Mahri Constructions Ltd ν. Helena Romanova, Αρ. Αγωγής: 3706/12, 20/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A139 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3706/12 Μεταξύ: Mahri Constructions Ltd Ενάγουσα και ΄ Helena Romanova Εναγομένης ------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 17.4.2013 για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 31.1.2013 Ημερομηνία: 20 Νοεμβρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη-Αιτήτρια: κ. Γεωργίου για Δημητρίου και Δημητρίου ΔΕΠΕ Για Ενάγουσα- Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Μαρνέρου (για ν' ακούσει απόφαση κ. Χαραλάμπους) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Εναγόμενη-αιτήτρια με αίτησή της, ημερομηνίας 17.4.2013, ζήτησε την ακύρωση ή και τον παραμερισμό της εκδοθείσας, από το Δικαστήριο, απόφασης ημερομηνίας 31.1.
- Η συγκεκριμένη αίτηση βασίστηκε στη Δ.17 Θ.10 και στη Δ.18 Θ.1-4 και 9, των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών καθώς και στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, τη νομολογία και την εγγενή και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε, η αίτηση, με ένορκη δήλωση της Εναγόμενης-αιτήτριας κας Helenas Romanovas. Σύμφωνα με την ομνύουσα η μητρική της γλώσσα είναι η Ρωσική και γνωρίζει και μιλά άπταιστα την Αγγλική γλώσσα. Δεν γνωρίζει όμως καθόλου την Ελληνική γλώσσα. Κατά ή περί τα μέσα του 2011 ένας κύριος είχε παρουσιαστεί στην οικία της για να της παραδώσει, όπως της είχε αναφέρει, ένα δικαστικό έγγραφο. Όταν τον ρώτησε τι έγγραφο ήταν και περί τίνος πρόκειτο της ανέφερε πώς θα τηλεφωνούσαν από το Δικαστήριο για να την ενημερώσουν. Του είχε ζητήσει να της μεταφράσει στα Αγγλικά το συγκεκριμένο έγγραφο και ο ίδιος είχε ισχυριστεί ότι δεν ήταν απαραίτητο. Η ίδια ανέμενε το τηλεφώνημα από το Δικαστήριο και στις 12.4.2013 της είχαν τηλεφωνήσει από το Δικαστήριο Λάρνακας και της είχαν αναφέρει ότι εκκρεμούσε εναντίον της ένταλμα κατάσχεσης της κινητής της περιουσίας. Στις 15.4.2013 είχε επισκεφθεί τους δικηγόρους της όπου και της εξήγησαν ότι το πρώτο έγγραφο που είχε παραλάβει ήταν η αγωγή και λόγω του ότι δεν είχε εμφανιστεί στο Δικαστήριο οι Ενάγοντες είχαν πετύχει την έκδοση απόφασης εναντίον της. Το δεύτερο έγγραφο που είχε παραλάβει της εξήγησαν ότι ήταν ένταλμα κατάσχεσης της περιουσίας της. Η ίδια είχε συγχυστεί γιατί δεν μπορούσε, λόγω του ότι δεν γνωρίζει Ελληνικά, να αντιληφθεί τι αφορούσαν τα συγκεκριμένα έγγραφα. Οι δικηγόροι της, την ίδια ημέρα, είχαν προβεί σε έλεγχο του φακέλου και καταχώρισαν την υπό κρίση αίτηση. Σε σχέση με την αξίωση της αγωγής ήταν ο ισχυρισμός της ομνύουσας ότι αφορούσε τη συμφωνία της ίδιας με τους Ενάγοντες για εργασίες ανακαίνισης στην οικία της, στα Περβόλια, για το ποσό των €43.
- Σύμφωνα με την ομνύουσα οι Ενάγοντες υπήρξαν ιδιαίτερα αμελείς κατά την εκτέλεση των εργασιών που τους είχαν ανατεθεί με αποτέλεσμα να της κοστίσει ένα επιπρόσθετο ποσό. Παρά το γεγονός αυτό η ίδια είχε καταβάλει στους Ενάγοντες ολόκληρο το συμφωνηθέν ποσό και ο λόγος που οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι τους οφείλει το ποσό των €6.500 είναι γιατί το συγκεκριμένο ποσό, €6.000, είχε καταβληθεί σε μετρητά. Κάθε φορά που κατέβαλλε η ίδια κάποιο ποσό της εκδίδονταν αποδείξεις όχι όμως για τις τελευταίες €6.
- Ο διευθυντής των Εναγόντων την είχε επισκεφθεί μαζί με τη σύζυγο του στο σπίτι της και της είχε ζητήσει να παραδώσει το ποσό των €6.000 στη σύζυγο του αναφέροντας της ότι δεν χρειαζόταν η έκδοση οποιασδήποτε απόδειξης γιατί ήταν το τελευταίο ποσό. Έκτοτε δεν υπήρξε οποιαδήποτε επικοινωνία μεταξύ τους, μέχρι τις 15.4.2013, που ενημερώθηκε από τους δικηγόρους της για το τι είχε συμβεί. Η Ενάγουσα-καθ' ης η Αίτηση αντιμετώπισε την αίτηση για παραμερισμό της απόφασης με την καταχώρηση ένστασης. Η Ένσταση της βασίστηκε στη Δ.18 Θ.1-5, στη Δ.34 Θ.5, Δ.39 Θ.1 και 2, στη Δ.48 Θ.1-13 και Δ.64 Θ. 1 και 2, στα άρθρα 4
(1)-
(3), 5
(1)-
(9)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης καταγράφηκαν οι ακόλουθοι: ότι το αίτημα της Εναγόμενης-αιτήτριας είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμο, αστήρικτο και αδικαιολόγητο, ότι είναι κακόβουλο και έγινε μετά από υστερόβουλες σκέψεις, ότι η απόφαση ημερομηνίας 31.1.2013 εκδόθηκε νομότυπα και ότι τα γεγονότα που προσπαθεί να παρουσιάσει η Εναγόμενη-αιτήτρια δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με την πραγματικότητα. Η Ένσταση υποστηρίχθηκε με ένορκη δήλωση του Μάριου Θεοδώρου ο οποίος είναι διευθυντής της Ενάγουσας-καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του τα όσα αναφέρει η αιτήτρια είναι κακόβουλοι ισχυρισμοί μετά από δεύτερες σκέψεις προς αποφυγή των υποχρεώσεων της. Η Αιτήτρια είχε θυμηθεί μετά παρέλευση δυο ετών ότι είχαν γίνει κακοτεχνίες κατά την εκτέλεση των εργασιών από την Ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση ενώ υπήρχε και εγγύηση από την Ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση την οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι η Εναγόμενη-αιτήτρια είχε λάβει αποδείξεις για τα ποσά που είχε καταβάλει και δεν ήταν λογικό να μην απαιτήσει την έκδοση απόδειξης για το ποσό που είχε καταβάλει σε μετρητά; Η Εναγόμενη-αιτήτρια ήταν τόσο σχολαστική που δεν θα μπορούσε να αμελήσει. Ουδέποτε είχε επισκεφθεί την αιτήτρια με τη σύζυγο του. Η ίδια η Εναγόμενη-αιτήτρια είχε επιλέξει να αγνοήσει την επιστολή καθώς και το κλητήριο ένταλμα πάνω στα οποία καταγραφόταν τόσο το δικό της όνομα καθώς και της Εναγομένης στην Αγγλική γλώσσα. Καταλήγει ότι η αίτηση της θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος της. Και οι δύο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με γραπτές αγορεύσεις. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποίας στηρίζεται η Αίτηση, αναφέρει τα πιο κάτω: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Σε ελεύθερη μετάφραση στα Ελληνικά: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγηθέντες κανονισμούς αυτής της Διάταξης θα είναι νόμιμο διά το Δικαστήριο στη κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.» Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες της πιο πάνω Διάταξης, ο παραμερισμός απόφασης που εκδόθηκε ερήμην ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η άσκηση της οποίας έχει αναλυθεί με σαφήνεια σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Γεωργίου κ.α. ν. Επάρχου Λεμεσού
(2000)1 Α.Α.Δ. 79, Imbrahim v. Pillar Enterprises Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1243, Kourbatova v. V.G. Roussos Leisure Industries Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 345, «Βοθροτέξ» Λτδ ν. Φαντάκη
(2001)1 Α.Α.Δ. 339, Kean Soft Drinks Ltd v. Safm Lines N.V. κ.α.
