Ανδρέας Πέτσας και Υιοί Λτδ ν. Γεώργιου Παναγιώτου κ.α., Αρ. Αγωγή: 2965/09, 4/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A133 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγή: 2965/09 Μεταξύ: Ανδρέας Πέτσας και Υιοί Λτδ Ενάγουσας -και-
- Γεώργιου Παναγιώτου
- Ανδρούλλας Τσικκίνη-Πολυκάρπου Εναγομένων -και- Μορφούλας Αχιλλέως Τριτοδιαδίκου Ημερομηνία: 4 Νοεμβρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα Εταιρεία: κ. Παναγιώτου για Παναγιώτου και Πελεκάνος Για Εναγόμενους 1 και 2: κα Χρ. Ερωτοκρίτου για Ανδρέα Ερωτοκρίου & Σία (για να ακούσει απόφαση κα Πάτσαλλου) Για Τριτοδιάδικο: κα Ταουξιή για Χ. Κυριακίδη Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα Εταιρεία αξιώνει αποζημιώσεις για ζημιές που είχαν προκληθεί στο όχημά της με αριθμούς εγγραφής ΖΚST862 από δυστύχημα το οποίο είχε προκληθεί λόγω της αμέλειας και της παράβασης των νομίμων καθηκόντων του Εναγομένου 1 κατά την οδήγηση του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΗΖΑ383, στις 09/01/09, στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα Εταιρεία ήταν η ιδιοκτήτρια του οχήματος ΖΚST862 το οποίο οδηγείτο από τον Αλέξανδρο Πετρένκο δυνάμει σύμβασης μίσθωσης οχήματος ενοικίασης. Ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΖΑ383, το οποίο όχημα ήταν ιδιοκτησία της Εναγομένης
- Κατά ή περί την 09/01/09 ενώ το όχημα της Ενάγουσας οδηγείτο στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας, με κατεύθυνση τη Λευκωσία, παρά την Τέντα Καλαβασού ο Εναγόμενος 1, ο οποίος ακολουθούσε το προπορευόμενο όχημα της Ενάγουσας έχοντας την ίδια κατεύθυνση, αμελώς και κατά παράβαση των καθηκόντων του προσέκρουσε βίαια στο πίσω μέρος του οχήματος της Ενάγουσας με αποτέλεσμα τη πρόκληση, σε αυτό, εκτεταμένων ζημιών. Ως λεπτομέρειες αμέλειας ή και παράβασης των νομίμων καθηκόντων του Εναγομένου 1 καταγράφονται τα ακόλουθα: Ότι οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα, ότι παρέλειψε να ασκήσει οποιοδήποτε ή και το κατάλληλο κοίταγμα ή και να δώσει οποιαδήποτε σημασία στους χρήστες του δρόμου, ότι οδηγούσε πολύ κοντά στο προπορευόμενο όχημα της Ενάγουσας, ότι παρέλειψε να ασκήσει ή και να διατηρήσει οποιοδήποτε και ή επαρκή έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε, ότι προσέκρουσε στο πίσω μέρος του προπορευόμενου οχήματος της Ενάγουσας και ότι παρέλειψε να σταματήσει ή να ελαττώσει ταχύτητα ή και να ελέγξει άλλως πως το όχημα που οδηγούσε έτσι ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση με το όχημα της Ενάγουσας. Ως λεπτομέρειες των ειδικών ζημιών της Ενάγουσας καταγράφεται η αξία του οχήματος πριν τη σύγκρουση, η οποία ανερχόταν στο ποσό των €33.000-, η σημερινή αξία του οχήματος €5.000- και διεκδικείται το ποσό των €28.000- πλέον τα έξοδα της εκτίμησης €440- και τα έξοδα της αστυνομικής έκθεσης €85-. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται στην Υπεράσπισή τους ότι η Ενάγουσα ήταν όντως ιδιοκτήτρια του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΖΚST862, το οποίο όχημα οδηγείτο στις 09/01/09 από τον Αλέξανδρο Πετρένκο. Επίσης παραδέχονται ότι το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΖΑ383 οδηγείτο τη συγκεκριμένη ημέρα από τον Εναγόμενο 1 και ήταν ιδιοκτησία της Εναγομένης 2 καθώς και ότι ενεπλάκη σε ατύχημα στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού παρά την Τέντα Καλαβασού. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΖΑ383 με κατεύθυνση τη Λευκωσία κρατώντας την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και όταν βρέθηκε προ της αγωνίας της στιγμής ή και του διλήμματος, λόγω του ότι υπήρχαν ελεύθερες διασκορπισμένες σωλήνες οι οποίες είχαν κυλήσει στον αυτοκινητόδρομο, συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Αλέξανδρος Πετρένκο. Οι συγκεκριμένες σωλήνες είχαν διασκορπιστεί ή και κυλήσει στον αυτοκινητόδρομο λόγω του ότι είχαν διαφύγει από το μονοκάμπινο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΖΖ212 το οποίο οδηγείτο από την Μορφούλα Αχιλλέως. Είναι η θέση τους ότι η απελευθέρωση των σωλήνων και ή η κιλύνδριση τους εντός του αυτοκινητοδρόμου είχε προκαλέσει για τους οδηγούς και για τον Εναγόμενο 1 κίνδυνο ή και παγίδα ή και οχληρία και είχε οδηγήσει τον Εναγόμενο 1 σε αγωνία της στιγμής και σε δίλημμα. Λόγω του ότι ο Εναγόμενος 1 είχε συναντήσει στην πορεία του, δηλαδή στην αριστερή λωρίδα, σωλήνες που είχαν διαφύγει από το όχημα ΗΖΖ212, η μία εκ των οποίων κυλούσε από τα αριστερά προς τα δεξιά, στην προσπάθεια του να αποφύγει τη σύγκρουση αναγκάστηκε να κατευθυνθεί στη δεξιά λωρίδα όπου οδηγείτο το όχημα της Ενάγουσας και να προσκρούσει πάνω σε αυτό. Είναι ο ισχυρισμός των Εναγομένων 1 και 2 ότι το ατύχημα οφειλόταν στην αποκλειστική και ή συντρέχουσα αμέλεια της Μορφούλας Αχιλλέως Βαρθολομαίου. Ως λεπτομέρειες της παράβασης των νομίμων καθηκόντων της Μορφούλας Αχιλλέως Βαρθολομαίου καταγράφονται τα ακόλουθα: Ότι μετέφερε φορτίο ή και μεγάλου μεγέθους σωλήνες χωρίς να τις ασφαλίσει ή και να τις προσδέσει κατάλληλα ή και καθόλου, ότι μετέφερε φορτίο με ακατάλληλο όχημα ή και με όχημα χωρίς κάγκελα ή και προστατευτικά κιγκλιδώματα ή και ότι μετέφερε επικίνδυνο φορτίο, ότι επέτρεψε ή και προκάλεσε τη διαφυγή των σωλήνων από το όχημα που οδηγούσε, ότι προκάλεσε οχληρία ή και κίνδυνο ή και παγίδα ή και χάος στον αυτοκινητόδρομο, ότι επέστρεψε ή και προκάλεσε όπως σωλήνες μεγάλου μεγέθους κυλούν πάνω στον αυτοκινητόδρομο προκαλώντας εμπόδιο στην τροχαία κίνηση, ότι προκάλεσε την απόφραξη της πορείας του Εναγομένου 1 ή και του οδηγού του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΖΚST862, ότι παρέλειψε να έχει κανονικό έλεγχο του φορτίου που μετέφερε, ότι έθεσε τον Εναγόμενο 1 καθώς και τον οδηγό του οχήματος ΖΚST862 σε αγωνία της στιγμής ή και δίλημμα, ότι παρέλειψε να λάβει οποιαδήποτε μέτρα για την αποτροπή της διαφυγής των σωλήνων μέσα στον αυτοκινητόδρομο, ότι οδήγησε το όχημα στον αυτοκινητόδρομο ενώ γνώριζε ότι το φορτίο που μετέφερε ή και ο τρόπος που μετέφερε το συγκεκριμένο φορτίο εμπεριείχε τον κίνδυνο ή και τη δυνατότητα διαφυγής του στον αυτοκινητόδρομο. Καταλήγουν ότι η Μορφούλα Αχιλλέως Βαρθολομαίου είχε αντιμετωπίσει ποινική υπόθεση και είχε παραδεχτεί ότι μετέφερε επικίνδυνο φορτίο και της είχε επιβληθεί πρόστιμο. Στην Έκθεση Απαίτησης των Εναγομένων 1 και 2 κατά της Τριτοδιαδίκου επαναλαμβάνονται οι ισχυρισμοί των Εναγομένων, όπως αυτοί καταγράφονται στην Υπεράσπισή τους και ζητείται συνεισφορά ή και αποζημίωση από την Τριτοδιάδικο. Η Τριτοδιάδικος στην Υπεράσπιση της αρνείται ότι το επίδικο δυστύχημα είχε επισυμβεί λόγω της αποκλειστικής ή και της οποιασδήποτε συντρέχουσας αμέλειας ή και της παράβασης των νομίμων καθηκόντων της. Ισχυρίζεται ότι αποκλειστική ευθύνη για το δυστύχημα ή και συντρέχουσα αμέλεια φέρει ο Εναγόμενος
- Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι κατά ή περί την 09/01/09 η ίδια οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΖΖ212 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας με κατεύθυνση τη Λευκωσία. Στο πίσω μέρος του οχήματος μετέφερε, δεμένα και στερεωμένα με σχοινιά, χάρτινα κυλινδρικά καλούπια τα οποία λόγω καιρικών συνθηκών ή και ξαφνικού αέρα ή και για λόγους άγνωστους για την ίδια ή και που εν πάση περιπτώσει λόγους που δεν οφείλονταν στην δική της υπαιτιότητα κάποιο από τα σχοινιά είχε λυθεί και τέσσερα από τα χάρτινα καλούπια είχαν πέσει στον αυτοκινητόδρομο. Τα καλούπια είχαν καταλήξει ένα στο αριστερό αυλάκι, δύο στην κεντρική διαχωριστική νησίδα μεταξύ των κιγκλιδωμάτων και το τέταρτο είχε σφηνωθεί κάτω από το κιγκλίδωμα της κεντρικής διαχωριστικής νησίδας. Κανένα από τα τέσσερα χάρτινα καλούπια δεν βρισκόταν σε οποιαδήποτε λωρίδα κυκλοφορίας. Η τροχαία κίνηση και η κυκλοφορία και στις δύο λωρίδες κυκλοφορίας του αυτοκινητοδρόμου συνεχιζόταν κανονικά και απρόσκοπτα. Η Τριτοδιάδικος είχε ακινητοποιήσει το όχημά της στην αριστερή λωρίδα ασφαλείας του αυτοκινητοδρόμου και είχε μαζέψει ένα εκ των δύο καλουπιών που βρισκόταν στην κεντρική διαχωριστική νησίδα μεταξύ των κιγκλιδωμάτων όταν ο οδηγός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΖΚST862, ο οποίος οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, ελάττωσε ταχύτητα ή και οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα λόγω της τροχαίας κίνησης ή και λόγω του ότι είχε αντιληφθεί την Τριτοδιάδικο ή και μετά που είχε περάσει το σημείο που βρίσκονταν οι χάρτινοι κύλινδροι χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα. Ο Εναγόμενος 1, ο οποίος οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΖΑ383 και ακολουθούσε το όχημα ΖΚST862 προσέκρουσε βίαια στο πίσω μέρος του οχήματος ΖΚST862 με αποτέλεσμα τη σύγκρουση. Ως λεπτομέρειες της αμέλειας ή και παράβασης των καθηκόντων του Εναγόμενου 1 και της Εναγομένης 2 καταγράφονται τα ακόλουθα: Ότι παρέλειψε να διατηρήσει την προβλεπόμενη ή και την αναγκαία ή και την κατάλληλη απόσταση ασφάλειας από το προπορευόμενο όχημα ΖΚST862, ότι οδηγούσε το όχημά του χωρίς τη δέουσα ή και καμιά προσοχή ή και αφηρημένα με αποτέλεσμα να μην προσέξει έγκαιρα την κίνηση ή και την πορεία του οχήματος, ενώ είδε ή και όφειλε να δει το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΖΚST862 ή και να αντιληφθεί ότι το συγκεκριμένο όχημα είχε ελαττώσει ταχύτητα οδηγούσε σε πολύ κοντινή απόσταση και χωρίς να διατηρεί την απαιτούμενη απόσταση ασφαλείας από το όχημα ΖΚST862, ενώ είδε ή και όφειλε να είχε δει το όχημα της Τριτοδιαδίκου αυτός παρέλειψε να το πράξει αυτός οδηγούσε αφηρημένα και απρόσεκτα ή και οδηγούσε με μεγάλη ή και επικίνδυνη ή και υπερβολική υπό τις περιστάσεις ταχύτητα, ότι ενώ είχε απεριόριστη ορατότητα παρέλειψε να αντιληφθεί έγκαιρα το προπορευόμενο όχημα, ότι παρέλειψε να προβεί στους αναγκαίους ελιγμούς ή και στις αναγκαίες υπό τις περιστάσεις ενέργειες έτσι ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση και ότι οδηγούσε χωρίς τη δέουσα προσοχή και παρατηρητικότητα. Πριν από την έναρξη της ακρόασης όλες οι πλευρές είχαν συμφωνήσει ότι το ποσό της ζημιάς της Ενάγουσας Εταιρείας ήταν €26.500-, επι πλήρους ευθύνης, το οποίο συμπεριλάμβανε έξοδα ευθύνης και την αστυνομική έκθεση. Η Ενάγουσα Εταιρεία για να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς της κάλεσε δύο μάρτυρες. Πρώτος έδωσε μαρτυρία ο Αστ. 3247 Κοσμάς Χριστοφόρου, Μ.Ε.1, ο οποίος υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Ζυγίου και ήταν ο εξεταστής του επίδικου ατυχήματος, το οποίο είχε γίνει στις 09/01/09 η ώρα 9:20 το πρωί στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας παρά την Τέντα. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του τα εμπλεκόμενα οχήματα βρίσκονταν στις τελικές τους θέσεις όταν ο ίδιος είχε επισκεφτεί τη σκηνή. Παρόντες ήταν και οι εμπλεκόμενοι οδηγοί. Ο ίδιος είχε προβεί σε μετρήσεις στη σκηνή και είχε καταρτίσει τόσο το πρόχειρο καθώς και το τελικό σχεδιάγραμμα. Κατέθεσε το τελικό σχεδιάγραμμα ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του ο καιρός ήταν αίθριος, η άσφαλτος ήταν ξηρή και ο δρόμος ήταν ευθύς με απεριόριστη ορατότητα. Εξήγησε, με αναφορά στο σχεδιάγραμμα, ότι υπάρχει λωρίδα διπλής κατεύθυνσης προς τη Λευκωσία και ότι οι διακεκομμένες γραμμές διαχωρίζουν τη λωρίδα επιτάχυνσης με τη σταθερή λωρίδα ενώ υπάρχει και διαχωριστικό κιγκλίδωμα. Υπέδειξε το Α, στο σχεδιαγράφημα, ως την πορεία του οχήματος ΖΚST862 και το Α1 ως την τελική θέση του οχήματος ΖΚST
- Ως οδηγό του οχήματος ZKST862 κατέγραψε τον Αλέξανδρο Πετρένκο, ρώσο τουρίστα και ως ιδιοκτήτη του οχήματος την εταιρεία ενοικιάσεως «Πέτσας». Το σημείο Β, ήταν η θέση του, αφορούσε την πορεία του οχήματος ΗΖΑ383 και το Β1 ήταν η τελική του θέση. Οδηγός του οχήματος ΗΖΑ383 ήταν ο Γεώργιος Παναγιώτου και ιδιοκτήτρια η Ανδρούλα Τσικκίνη - Πολυκάρπου. Εξήγησε ότι οι πορείες Α και Β είχαν τεθεί σύμφωνα με τις καταθέσεις των οδηγών των αυτοκινήτων. Το Χ ήταν η θέση του καταδεικνύει τη πρώτη σύγκρουση του οχήματος ΗΖΑ383 με το όχημα ΖΚST862 ενώ το σημείο Χ1 υποδεικνύει τη δεύτερη σύγκρουση του οχήματος ΖΚST862 στο διαχωριστικό κιγκλίδωμα. Το όχημα ΖΚST862 είχε υποστεί ζημιές στο πίσω μέρος, στο αριστερό πισινό φτερό, στο πισινό προφυλακτήρα, στο πισινό φανάρι και στον αριστερό πισινό τροχό καθώς στο δεξί μπροστινό μέρος, στον προφυλακτήρα και το φανάρι. Το όχημα ΗΖΑ383 είχε ζημιές στο μπροστινό μέρος, στον ανεμοθώρακα και στην δεξιά πόρτα του οδηγού. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι σύμφωνα με την εμπειρία του το όχημα ΗΖΑ383 είχε συγκρουστεί με το μπροστινό του μέρος στο πίσω μέρος του οχήματος ZKST
- Σε σχέση με το σημείο Γ ισχυρίστηκε ότι σύμφωνα με την υπόδειξη του οδηγού του οχήματος Β υπήρχε μια χάρτινη σωλήνα στον αυτοκινητόδρομο. Όταν ο ίδιος είχε επισκεφτεί το χώρο του ατυχήματος εκεί βρισκόταν το μονοκάμπινο όχημα ΗΖΖ212, στο οποίο τη δεδομένη στιγμή η οδηγός έδενε τις σωλήνες πάνω στη κάσσια. Δεν υπήρχαν οποιεσδήποτε χάρτινες σωλήνες στον αυτοκινητόδρομο όταν ο ίδιος είχε επισκεφτεί το μέρος. Η οδηγός του μονοκάμπινου οχήματος ΗΖΖ212 ήταν η Μορφούλλα Αχιλλέως Βαρθολομαίου. Οι οδηγοί των εμπλεκόμενων οχημάτων του είχαν αναφέρει πως είχε γίνει το δυστύχημα. Ο οδηγός του αυτοκινήτου ενοικιάσεως του είχε αναφέρει ότι λόγω του ότι υπήρχαν σωλήνες στον αυτοκινητόδρομο και λόγω του ότι είχαν ελαττώσει ταχύτητα όλα τα αυτοκίνητα είχε ελαττώσει και ο ίδιος με αποτέλεσμα να κτυπηθεί το όχημα που οδηγούσε στο πίσω του μέρος από το όχημα Β. Ο οδηγός του οχήματος Β του είχε αναφέρει ότι στην προσπάθεια του να αποφύγει τις χάρτινες σωλήνες είχε κτυπήσει το αυτοκίνητο ενοικιάσεως. Η οδηγός του ΗΖΖ212 του είχε αναφέρει ότι ενώ κατευθυνόταν στη Λευκωσία είχε δει από το καθρεφτάκι της ότι είχαν πέσει από το πίσω μέρος του αυτοκινήτου της τέσσερεις σωλήνες. Είχε σταματήσει η ίδια και είχε προσπαθήσει να τις βγάλει από τον αυτοκινητόδρομο. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης στην άσφαλτο ούτε και υπήρχε οποιαδήποτε ένδειξη για μανούβρες οχημάτων. Σε σχέση με τα στοιχεία στο σχεδιαγράφημα όλοι οι οδηγοί είχαν συμφωνήσει και το είχαν υπογράψει. Κατέθεσε την κατάθεση του Πετρένκο ως Τεκμήριο 2, την κατάθεση του Γιώργου Παναγιώτου ως Τεκμήριο 3 και την κατάθεση της Μορφούλας Αχιλλέως ως Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος από τη συνήγορο των Εναγομένων αρχικά κατέθεσε το πρόχειρο σχεδιάγραμμα ως Τεκμήριο
- Ισχυρίστηκε ότι οι πορείες των οχημάτων είχαν τεθεί όπως είχαν αναφερθεί στις καταθέσεις των εμπλεκομένων μερών. Παραδέχθηκε ότι ο οδηγός του οχήματος Β του είχε αναφέρει στην κατάθεσή του ότι κρατούσε την αριστερή λωρίδα πριν τη σύγκρουση, παρά ταύτα όμως ο ίδιος είχε καταγράψει ως πορεία του οχήματος Β στη δεξιά λωρίδα. Για να διορθώσει, την ανακρίβεια, ανέφερε ότι ο οδηγός του οχήματος Β στην κατάθεσή του είχε αναφέρει ότι είχε κάνει ελιγμό και είχε κατευθυνθεί δεξιά. Επέμενε ότι ο ίδιος ο οδηγός του οχήματος Β του είχε αναφέρει ότι είχε κατευθυνθεί δεξιά για να αποφύγει τη σωλήνα γι αυτό και είχε τοποθετήσει την τελευταία υπόδειξη πριν το δυστύχημα. Παραδέχθηκε ότι δεν είχε τοποθετήσει τόξο το οποίο να δεικνύει τον απότομο ελιγμό του οδηγού του οχήματος Β προς τα δεξιά. Όμως παραδέχθηκε ότι ο οδηγός του οχήματος Β του είχε αναφέρει ότι είχε κάνει ελιγμό και είχε κατευθυνθεί προς τα δεξιά. Επίσης παραδέχτηκε ότι το σημείο σύγκρουσης, το Χ, του είχε αναφερθεί προφορικά και ότι δεν του είχε υποδειχθεί γραπτώς, καθώς επίσης και ότι δεν υπάρχει στις καταθέσεις που είχε λάβει οποιαδήποτε αναφορά στο σημείο σύγκρουσης Χ και ότι δεν είχε συμπεριλάβει το Χ και το Χ1 στο ευρετήριο του σχεδιαγραφήματος. Ερωτηθείς κατά πόσο υπήρχαν οποιαδήποτε γυαλιά ή πλαστικά στο δρόμο παραδέχθηκε ότι υπήρχαν πλαστικά καθώς και γυαλιά, τα οποία όμως δεν είχε τοποθετήσει στο σχεδιαγράφημα. Υποστήριξε ότι το γράμμα Χ είχε τοποθετηθεί σύμφωνα με τα σπασμένα γυαλιά και τα πλαστικά. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι είχε βρει το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΖΖ212 στο χώρο αλλά αυτό δεν εμπλεκόταν στο δυστύχημα παρόλο που είχαν πέσει από αυτό οι χάρτινες σωλήνες. Είχε ληφθεί κατάθεση από την οδηγό του αυτοκινήτου ΗΖΖ212 και είχε καταγγελθεί για τη μεταφορά επικίνδυνου φορτίου. Εξήγησε, σε ερώτηση που του είχε τεθεί, ότι ο δρόμος στο συγκεκριμένο σημείο είναι ευθύς και κατηφορικός και παραδέχθηκε ότι αν πέσει κάτι στο δρόμο θα πάρει τη φορά του δρόμου. Ανέφερε ότι το αυτοκίνητο ΗΖΖ212 ήταν μονοκάμπινο αυτοκίνητο και όταν ο ίδιος είχε μεταβεί στη σκηνή η οδηγός του στερέωνε τις χάρτινες σωλήνες στο πίσω μέρος του, οι οποίες σωλήνες ήταν στοιβαγμένες η μία πάνω στην άλλη. Το βρήκε, το αυτοκίνητο ΗΖΖ212, 30 μέτρα πριν την σωλήνα, πριν το Γ. Δεν μπορούσε να θυμηθεί το μήκος των σωλήνων ούτε και μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο προεξείχαν έξω από το πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Θυμόταν ότι υπήρχαν περίπου γύρω στις 15 μεγάλες χάρτινες σωλήνες για καλούπια, οι οποίες είχαν διάμετρο περίπου ένα πόδι και μήκος 2,5 με 3 μέτρα η κάθε μία. Δεν είχε εξετάσει κατά πόσο ήταν δεμένες όμως ο ίδιος είχε δει την οδηγό του οχήματος να τις δένει χρησιμοποιώντας κοινό σχοινί. Ο χώρος φόρτωσης του συγκεκριμένου αυτοκινήτου δεν είχε κάγκελα. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι η ορατότητα στο συγκεκριμένο δρόμο είναι καλή και ότι ο δρόμος είναι ευθύς και κατηφορικός όμως παραδέχθηκε ότι δεν θα μπορούσε να φανεί η σωλήνα στην περίπτωση που υπήρχε προπορευόμενο όχημα. Το ενοικιαζόμενο όχημα, ήταν ο ισχυρισμός του, ήταν ψηλό αυτοκίνητο. Του υποδείχθηκαν κάποιες φωτογραφίες στις οποίες αναγνώρισε τόσο το ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο καθώς και τις ζημιές. Κατατέθηκαν, οι συγκεκριμένες φωτογραφίες, ως Τεκμήριο
- Το αυτοκίνητο του Εναγόμενου 1 ήταν εμπορικό βαν και ιδιοκτήτρια, την ημέρα του δυστυχήματος, ήταν η Ανδρούλλα Τσικκίνη. Ο ίδιος δεν είχε κάνει έρευνα κατά πόσο το συγκεκριμένο αυτοκίνητο άνηκε σε οποιαδήποτε εταιρεία ούτε και είχε ρωτήσει την κα Μορφούλα ποιος είχε τοποθετήσει και ποιος είχε δέσει τις συγκεκριμένες σωλήνες. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.1, από τη συνήγορο της Τριτοδιαδίκου, ισχυρίστηκε ότι η πορεία Β είχε ορατότητα περίπου 300 μέτρα γιατί ο δρόμος είναι ευθύς. Επίσης ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 του είχε υποδείξει το σημείο Γ ως το σημείο που βρισκόταν η χάρτινη σωλήνα. Σε σχέση με τις σωλήνες ισχυρίστηκε ότι είχαν το ίδιο μάκρος και το ίδιο μήκος. Οι συγκεκριμένες σωλήνες ήταν χάρτινες και είχαν το ίδιο μάκρος και μέγεθος. Με βάση το μέγεθος του αποθηκευτικού χώρου του αυτοκινήτου, που είναι πέραν των 2 μέτρων, μπορούσε κάποιος να καταλήξει ότι το μήκος των σωλήνων ήταν 2.50 με 3.00 μέτρα. Ήταν η θέση του ότι το αυτοκίνητο της κας Μορφούλας, όταν ο ίδιος είχε φτάσει στον χώρο του δυστυχήματος, βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα ασφάλειας. Ερωτηθείς παραδέχθηκε ότι στο μονοκάμπινο αυτοκίνητο επέβαινε ακόμα ένα άτομο από το οποίο δεν έλαβε κατάθεση, παρόλο που είχε μιλήσει και με τους δύο επιβαίνοντες στο όχημα. Κατέληξε ότι το μόνο που προσπαθούσαν οι επιβαίνοντες του οχήματος ΗΖΖ212 ήταν να βγάλουν τις σωλήνες από τον αυτοκινητόδρομο. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 είχε γίνει από κοινού παραδεκτό ότι το αυτοκίνητο ΖKST 862 είχε ενοικιαστεί νόμιμα. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο Αλέξανδρος Πετρένκο, Μ.Ε.2, οδηγός του οχήματος ΖKST862, νομικός στο επάγγελμα με καταγωγή από τη Μόσχα στη Ρωσία. Ήταν η θέση του ότι βρισκόταν στην Κύπρο για διακοπές μαζί με τη σύζυγο του και στις 09/01/09 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας είχε γίνει δυστύχημα 800 μέτρα πριν την έξοδο του Ζυγίου. Ο ίδιος οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα και μπροστά του υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα. Υπήρχαν επίσης σωλήνες μέσα στο δρόμο, οι οποίες βρίσκονταν στην αριστερή λωρίδα του δρόμου μέσα στη μέση του δρόμου. Λόγω του ότι το προπορευόμενο αυτοκίνητο είχε αρχίσει να πατά φρένα πολύ έντονα η απόσταση μεταξύ τους είχε σμικρύνει γι' αυτό και ο ίδιος είχε πατήσει φρένο. Όταν το δικό του αυτοκίνητο είχε σχεδόν ακινητοποιηθεί είχε νιώσει ένα δυνατό κτύπημα από πίσω και το αυτοκίνητο του είχε κινηθεί προς τα δεξιά κτυπώντας στο διαχωριστικό κιγκλίδωμα για να ακινητοποιηθεί τελικά στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Λόγω του ότι ο ίδιος είχε συγκεντρωθεί στο να μην κτυπήσει στο προπορευόμενο όχημα δεν είχε δει τι τον είχε κτυπήσει από πίσω. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 5 ήταν η θέση του ότι είχε σχεδιαστεί από ένα αστυνομικό της τροχαίας και ο ίδιος το είχε υπογράψει. Υπέδειξε το σημείο Χ ως το σημείο σύγκρουσης και ισχυρίστηκε ότι μετά το σημείο σύγκρουσης υπήρχαν κομματάκια από γυαλί και σπασμένο πλαστικό που ήταν το αποτέλεσμα της σύγκρουσης. Βλέποντας το Τεκμήριο 1 συμφώνησε με τις τελικές θέσεις των οχημάτων μετά τη σύγκρουση. Ερωτηθείς ήταν η θέση του ότι ο ίδιος δεν είχε δει από πού είχαν προέλθει οι σωλήνες. Οι συγκεκριμένες σωλήνες ήταν ήδη στο έδαφος όταν ο ίδιος περνούσε από το συγκριμένο σημείο. Ο χώρος που άφηναν οι σωλήνες για να περάσουν τα αυτοκίνητα στη δεξιά λωρίδα ήταν τόσο μικρός και στενός που αυτό είχε αναγκάσει το μπροστινό αυτοκίνητο να πατήσει φρένο, να ελαττώσει ταχύτητα και στη συνέχεια είχε αναγκάσει και τον ίδιο να πατήσει φρένο. Το αυτοκίνητό του είχε χτυπηθεί μετά που είχε περάσει από τις σωλήνες και το χτύπημα ήταν δυνατό. Παραδέχτηκε ότι οι σωλήνες ήταν στο έδαφος αλλά δεν ήταν σε κίνηση. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 6, οι φωτογραφίες, τις αναγνώρισε και ισχυρίστηκε ότι το κτύπημα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου που οδηγούσε ήταν πολύ δυνατό. Υπέδειξε, στο σχεδιαγράφημα, το σημείο όπου βρίσκονταν οι σωλήνες. Από ότι θυμόταν υπήρχε σταματημένο, στην αριστερή λωρίδα ασφαλείας ένα αυτοκίνητο και υπήρχαν γύρω από αυτό κάποια πρόσωπα. Ήταν σίγουρος ότι υπήρχε μια γυναίκα, όμως δεν θυμόταν πόσοι άντρες ήταν εκεί. Αντεξεταζόμενος από τη συνήγορο των Εναγομένων 1 και 2 συμφώνησε με τις διαστάσεις που είχε δώσει ο εξεταστής της υπόθεσης σε σχέση με τις σωλήνες. Υποστήριξε ότι οι σωλήνες ήταν σκορπισμένες διαγώνια, οριζόντια αλλά και κάθετα. Ερωτηθείς παραδέχτηκε ότι στο σημείο που είχε γίνει το δυστύχημα ο δρόμος ήταν κατηφορικός. Όταν το προπορευόμενο, από αυτόν, όχημα είχε πατήσει φρένο ο ίδιος βρισκόταν 20 μέτρα πίσω από αυτό και οδηγούσε με ταχύτητα 100χλμ. Η απόσταση του ακινητοποιημένου βαν αυτοκινήτου, όπου στέκονταν τρία άτομα, από το σημείο σύγκρουσης ήταν 30 μέχρι και 50 μέτρα. Ενώ ταξίδευε δεν υπήρχαν στην αριστερή λωρίδα αυτοκίνητα. Αντεξεταζόμενος από τη συνήγορο της Τριτοδιαδίκου ήταν η θέση του ότι είχε περιγράψει στην κατάθεσή του πως είχε γίνει η σύγκρουση και δεν είχε θεωρήσει σημαντικό να αναφέρει επ' ακριβώς που βρίσκονταν οι συγκεκριμένες σωλήνες γιατί με τον αστυνομικό μιλούσαν για την σύγκρουση. Όμως, επέμενε ότι υπήρχαν σωλήνες στη μέση του δρόμου. Ερωτηθείς επέμενε ότι ο ίδιος οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα, ότι υπήρχε αυτοκίνητο μπροστά του και ότι στην αριστερή λωρίδα δεν είχε δει να κινούνται άλλα οχήματα. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος είχε την προσοχή του στραμμένη μπροστά του. Επέμενε ότι υπήρχαν σωλήνες και μέσα στη μέση του δρόμου και ότι η απόσταση από τις σωλήνες μέχρι το διαχωριστικό κιγκλίδωμα ήταν τόσο στενή που αν δεν πατούσε ο οδηγός φρένο δεν θα μπορούσε να περάσει από το συγκεκριμένο σημείο. Οι συγκεκριμένες σωλήνες,σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, ήταν καμωμένες ή από πλαστικό ή από πολύ πολύ χοντρό χαρτόνι. Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν υπήρχαν σωλήνες στο δρόμο ισχυρίστηκε ότι αν έτσι είχαν τα πράγματα δεν υπήρχε λόγος να αντιδράσει και να πατήσει φρένο. Ο ίδιος είχε καταφέρει να περάσει ενδιάμεσα των σωλήνων και του διαχωριστικού λόγω του ότι είχε πατήσει φρένο, είχε ελαττώσει ταχύτητα όπως είχε πράξει και το προπορευόμενο από αυτόν όχημα. Λόγω του ότι βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα οδήγησε πιο δεξιά, χωρίς να κάνει ελιγμό, για να μπορέσει να περάσει από τις σωλήνες. Ακριβώς λόγω του ότι ήταν συγκεντρωμένος να μη κτυπήσει τις σωλήνες, να μην κτυπήσει το διαχωριστικό καθώς και να μην κτυπήσει το προπορευόμενο όχημα δεν είχε κοιτάξει το καθρεφτάκι αν τον ακολουθούσε οποιοδήποτε άλλο όχημα. Για τους Εναγόμενους 1 και 2 μαρτυρία δόθηκε από δύο μάρτυρες. Πρώτος έδωσε μαρτυρία ο Εναγόμενος 1, Γεώργιος Παναγιώτου, Μ.Υ.1, ο οποίος υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του, Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τη μαρτυρία του κατευθυνόταν στη Αγία Νάπα για να μεταφέρει από την Αγία Νάπα στη Λεμεσό δύο κλιματιστικά. Ο ίδιος είναι υπάλληλος της εταιρείας M & G Cooling Systems για 10 χρόνια της οποίας διευθυντής είναι ο κ. Πολυκάρπου. Το συγκεκριμένο αυτοκίνητο που οδηγούσε, το ΗΖΑ383, ήταν καινούριο και το οδηγούσαν οι υπάλληλοι της εταιρείας σε μακρινές αποστάσεις. Ο ίδιος οδηγούσε στον αυτοκινητόδρομο με ταχύτητα γύρω στα 100χλμ. Είχε αντιληφθεί το αντικείμενο στον αυτοκινητόδρομο για πρώτη φορά ενώ βρισκόταν σε απόσταση 10-15 μέτρα από αυτό. Είχε δει στην πορεία του ένα μεγάλο αντικείμενο, περίπου 3 μέτρα, να κατευθύνεται από αριστερά προς τα δεξιά και ενστικτωδώς είχε κάνει δεξιά κίνηση για να το αποφύγει. Κατάφερε να το αποφύγει αλλά αμέσως είχε συγκρουστεί με το προπορευόμενο όχημα το οποίο βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα. Το δεξί μπροστινό μέρος του δικού του αυτοκινήτου είχε κτυπήσει στην πίσω αριστερή γωνιά του προπορευόμενου οχήματος. Το όχημα με το οποίο είχε συγκρουστεί ήταν ενοικιαζόμενο όχημα, ψηλό επιβατικό. Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο της Ενάγουσας εταιρείας ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη 2, Ανδρούλλα Τσικκίνη Πολυκάρπου, είναι η σύζυγος του Μάριου Πολυκάρπου του διευθυντής της εταιρείας στην οποία εργαζόταν. Υποστήριξε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει κατά πόσο το όχημα, το οποίο οδηγούσε, ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι της κας Τσικκίνη. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 5, το πρόχειρο σχεδιάγραμμα παραδέχθηκε ότι έφερε την υπογραφή του. Εξήγησε ότι αυτό που σημειώθηκε στο σημείο Γ ήταν η σωλήνα που υπήρχε μέσα στον αυτοκινητόδρομο. Το σημείο σύγκρουσης βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα, το ίδιο και η σωλήνα, γιατί η σωλήνα κινείτο από αριστερά προς τα δεξιά. Ακόμα και μετά το δυστύχημα η σωλήνα συνέχιζε να κινείται. Ακολούθως είχε σταματήσει και στο σχεδιαγράφημα είχε σημειωθεί η τελική της θέση. Ερωτηθείς επέμενε ότι οι σωλήνες βρίσκονταν στη μέση του δρόμου και πιο μπροστά από το αυτοκίνητο ενοικιάσεως και ο ίδιος είχε καταφέρει να προσπεράσει τη σωλήνα από τη δεξιά της πλευρά με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το αυτοκίνητο ενοικιάσεως. Ο ίδιος είχε δει ένα μονοκάμπινο αυτοκίνητο το οποίο ήταν σταματημένο στην λωρίδα ασφαλείας και τους οδηγούς να προσπαθούν να μετακινήσουν από το δρόμο τις σωλήνες για να ανοίξουν οι πορείες των αυτοκινήτων. Ο ίδιος δεν είχε δει από πού είχαν πέσει οι σωλήνες. Είχε δει το προπορευόμενο όχημα να τον προσπερνά και μετά από ένα λεπτό είχε δει τη σωλήνα στο δρόμο. Ο ίδιος είχε τραυματιστεί από το ατύχημα. Εξήγησε ότι τη συγκεκριμένη στιγμή είχε ενεργήσει ενστικτωδώς και είχε αποφύγει τη σωλήνα η οποία κινείτο από αριστερά προς τα δεξιά. Η ίδια η οδηγός του μονοκάμπινου αυτοκινήτου του είχε αναφέρει ότι της είχαν πέσει οι σωλήνες. Αντεξεταζόμενος από τη συνήγορο του Τριτοδιαδίκου ισχυρίστηκε ότι το όχημα ενοικίασης δεν προπορευόταν στη λωρίδα του όμως πολλά οχήματα τον είχαν προσπεράσει από τη δεξιά λωρίδα. Ούτε και είχε δει τον οδηγό του οχήματος ενοικιάσεως να ελαττώνει ταχύτητα. Επέμενε στη θέση του πως η σωλήνα κυλούσε από αριστερά προς τα δεξιά. Βλέποντας το, ένα μεγάλο στρογγυλό αντικείμενο, να κινείται στο δρόμο ενστικτωδώς είχε κινηθεί δεξιά. Δεν είχε δει το αυτοκίνητο στο πλάι του δρόμου παρά μόνο μετά το δυστύχημα και βρισκόταν σε απόσταση 30μ από το δυστύχημα. Όταν τον κατέβασαν από το αυτοκίνητο είχε δει τις τρεις σωλήνες, μπροστά από το αυτοκίνητο ενοικιάσεως, γιατί ήθελε να πληροφορηθεί το λόγο που είχε σταματήσει το αυτοκίνητο ενοικιάσεως. Κατέληξε, ότι ο ίδιος είχε κάνει ότι ήταν δυνατό για να αποφύγει τη σύγκρουση με τη σωλήνα και ότι δεν γνώριζε ότι υπήρχαν και άλλες σωλήνες πιο μπροστά. Δεύτερη έδωσε μαρτυρία για τους Εναγόμενους η κα Αριστοτέλους Μ.Υ.2, η οποία είναι γραμματειακή λειτουργός στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών και ασχολείται με τις εγγραφές και τις μεταβιβάσεις μηχανοκίνητων οχημάτων. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό της το αυτοκίνητο ΗΖΑ383 στις 09/01/09 είχε μεταβιβαστεί από την εταιρεία στην Ανδρούλλα Τσικκίνη η ώρα 11:
- Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 7, επιστολή ημερομηνίας 06/06/
- Αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι το όχημα ΗΖΑ383 είχε εγγραφεί για πρώτη φορά, στις 30/10/02 επ' ονόματι της εταιρείας Μ & G Cooling Systems. Μετά την εξόφληση από τη Λαϊκή είχε επιτευχθεί μεταβίβαση επ' ονόματι της κας Τσικκίνη. Για την Τριτοδιάδικο μαρτυρία δόθηκε από την ίδια τη Μορφούλα Αχιλλέως και ακόμα μια μάρτυρα. Σύμφωνα με την κα. Αχιλλέως για το συγκεκριμένο ατύχημα είχε δώσει κατάθεση την οποία αναγνώρισε στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Ήταν η θέση της ότι όταν είχαν πέσει τα αντικείμενα από το αυτοκίνητο κινείτο στην αριστερή λωρίδα του δρόμου και αμέσως είχε σταματήσει στη λωρίδα όπου επιτρέπεται η στάθμευση, έκανε όπισθεν και πήγε ακριβώς απέναντι από τις κολώνες, οι οποίες η μία είχε μπει στο κιγκλίδωμα και οι άλλες δύο είχαν σταματήσει δίπλα από το κιγκλίδωμα σε οριζόντια θέση. Ήταν ο ισχυρισμός της ότι στην αριστερή πλευρά του δρόμου υπάρχει ένα μεγάλο χαντάκι, στο οποίο είχε πέσει μία από τις σωλήνες. Σε σχέση με τις άλλες τρεις εξήγησε ότι είχε μπει στο κιγκλίδωμα και είχε πιάσει τη μια ενώ οι άλλες δύο, που βρίσκονταν δίπλα από το κιγκλίδωμα, είχαν σφηνωθεί. Ερωτηθείσα προώθησε την θέση ότι οι τρεις κολώνες βρίσκονταν παράλληλα, η μια δίπλα από την άλλη, μέσα στη δεξιά λωρίδα. Το δυστύχημα είχε γίνει σε απόσταση 40-50 μέτρα από τις κολώνες. Ήταν η περαιτέρω η θέση της ότι όταν σταμάτησε στη λωρίδα διαφυγής σκεφτόταν τι έπρεπε να πράξει και όταν διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν αυτοκίνητα στο δρόμο είχε διασταυρώσει το δρόμο και είχε μαζέψει τη σωλήνα που είχε μπει στο κιγκλίδωμα, την οποία και μετέφερε πίσω στο αυτοκίνητο. Περίμενε εκ νέου να καθαρίσει εντελώς ο δρόμος για να διασταυρώσει έτσι ώστε να παραλάβει τη δεύτερη σωλήνα πλην όμως έγινε το δυστύχημα. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό της οι δύο σωλήνες που βρίσκονταν στον αυτοκινητόδρομο ήταν ακίνητες και δεν εμπόδιζαν το δρόμο. Η ίδια οδηγούσε το αυτοκίνητο στα πλαίσια της εργασίας της και συνοδευόταν από τη θεία της. Αντεξεταζόμενη από τη συνήγορο των Εναγομένων ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία Παύλου Ζήνωνος ανήκει στο θείο της και η Παρασκευή Ζήνωνος, η οποία τη συνόδευε στο αυτοκίνητο, είναι η γυναίκα του θείου της Παύλου Ζήνωνος. Ερωτηθείσα εξήγησε ότι είχε ξεκινήσει από τη Λεμεσό για τη Λευκωσία φορτωμένη με 20 κολώνες στο αυτοκίνητο. Δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβώς τον αριθμό και παραδέχθηκε ότι ίσως να ήταν περισσότερες από
- Εξήγησε ότι οι συγκεκριμένες κολώνες ήταν κατασκευασμένες από χοντρό χαρτί και χρησιμοποιούνται στις οικοδομές. Το υλικό τους είναι πολύ στερεό αλλά συμπιέζονται με πολλή ευκολία. Εξήγησε ότι ο τρόπος που χρησιμοποιούνται στις οικοδομές είναι να τοποθετούνται πάνω από το σίδερο, στις κολώνες, έτσι ώστε να γεμίζεται η κολώνα με μπετόν. Η διάμετρος τους είναι 30εκ. και το μήκος τους 3 μέτρα. Ερωτηθείσα υποστήριξε ότι οι συγκεκριμένες κολώνες είναι πολύ ελαφριές αφού το βάρος τους δεν υπερβαίνει τα 3 κιλά. Είχαν τοποθετηθεί διαγώνια, στο πίσω μέρος του μονοκάμπινου οχήματος και η ίδια τις είχε δει μετά που είχαν πέσει στον αυτοκινητόδρομο από το καθρεφτάκι της. Όταν είχε κατεβεί από το αυτοκίνητο είχε μετρήσει 4 κολώνες στο αυτοκινητόδρομο. Υποστήριξε εμφαντικά ότι η πόρτα του αποθηκευτικού χώρου του αυτοκινήτου ήταν κλειστή και οι κολώνες είχαν φύγει από το πάνω μέρος της διαρρύθμισης τους. Το σχοινί με το οποίο είχαν δεθεί δεν είχε δεθεί καλά γι' αυτό και είχαν διαφύγει. Παραδέχθηκε ότι είχε χαλαρώσει το δέσιμο σε σχέση με όλες τις κολώνες αλλά λόγω του ότι οι άλλες ήταν καλά στοιβαγμένες δεν είχαν διαφύγει. Σε ερώτηση που της είχε τεθεί είχε παραδεχθεί ότι πράγματι είχαν κυλήσει μέσα στο δρόμο. Όμως, προώθησε τη θέση ότι για καλή της τύχη δεν υπήρχε οποιοδήποτε αυτοκίνητο στο δρόμο γι' αυτό και είχε βάλει πισινή και είχε διασταυρώσει το δρόμο για να μαζέψει από απέναντι τις κολώνες. Όταν της υποβλήθηκε ότι δεν είχε καταγραφεί το γεγονός αυτό στην κατάθεσή της ήταν ο ισχυρισμός της ότι το είχε αναφέρει του αστυφύλακα και δεν το είχε καταγράψει. Στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι την ώρα που είχε μεταβεί για να πιάσει τη μία από τις κολώνες είχε πάει μαζί της η θεία της για να τη μαζέψουν πιο γρήγορα. Είχαν τρέξει μαζί και κρατούσε, την κολώνα, η μια από τη μια πλευρά και η άλλη από την άλλη και είχαν διασταυρώσει και τις δύο λωρίδες του δρόμου. Λόγω του ότι η μια σωλήνα εξείχε από το χαντάκι η ίδια την είχε τραβήξει και η θεία της την είχε πιάσει από τη μια άκρη και εκείνη από την άλλη και σε δύο λεπτά είχαν βρεθεί στο αυτοκίνητό τους. Επέμενε ότι η συγκεκριμένη σωλήνα δεν βρισκόταν μέσα στο δρόμο και είχαν καταφέρει να περάσουν τρία αυτοκίνητα. Αρνήθηκε ότι ήταν στη μέση του αυτοκινητόδρομου και υποστήριξε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός και είχε σταθεί μέσα στη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητοδρόμου όταν τραβούσε τη κολώνα βλέποντας προς τη Λεμεσό. Οι άλλες δύο κολώνες ήταν δίπλα στο κιγκλίδωμα σφηνωμένες μέσα στο αυλάκι η μια μπροστά από την άλλη και σύμφωνα με τον ισχυρισμό της είχαν ευθυγραμμιστεί. Είχαν πιάσει την πρώτη σωλήνα και περίμεναν γύρω στα 10 με 15 λεπτά για να καθαρίσει ο δρόμος και στη συνέχεια πήγαν να μαζέψουν τις υπόλοιπες. Ερωτηθείσα εκ νέου ισχυρίστηκε ότι είχαν περάσει μόνο 3 - 4 λεπτά και περίμενε να μην έχει καθόλου αυτοκίνητα. Σε σχέση με την πρώτη κολώνα όταν ξεκίνησε για να τη μαζέψει δεν είχε καθόλου κίνηση ενώ στη συνέχεια είχε πολλή κίνηση και περίμενε να καθαρίσει εντελώς ο δρόμος. Υποστήριξε ότι είχαν περάσει αρκετά αυτοκίνητα και η σωλήνα δεν συνιστούσε εμπόδιο. Προώθησε τη θέση ότι ο Ενάγοντας έλεγε ψέματα. Ερωτηθείσα ισχυρίστηκε ότι δεν είχε δει κανένα από τα εμπλεκόμενα οχήματα ενώ στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι κανένα αυτοκίνητο δεν είχε κάνει ελιγμούς. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η ίδια είχε δημιουργήσει κίνδυνο και προώθησε την άποψη ότι το δυστύχημα είχε προκληθεί λόγω της περιέργειας των άλλων δύο οδηγών αφού ο Εναγόμενος ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο κοίταξε λοξά. Τον είχε δει, τον Εναγόμενο 1, η θεία της που κοίταξε λοξά προς το μέρος τους. Αντεξεταζόμενη από το συνήγορο του Ενάγοντα επέμενε στη θέση της ότι δεν υπήρχαν σωλήνες οι οποίες να κυλούν μέσα στο δρόμο. Επίσης επέμενε ότι δεν πρόσεξε ούτε το αυτοκίνητο του Ρώσου αλλά ούτε και το βαν αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Εναγόμενος
- Παραδέχθηκε ότι υπήρχαν και στις δύο λωρίδες του αυτοκινητόδρομου αυτοκίνητα και δεν είχε δει οποιοδήποτε αυτοκίνητο να κάνει μανούβρες στο δρόμο. Επίσης αρνήθηκε την υποβολή ότι τα αυτοκίνητα που χρησιμοποιούσαν το δρόμο αναγκάζονταν να προσπερνούν τις σωλήνες από τη δεξιά πλευρά γιατί τους εμπόδιζαν οι σωλήνες. Μαρτυρία δόθηκε προς υποστήριξης της υπόθεσης του Τριτοδιαδίκου και από την κα Παρασκευή Ζήνωνος, Μ.Τ.2, η οποία ανέφερε ότι ενώ πήγαιναν με τη Μορφούλα στη Λευκωσία μόλις πέρασαν το Ζύγι οι κολώνες που ήταν φορτωμένες στο αυτοκίνητο είχαν πέσει μέσα στο δρόμο. Η ίδια σταμάτησε, έκανε όπισθεν και είχαν περάσει περίπου 15 λεπτά μέχρι να καθαρίσει ο δρόμος. Μόλις καθάρισε ο δρόμος οι δύο τους είχαν μεταβεί εκεί που βρισκόταν η πρώτη κολώνα, η οποία εξείχε κατά το ¼ της στο δρόμο και την έπιασαν μαζί και την πέρασαν. Στη συνέχεια περίμεναν περίπου άλλα 15 λεπτά, κατά τα οποία είχαν περάσει 3 με 4 αυτοκίνητα, για να καθαρίσει ο δρόμος. Σε εκείνα τα 15 λεπτά είχε δει τον Εναγόμενο 1, ο οποίος έτρεχε, και αμέσως η ίδια είχε αναφέρει της Μορφούλας ότι θα γίνει κάποιο κακό γιατί κοιτούσε λοξά προς το μέρος τους. Μετά από 40 με 45 μέτρα έγινε το δυστύχημα. Ο οδηγός του αυτοκινήτου είχε μεταφερθεί με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο ενώ η ίδια περίμενε κάποιους υπαλλήλους τους για να τοποθετήσουν τις κολώνες στο αυτοκίνητο. Αντεξεταζόμενη από την κα Ερωτοκρίτου ισχυρίστηκε ότι κουβαλούσαν 5 με 6 σωλήνες και είχαν μείνει στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου 2 με
- Ερωτηθείσα ήταν η θέση της ότι το αυτοκίνητο ήταν μεγάλο, ημιφορτηγό, πιο μεγάλο από το διπλοκάμπινο. Δεν θυμόταν σε ποια λωρίδα οδηγείτο το αυτοκίνητο όμως δεν έτρεχαν. Ισχυρίστηκε ότι οι συγκεκριμένες κολώνες είχαν διάμετρο ένα πόδι και ήταν στρογγυλές. Παραδέχθηκε ότι η ίδια είχε βοηθήσει τη Μορφούλα να μεταφέρουν μια από τις κολώνες στη μεριά του συνοδηγού του αυτοκινήτου τους. Είχε σταθεί στη δεξιά λωρίδα για να μπορέσει να βοηθήσει τη Μορφούλα να πιάσει τη κολώνα που βρισκόταν στο κιγκλίδωμα. Οι άλλες δύο κολώνες βρίσκονταν μέσα στο αυλάκι δίπλα από το κιγκλίδωμα. Ερωτηθείσα εκ νέου ισχυρίστηκε ότι λόγω του μεγέθους, του μήκους των κολώνων, δεν μπορεί κάποιος μόνος του να τις μεταφέρει παρά το γεγονός ότι μπορεί ένα άτομο μόνο του να τις σηκώσει. Δεν μπορούσαν από μόνες τους να πάρουν τις σωλήνες από το δρόμο και να τις τοποθετήσουν στο αυτοκίνητο και έπρεπε να έρθει ειδικός για να τους τις φορτώσει στο αυτοκίνητο, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της. Στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι συγχύστηκαν και οι δύο που είχαν πέσει οι κολώνες στο δρόμο και λόγω της σύγχυσης δεν μπορούσαν να τις μαζέψουν και περίμεναν να έρθουν οι εργάτες, στους οποίους είχαν τηλεφωνήσει, για να τις βοηθήσουν. Ερωτηθείσα δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο η Μορφούλα είχε σταθμεύσει στη λωρίδα διαφυγής ούτε και μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο είχε κάνει όπισθεν. Ούτε και θυμόταν κατά πόσο οι κολώνες βρίσκονταν μπροστά από το αυτοκίνητο στον αυτοκινητόδρομο ή πίσω από το δικό τους αυτοκίνητο. Υποστήριξε ότι όταν είχαν σταματήσει στην αριστερή λωρίδα διαφυγής για 15 λεπτά είχαν σταθεί από την πλευρά του οδηγού και παρακολουθούσαν την τροχαία κίνηση και σε αυτά τα 15 λεπτά είχαν περάσει πολλά αυτοκίνητα, δεν θυμόταν ακριβώς πόσα. Ήταν ο ισχυρισμός της ότι είδε τον Εναγόμενο 1 με τα μάτια της να περνά από μπροστά τους και μετά από 40 με 45 μέτρα να συγκρούεται με άλλο αυτοκίνητο. Όμως, δεν θυμόταν ποια λωρίδα χρησιμοποιούσε ο Εναγόμενος
- Όταν της υποβλήθηκε ότι δεν λέει την αλήθεια ισχυρίστηκε ότι είναι 75 ετών και δεν λέει ψέματα. Παράλληλα όμως ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια που ήταν η ίδια στο χώρο του ατυχήματος δεν είχε επισκεφθεί το μέρος η Αστυνομία. Αντεξεταζόμενη από το συνήγορο του Ενάγοντα υποστήριξε ότι από κει στεκόταν δεν μπορούσε να δει οτιδήποτε. Όμως επέμενε στη θέση της ότι ο Εναγόμενος 1 έβλεπε προς το μέρος που είχαν πέσει οι κολώνες και ήταν περίεργος. Το αυτοκίνητο του Ρώσου δεν θυμόταν να το είχε δει όταν περνούσε. Ο Εναγόμενος 1 ήταν ο μόνος που έτρεχε και ήταν αυτός που τελικά είχε δημιουργήσει το ατύχημα, ήταν η δική της άποψη. Παραδέχθηκε ότι οι συγκεκριμένες κολώνες είχαν καταλήξει στο κέντρο του δρόμου. Συνειδητοποιώντας ισχυρίστηκε ότι είχαν καταλήξει εκεί που είναι η διαχωριστική γραμμή των δύο λωρίδων. Είχε γίνει παραδεκτό γεγονός ότι στις 26/01/11 είχε καταχωριστεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού η Αγ. Αρ. 372/11 όπου Ενάγοντας είναι ο Εναγόμενος 1 και Εναγόμενη η κα Μορφούλα Αχιλλέως για αποζημιώσεις σε σχέση με σωματικές βλάβες και ζημιές που ο Ενάγοντας υπέστη λόγω του επίδικου ατυχήματος. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας όλες οι πλευρές κατέθεσαν λεπτομερείς γραπτές αγορεύσεις προωθώντας η κάθε μια τις δικές της θέσεις και εισηγήσεις σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα. Το Δικαστήριο έχει κατά νου τις εισηγήσεις κάθε ενός των ευπαιδεύτων συνηγόρων και θα κάνει αναφορά σε αυτές όπου το κρίνει απαραίτητο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης Πολ. Εφ. 26/08 ημερ. 11/03/11: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) [1]λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες του Ενάγοντα καθώς επίσης και τον Εναγόμενο 1, την Τριτοδιάδικο και την μάρτυρά της, ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Αρχίζοντας από τον οδηγό του ενοικιαζόμενου αυτοκινήτου. Η μαρτυρία του Μ.Ε.2, οδηγού του οχήματος ΖΚST862, ήταν πανομοιότυπη με αυτή του Εναγόμενου
- Δηλαδή, ότι υπήρχαν σωλήνες στην μέση του αυτοκινητόδρομου, στην αριστερή λωρίδα στην μέση του δρόμου, οι οποίες συνιστούσαν εμπόδιο στην απρόσκοπτη πορεία των οδηγών που χρησιμοποιούσαν τον αυτοκινητόδρομο, στις 09/01/09, περί η ώρα 09.00 το πρωί. Η θέση των δυο αυτών μαρτύρων υποστηρίζεται και από την μαρτυρία της Τριτοδιαδίκου η οποία ανέφερε ότι κινείτο στην αριστερή λωρίδα όταν της είχαν πέσει οι σωλήνες στο δρόμο. Επίσης παραδέχθηκε ότι είχε πατήσει φρένο μέχρι που σχεδόν είχε ακινητοποιηθεί γιατί το μπροστινό του αυτοκίνητο, στην προσπάθειά του να αποφύγει τις σωλήνες στο δρόμο, είχε πατήσει φρένο. Όταν σχεδόν είχε ακινητοποιηθεί ένοιωσε το χτύπημα από πίσω και βρέθηκε πάνω στο κιγκλίδωμα. Το ίδιο ισχυρίστηκε και ο Εναγόμενος 1, ο οποίος οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα. Δηλαδή, ότι είδε την σωλήνα ξαφνικά μπροστά του και στην προσπάθειά του να την αποφύγει κινήθηκε δεξιά και συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Μ.Ε.
- Οι συγκεκριμένες σωλήνες ήταν αριστερά του δρόμου και κινούνταν προς την δεξιά λωρίδα. Συμφώνησαν και οι δυο ότι δεν υπήρχε τρόπος να δεις την σωλήνα στον δρόμο από μακριά όταν υπήρχε προπορευόμενο όχημα καθώς και ότι ήταν πολύ δύσκολο να την αποφύγεις χωρίς να μειώσεις ταχύτητα και να χρησιμοποιήσεις τα φρένα. Θεωρώ ότι ο Μ.Ε.2 και ο Εναγόμενος 1 είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ο Μ.Ε.2 εν πάση περιπτώσει δεν είχε κανένα λόγο να πει ψέματα αφού δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Ο Αστ.3247, κ. Χριστοφόρου, Μ.Ε.1,δεν μπορώ να πω ότι είπε ψέματα στο Δικαστήριο. Όμως κατά την αντεξέτασή του είχε διαπιστωθεί ότι υπήρχαν σοβαρές παραλήψεις εκ μέρους του στην απεικόνιση των γεγονότων στο σχεδιαγράφημα που είχε ετοιμάσει. Δεν είχε θέσει στο σχεδιαγράφημα του δυστυχήματος, Τεκμήριο 1, επακριβώς τις θέσεις των εμπλεκομένων οχημάτων, παρά το γεγονός ότι είχε αναφέρει ότι οι πορείες είχαν τεθεί σύμφωνα με τις καταθέσεις των οδηγών ενώ είχε παραλείψει να τοποθετήσει και το όχημα της Τριτοδιαδίκου επί του σχεδιαγραφήματος. Δηλαδή, είχε τοποθετήσει τον Εναγόμενο 1 στην δεξιά λωρίδα οδήγησης ενώ είχε παραδεχθεί ότι ο Εναγόμενος 1 του είχε αναφέρει ότι οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα και είχε κάνει απότομο ελιγμό προς τα αριστερά. Δεν είχε τοποθετήσει τα γυαλιά και τα πλαστικά που υπήρχαν επί του δρόμου. Επίσης, τα σημεία σύγκρουσης, όπως τα είχε τοποθετήσει, δεν του είχαν υποδειχθεί από οποιονδήποτε από τους οδηγούς ούτε και του είχε αναφερθεί οτιδήποτε σε σχέση με τα σημεία σύγκρουσης στις καταθέσεις τους. Ενώ ισχυριζόταν ότι η Τριτοδιάδικος δεν εμπλεκόταν στο δυστύχημα στην συνέχεια ισχυρίστηκε ότι είχε λάβει κατάθεση από αυτήν γιατί είχε συμβάλει στο δυστύχημα αφού η ίδια του είχε αναφέρει ότι της είχαν πέσει σωλήνες στο δρόμο. Αρχικά ισχυρίστηκε ότι όταν πήγε στην σκηνή δεν υπήρχαν σωλήνες στο δρόμο για να καταλήξει στην συνέχεια ότι όταν πήγε στην σκηνή είχε βρει την κα Μορφούλλα να τις στερεώνει στο αυτοκίνητο. Δεν ήταν σίγουρος για το μέγεθος των σωλήνων για να καταλήξει στην συνέχεια ότι ήταν γύρω στα 3μ μάκρος αφού προεξείχαν του χώρου φόρτωσης του οχήματος. Δεν μπορώ να δεχθώ τις θέσεις του με τις ανακρίβειες που τις χαρακτήριζαν. Ο Εναγόμενος 1 από την άλλη έδωσε μια πιο λογική εκδοχή σύμφωνη με τα γεγονότα όπως είχαν εκτεθεί από τον Μ.Ε.2 αλλά και από τα ευρήματα στην σκηνή. Δηλαδή ότι δεν είχε δει το αυτοκίνητο του Μ.Ε.2 που κινείτο με πολύ αργή ταχύτητα στην δεξιά λωρίδα γιατί ήταν απασχολημένος με το ξαφνικό εμπόδιο που είχε βρεθεί στο δρόμο του. Στην προσπάθειά του να το αποφύγει από δεξιά, γιατί αριστερά δεν μπορούσε να πάει, συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Μ.Ε.
- Δεν μου έδωσε καμιά αιτία για να απορρίψω την εκδοχή του. Αυτές που δεν είπαν την αλήθεια ήταν η Τριτοδιάδικος, κα Μορφούλλα Βαρθολομαίου και η θεία της κα Παρασκευή Ζήνωνος. Η κα Μορφούλλα με την θεία της προσπάθησαν να πείσουν το Δικαστήριο ότι ήταν άμοιρες ευθύνης, ότι είχαν μπει στον αυτοκινητόδρομο για να μαζέψουν τις σωλήνες που είχαν πέσει από το όχημά τους, ότι είχαν διασχίσει και οι δυο μαζί τον αυτοκινητόδρομο κουβαλώντας την σωλήνα, ότι οι σωλήνες δεν συνιστούσαν εμπόδιο στο δρόμο γιατί είχαν πάει στο διαχωριστικό κιγκλίδωμα και ότι για όλα έφταιγε ο Εναγόμενος 1, ο οποίος ήταν περίεργος και κοίταξε λοξά. Δεν έπεισαν το Δικαστήριο για δυο λόγους: Πρώτον, η μαρτυρία τους είχε αντιφάσεις οι οποίες δεν θα μπορούσαν να παραγνωριστούν από το Δικαστήριο και δεύτερον, η εκδοχή τους αντιβαίνει της λογικής. Στον Αστ.3247 Χριστοφόρου, Μ.Ε.1, η κα Μορφούλα είχε αναφέρει ότι είχαν πέσει από το αυτοκίνητό της τέσσερεις σωλήνες ενώπιον του Δικαστηρίου η ίδια είχε αναφέρει ότι η σωλήνες που είχαν πέσει ήταν τρεις και η κα Παρασκευή ανέφερε ότι είχαν πέσει τέσσερεις από τις πέντε σωλήνες που κουβαλούσαν. Προφανώς η κα Παρασκευή δεν γνώριζε ότι η κα Μορφούλα είχε αναφέρει ότι κουβαλούσαν 20 σωλήνες στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Η κα Μορφούλλα αρχικά ανέφερε ότι περίμενε 2 με 3 λεπτά πριν μπει μόνη της στον αυτοκινητόδρομο για να πιάσει την πρώτη σωλήνα. Η κα Παρασκευή ανέφερε ότι περίμεναν περίπου 15 λεπτά και μαζί είχαν μπει στον αυτοκινητόδρομο για να πιάσουν την πρώτη σωλήνα. Αρχικά η κα Παρασκευή ισχυρίστηκε ότι παρόλο που μπορούσε και μόνη της η κα Μορφούλα να σηκώσει την κολώνα, γιατί δεν ήταν βαριά απλά ήταν μακριά, την είχε βοηθήσει. Αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι επειδή είναι μακριές δεν μπορεί ένας μόνος του να τις μεταφέρει για να καταλήξει ότι είχαν συγχυστεί που είχαν πέσει οι κολώνες και δεν μπορούσαν να τις μαζέψουν και περίμεναν τους εργάτες. Άλλαξε την θέση της επανειλημμένα, η κα Παρασκευή, σε σχέση με το πόσα αυτοκίνητα είχαν περάσει από το σημείο εκεί που είχε γίνει το δυστύχημα στα 15 λεπτά που στεκόταν με την κα Μορφούλα στο πλάι του αυτοκινητόδρομου. Αρχικά θυμόταν τα πάντα με λεπτομέρειες, η κα Παρασκευή, ενώ στην συνέχεια δεν θυμόταν ούτε πόσες σωλήνες κουβαλούσαν, ούτε κατά πόσο είχε σταθμεύσει στο πλάι του αυτοκινητόδρομου η Μορφούλλα, ούτε αν είχε κάνει όπισθεν. Και ενώ θυμόταν πολύ καλά ότι είχε δει τον Εναγόμενο 1, είχε διαπιστώσει ότι ήταν περίεργος και ότι έτρεχε δεν θυμόταν σε ποια λωρίδα οδηγούσε. Για να καταλήξει, αντεξεταζόμενη από τον κ. Παναγιώτου, ότι η ίδια δεν έβλεπε από εκεί που στεκόταν. Δεν μπορώ να δεχθώ την μαρτυρία αυτή αφού δεν μπορεί να αντέξει την βάσανο της λογικής αφού σύμφωνα με την μαρτυρία τους οι συγκεκριμένες σωλήνες είχαν παραμείνει στον αυτοκινητόδρομο, στην δεξιά λωρίδα, πέραν των 30 λεπτών αλλά δεν συνιστούσαν εμπόδιο στο δρόμο. Σύμφωνα με την μαρτυρία όπως την έχω αποδεχθεί θεωρώ ότι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί ως ακολούθως: Στις 09/01/09 η κα Μορφούλα Αχιλλέως οδηγούσε το μονοκάμπινο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΖΖ212 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας, στην αριστερή λωρίδα, φορτωμένο με πέραν των 20 χάρτινων σωλήνων, καλουπιών, των οποίων το μήκος ξεπερνούσε τα 2.5 μ. Παρά την Τέντα είχαν διαφύγει στον αυτοκινητόδρομο τέσσερεις σωλήνες. Λόγω του ότι δεν ήταν βαρετές η μια από αυτές είχε καταλήξει ένα μέρος της στην αριστερή λωρίδα και ένα μικρότερο στην δεξιά. Ο Μ.Ε.2 ο οποίος την δεδομένη στιγμή οδηγούσε το ενοικιαζόμενο όχημα με αριθμούς εγγραφής ZKST862, ιδιοκτησίας της Ενάγουσας Εταιρείας, στην δεξιά λωρίδα του αυτοκινητοδρόμου με κατεύθυνση την Λευκωσία είχε δει το προπορευόμενο όχημα να χρησιμοποιεί τα φρένα του. Είχε και ο ίδιος πατήσει φρένο συνειδητοποιώντας ότι υπήρχε μια σωλήνα στον αυτοκινητόδρομο, στην αριστερή λωρίδα στην μέση του δρόμου, η οποία δεν άφηνε περιθώριο να περάσει αυτοκίνητο χρησιμοποιώντας την ίδια ταχύτητα κίνησης του. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 και οι δυο λωρίδες διακίνησης στον αυτοκινητόδρομο είναι 7.00μ. ενώ η σωλήνα, σύμφωνα με την μαρτυρία, ήταν περί τα 3.00μ. ο χώρος κίνησης των οχημάτων στις δυο λωρίδες ήταν 4.00μ στο σύνολο δηλαδή 2.00μ σε κάθε λωρίδα. Όταν είχε σχεδόν ακινητοποιήσει το όχημά του, ο Μ.Ε.2, για να μπορέσει να περάσει από την κολώνα, ο Εναγόμενος 1, ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΖΑ383 στην αριστερή λωρίδα του δρόμου, βλέποντας την σωλήνα στον δρόμο βρέθηκε εξ απροόπτου γιατί δεν προλάβαινε να μειώσει την ταχύτητά του. Προτίμησε να κάνει ελιγμό προς τα δεξιά, χωρίς να ελέγξει κατά πόσο στην δεξιά λωρίδα υπήρχε άλλο αυτοκίνητο, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το αυτοκίνητο ενοικίασης που οδηγείτο από τον Μ.Ε.2 προκαλώντας του εκτεταμένες ζημιές και τραυματίζοντας τον εαυτό του. Η κα Αχιλλέως, η οδηγός του μονοκάμπινου από το οποίο είχαν πέσει οι σωλήνες στεκόταν στην αριστερή λωρίδα ασφάλειας περιμένοντας τους εργάτες για να ξαναφορτώσουν και να δέσουν τις σωλήνες στο αυτοκίνητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως προς τη νομική πτυχή της εξέτασης και διακρίβωσης αμέλειας, συντρέχουσας αμέλειας και του καθορισμού ευθύνης μεταξύ των διαδίκων, ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δ. Στυλιανίδης (όπως ήταν τότε), ανάφερε τα ακόλουθα στην υπόθεση Μαυρίδης ν. Dharaghji
(1990)1 A.A.Δ.1013, σελ.1013-1024: «Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα Άρθρα 51, 57 και 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148: Η ορθή προσέγγιση του Δικαστηρίου όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Fitzgerald v. Lord
(1988)2 All E.R.961, η οποία ανέτρεψε την απόφαση του Lord Pearce στην υπόθεση The Miraflores and the Abadese
(1967)1 All E.R.672,677, είναι: Το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των Εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 αν ο Ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ των Εναγομένων, από τη μια και Ενάγοντα από την άλλη και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα. . ...» Στον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ των δύο οδηγών οι καθοριστικοί παράγοντες είναι η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών, της σύγκρουσης και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Στην υπόθεση Κυριάκου Χριστοδούλου ν. Γρηγόρη Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.178, ο Δικαστής Πικής, (όπως ήταν τότε), ανάφερε στις σελίδες 183-184: «Ο καταμερισμός της ευθύνης είναι πρωτίστως έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: (α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου και (β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Charalambous v. Kassapis
(1988)1 C.L.R.25 και Polykarpou v. Adamou
(1988)1 C.L.R.727. (Δέστε επίσης Βελάρης ν. Ηροδότου
(1991)1 Α.Α.Δ.881,885).» Η έννοια της αμέλειας, όπως καθορίστηκε από το Δικαστή Κωνσταντινίδη, στην απόφαση της πλειοψηφίας στις υποθέσεις Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ.475, ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στη σελίδα 484 καταγράφει τα εξής: «Αυτό κατά εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς θα υπενθυμίζαμε πως γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Elpiniki Panayiotou v. Georghios Kyriakou Mavrou
(1970)1 C.L.R.215).» Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων διαφαίνεται κατά τη λογική πρόβλεψη. Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ.420, ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πικής, εισήγαγε ένα ευρύτερο προσδιοριστέο καθήκον των χρησιμοποιούντων το δρόμο, το καθήκον της επιμέλειας για την ασφάλεια των άλλων, η μη εκπλήρωση του οποίου τους καθιστά υπόλογους για αμέλεια. «Το καθήκον», συνεχίζει η απόφαση, «για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ΄αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο τη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειάς τους.» Περαιτέρω αναφέρεται για το κριτήριο αμέλειας το εξής: «Το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο.» Καθοριστικό στοιχείο για τον καθορισμό της ευθύνης των διαδίκων είναι για τον ΜΕ2 κατά πόσο ήταν λογικό να χρησιμοποιήσει το σύστημε τροχοπέδησης την δεδομένη στιγμή, για την Τριτοδιάδικο η παρουσία των σωλήνων στον δρόμο, οι οποίες είχαν διαφύγει από το αυτοκίνητό της και για τον Εναγόμενο 1 ο τρόπος οδήγησής του και η δυνατότητα να αντιληφθεί τα εμπόδια που είχε μπροστά του. Ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητοδρόμου και αντιμετωπίζοντας το εμπόδιο στον δρόμο του έκαμε απότομο ελιγμό αποφυγής προς τα δεξιά χωρίς να ελέγξει κατά πόσο υπήρχε αυτοκίνητο το οποίο χρησιμοποιούσε την δεξιά λωρίδα την δεδομένη στιγμή. Εκεί εστιάζεται η αμέλεια του Εναγόμενου 1 καθώς και στο γεγονός ότι βρέθηκε πολύ ξαφνικά πίσω από τον Μ.Ε.2, στην αριστερή λωρίδα, που ο Μ.Ε.2 δεν τον είχε δει καθόλου. Αν ο Εναγόμενος 1 ήταν παρατηρητικός θα έβλεπε τον Μ.Ε.2 ο οποίος είχε θέσει σε λειτουργία το σύστημα τροχοπέδησης και θα λάμβανε κάποιο προληπτικό μέτρο. Η κυριότερη αιτία όμως για τα όσα είχαν διαμειφθεί στον αυτοκινητόδρομο, την συγκεκριμένη μέρα, ήταν η παρουσία των σωλήνων στον δρόμο αφού συνιστούσαν απρόσμενο και ξαφνικό κίνδυνο για τους οδηγούς που χρησιμοποιούσαν τον αυτοκινητόδρομο. Η οποιαδήποτε απόφραξη δρόμου από οδηγό αυτοκινήτου υποδηλώνει γενικά παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος προς άλλα άτομα τα οποία χρησιμοποιούν το δρόμο. Δεν προσδίδει ωστόσο, αυτόματα, ευθύνη στον οδηγό για οποιοδήποτε επακόλουθο δυστύχημα ανεξάρτητα από τα αίτιά του. Προϋπόθεση για την απόδοση αμέλειας αποτελεί η επενέργεια αμελούς πράξης στην πρόκληση του δυστυχήματος ως θέμα άμεσης αιτιώδους σχέσης μεταξύ της πράξης και του δυστυχήματος. Πάντα δε η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και όχι θεωρητικό. Είναι γνωστό το ακόλουθο απόσπασμα από την κλασσική αυθεντία στο θέμα απόφραξης δρόμου, την Rouse v. Squires and others [1973] 2 All E.R. 903 (που αφορούσε επίσης απόφραξη σε υπεραστικό δρόμο) σε μετάφραση: «Αλλά όταν υπάρχει επαρκής ορατότης που παρέχεται η πρέπουσα ευχέρεια στον οδηγό επερχόμενου αυτοκινήτου να προσέξει και να εκτιμήσει τη φύση και έκταση του εμποδίου το οποίο παρεμβάλλεται στο δρόμο και να πάρει μέτρα αποφυγής του, τότε το εμπόδιο δεν δημιουργεί κίνδυνο και σε τέτοια περίπτωση επέρχεται διακοπή στην άλυση της αιτιώδους σχέσης μεταξύ της προηγούμενης αμελούς πράξης η οποία προκάλεσε την απόφραξη και τις άμεσες συνέπειες της μεταγενέστερης πράξης οδηγού στον υπεραστικό δρόμο ο οποίος προκαλεί το δυστύχημα.» Η υπόθεση Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1436 (στην οποία γίνεται αναφορά στη Rouse, ανωτέρω) αφορούσε μερική απόφραξη κυρίου δρόμου από αυτοκίνητο που είχε σταματήσει στο κέντρο του δρόμου (στην προσπάθειά του να διασταυρώσει την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και να εισέλθει στον απέναντι χωματόδρομο και είχε συγκρουστεί με αυτοκίνητο το οποίο ακολουθούσε). Δευτεροβάθμια επικυρώθηκε το πρωτόδικο εύρημα ότι ο οδηγός του δεύτερου αυτοκινήτου είχε την ευχέρεια να αποφύγει τη σύγκρουση ενόψει της ορατότητας και της απόστασης από την άκρη του δρόμου του σταθμευμένου οχήματος και άρα ορθά είχε θεωρηθεί ως αποκλειστικά υπεύθυνος για το ατύχημα. Αναφέρονται τα εξής: «Εξετάζεται σε κάθε περίπτωση η γενεσιουργός αιτία και ότι πραγματικά επέδρασε στην πρόκληση του δυστυχήματος. Η απόφραξη μέρους του δρόμου δεν προοιώνιζε σ΄ αυτή την περίπτωση τη σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων. Θα μπορούσε να ήταν διαφορετικό αν η ορατότητα μεταξύ του σημείου που καθίστατο εμφανής η παρουσία του σταθμευμένου οχήματος και του χώρου στάθμευσής του ήταν μικρότερη και δεν παρεχόταν η ευκαιρία αποφυγής του. Σύμφωνα με το εύρημα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, η σύγκρουση οφειλόταν αποκλειστικά στην παράλειψη του εφεσείοντα να σημειώσει έγκαιρα την παρουσία του σταθμευμένου αυτοκινήτου και να λάβει τα πρέποντα μέτρα για την παράκαμψή του, ευχέρεια που του παρεχόταν ενόψει του ελεύθερου χώρου μεταξύ του σταθμευμένου αυτοκινήτου και της άκρης του δρόμου.» (Βλ.επίσης Charalambous v. Kassapis and another
(1988)1 C.L.R. 25 και το Σύγγραμμα Αρτέμη και Ερωτοκρίτου «Υποθέσεις Οδικής Αμέλειας», σελ. 171 κ.ε.). Τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης προσομοιάζουν με αυτά της Sir Rentals Co Ltd v. Κυριάκου Χαραλάμπους ν. Γιώργου Μαυρογιωρκή
(2003)1Γ ΑΑΔ 1498. Στην σελίδα 1506 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Στην παρούσα υπόθεση ο εφεσίβλητος οδηγούσε σε υπεραστικό δρόμο με απεριόριστη ορατότητα. Ακολουθούσε αριθμό προπορευόμενων οχημάτων. Είχε υποχρέωση στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό να κρατεί τέτοια απόσταση από το προπορευόμενο όχημα, και να οδηγεί με τέτοιο τρόπο, ο οποίος θα του επέτρεπε να αντιμετωπίσει με επιτυχία οποιοδήποτε έκτακτο τροχαίο περιστατικό το οποίο ήταν εύλογα προβλεπτό. Η εμφάνιση κάποιου κινδύνου σε ένα υπεραστικό δρόμο, ιδίως κοντά σε παρόδους με πρόσβαση στον υπεραστικό δρόμο - όπως ήταν εδώ η περίπτωση - ήταν εύλογα προβλεπτή. Έπεται πως ο εφεσίβλητος είχε υποχρέωση να τηρεί τέτοια απόσταση από το προπορευόμενο όχημα και να οδηγεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να σταματήσει με ασφάλεια στην περίπτωση εμφάνισης οποιουδήποτε κινδύνου. Παρεμβάλλουμε ότι τα προπορευόμενα του εφεσίβλητου αυτοκίνητα αντελήφθηκαν έγκαιρα τον κίνδυνο και έλαβαν αποτελεσματικά μέτρα για να τον αποφύγουν. Όπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα ο εφεσίβλητος δεν έχει εκπληρώσει την πιο πάνω υποχρέωση του. Ακολουθεί πως η συμπεριφορά του συνιστούσε αμελή οδήγηση.» Στην Brown and Lynn v. Western Scottish Motor Traction Co. Ltd [1945] S.C. 31, Ct. of Sess., ο Lord Cooper καθόρισε ως εξής το επίπεδο επιμέλειας που πρέπει να τηρείται από τον ακολουθούντα οδηγό: «The distance which should separate two vehicles travelling one behind the other must depend upon many variable factors - their speed, the nature of the locality, the other traffic present or to be expected, the opportunity available to the following driver of commanding a view ahead of the leading vehicle, the distance within which the following vehicle can be pulled up, and many other things. The following driver is, in my view, bound, so far as reasonably possible, to take up such a position, and to drive in such a fashion, as will enable him to deal successfully with all traffic exigencies reasonably to be anticipated: but whether he has fulfilled this duty must in every case be a question of fact, just as it is a question of fact whether, on any emergency disclosing itself, the following driver acted with the alertness, skill and judgment reasonably to be expected in the circumstances.» Σε μετάφραση: «Η απόσταση που πρέπει να χωρίζει δύο οχήματα που οδηγούνται το ένα πίσω από το άλλο πρέπει να εξαρτάται από πολλούς μεταβλητούς παράγοντες - την ταχύτητα τους, τη φύση της περιοχής, την υπόλοιπη τροχαία που βρίσκεται στην περιοχή ή αναμένεται να βρεθεί, την ευκαιρία που έχει ο ακολουθών οδηγός να έχει ορατότητα μπροστά από το προπορευόμενο όχημα, την απόσταση εντός της οποίας το όχημα που ακολουθεί μπορεί να σταματήσει, και πολλά άλλα ζητήματα. Ο ακολουθών οδηγός υπέχει, κατά την άποψη μου, υποχρέωση στο βαθμό που αυτό είναι εύλογα δυνατό, να λαμβάνει τέτοια θέση, και να οδηγεί με τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε να του παρέχεται η δυνατότητα να αντιμετωπίζει με επιτυχία όλες τις ανάγκες της τροχαίας οι οποίες εύλογα μπορούν να προβλεφθούν: Ωστόσο το κατά πόσο έχει εκπληρώσει αυτή την υποχρέωση πρέπει σε κάθε περίπτωση να είναι θέμα πραγματικό, ακριβώς όπως είναι θέμα πραγματικό το κατά πόσο, σε οποιαδήποτε έκτακτη ανάγκη που παρουσιάζεται, ο ακολουθών οδηγός ενήργησε με την ετοιμότητα, δεξιοτεχνία και κρίση που εύλογα αναμένεται υπό τις περιστάσεις.» Η απόφαση στην Brown and Lynn (πιο πάνω) υιοθετήθηκε στην Scott v. Warren [1974]R.T.R.104 Div. Ct.και στην Antoniou v. Police
(1976)2 C.L.R. 140 στις σελίδες 143-
- Στην παρούσα υπόθεση ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε το όχημα του σε αυτοκινητόδρομο ο οποίος ενώνει δύο πόλεις. Είχε την υποχρέωση που έχει προσδιορισθεί από την πιο πάνω σχετική Νομολογία, ενόψει και της παρουσίας άλλων οχημάτων που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο, να κρατεί, στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό, τέτοια απόσταση από το προπορευόμενο όχημα και τα άλλα που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο, και να οδηγεί με τέτοιο τρόπο, ο οποίος θα του επέτρεπε να αντιμετωπίσει με επιτυχία οποιοδήποτε έκτακτο τροχαίο περιστατικό το οποίο ήταν εύλογα προβλεπτό. Το εύλογα προβλεπτό τροχαίο περιστατικό δεν περιορίζεται στο επίδικο περιστατικό - την ξαφνική εμφάνιση των σωλήνων στο δρόμο. Περιλαμβάνει οποιοδήποτε κίνδυνο του οποίου η εμφάνιση στο συγκεκριμένο δρόμο είναι εύλογα προβλεπτή, όπως η χρήση του συστήματος τροχοπέδησης από το προπορευόμενο όχημα. Έπεται πως ο Εναγόμενος 1 είχε υποχρέωση να τηρεί τέτοια απόσταση από το προπορευόμενο όχημα, παρόλο που κινείτο στην δεξιά λωρίδα και να οδηγεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να πατήσει φρένο ή να σταματήσει με ασφάλεια στην περίπτωση εμφάνισης κάποιου κινδύνου. Σημειώνεται ότι τα αυτοκίνητα που είχαν περάσει πριν από τον Εναγόμενο 1 από το συγκεκριμένο σημείο του δρόμου είχαν δει και είχαν προσπεράσει με ασφάλεια τις συγκεκριμένες σωλήνες στο δρόμο. Παραμένει όμως ότι γενεσιουργός αιτία για το συγκεκριμένο ατύχημα ήταν η αμέλεια της Τριτοδιαδίκου αφού οι συγκεκριμένες σωλήνες είχαν πέσει από το αυτοκίνητο της λόγω του ότι πρώτον, δεν είχαν προσδεθεί σωστά και δεύτερον, είχαν τοποθετηθεί πάρα πολλές στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου με αποτέλεσμα να μην στοιβαχτούν σωστά, εξ ου και η Τριτοδιάδικος είχε αντιμετωπίσει ποινική δίωξη για την μεταφορά του συγκεκριμένου φορτίου. Θεωρώ ότι η ευθύνη της είναι πολύ μεγαλύτερη από του Εναγόμενου 1, δηλαδή στο 80% και του Εναγόμενου 1 στο 20% αφού δεν είχε προσέξει την παρουσία του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Μ.Ε.2 στην δεξιά λωρίδα όταν προέβαινε στον ελιγμό προς τα δεξιά για να αποφύγει μια από τις χάρτινες σωλήνες. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας Εταιρείας και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 για το ποσό €26.500- με νόμιμο τόκο από 02/10/
- Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Περαιτέρω στα πλαίσια της Ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον της Τριτοδιαδίκου για το ποσό των €21.200- με νόμιμο τόκο από 02/10/
- Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον της Τριτοδιαδίκου στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο