόμενα ποσά για τα έτη 2002 μέχρι 2005 ως Τεκμήρια 2-
  4. Για το έτος 2001 είχε σταλεί η επιστολή Τεκμήριο 2 στην οποία φαίνεται η χρέωση για 75 ομπρέλες και 151 κρεβατάκια. Ο ίδιος ετοίμαζε τις επιστολές, οι οποίες υπογράφονταν από τον Πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου. Στις 27/06/2002 είχε ετοιμαστεί επιστολή σε σχέση με το έτος 2002 σύμφωνα με το άρθρο 5(γ) του Νόμου, Τεκμήριο
  5. Η ίδια διαδικασία επαναλαμβανόταν για κάθε χρόνο. Σε σχέση με την οφειλή του 2006 ήταν η θέση του ότι μετά από συμφωνία με τον κ. Ιωσήφ Βαβλίτη, πατέρα του Άγγελου Βαβλίτη, από το αρχικό ποσό της οφειλής, το οποίο ανερχόταν στις £5.910-, θα πληρωνόταν το μισό. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 7, την επιστολή ημερομηνίας 28/8/
  6. Το Κοινοτικό Συμβούλιο είχε πάντοτε επικοινωνία με τον Ιωσήφ Βαβλίτη, ο οποίος ήταν και ο ιδιοκτήτης. Υποστήριξε ότι η Εναγόμενη Εταιρεία λάμβανε γνώση των συγκεκριμένων επιστολών που αποστέλλονταν, σε σχέση με τις χρεώσεις, είτε με τηλεομοιότυπο είτε ταχυδρομικά και ενίοτε προσωπικά. Ήταν η δική του θέση ότι όταν είχε μαζευτεί ένα αρκετά μεγάλο ποσό υπήρξαν διαβουλεύσεις με την Εναγόμενη Εταιρεία με σκοπό να τεθεί χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής. Τον Οκτώβριο του 2007 είχε προταθεί, στην Εναγόμενη Εταιρεία, ένα χρονοδιάγραμμα το οποίο είχε γίνει αποδεκτό, τον Νοέμβριο του 2007, για την σταδιακή αποπληρωμή του οφειλομένου ποσού. Κατατέθηκε, ως Τεκμήριο 8, η συμβιβαστική πρόταση στην οποία είχαν καταλήξει τα μέρη. Η συγκεκριμένη πρόταση είχε σταλεί με φαξ, στην Εναγόμενη Εταιρεία, η οποία είχε αποστείλει άλλο χρονοδιάγραμμα, μια καινούργια πρόταση, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  7. Οι οφειλές της Εναγομένης Εταιρείας από το 2000 μέχρι το 2007 είχαν προκύψει από τις καταμετρήσεις που είχαν γίνει από τον επιστάτη του Συμβουλίου με τον Διευθυντή του ξενοδοχείου ή άλλο υπάλληλο. Κατέθεσε, ως Τεκμήρια 10 και 11, τις καταγραφές που αφορούσαν την καταμέτρηση για τα έτη 2007 και
  8. Με αναφορά στο Τεκμήριο 11 ισχυρίστηκε ότι η καταγραφή είχε γίνει στις 02/09/2008 από τον τεχνικό του Συμβουλίου και τον υπάλληλο της Εναγομένης ονόματι Παναγιώτη. Μετά τις συζητήσεις η Εναγόμενη Εταιρεία είχε καταβάλει την πρώτη και τη δεύτερη δόση, με βάση το χρονοδιάγραμμα, το οποίο η ίδια η Εναγόμενη Εταιρεία είχε προτείνει και οι Ενάγοντες είχαν αποδεχθεί. Όμως μέχρι και τον Απρίλιο του 2009 δεν είχε καταβληθεί οποιαδήποτε άλλη πληρωμή για αυτό και στάλθηκε από τους Ενάγοντες σχετική επιστολή, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  9. Η Εναγόμενη Εταιρεία είχε ανταποκριθεί στην επιστολή ενώ στις διάφορες συναντήσεις που είχαν διευθετηθεί είχε ζητήσει κατανόηση για την πληρωμή των οφειλών, λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε. Είχε προτείνει, η Εναγόμενη Εταιρεία, νέο χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής. Κατατέθηκε, ως Τεκμήριο 13, η απαντητική επιστολή της Εναγόμενης Εταιρείας με ημερομηνία 14/05/
  10. Δεν είχε αμφισβητηθεί ποτέ το ύψος της οφειλής. Όμως δεν είχε καταβληθεί έκτοτε οποιοδήποτε ποσό για τις συγκεκριμένες οφειλές. Με οδηγίες του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας οι Ενάγοντες προχώρησαν στη λήψη δικαστικών μέτρων γιατί η Εναγόμενη Εταιρεία δεν είχε ανταποκριθεί στο χρονοδιάγραμμα. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι οι συγκεκριμένες άδειες εκδίδονταν για πολλά χρόνια από την αρμόδια αρχή, τον οικείο Έπαρχο, ο οποίος προέδρευε των Κοινοτικών Συμβουλίων της Λάρνακας. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι η Εναγόμενη Εταιρεία είχε αποδεχθεί τα οφειλόμενα ποσά, τα οποία υπολογίστηκαν με βάση τα τέλη που είχαν καταγραφεί στο Τεκμήριο 1 και αυτό διαφαίνεται από το Τεκμήριο
  11. Ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη Εταιρεία όχι μόνο έχει αποδεχθεί τις οφειλές αλλά είχε προτείνει και το χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής, το οποίο σε δύο περιπτώσεις είχε εφαρμόσει. Παραδέχθηκε ότι δεν υπήρχε γραπτή επιστολή αποδοχής απλά υπήρξε συμμόρφωση, για δύο μήνες με το χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής. Με αναφορά στο Τεκμήριο 3 ισχυρίστηκε ότι καταγράφεται ο αριθμός των ομπρελών, των κρεβατιών καθώς και πόσα κιόσκια υπήρχαν. Επέμενε στη θέση του ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε ρητή αποδοχή αλλά ούτε και αμφισβήτηση αλλά αντίθετα υπήρχε συνεργασία σε όλους τους τομείς με τη συγκεκριμένη ξενοδοχειακή μονάδα. Λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι δεν υπήρχε αμφισβήτηση ακολούθησε η συμφωνία για μείωση στην καταβολή των δικαιωμάτων για τα έτη 2006, 2007 και
  12. Με αναφορά στο Τεκμήριο 10, το οποίο αναφέρεται στην καταμέτρηση του 2007, υπέδειξε την υπογραφή του επιστάτη του Κοινοτικού Συμβουλίου Περβολιών καθώς και την υπογραφή του τότε διευθυντή του ξενοδοχείου, ο οποίος ονομαζόταν Μαρίνος. Εξήγησε ότι στην έκδοση των χρεωστικών δελτίων καθώς και στην αποστολή επιστολών δεν θα μπορούσε να υπάρχει η υπογραφή οποιουδήποτε επιστάτη. Επέμενε στη θέση του ότι υπάρχουν έγγραφα καταμέτρησης των ομπρελών και των κρεβατιών για τα έτη 2007 και
  13. Υποστήριξε εμφαντικά ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση των προηγούμενων καταγραφών ή καταμετρήσεων. Λόγω της καλής συνεργασίας δεν είχαν ληφθεί οποιαδήποτε μέτρα τα έτη 2000 μέχρι το
  14. Όμως το 2007 μετά από παρατηρήσεις του Γενικού Ελεγκτή, λόγω του ύψους του ποσού, είχαν αρχίσει οι διαβουλεύσεις με την Εναγόμενη Εταιρεία. Είχε μαζευτεί, ήταν ο ισχυρισμός του, ένα αρκετά μεγάλο ποσό το οποίο το ξενοδοχείο αμελούσε να εξοφλήσει και ο Γενικός Ελεγκτής είχε προβεί προς τους Ενάγοντες σε παρατηρήσεις ζητώντας του να βρουν τρόπο ρύθμισης. Αυτός ήταν και ο λόγος που είχε ακολουθηθεί η διαδικασία καθορισμού χρονοδιαγράμματος για την αποπληρωμή των τελών και των δικαιωμάτων. Σε κανένα σημείο των διαβουλεύσεων δεν είχε ειπωθεί από την Εναγομένη Εταιρεία ότι διαφωνεί. Αντίθετα με δική της επιστολή, το Τεκμήριο 13, είχε αναφερθεί στο καθορισμό νέου χρονοδιαγράμματος εξόφλησης και κατέγραψε ότι η μη καταβολή των δικαιωμάτων οφειλόταν σε οικονομικές δυσκολίες. Σε ερώτηση που του τέθηκε ήταν ο ισχυρισμός του ότι οι Ενάγοντες είχαν δικαίωμα, ως Κοινοτικό Συμβούλιο, να επιβάλουν τέλη, τα οποία είχαν καθοριστεί από τη νομοθεσία, αλλά και να διεκδικήσουν τα συγκεκριμένα δικαιώματα. Η οικεία τοπική αρχή είναι υποχρεωμένη, όπως εξήγησε, με βάση το νόμο να εισπράττει τα τοπικά δικαιώματα. Μέσα στο πνεύμα της καλής συνεργασίας που υπήρχε με την Εναγόμενη Εταιρεία είχε καθοριστεί, ως τέλος, το κατώτατο προβλεπόμενο από τη νομοθεσία ποσό. Οι σχέσεις της τοπικής Αρχής με την Εναγόμενη Εταιρεία παραμένουν καλές μέχρι και σήμερα. Κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός η επιστολή ημερομηνίας 14/09/09 η οποία είχε σταλεί από τους Ενάγοντες στην Εναγόμενη Εταιρεία και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  15. Για την Εναγόμενη Εταιρεία μαρτυρία δόθηκε από τον κ. Άγγελο Βαβλίτη ο οποίος κατέθεσε, ως Τεκμήριο 15, τη γραπτή του δήλωση. Στην γραπτή του δήλωση αναφέρει ότι κατέχει τη θέση του γενικού διευθυντή της Εναγόμενης Εταιρείας από τον Ιούνιο του
  16. Η Εναγόμενη Εταιρεία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και είναι ιδιοκτήτρια της ξενοδοχειακής μονάδας «Faros Village Beach Hotel», στο χωριό Περβόλια, της επαρχίας Λάρνακας. Μεταξύ των καθηκόντων του περιλαμβάνεται η διεύθυνση του ξενοδοχείου, η επίβλεψη, η οργάνωση της λειτουργίας του ξενοδοχείου, η τήρηση και υπογραφή των εγγράφων που αφορούν την εταιρεία, ο οικονομικός έλεγχος της εταιρείας και γενικότερα οι οποιεσδήποτε δοσοληψίες έχει η Εναγόμενη Εταιρεία με οποιαδήποτε αρχή περιλαμβανομένων και των Εναγόντων. Ήταν η καταγραφείσα θέση του ότι η Εναγόμενη Εταιρεία ουδέποτε είχε λάβει άδεια χρήσης της παραλίας από τους Ενάγοντες και ουδέποτε είχε πληρώσει για τέτοια άδεια γιατί δεν της είχε ζητηθεί. Όμως, η Εναγόμενη κατέβαλλε κάθε χρόνο όλα τα φορολογικά τέλη μεταξύ αυτών τέλη επαγγελματικής άδειας κοινοτικών υπηρεσιών, καθαριότητας, υδατοπρομήθειας και διανυκτερεύσεων, στους Ενάγοντες. Οι πελάτες του ξενοδοχείου κάποιες φορές μετέφεραν τα κρεβατάκια και τις ομπρέλες, που βρίσκονταν στην πισίνα του ξενοδοχείου, κάτω στην παραλία του Φάρου. Δεν είχε διενεργηθεί ποτέ από τους Ενάγοντες, στην παρουσία υπαλλήλου της Εναγόμενης, οποιαδήποτε καταγραφή ή καταμέτρηση των κρεβατιών και των ομπρελών της παραλίας και ουδέποτε η Εναγόμενη Εταιρεία είχε παραλάβει ή είχε αποδεχθεί οποιοδήποτε δελτίο καταγραφής από τους Ενάγοντες. Από το 1985 μέχρι το 2000 οι Ενάγοντες ουδέποτε είχαν αξιώσει από την Εναγόμενη Εταιρεία οποιαδήποτε τέλη για ενοικίαση κρεβατιών θαλάσσης και ομπρελών στην παραλία. Παράνομα και αυθαίρετα είχαν ξεκινήσει να διεκδικούν τέτοια τέλη από το 2000 μέχρι το 2008 με επιστολές. Είχαν αποφασίσει, χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε συμφωνία, αυθαίρετα, να κοστολογούν την Εναγόμενη Εταιρεία με καθορισμένες από τους ίδιους και όχι από το νόμο χρεώσεις, οι οποίες διαφοροποιούνταν κατά καιρούς χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία εκ μέρους τους. Η Εναγόμενη Εταιρεία ουδέποτε είχε αναγνωρίσει οποιαδήποτε χρέωση. Περαιτέρω καταγράφει ότι με επιστολή, ημερομηνίας 14/05/09, η Εναγόμενη Εταιρεία είχε αμφισβητήσει το λόγο της χρέωσης αλλά και το ύψος της για τα έτη 2000 με
  17. Επιπρόσθετα, αρνήθηκε ότι υπήρξε εκ μέρους της Εναγόμενης Εταιρείας η καταβολή οποιουδήποτε ποσού προς τους Ενάγοντες. Οι Ενάγοντες είχαν επιχειρήσει αρκετές φορές με επιστολές και διαβουλεύσεις να δεσμεύσουν την Εναγόμενη, με γραπτή συμφωνία, προκειμένου να αναγνωρίσουν τις κατ΄ ισχυρισμό οφειλές της για τα τέλη ενοικίασης κρεβατιών και ομπρελών της παραλίας από το 2000 μέχρι το
  18. Οι οποιεσδήποτε συναντήσεις είχαν διενεργηθεί ακριβώς λόγω του ότι υπήρχε έντονη αμφισβήτηση των ποσών που παράνομα, παράτυπα και αυθαίρετα είχαν χρεώσει οι Ενάγοντες στην Εναγομένη Εταιρεία. Ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι η αμφισβήτηση στην οποία αναφέρθηκε συνιστά το Τεκμήριο
  19. Σε σχέση δεν με το Τεκμήριο 9 ισχυρίστηκε ότι δεν είχε ετοιμαστεί από την Εναγόμενη Εταιρεία. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι είναι ο γενικός διευθυντής όλων των εταιρειών του ομίλου και ότι ο κ. Ιωσήφ Βαβλίτης, ο πατέρας του, είναι διευθυντής της Εναγομένης Εταιρείας και σε θέματα υπογραφών ο κ. Ιωσήφ Βαβλίτης δεσμεύει την Εναγόμενη Εταιρεία. Παραδέχθηκε ότι ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη, μεταξύ του 2000 και του 2002, στη διεύθυνση της εταιρείας. Επέμενε στη θέση του ότι είχε φροντίσει να ενημερωθεί, σε σχέση με τα γεγονότα που αφορούσαν την υπόθεση και ότι δεν υπήρχαν οποιεσδήποτε χρεώσεις ή και οφειλές που αφορούσαν την Εναγομένη Εταιρεία για τα έτη 2000 με 2002 αλλά ούτε και μετά. Το μόνο που ο ίδιος είχε εντοπίσει ήταν τις επιστολές, που αποστέλλονταν από το Κοινοτικό Συμβούλιο, στις οποίες γινόταν ισχυρισμός για οφειλόμενα ποσά. Το περιεχόμενο των επιστολών αυτών αμφισβητήθηκε αρκετές φορές σε τηλεφωνικές επικοινωνίες καθώς και σε συναντήσεις που γίνονταν στην καθημερινότητα των εργασιών που υπήρχαν με τους Ενάγοντες. Παραδέχθηκε ότι είχε παραληφθεί η επιστολή Τεκμήριο 2 πλην όμως ισχυρίστηκε ότι είχε αμφισβητηθεί το περιεχόμενο της. Ήταν η θέση του ότι εν πάση περιπτώσει δεν αναφέρεται, στην συγκεκριμένη επιστολή, ότι γινόταν χρήση της παραλίας ή και δεν αναφέρεται ο αριθμός των κρεβατιών και των ομπρελών. Προώθησε τη άποψη ότι όχι μόνο δεν υπήρχε άδεια χρήσης της παραλίας αλλά δίπλα από το χώρο του ξενοδοχείου τοποθετούνταν ομπρέλες και κρεβατάκια προς ενοικίαση από τους Ενάγοντες. Ισχυρίστηκε ότι εφόσον υπήρχε καλή σχέση της εταιρείας με τους Ενάγοντες για χρόνια θεώρησαν σωστό να μην ανταλλάξουν οποιεσδήποτε επιστολές. Η Εναγόμενη Εταιρεία είχε εισηγηθεί ότι ο σωστός τρόπος θα ήταν να καταμετρηθούν τα αντικείμενα που υπήρχαν στην παραλία, τα οποία ήταν πολύ λιγότερα από αυτά που ισχυρίζονταν οι Ενάγοντες, και μετά να συζητήσουν. Ερωτηθείς δεν μπορούσε να θυμηθεί πόσες συναντήσεις είχαν διευθετηθεί και πόσα τηλεφωνήματα είχαν γίνει σε σχέση με το θέμα αυτό. Η διαφωνία της Εναγόμενης Εταιρείας, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, ήταν έντονη γιατί δεν χρησιμοποιείτο η παραλία ενώ τα κρεβατάκια που υπήρχαν μεταφέρονταν από τους πελάτες του ξενοδοχείου στην παραλία. Η συγκεκριμένη παραλία, ήταν η θέση του, χρησιμοποιείτο τόσο από το άλλο ξενοδοχείο καθώς και από το Κοινοτικό Συμβούλιο Περβολιών. Παραδέχθηκε όμως ότι υπήρχαν περιπτώσεις που στην παραλία είχε 40, 50 ή και 60 κρεβατάκια. Για αυτό και υπήρχε απαίτηση εκ μέρους της Εναγομένης Εταιρείας για καταγραφή του αριθμού των κρεβατιών και των ομπρελών που υπήρχαν στην παραλία, η οποία καταγραφή δεν είχε γίνει ποτέ. Σε σχέση με τη χρονιά 2001 ήταν η θέση του ότι δεν υπήρχαν 75 κρεβατάκια και ότι τα κρεβατάκια ήταν πολύ λιγότερα όμως δεν μπορούσε ο ίδιος να καθορίσει πόσα κρεβατάκια υπήρχαν. Οι ίδιοι είχαν θεωρήσει ότι δεν υπήρχε λόγος να απαντηθούν οι επιστολές των Εναγόντων. Σε σχέση με το Τεκμήριο 4 ήταν η θέση του ότι εφόσον ήταν ο τέταρτος χρόνος που έστελλαν τις συγκεκριμένες χρεώσεις και δεν πληρώνονταν θα έπρεπε να προβούν σε μετακίνηση των αντικειμένων. Παραδέχθηκε επίσης ότι είχαν παραλάβει τις επιστολές, Τεκμήρια 5 μέχρι και
  20. Όμως ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη Εταιρεία ουδέποτε είχε αναγνωρίσει τις συγκεκριμένες χρεώσεις ή τους αριθμούς που καταγράφονται. Κατά την άποψη του δεν ήταν αναγκαίο να απαντήσει, η Εναγόμενη Εταιρεία, οποιαδήποτε επιστολή σε σχέση με χρεώσεις οι οποίες δεν υφίσταντο. Ισχυρίστηκε ότι όταν είχε αγοραστεί το ξενοδοχείο, το 1985, έπρεπε να δημιουργηθεί παραλία γιατί η περιοχή ήταν ερημική και δεν υπήρχε οτιδήποτε για να προσελκύσει τους τουρίστες. Αναγκάστηκαν να ξοδέψουν £70,000- για την κατασκευή λιμενοβραχίονα. Επέμενε στην θέση του ότι την παραλία την χρησιμοποιούσαν οι πελάτες του ξενοδοχείου τραβώντας κρεβατάκια και ότι είχε φορές που υπήρχαν 40, 50 ή και 60 κρεβατάκια στην παραλία. Ερωτηθείς επίσης παραδέχθηκε ότι είχαν γίνει δύο συναντήσεις με εκπροσώπους των Εναγόντων στα γραφεία τους, προς το τέλος 2007 και εκεί είχαν αμφισβητηθεί έντονα τα ποσά των χρεώσεων. Οι Ενάγοντες επέμεναν στη θέση τους και είχαν απειλήσει ότι η παραλία θα μπορούσε να δοθεί δυνάμει προσφοράς και οποιοσδήποτε θα μπορούσε να λάβει άδεια χρήσης της παραλίας. Οι ίδιοι είχαν εισηγηθεί, λόγω του ότι δεν ήθελαν να φθάσουν τα πράγματα στα άκρα, από την επόμενη χρονιά να καταμετρούνται τα κρεβατάκια και οι ομπρέλες που τοποθετούνταν. Όταν είχαν καταβάλει γύρω στις €20,000-, ex-gratia, σε δυο δόσεις, είχαν θεωρήσει ότι το θέμα είχε λήξει. Ερωτηθείς ποιος είχε υπογράψει το Τεκμήριο 13 ισχυρίστηκε ότι είχε υπογραφτεί από τον πατέρα του. Την περιέγραψε, την επιστολή Τεκμήριο 13, ως την αντίδραση της Εναγομένης Εταιρείας στις απαιτήσεις των Εναγόντων. Παραδέχθηκε ότι επιθυμία της Εναγόμενης Εταιρείας ήταν η δωρεάν χρήση της παραλίας από τους πελάτες της και για αυτό την είχαν δημιουργήσει ως ένα πρόσθετο κριτήριο υπέρ του ξενοδοχείου. Επίσης παραδέχθηκε, ενώ αρχικά είχε αρνηθεί, ότι υπήρχε ένας υπάλληλος ονόματι Παναγιώτης Κουζούπας, ο οποίος εργαζόταν στο εστιατόριο. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και από τις δυο πλευρές οι συνήγοροι κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. Η κα. Ζαχαρίου, συνήγορος των Εναγόντων, με αναφορά στον Περί Προστασίας της Παραλίας Νόμο (75(Ι)/94), προώθησε την θέση ότι οι Ενάγοντες δικαιούνταν να χρεώνουν την Εναγόμενη Εταιρεία για τα κρεβατάκια και τις ομπρέλες και δεν ήταν αναγκαίο να υπάρχει κάποια γραπτή άδεια για την χρήση της παραλίας. Επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι η Εναγόμενη εταιρεία ουδέποτε είχε φέρει ένσταση στις χρεώσεις που της αποστέλλονταν αλλά αντίθετα είχε συμφωνήσει σε χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής της οφειλής και αυτή τούτη την οφειλή. Ο κ. Χατζηαναστασίου, στην γραπτή του αγόρευση, ισχυρίστηκε ότι οι Ενάγοντες δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με το γεγονός ότι η Εναγόμενη Εταιρεία ήταν δικαιούχος, με βάση την νομοθεσία, γιατί ουδέποτε είχε εκδοθεί η προαπαιτούμενη άδεια. Επιπρόσθετα ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχε γραπτή συμφωνία μεταξύ των δυο πλευρών για την καταβολή τελών σε σχέση με την παροχή υπηρεσιών από την Εναγόμενη στην παραλία. Καταλήγει ότι ο λογαριασμός που είχε τηρηθεί από τους Ενάγοντες, χωρίς την συναίνεση ή την οποιαδήποτε συμφωνία με την Εναγόμενη Εταιρεία, δεν πληροί τα συστατικά στοιχεία ενός συμφωνηθέντος λογαριασμού ( account stated). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη

(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης Πολ. Εφ. 26/08 ημερ. 11/03/11: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) [1]λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson onEvidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή και τους δυο μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Ο κ. Παντελή, Μ.Ε.1, ήταν ειλικρινής μάρτυρας και τα όσα ανέφερε προφορικά υποστηρίχθηκαν και από την πραγματική μαρτυρία που προσκομίστηκε. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του είχε επίσης γίνει παραδεκτό από τον μάρτυρα της Εναγομένης Εταιρείας, τον κ. Άγγελο Βαβλίτη. Η αλήθεια των λεχθέντων του διαφαίνεται και από την επιστολή ημερομηνίας 14/05/2009, Τεκμήριο 13, η οποία επιστολή προέρχεται από την Εναγομένη Εταιρεία. Η θέση του ότι η Εναγόμενη Εταιρεία διατηρούσε κρεβατάκια και ομπρέλες στην παραλία υποστηρίχθηκε από την δήλωση του κ. Βαβλίτη ότι υπήρχαν φορές που τα κρεβατάκια στην παραλία ανέρχονταν στα
  1. Σημειώνεται ότι ο κ. Βαβλίτης δεν τα είχε ποτέ καταμετρήσει. Το γεγονός ότι η Εναγόμενη Εταιρεία είχε καταβάλλει περί τα €20,000- επίσης επιβεβαιώθηκε από τον μάρτυρα Υπεράσπισης καθώς και το γεγονός ότι υπήρχαν συναντήσεις μεταξύ των μερών. Η θέση του ότι είχε γίνει μια συμφωνία για αποπληρωμή των οφειλομένων ποσών με την οποία είχε συμφωνήσει η Εναγόμενη Εταιρεία επιβεβαιώνεται από την ακόλουθη φράση του Τεκμηρίου 13: «Τον Νοέμβριο του 2007, μετά και από τις διάφορες συναντήσεις που είχαμε, είχε συμφωνηθεί ότι μαζί με την συμφωνία αποπληρωμής για τα έτη 2000-2007..». Θεωρώ ότι ο κ. Παντελή δεν είχε κανένα λόγο να πει ψέματα στο Δικαστήριο. Αντίθετα έπεισε το Δικαστήριο για την αλήθεια των λεχθέντων του αφού μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του ήταν σύμφωνο με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας που κατατέθηκε και δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης. Στην αντίπερα όχθη ο κ. Άγγελος Βαβλίτης, Μ.Υ.1, προσπάθησε να τα αρνηθεί όλα παρά την ύπαρξη της επιστολής, Τεκμήριο 13, η οποία προερχόταν από την εταιρεία του και ήταν υπογεγραμμένη από τον πατέρα του, ο οποίος σύμφωνα με τα λεχθέντα του είχε δικαίωμα υπογραφής και δέσμευε την εταιρεία. Αρχικά αρνήθηκε τις συναντήσεις που είχαν γίνει μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης Εταιρείας καθώς επίσης και την οποιαδήποτε συμφωνία αποπληρωμής για τα έτη 2000 μέχρι
  2. Ανέτρεψε τις θέσεις του αυτές κατά την αντεξέτασή του αναφέροντας ότι είχαν διενεργηθεί συναντήσεις και είχε καταβληθεί προς το τέλος του 2007 ένα ποσό της τάξεως των €20,000-, ακριβώς μετά την αποστολή του Τεκμηρίου
  3. Η στάση του αυτή δεν μπορεί να οδηγήσει σε άλλο συμπέρασμα παρά στο ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του ήταν άκρως αντιφατική αφού προέβαλλε αντιφατικές θέσεις. Ενώ παραδέχθηκε ότι ο Ιωσήφ Βαβλίτης είναι ο διευθυντής της Εναγόμενης Εταιρείας και δέσμευε την εταιρεία σε θέματα υπογραφών αρνήθηκε εμφαντικά το περιεχόμενο της επιστολής, Τεκμήριο 13, η οποία σύμφωνα πάντοτε με την δική του μαρτυρία έφερε την υπογραφή του κ. Ιωσήφ Βαβλίτη. Αρνήθηκε ότι η Εναγόμενη Εταιρεία είχε τοποθετήσει οποιαδήποτε αντικείμενα στην παραλία για να ανατρέψει την θέση του αναφέροντας ότι η Εναγόμενη Εταιρεία είχε ξοδέψει πέριξ των £70,000- για την κατασκευή λιμενοβραχίονα, ότι οι πελάτες κατέβαζαν κρεβατάκια στην παραλία, ότι υπήρχαν κάποτε μέχρι και 60 κρεβατάκια στην παραλία χωρίς όμως να είναι σίγουρος και ότι η ανάπλαση της παραλίας ήταν αναγκαία για προσέλκυση τουριστών. Με δεδομένη την μαρτυρία του ο ισχυρισμός του ότι η Εναγόμενη Εταιρεία δεν χρησιμοποιούσε την παραλία μπροστά από το ξενοδοχείο δεν μπορεί να αντέξει την βάσανο της λογικής. Σε σχέση με τις επιστολές που αποστέλλονταν από τους Ενάγοντες η στάση της Εναγόμενης Εταιρείας, όπως εκφράστηκε από τον ίδιο τον διευθυντή της, ήταν ανάρμοστη για μια εταιρεία της εμβέλειας της Εναγόμενης. Υποστήριξε, ο κ. Βαβλίτης, ότι λάμβαναν τις επιστολές των Εναγόντων, με τις οποίες διαφωνούσαν, αλλά δεν έπρατταν οτιδήποτε σε σχέση με την διαφωνία τους αυτή γιατί δεν θεωρούσαν σωστό να ανταλλάσουν επιστολές με την Αρμόδια Αρχή καθώς επίσης και γιατί «δεν ήταν αναγκαίο να αποστείλουν οποιαδήποτε επιστολή σε σχέση με χρεώσεις που δεν υφίσταντο». Η θέση του αυτή αντιβαίνει της λογικής αφού η Εναγόμενη Εταιρεία χρεωνόταν χιλιάδες λίρες και δεν συμφωνούσε με την χρέωση. Για οκτώ και πλέον χρόνια η Εναγόμενη Εταιρεία χρεωνόταν, διαφωνούσε με την χρέωση αλλά δεν έπραττε τίποτα σε σχέση με την συγκεκριμένη διαφωνία. Αυτό ζήτησε από το Δικαστήριο να πιστέψει ο διευθυντής της Εναγόμενης Εταιρείας. Εν πάση περιπτώσει οι προσβληθέντες, από τον διευθυντή της Εναγόμενης, ισχυρισμοί κατατρίφθηκαν στην ολότητά τους από αυτό τούτο το περιεχόμενο της επιστολής, Τεκμήριο 13, στην οποία δεν καταγράφεται οποιαδήποτε διαφωνία σε σχέση με τις χρεώσεις για τα έτη 2000 μέχρι 2007 αλλά αντίθετα γίνεται αποδοχή τους με παράκληση για κατανόηση στην καταβολή του οφειλομένου ποσού λόγω οικονομικών δυσκολιών. Οπόταν δεν θα μπορούσα να αποδεχθώ τους ισχυρισμούς του. Καταλήγω λοιπών ότι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί ως ακολούθως: Η Εναγόμενη Εταιρεία ήταν η ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου με την ονομασία «Faros Village Beach Hotel», το οποίο βρίσκεται επί της παραλίας στο χωριό Περβόλια, συγκεκριμένα στην παραλία του Φάρου, από το
  4. Οι Ενάγοντες είναι η κοινοτική αρχή που είναι επιφορτισμένη για την επίβλεψη της χρήσης της παραλίας του Φάρου. Μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης Εταιρείας υπήρξε μια αγαστή συνεργασία για πολλά χρόνια. Η Εναγόμενη Εταιρεία συμμορφωνόταν με όλες τις οικονομικές της υποχρεώσεις, σε σχέση με τους Ενάγοντες, μέχρι και το
  5. Το 2000, μετά την ψήφιση του Περί Προστασίας της Παραλίας Νόμου75(Ι)/94 καθώς και των Κανονισμών 1999, οι Ενάγοντες, ως υπεύθυνοι για την προστασία της παραλίας, είχαν κοινοποιήσει στα τρία ξενοδοχεία που βρίσκονταν στα όρια της δικαιοδοσίας τους τα ετήσια δικαιώματα που είχαν καθορίσει για τις υπηρεσίες παραλίας, για ομπρέλες £30- έκαστη και £30- για κάθε κρεβατάκι καθιστώντας τους με αυτό τον τρόπο αδειούχους για την χρήση της παραλίας. Ακολούθησε η πρώτη χρέωση τον Νοέμβριο 2001 για το ποσό των £6,780-, Τεκμήριο 2 και ακολούθησαν οι υπόλοιπες για τα έτη 2002 μέχρι το 2008, Τεκμήρια 3 μέχρι
  6. Στις 27/04/09 είχε σταλεί επιστολή για τα οφειλόμενα σε σχέση με 2008, Τεκμήριο 12, στην οποία γινόταν αναφορά στα οφειλόμενα για τα έτη 2000 μέχρι 2007 και στην υπόσχεση της Εναγόμενης να τα εξοφλήσει. Η Εναγόμενη Εταιρεία, στις 14/05/09, αποδέχθηκε και τις οφειλές, Τεκμήριο 13, αλλά ζήτησε όπως πληρώσει το ήμισυ της χρέωσης για το έτος 2008 και όπως συμφωνηθούν νέοι τρόποι αποπληρωμής. Πληρώθηκαν δυο δόσεις των £5,000- έκαστη χωρίς οποιαδήποτε άλλη πληρωμή προφανώς λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η Εναγόμενη Εταιρεία. Λόγω της καλής συνεργασίας οι Ενάγοντες δεν ενόχλησαν την Εναγόμενη Εταιρεία αλλά μετά από έλεγχο της Γενικής Ελέγκτριας, λόγω του ότι τους είχε γίνει παρατήρηση για το συγκεκριμένο υπόλοιπο, αναγκάστηκαν να το απαιτήσουν μέσω δικηγόρου, Τεκμήριο
  7. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων, όπως καταγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης, είναι εκκαθαρισμένος λογαριασμός. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης v. Ρέϊνμποου Πλήτσιηγκ και Νταϊγκ Κο. Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 610, στη σελ.615: «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τι συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση.» (Βλ. Demil Co Ltd v. A. Panayides Contracting Ltd
(2008)1Α.Α.Δ.661 και Ηρακλής Μιχαηλίδης v. Φάνος Επιφανείου Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ.494.) Είναι καλά καθιερωμένο ότι η αναγνώριση ενός χρέους μπορεί να θεωρηθεί ότι ουσιαστικά συγκροτεί παραδεδεγμένο λογαριασμό, δυνάμενο να αποτελέσει τη βάση για δικαστική διεκδίκηση. Τούτο, ακόμα και όπου το αρχικό συμβόλαιο για το οποίο έγινε η αναγνώριση του χρέους δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για δικαστική διεκδίκηση. Όπως υποδεικνύεται, μεταξύ άλλων, στο σύγγραμμα Halsbury΄s Laws of England, 4η εκδ.(reissue), τόμος 28, παρα. 828, υπό τον τίτλο «Statute barred debts within an account»: «An acknowledgment constituting an account stated may in certain cases be sued upon even though the original contract in respect of which the acknowledgment is made is incapable of being sued upon as being statute-barred by limitation.» Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, τόμος Ι, 25η έκδ., παράγραφος 2057 στη σελ.1156, καταγράφεται πως ο όρος χρησιμοποιείται με τρεις διαφορετικές έννοιες. Αναφέρονται τα ακόλουθα: «A real account stated is one in which the account includes items on both sides and the parties have agreed that there shall be a set-off and only the balance shall be payable. The ¨.. several items of chain are brought into account on either side, and, being set against one another, a balance is stuck and the consideration for the payment of the balance is the discharge of the items on each side.¨ Through such an arrangement is frequently regarded as quasi-contractual, it is more properly described as ¨a promise for good consideration to pay the balance;¨ and the consideration is valid and the settlement is binding even though some of the debts may be statute-barred, or otherwise unenforceable.» Ο κανόνας εξηγείται, στην παράγραφο 2057, του ίδιου συγγράμματος, ανωτέρω, ως ακολούθως: «The term account stated is applied in at least three ways.
(1)To a claim by οne party to payment of a definite amount, which is admitted to be correct by the other party. This is merely an admission of a debt out of court and is equivalent to a promise from which the existence of a debt may be inferred. Such an admission is only evidence of a debt, and can be rebutted; an item in an account stated of this type can be challenged or explained, or the admission can be rebutted by evidence that there was no consideration for the promise to pay. In order to have this evidential effect, the admission of liability must be unqualified and must relate to an existing debt.» Τα Τεκμήρια 2, 9, 12 και 13 χαρακτηρίζονται από την απαιτούμενη καθαρότητα, σαφήνεια και ευκρίνεια ούτως ώστε να δύνανται να αξιολογηθούν ως η ακριβής και επαρκής ενσωμάτωση ενός παραδεδεγμένου ή εκκαθαρισμένου λογαριασμού. Εν πάση περιπτώσει είναι καθοριστικό το γεγονός πως ο διευθυντής της Εναγομένης Εταιρείας είχε αναγνωρίσει με επιστολή του τα οφειλόμενα ποσά και προτίθετο να «προτείνει νέους τρόπους καταβολής των οφειλομένων». Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει τεκμαρτή συμφωνία των μερών για το χρεωστικό υπόλοιπο καθώς και το γεγονός ότι έναντι του υπολοίπου είχαν καταβληθεί δυο δόσεις ύψους €19,086- (£10,000). Σύμφωνα με την μαρτυρία που έχω αποδεχθεί ως αξιόπιστη αποστελλόταν, κάθε χρόνο, από τους Ενάγοντες στην Εναγόμενη Εταιρεία επιστολή σε σχέση με το οφειλόμενο για το έτος ποσό και η Εναγόμενη Εταιρεία ουδέποτε είχε αμφισβητήσει είτε των αριθμό των ομπρελών και κρεβατιών είτε τα ετήσια ποσά είτε το υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού και ουδέποτε έθεσε οποιοδήποτε θέμα αναφορικά με την ορθότητα των λογαριασμών που της αποστέλλονταν. Αντίθετα αποζητούσε τρόπο αποπληρωμής των οφειλών και επιζητούσε την νέους τρόπους καταβολής του οφειλόμενου ποσού. Από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 προκύπτει ότι η σχετική χρέωση είχε γίνει αποδεκτή αφού είχε σταλεί μετά και από τηλεφωνική επικοινωνία με τα κεντρικά γραφεία της Εναγόμενης Εταιρείας. Περιπλέον η Εναγόμενη Εταιρεία δεν ήταν σε θέση να υποδείξει οποιοδήποτε συγκεκριμένο ποσό, του προαναφερομένου παραδεδεγμένου ή εκκαθαρισμένου λογαριασμού, το οποίο να είναι λανθασμένο. Επιπρόσθετα στην πρόσφατη απόφαση Χ' Στυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, Πολ. Έφ. 38/2009, ημερ. 22/05/ 2012 αναφέρθηκε ότι: «Όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση, δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Όπως έχει προσφυώς αναφερθεί στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee
(1971)A.C. 1004, το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του. Ο κανόνας του νόμου της απόδειξης ότι δεν επιτρέπεται η αποδοχή μαρτυρίας που αντικρούει ή τροποποιεί τους όρους εγγράφου, αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές (Polykarpou v. Polykarpou
(1982)1 C.L.R. 182).» Καταλήγω επομένως αβίαστα στο συμπέρασμα πως ο προαναφερόμενος λογαριασμός, Τεκμήρια 9 και 12, ήταν πράγματι ένας παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός τον οποίο η Εναγόμενη Εταιρεία είχε αποδεχθεί εφόσον ουδέποτε τον αμφισβήτησε. Ως εκ τούτου θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση υπέρ των Εναγόντων για το συμφωνηθέν ποσό. Εκ του περισσού αναφέρεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 5Γ
(1)του Περί Προστασίας της Παραλίας Νόμου (τροποποιητικός Ν. 75(Ι)/94)για να παρέχει οποιοδήποτε άτομο διευκολύνσεις επί της παραλίας χρειάζεται την άδεια της οικείας αρχής, η οποία οικεία αρχή είναι η αρχή τοπικής διοίκησης στα όρια της περιοχής που βρίσκεται η παραλία. Σύμφωνα με την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή το Κοινοτικό Συμβούλιο Περβολιών είναι η οικεία αρχή σε σχέση με την παραλία που εκτείνεται μπροστά από τα ξενοδοχεία «Faros Village Beach Hotel», «Socoriky Sea Gardens» και «3 Seas». Η Εναγόμενη Εταιρεία, ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου «Faros Village Beach Hotel» από το 1984 πλήρωνε για την χρήση της παραλίας ανελλιπώς. Μετά την θέσπιση της νομοθεσίας η οικεία τοπική αρχή σε μια προσπάθεια συμμόρφωσης της με την νομοθεσία απέστειλε την ενημερωτική επιστολή, Τεκμήριο 1, σε σχέση με τις χρεώσεις στις οποίες προτίθετο να προβεί, οι οποίες ήταν σύμφωνες με τους Κανονισμούς που είχαν θεσπιστεί το 1999 και αφορούσαν τις χρεώσεις για την τοποθέτηση ομπρελών και κρεβατιών επί της παραλίας. Η Ενάγοντες προφανώς θεώρησαν την συγκεκριμένη επιστολή, Τεκμήριο 1, ως την παραχώρηση άδειας για χρήση της παραλίας αφού στο Τεκμήριο 3 μιλούσαν για «δικαιώματα άδειας για την τοποθέτηση ομπρελών και κρεβατιών». Από την άλλη η Εναγόμενη Εταιρεία είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικός με τους Ενάγοντες και είχε αποδεχθεί τις συγκεκριμένες χρεώσεις, όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 το οποίο καταγράφει αυτολεξεί: «Η επιστολή σας αποστέλλεται μετά και από τηλεφωνική επικοινωνία που είχαμε με τα κεντρικά σας γραφεία.» καθώς και από το Τεκμήριο 13. Οπόταν, είχε αποδεχθεί να χρησιμοποιεί την παραλία και να χρεώνεται τα συγκεκριμένα ποσά τα οποία καθορίζονταν από την Κεντρική Επιτροπή Παραλιών και όχι από τους Ενάγοντες. Οι Ενάγοντες είχαν, εν πάση περιπτώσει, το δικαίωμα τα χρεώσουν την Εναγόμενη Εταιρεία για την χρόνια χρήση της παραλίας. Για την συγκεκριμένη χρέωση δεν υπήρξε αρχικά καμιά αντίδραση εκ μέρους της Εναγομένης Εταιρείας για να γίνουν τελικά αποδεκτές οι χρεώσεις με την αποστολή του Τεκμηρίου 13. Συνακόλουθα της πιο πάνω κατάληξης εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης Εταιρείας για το ποσό €61,774.73- με νόμιμο τόκο από 09/10/2009, πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην αντίστοιχη με το ποσό κλίμακα. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου- Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.