(2001)Α.Α.Δ. 1784, Kings Head Development Co. Ltd v. Χριστοδούλου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 533, Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118, Παπανικολάου ν. Κότσαπα
(2004)1 Α.Α.Δ. 1800). Κλασσική υπόθεση επί του θέματος, η οποία έχει υιοθετηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι η Evans v. Bartlam
(1937)ALL E.R. 646, όπου στη σελίδα 479 ο Lord Atkins αναφέρει: «The discretion is in terms unconditional. The Courts however, have laid down for themselves rules to guide them in the normal exercise of their discretion. One is that where the judgement was obtained regularly there must be an affidavit on the merit, meaning that the applicant must produce to the Court evidence that he has a prima facie defence.» Πιο πρόσφατα στην απόφαση Claire Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd Πολ. Εφ. 145/09 ημερ. 10/04/12 καταγράφησαν τα ακόλουθα: «Η νομολογία για το θέμα του παραμερισμού απόφασης, όπως είναι αποκρυσταλλωμένη, συνοψίστηκε πρόσφατα στην υπόθεση Sabine Zehil v. Neil Roberts
(2009)1(A) ΑΑΔ 678, από όπου και παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα, από την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου:- «Με βάση τη Διάταξη 17 θεσμός 10, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όταν εκδοθεί απόφαση, το δικαστήριο δύναται «στην κατάλληλη περίπτωση να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση, με όρους που θα ήταν δίκαιοι.» Είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά πόσο ο Αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην υπόθεση Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1 ΑΑΔ 893, συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελίδα 897:- «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941, Γερολέμου ν. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 ΑΑΔ 818 καιAlpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 1101.» Πέραν των πιο πάνω, το δικαστήριο έχει πάντοτε υποχρέωση να διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη. Το συγκεκριμένο δικαίωμα, δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς ο διάδικος να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ερμηνεύοντας το άρθρο 6
(1)της Σύμβασης, θεώρησε ότι η πρόσβαση στο δικαστήριο και το ταυτόχρονο δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, δεν πρέπει μόνο να διατυπώνονται, αλλά θα πρέπει να είναι και αποτελεσματικά. Στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ., ν. Μιχαήλ
(2003)1(Β) 1044 αναφέρθηκε ότι: «Το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά, και να ακούεται σ' αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο.» (Βλ. επίσης Α.Ε.2572, Δημοκρατία ν. Ζήνα Πουλλή
(2001)3 ΑΑΔ 1060). Βέβαια, το δικαίωμα για δίκαιη δίκη συναρτάται προς τα δικαιώματα άλλων διαδίκων. Κριτήριο είναι πάντοτε η αρχή της αναλογικότητας και τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Όπως αναφέρθηκε στην Κολλάτου ν. Παναγιώτου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 895:- «Στην αποτίμηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δικαίας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεσή του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δικαίας δίκης. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την επίτευξη δικαίας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δικαίας δίκης, που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντιδίκου.» Τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή (Βλ.Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204, 210, Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1938).» Συνοπτικά, οι προϋποθέσεις για επιτυχία της Αίτησης είναι δύο. Αφ' ενός μεν θα πρέπει η Αιτήτρια να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή και, αφ' ετέρου, να προβάλει σοβαρή και εύλογη αιτιολόγηση για την απουσία της κατά την ημέρα της δίκης. Σε σχέση δε με τη δεύτερη προϋπόθεση, παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Παπανικολάου (ανωτέρω): «Όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί, πρέπει να διασφαλίζονται από τη μια το δικαίωμα ακρόασης του διάδικου και από την άλλη η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άνευ φειδούς επανάνοιξη υπόθεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και γι' αυτό, αν η συμπεριφορά διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί το αίτημα του διαδίκου.» Φαίνεται ότι σε περίπτωση που η απόφαση εκδόθηκε κανονικά, τότε είναι σχεδόν αλύγιστος κανόνας ότι πρέπει να υπάρχει Ένορκος Δήλωση επί της ουσίας. Η Αιτήτρια θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην Κωνσταντινίδη v. Hissin
(2004)1 A.A.Δ. 1774, λέχθηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας.» Η πιο πάνω θέση υιοθετήθηκε και στην απόφαση στην Παναγιώτης Νέμιτσας v. Salwa Chaparian Πολ. Έφ.284/2008, ημερ.10/05/2011. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης και ούτε ο αιτητής υποχρεούται να αποδείξει την υπεράσπισή του. Εκείνο που χρειάζεται είναι να φανεί από τα γεγονότα και τα στοιχεία που παρουσιάζονται, δηλαδή να αποδειχθεί με τα γεγονότα που παρουσιάζονται, ότι ο αιτητής έχει καλή υπεράσπιση (βλ. Έλλη Κ. Χατζηνικολάου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1179). Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, στην οποία ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε), επεξήγησε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιοδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιόν του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Πέραν της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, που είναι η κύρια και πρωταρχική προϋπόθεση που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο προτού ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, λαμβάνει υπόψη του και κάποιους άλλους παρεμφερείς παράγοντες. Ένας από αυτούς είναι και η εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης καθώς επίσης και το χρόνο που διέρρευσε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου μέχρι την καταχώριση της αίτησης για παραμερισμό. Από τη νομολογία προκύπτει ότι αν και η δικαιολογία που θα προβάλει ο αιτητής για τη μη εμφάνισή του στο Δικαστήριο παρόλο που είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, εντούτοις είναι σε καθαρές περιπτώσεις παντελούς έλλειψης ενδιαφέροντος που η μη εμφάνιση αποτελεί τροχοπέδη στο επανάνοιγμα της υπόθεσης. Στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ v. Χαράλαμπου Σπανούδη
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28, λέχθηκε ότι το βασικό κριτήριο για το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης είναι κατά πόσο ο αιτητής ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι είναι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Ο αιτητής οφείλει να δράσει άμεσα από την ημερομηνία που θα λάβει γνώση για την έκδοση απόφασης εναντίον του. Όπως έχει λεχθεί στη Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγοντας που προσμετρά κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεσή του. Στην υπόθεση Σκάρος v. 1. Π. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291 καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτησης.» Πρωταρχικό έργο του Δικαστηρίου σε τέτοιας φύσεως αιτήσεις, είναι να ισοζυγίσει τους δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη από τη μια αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου και την ανάγκη, από την άλλη, διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο κατά πόσο θα διατάξει τον παραμερισμό μιας απόφασης ή όχι, συναρτάται άμεσα από τη συμπεριφορά που επιδεικνύει ο αιτητής έναντι της δικαστικής διαδικασίας. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω), όπου η συμπεριφορά του Αιτητή είναι αδικαιολόγητη και προσβλητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο μπορεί να μην διατάξει τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Ερχόμενη στην υπό κρίση υπόθεση, η Αιτήτρια προβάλει τη θέση ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, παραθέτοντας τα γεγονότα που την υποστηρίζουν. Στην υπόθεση Βύρων Τεγκεράκης, διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη (Χατζηπαναγή) Γιαννή v. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289 λέχθηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή.» Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη,
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, στη σελ.945, επεξηγούνται οι αρχές. Παρατίθενται δε τα πιο κάτω αποσπάσματα από αυτήν: «Εάν ένας διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα αυτό εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία προάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απολεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης.» . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Στην προαναφερθείσα απόφαση, παρόλο που το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, το στοιχείο αυτό δεν κρίθηκε αρκετό για τον παραμερισμό της απόφασης και θεωρήθηκε καθοριστικό το στοιχείο της αργοπορίας στη λήψη μέτρων. Η εν λόγω απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο (βλ. επίσης Sabin Zehil v. Neil Roberts
(2009)1 (A) Α.Α.Δ.678, στη σελ.685). Ερχόμενο το Δικαστήριο στην επίδικη Αίτηση και αρχίζοντας από το στοιχείο της μη εμφάνισης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η αγωγή είχε επιδοθεί στην Εναγόμενη, στις 09/11/
- Αίτηση για απόφαση είχε καταχωριστεί στις 18/12/2011 και μετά την παρέλευση του χρόνου για καταχώριση εμφάνισης, η υπόθεση προχώρησε αμέσως για απόδειξη, με την έκδοση της απόφασης στις 31/01/
- Σε όλο αυτό το διάστημα, η Εναγόμενη - Αιτήτρια δεν επέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον για την εξέλιξη της συγκεκριμένης υπόθεσης για το λόγο ότι είχε καθησυχαστεί από τον επιδότη, θέση που αμφισβητήθηκε από τους Ενάγοντες, ότι θα την ειδοποιούσαν από το Δικαστήριο γιατί η ίδια δεν διάβαζε ελληνικά. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση της Αιτήτριας έτσι ώστε να καταρριφθούν οι ισχυρισμοί της επί του θέματος ότι δεν αντιλαμβάνεται ελληνικά και επί του θέματος ότι την είχε καθησυχάσει ο επιδότης ότι θα της τηλεφωνούσαν από το Δικαστήριο. Οπόταν παρέμειναν ακλόνητες οι θέσεις της. Η επόμενη εξέλιξη ήταν να λάβει τηλεφώνημα, η Αιτήτρια - Εναγόμενη, στις 12/04/2012, από το Δικαστήριο σε σχέση με το ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας. Η συνέχεια προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα το γεγονός της καταχώρησης της υπό κρίση Αίτησης, στις 17/04/2012, όπως φαίνεται λίγες μέρες μετά τη συνάντηση της Εναγόμενης με το δικηγόρο της, η οποία είχε γίνει στις 15/04/
- Παρά το γεγονός ότι η πλευρά της Ενάγουσας, μέσω της Ένορκης Δήλωσης του κ. Μάριου Θεοδώρου, διευθυντή της Ενάγουσας, είχε αμφισβητήσει τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης, όσον αφορά τους λόγους για τη μη έγκαιρη καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης στο Δικαστήριο καθώς και την ίδια την υπεράσπιση που προβλήθηκε, δεν μεσολάβησε, όπως θα μπορούσε να γίνει, αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας στην υπό κρίση Αίτηση. Εν πάση δε περιπτώσει, δεν εντοπίζω κανένα λόγο για να μην αποδεχθώ τη βασιμότητα του λόγου που προβλήθηκε και της εξήγησης που δόθηκε για το πιο πάνω ζήτημα από μέρους της Εναγόμενης. Απ' όλα τα πιο πάνω, προκύπτει ότι η Εναγόμενη-Αιτήτρια είχε δράσει άμεσα και προχώρησε χωρίς καθυστέρηση με τη λήψη μέτρων για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Έχοντας λοιπόν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δόθηκε από την Εναγόμενη - Αιτήτρια ικανοποιητική και εύλογη εξήγηση για την παράλειψη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης στην παρούσα αγωγή, έρχομαι τώρα στην εξέταση του θέματος κατά πόσο αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση (βλ. Μαρία Λευκίδου v. Άριστος Κανναουρίδης
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 528). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Καλλής Ξενοφών v. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793, στη σελίδα 799: «Αντλώντας κατεύθυνση από τη νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούσει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον Αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από αυτή του Ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετείται χρήσιμος σκοπός επιλύσεως της διαφοράς των διαδίκων . αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών.» Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλής υπεράσπισης το φέρει ο αιτητής. Οι ισχυρισμοί της Εναγόμενης-αιτήτριας, όπως αυτοί καταγράφονται στις παραγράφους 6, 7 και 8 της Ένορκης Δήλωσής της καταδεικνύουν ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμη υπόθεση ή, εν πάση περιπτώσει, θα ήταν παρακινδυνευμένο να αποκλεισθεί η υπεράσπισή της. Έπεται ότι πληρούται η βασική προϋπόθεση για ακύρωση της απόφασης. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Μιχάλης Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2118, στη σελίδα 2124: «Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση η αίτηση απορρίπτεται.» Στην υπόθεση Παναγιώτης Νέμιτσας ν. Salwa Chaparian, (ανωτέρω), παραπέμποντας στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, λέχθηκε από τη Δικαστή Παπαδοπούλου ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας.» Με βάση τις πιο πάνω αρχές και εφόσον το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει ότι δεν υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση Αίτησης μετά που η Εναγόμενη έλαβε γνώση για την ύπαρξη της απόφασης, κρίνω ότι η παρούσα είναι από τις περιπτώσεις που θα πρέπει να επιτραπεί στην Εναγόμενη να καταχωρίσει εμφάνιση και υπεράσπιση στην αγωγή. Για όλα τα πιο πάνω, ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο επί του θέματος, θα εγκρίνω την Αίτηση με όρους που θα σχετίζονται με τα έξοδα. Η απόφαση που εκδόθηκε στις 31/01/2012 παραμερίζεται, υπό τον όρο ότι η Εναγόμενη-Αιτήτρια θα καταβάλει όλα τα μέχρι τώρα συσσωρευμένα δικηγορικά έξοδα εντός 30 ημερών από την ημέρα που η Ενάγουσα-Καθ' ης η Αίτηση θα της κοινοποιήσει κατάλογο του Πρωτοκολλητή που θα τα εγκρίνει. (Υπ.) ........... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο