Catherine Beger ν. Ξενάκης Κυριακίδης, Αρ. Αγωγής: 3468/13, 29/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A143 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3468/13 Μεταξύ: Catherine Beger Ενάγουσα και Ξενάκης Κυριακίδης Εναγόμενος --------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 11.9.2013 για έκδοση προσωρινού διατάγματος 29 Νοεμβρίου, 2013. Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Χρ. Αργυρού για Χρυσαυγή Αργυρού & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενο - Καθ' ου η αίτηση: κ. Α Ζαχαρίου για Ανδρέα Β. Ζαχαρίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Παράλληλα με την καταχώρηση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, η ενάγουσα (εφεξής η αιτήτρια) καταχώρησε την παρούσα μονομερή Αίτηση με την οποία ζητά: «Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στον εναγόμενο να πωλήσει, δωρίσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, διαθέσει και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει και/ή επιβαρύνει την κατοικία που βρίσκεται στην οδό Μιχαλάκη Παρίδη αρ. 10, περιοχή του Αγίου Λαζάρου και η οποία έχει ανεγερθεί επί του τεμαχίου αρ. 475 που καλύπτεται από την εγγραφή 5/465, Φ/Σχ 40/640602, Τμήμα 5, και επί του τεμαχίου αρ. 538 που καλύπτεται από την εγγραφή 5/525, Φ/Σχ 40/640602, Τμήμα 5». Το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου άχθη η υπόθεση, διέταξε όπως επιδοθεί και στην άλλη πλευρά, έτσι ώστε να της δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει και τις δικές της θέσεις, προτού υπάρξει δικαστική κρίση. Από νομικής πλευράς, η Αίτηση θεμελιώνεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, άρθρο 29
(1)(γ) και 32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7 και 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ.2-4 και 7, στο Δίκαιο των Συμβάσεων, στις αρχές που διέπουν τα εμπιστεύματα και της επιείκειας. Από πλευράς γεγονότων, η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ίδιας της αιτήτριας. Μεταξύ άλλων, η αιτήτρια - αγγλίδα υπήκοος, αναφέρει στην ένορκή της δήλωση, ότι, περί τον Μάρτιο του 1999 δημιούργησε σχέση με τον καθ' ου η αίτηση και από το 2000 συζούσαν μαζί ως ζευγάρι. Κατά ή περί τον Μάιο του 2002 αγόρασαν την κατοικία - αντικείμενο της παρούσας Αίτησης - έναντι ποσού Λ.Κ.88.000 και/ή το αντίστοιχο σε ευρώ, €150.356,
- Για την πληρωμή του ποσού αυτού, η ίδια και/ή ο πατέρας της για λογαριασμό και προς όφελός της, κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.7.000, ενώ για το υπόλοιπο σύναψαν δάνειο με την Alpha Bank Ltd. Κατά το χρόνο της αγοράς, κοινή πρόθεση και συναντίληψη των μερών, ήταν όπως η κατοικία αποτελέσει κοινή τους περιουσία και τούτο, παρά το γεγονός ότι ενεγράφη αποκλειστικά επ' ονόματι του καθ' ου η αίτηση. Αυτό έγινε, διότι, τότε, θεωρείτο αλλοδαπή και χρειαζόταν άδεια από το Υπουργικό Συμβούλιο για να αποκτήσει ακίνητη ιδιοκτησία. Ενόψει του προαναφερθέντος κωλύματος να εγγραφεί το ½ μερίδιο επ' ονόματί της, κατά ή περί της 11.6.2002, σύναψαν μεταξύ τους, γραπτή συμφωνία. Βάσει αυτής, μεταξύ άλλων, αναγνωριζόταν ως σύζυγος του καθ' ου η αίτηση σύμφωνα με το κοινοδίκαιο (common law wife) και παράλληλα ο καθ' ου η αίτηση αναλάμβανε να της μεταβιβάσει το ½ μερίδιο της κατοικίας, μόλις αυτό θα καθίστατο εφικτό (feasable) (τεκμήριο 1). Στην εν λόγω κατοικία συζούσαν ως ζευγάρι μέχρι τον Μάρτιο του 2012, αποκτώντας μάλιστα κατά τη διάρκεια της συμβίωσης και μια θυγατέρα, ηλικίας σήμερα 4 χρόνων. Παράλληλα, μαζί εργάζονταν καθημερινά στο θέατρο ΑΝΤΙΔΟΤΟ, το οποίο είχαν μαζί δημιουργήσει από το
- Στο θέατρο αυτό, η αιτήτρια εργαζόταν σκληρά προσφέροντας τις υπηρεσίες της από διάφορες θέσεις, μεταξύ αυτών, της ηθοποιού, σκηνοθέτη και δασκάλας θεατρολογίας. Μέχρι τον Μάρτιο του 2011 η αιτήτρια δεν εμφανιζόταν στα δάνεια ως συνοφειλέτης, αφού δεν ελάμβανε μισθό από το θέατρο. Τον Μάρτιο του 2011, όμως, σύναψαν νέο δάνειο ύψους €141.000 προς εξόφληση υφισταμένων δανείων. Στο δάνειο αυτό η ίδια και ο καθ' ου η αίτηση παρουσιάζονται πλέον ως συνοφειλέτες. Το δάνειο εξασφαλίζεται με υποθήκη επί της προαναφερθείσας κατοικίας (τεκμήριο 2). Κατά τον Μάρτιο του 2012, ο καθ' ου η αίτηση εγκατέλειψε την κατοικία και η αιτήτρια συνέχισε να διαμένει εκεί με την ανήλικη θυγατέρα τους. Το καλοκαίρι του 2012, ο καθ' ου η αίτηση, μονομερώς, έθεσε προς πώληση την κατοικία με αποτέλεσμα η ενέργειά του αυτή να προκαλέσει την αντίδρασή της. Ακολούθησαν συζητήσεις μεταξύ τους και τελικά, αφού καθορίστηκε ως κατώτερο ποσό πώλησης οι €500.000, συμφώνησαν, ότι, σε περίπτωση που η κατοικία πωληθεί, θα εξοφληθεί το κοινό τους δάνειο και το υπόλοιπο θα το διαμοιραστούν κατά ίσα μερίδια. Περαιτέρω και παρά τη διάστασή τους, συνέχισαν να εργάζονται μαζί στο θέατρο μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2013, οπότε και η αιτήτρια έπαψε να προσφέρει εκεί της υπηρεσίες της. Για να αντεπεξέλθει οικονομικά έκανε προσπάθειες να δημιουργήσει το δικό της θέατρο, προσπάθειες οι οποίες βρήκαν εμπόδιο τον καθ' ου η αίτηση, ο οποίος εξαπέλυσε ψυχολογικό πόλεμο εναντίον της. Μάλιστα, με επιστολή του ημερομηνίας 15.7.2013, μεταξύ άλλων, την χαρακτήριζε «επισκέπτη» στην κατοικία και ότι θεωρούσε την εκεί διαμονή της προσωρινή, μέχρι να επιτευχθεί πώληση (τεκμήριο 3). Επ' αυτού, η ενόρκως δηλούσα υποδεικνύει, ότι, από τον Ιούλιο του 2013 εγκαταστάθηκε εκ νέου στην κατοικία ο καθ' ου η αίτηση. Ενόψει της αφόρητης αυτής κατάστασης, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει η ίδια μαζί με τη θυγατέρα της την κατοικία και να εγκατασταθεί σε ενοικιαζόμενη κατοικία, καταβάλλοντας μάλιστα ενοίκιο €400 μηνιαίως. Με επιστολή της, πάντως, προς τον καθ' ου η αίτηση, ημερομηνίας 21.8.2013, αναφέρθηκε στα δικαιώματά της ως συνιδιοκτήτης της κατοικίας, αλλά και στο δικαίωμά της για ισομερή διαμοιρασμό με τον καθ' ου η αίτηση σε περίπτωση πώλησης μετά την αποπληρωμή του δανείου (τεκμήριο 4). Από τα γεγονότα αυτά προκύπτει, σύμφωνα πάντα με την ενόρκως δηλούσα, ότι ο καθ' ου η αίτηση κατέχει το ½ μερίδιο της κατοικίας ως καταπιστευματοδόχος για την ίδια, καταχραζόμενος την εμπιστοσύνη την οποία του επέδειξε και παρά την ύπαρξη ρητής και/ή εξυπακουόμενης συμφωνίας μεταξύ τους για τη μεταβίβαση του ½ μεριδίου της κατοικίας. Περαιτέρω, παραβιάζοντας τη Συμφωνία - τεκμήριο 1, με την οποία υποσχέθηκε να μην προχωρήσει ποτέ σε έξωσή της, την εξανάγκασε να εγκαταλείψει την κατοικία, ενώ εν αγνοία της, προβαίνει σε μονομερείς ενέργειες για πώληση της κατοικίας. Για παράδειγμα, περί τις αρχές Σεπτεμβρίου 2013, ενώ περνούσε έξω από την κατοικία, είδε εκεί δύο πρόσωπα τα οποία την ενημέρωσαν ότι ενδιαφέρονταν για την αγορά της κατοικίας και είχαν διευθετήσει ραντεβού με κτηματομεσιτικό γραφείο και τον ιδιοκτήτη. Το γεγονός αυτό την έχει θορυβήσει, αφού είναι πλέον φανερό πως υπάρχει κίνδυνος πώλησης, αποξένωσης, υποθήκευσης ή και μεταβίβασης της κατοικίας, με ορατό κίνδυνο οι αξιώσεις της να παραμείνουν ανικανοποίητες. Εξού και ζητά την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ευθύς μετά την επίδοση της Αίτησης, ο καθ' ου η αίτηση αντέδρασε, καταχωρώντας την 1.11.2013 Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης (εφεξής η Ένσταση). Σ' αυτή προβάλλονται 15 ειδικοί λόγοι ένστασης (κάποιοι εκ των οποίων υποδιαιρούνται μάλιστα). Θεμελιώνεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, άρθρα 29
(1)(γ) και 32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7 και 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ.2- 4
(1)και 7, στο Δίκαιο των Συμβάσεων, στις αρχές της Επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται, εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του ίδιου του καθ' ου η αίτηση. Πέραν της γενικής απόρριψης πολλών ισχυρισμών της αιτήτριας, ο καθ' ου η αίτηση διατείνεται, ότι, το αρχικό δάνειο συνάφθηκε αποκλειστικά από τον ίδιο και αυτός και μόνο πληρώνει - αδιάλειπτα μάλιστα- δόσεις μέχρι και σήμερα (καταστάσεις λογαριασμού -τεκμήρια Α και Β). Ουδέποτε συζητήθηκε θέμα συνιδιοκτησίας της κατοικίας μεταξύ τους, ούτε και απασχόλησε ποτέ το κατ' ισχυρισμό κώλυμα στην εγγραφή ακίνητης ιδιοκτησίας επ' ονόματι της αιτήτριας λόγω της αναγκαιότητας λήψης άδειας από το Υπουργικό Συμβούλιο, ως ψευδώς ισχυρίζεται στην ένορκή της δήλωση. Αντίθετα, η κατοικία ενεγράφη επ' ονόματί του, κατόπιν εισήγησης της τράπεζας η οποία ήξερε ότι ήταν φερέγγυος, διατηρώντας τότε και δικό του οδοντιατρείο. 'Εκτοτε ουδέποτε τέθηκε θέμα εγγραφής του ½ της κατοικίας επ' ονόματι της αιτήτριας. Όσον αφορά τη Συμφωνία (τεκμήριο 1) που επικαλείται η αιτήτρια, την χαρακτηρίζει άκυρη λόγω ασάφειας και έλλειψης ανταλλάγματος κατά τον χρόνο υπογραφής της. Όσον αφορά την ενασχόληση με το θέατρο, αναγνωρίζει ότι και η αιτήτρια δούλευε σκληρά, αλλά επαναλαμβάνει ότι ο ίδιος πλήρωνε τις δόσεις του δανείου. Σε σχέση με το νέο δάνειο που συνομολόγησαν το 2011, αναφέρει, ότι, η συμπερίληψη της αιτήτριας ως συνοφειλέτης έγινε "καθαρά για τυπικούς σκοπούς, ήτοι για επιμήκυνση της αποπληρωμής και τη μείωση των δόσεων αφού η αιτήτρια είναι νεότερης ηλικίας" από τον ίδιο. Η αιτήτρια, πάντως, ουδέποτε κατέβαλε οποιαδήποτε δόση. Την κατοικία την εγκατέλειψε τον Μάρτιο του 2012 λόγω της "διπλής ζωής" που βίωνε η αιτήτρια και μάλιστα κατά τη διάρκεια νοσηλείας του στο νοσοκομείο. Μεταξύ τους είπαν, ότι, θα ήταν καλό να πωλείτο η κατοικία για €500.000 αλλά ουδέποτε έθεσαν το ποσό αυτό ως κατώτατο όριο πώλησης. Όσον αφορά ενδιαφερόμενους αγοραστές, πάντοτε ενημέρωνε την αιτήτρια και η μεταξύ τους συμφωνία για πώληση, εν πάση περιπτώσει, αναιρούσε τη Συμφωνία (τεκμήριο 1) που επικαλείται η αιτήτρια. Περαιτέρω, αρνείται τα περί ψυχολογικού πολέμου εναντίον της αιτήτριας και ότι τάχα προσπαθούσε να την αποτρέψει από τη δημιουργία δικού της θεάτρου. Ομοίως αρνείται ότι την αποκάλεσε επισκέπτη στην επιστολή του ημερ. 15.7.2013. Εκείνο το οποίο ανέφερε, ήταν, όπως η αιτήτρια τον ενημερώνει όταν θα είχε επισκέπτες στην κατοικία για να το είχε υπόψη του. Συνεπώς, σε καμία περίπτωση δεν είναι ο ίδιος που προκάλεσε τη φυγή της αιτήτριας από την κατοικία. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών δεν θεωρεί ότι η κατοικία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής, αφού η Συμφωνία που επικαλείται η αιτήτρια δεν είναι κατατεθειμένη στο κτηματολόγιο και δεν μπορεί να διαταχθεί έτσι ειδική εκτέλεση. Εν πάση περιπτώσει, οι διαφορές που προβάλλει η αιτήτρια εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, αφού συνιστούν περιουσιακή διαφορά μετά τη διάσταση. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι το τελευταίο ενδιαφέρον που επιδείχθηκε για αγορά της κατοικίας ήταν τον Αύγουστο του 2013 (και όχι τον Σεπτέμβριο) και, εν πάση περιπτώσει, δεν οδήγησε σε οτιδήποτε θετικό. Στην κατοικία διαμένει από τον Ιούλιο του 2013 και ουδέποτε θα την υποθήκευε περαιτέρω, ούτε έχει σκοπό να τη μεταβιβάσει στον γιο του. Τέλος, θεωρεί ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι αδικαιολόγητη αφού η αιτήτρια δεν θα υποστεί καμία ζημιά αν δεν εκδοθεί, δοθέντος του γεγονότος, ότι, διαζευκτικά προβάλλει χρηματικές διεκδικήσεις. Σε σχέση μ' αυτές τις διεκδικήσεις, αν εκδοθεί απόφαση υπέρ της αιτήτριας, είναι σε θέση να την ικανοποιήσει. Κατά την ακροαματική διαδικασία κλήθηκε και αντεξετάστηκε, σε αρκετή μάλιστα έκταση, ο καθ' ου η αίτηση. Αναφορά σε επιμέρους - σημαντικά σημεία - της προφορικής του μαρτυρίας θα γίνει σε κατοπινό στάδιο. Αναφορά επίσης θα γίνει και σε επιχειρήματα των μερών, ως αυτά αναπτύσσονται στις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις που κατάθεσαν στο Δικαστήριο οι ευπαίδευτοι συνήγοροι τους. Πρώτα, όμως, οι νομικές αρχές που τυγχάνουν εφαρμογής. Κατ' αρχάς να επισημάνω ότι η προϋπόθεση του "επείγοντος" με βάση το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 αφ' ης στιγμής διατάχθηκε η επίδοση της Αίτησης, δεν εξετάζεται πλέον. Όσον αφορά το άρθρο 4 και επόμενα, στα οποία επίσης γίνεται αναφορά στην Αίτηση, να σημειώσω πως εφαρμόζονται εκεί όπου η έκδοση συντηρητικού διατάγματος έχει σκοπό την προστασία της περιουσίας που είναι αντικείμενο της αγωγής (βλ. Palestine Plantations Co. Ltd v. Oliver & Co.(Cyprus) Ltd 16 C.L.R 122). Το άρθρο αυτό μπορεί να εξετασθεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 (βλ. Παπαστράτης v. Πετρίδης
(1979)1 A.A.Δ. 231). Εντούτοις, έχει επικρατήσει η πρακτική να εξετάζονται από κοινού υπό το πρίσμα της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Εξάλλου, το άρθρο 4 (όπως και το άρθρο 5) του Κεφ. 6 προβαίνει σε ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρεται, αλλά δεν επηρεάζει τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων (βλ. Αντωνία Παναγίδου κ.α ν. Μαρία Παναγίδου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το κύριο και ουσιαστικό δικαιοδοτικό πλαίσιο έκδοσης απαγορευτικών διαταγμάτων είναι όντως το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Η ερμηνεία του εν λόγω άρθρου αποτέλεσε το αντικείμενο πολλών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Κωνσταντινίδης ν. Μακρυγιώργου κ.α.
(1978)1 Α.Α.Δ. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 Α.Α.Δ. 605, Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Jonitexco Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, Inter Depol Ltd v. Papavasiliou Ltd
(1984)1 Α.Α.Δ. 769, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ¨Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152, Κ.Ο.Τ ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. 255, Πουργουρίδη κ.α. ν. Μεζού κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Δημοκρατίας της Σλοβενίας ν. Beogradska B.D.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225 και Χριστοδούλου ν. Antonious M.F.M Vraets.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1475). Από την πιο πάνω νομολογία προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 είναι οι ακόλουθες:
- Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την ακροαματική διαδικασία. Αυτό απαιτεί απλώς την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο σύγγραμμα Blackstone's Civil Practice έκδοση 2006, σελ.420, παρ. 37.20 (στο οποίο εύστοχα παραπέμπει η κα Αργυρού).-"...the court only needs to be satisfied that there is a serious question to be tried on the merits. The result is that the court is required to investigate the merits to a limited extent only. All that needs to be shown is that the claimant's cause of action has substance and reality. Beyond that, it does not matter if the claimant's chance of winning is 90 per cent or 20 per cent"
- Πιθανότητα επιτυχίας. Βάσει αυτής της προϋπόθεσης ο αιτητής δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ούτε και πιθανότητα επιτυχίας στη δίκη. Το βάρος που έχει είναι πολύ λιγότερο και ικανοποιείται με την απλή κατάδειξη προοπτικής επιτυχίας, η οποία να υφίσταται στην ουσία και στην πραγματικότητα (in substance and reality). Σ' αυτό το πλαίσιο το Δικαστήριο αντικρίζει, χωρίς βέβαια να αποφασίζει, την αποδεικτική δύναμη (evidential strength) της υπόθεσης τoυ Ενάγοντος.
- Αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Αυτό έχει συνδεθεί με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων. Τούτο, όμως, δεν είναι απόλυτα ακριβές αφού η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Εάν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο προχωρεί ένα βήμα παραπέρα και στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας αποφασίζει κατά πόσον είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Οδυσσέως, Θεωρή (ανωτέρω) και Κουνουνά v. C & A SIMONS LTD
(2002)1 Α.Α.Δ. 1361). Στη Χ¨Βασίλη (ανωτέρω) τονίστηκε χαρακτηριστικά ότι "τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ". Από την άλλη, βέβαια, η ευρύτητα της διατύπωσης του άρθρου 32, επιτρέπει στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε προσωρινό διάταγμα θεωρήσει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις (βλ. ABP Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.α, Κυπριανού κ.α v. Lasala κ.α, King Mazax Lines Ltd κ.α v. Lasala κ.α
(2007)1 Α.Α.Δ. 162 (Ολ.). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αξιολογεί τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιόν του. Δεν καταλήγει σε τελικά, πραγματικά ή νομικά συμπεράσματα (Jonitexo Ltd και Χριστοφόρου κ.α ανωτέρω) και γενικά αποφεύγει τη διεξοδική διερεύνηση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσον πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32. Για να αποδειχθούν οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας, η οποία θα χρειαστεί με σκοπό να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος (βλ. Hadjikyriacos Co. Ltd v. United Biscuits Ltd
(1984)1 CLR 263, 267-268). Τα θέματα που άπτονται της αγωγής θα πρέπει απαρέγκλιτα να παραμένουν ανοικτά μέχρι τέλους (βλ. Beogradska B.D. ανωτέρω). Συναρτώντας τις πιο πάνω νομικές αρχές με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η πρώτη προϋπόθεση έκδοσης του διατάγματος, σαφώς και πληρείται. Η αιτήτρια με βάση τα δικόγραφα διεκδικεί από τον καθ' ου η αίτηση την εγγραφή του ½ μεριδίου, της κοινής κατά τους ισχυρισμούς της, κατοικίας, που βρίσκεται στην οδό Μιχαλάκη Παρίδη αρ.10. Διαζευκτικά διεκδικεί το ισόποσο της αξίας αυτού του μεριδίου - μετά την πληρωμή κοινού τους δανείου - ως επίσης και κάποιες παρεπόμενες αποζημιώσεις. Οι διεκδικήσεις αυτές δεν είναι χωρίς βάση. Εδράζονται αφενός στη γραπτή Συμφωνία (τεκμήριο 1) και αφετέρου στη πολύχρονή της οικονομική συνεισφορά που, ως προκύπτει, δημιουργούν συνθήκες εξ υπαγωγής καταπιστεύματος (constructive trust). Τα γεγονότα που συνθέτουν το υπόβαθρο των διεκδικήσεών της αναπτύσσονται τόσο στην Έκθεση Απαιτήσεως, όσο και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, δημιουργώντας έτσι το πλαίσιο του σοβαρού ζητήματος που χρήζει εκδίκασης στα πλαίσια μιας ακροαματικής διαδικασίας. Παρενθετικά, μιας και τέθηκαν από πλευράς καθ' ου η αίτηση, επισημαίνω εδώ δύο πράγματα. Πρώτον, η κατοικία ασφαλώς και αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής, άσχετα αν η αιτήτρια μπορεί ή όχι να ζητήσει ειδική εκτέλεση. 'Όλες οι θεραπείες που ζητά εδράζονται επί δικαιωμάτων που ως ισχυρίζεται έχει στο ιδιοκτησιακό καθεστώς αυτής της κατοικίας. Αυτό είναι το κεντρικό ζήτημα της υπόθεσης και είναι αρκετό για να λογίζεται η κατοικία ως αντικείμενο της αγωγής. Δεύτερο, είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία να επιλύσει τη συγκεκριμένη περιουσιακή διαφορά και όχι το Οικογενειακό, για τον απλούστατο λόγο ότι τα μέρη δεν τέλεσαν μεταξύ τους γάμο και με βάση την ισχύουσα νομοθεσία και επακόλουθη νομολογία, το Οικογενειακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας (βλ. Π. Λογγίνου v. Θ. Λογγίνου
(2000)1 Α.Α.Δ.1347, Μαρία Σωτήρη Ανδρέου v. Σωτήρη Ανδρέου Κυριάκου
(2002)1(Β) Α.Α.Δ.896 και Περικλέους v. Εγγλέζου κ.α., Έφεση 5/10, ημερ. 9.6.2011). Η δεύτερη προϋπόθεση επίσης πληρείται κατά την άποψη μου. Το αποδεικτικό βάρος, υπενθυμίζω είναι πολύ χαμηλό. Χρειάζεται απλώς να καταδειχθεί στην ουσία και στην πράξη μια προοπτική επιτυχίας. Αυτή η προοπτική με βάση τα γεγονότα ασφαλώς και υπάρχει. Δεν είναι της ώρας, το Δικαστήριο να ενδιατρίψει στις εξειδικευμένες νομικές αρχές που διέπουν την εγκυρότητα ή μη της Συμφωνίας - τεκμήριο
- Τα εξωτερικά χαρίσματα μιας συμφωνίας τα συγκεντρώνει το τεκμήριο
- Αυτό είναι αρκετό. Είναι αξίωμα της κυρίως δίκης, να αποφασιστεί αν η Συμφωνία είναι ανεφάρμοστη είτε λόγω ασάφειας των όρων της, είτε λόγω έλλειψης αντιπαροχής κατά τον χρόνο συνομολόγησής της, είτε ακόμα λόγω μεταγενέστερης συμφωνίας των μερών για πώληση της κατοικίας. Δεν δύναται όμως τα θέματα αυτά, να αποτελέσουν τώρα τροχοπέδη στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στο πλαίσιο αυτό, δεν αγνοώ και το γεγονός ότι η αιτήτρια είναι συνοφειλέτης στο νέο δάνειο, στοιχείο ουσιαστικό και όχι τυπικό, ως χαρακτηρίστηκε από τον καθ' ου η αίτηση. Η ανάληψη μιας τέτοιας δέσμευσης, θέτει στους ώμους της τεράστιες οικονομικές υποχρεώσεις, τις οποίες προφανώς επέλεξε να επωμιστεί, έχοντας αντίστοιχες βλέψεις στο ιδιοκτησιακό καθεστώς της κατοικίας. Έρχομαι τώρα στην τρίτη προϋπόθεση. Είναι γεγονός ότι η πλήρωση αυτής της προϋπόθεσης δεν προβάλλεται με την αναμενόμενη επίταση στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. Ωστόσο, μέσα από την αντεξέταση του καθ' ου η αίτηση διαφάνηκε ξεκάθαρα ότι πληρείται και αυτή η προϋπόθεση. Συγκεκριμένα, ενώ στην ένορκη του δήλωση ισχυρίζεται ότι μπορεί να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί εναντίον του, στην αντεξέταση ήταν διάχυτη η από μέρους του προβολή της οικονομικής του δυσπραγίας. Στο πλαίσιο αυτό, μεταξύ άλλων, ανέφερε τα εξής: Πρώτον, ότι δεν εργάζεται πλέον ως οδοντίατρος, επάγγελμα το οποίο ασκούσε κατά τη σύναψη του προτού δανείου. Δεύτερον, για να μπορέσει να ανταπεξέλθει, μόλις πρόσφατα, ζήτησε και πέτυχε αναδιάρθρωση του δευτέρου δανείου, με τη δραστική μείωση της δόσης από €876,67 σεντ σε €300.00 και τρίτον, επέστρεψε στην επίδικη κατοικία για να μην καταβάλλει ενοίκιο. Τα στοιχεία αυτά, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι τα ποσά που διεκδικεί η αιτήτρια δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητα, δημιουργούν κίνδυνο αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης αν δεν εκδοθεί τώρα το αιτούμενο διάταγμα και διασφαλιστεί με τον τρόπο αυτό το επίδικο κεντρικό περιουσιακό στοιχείο της υπόθεσης, που δεν είναι άλλο από την κατοικία. Ο προαναφερθείς κίνδυνος επιτείνεται έτι περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη την διφορούμενη στάση που φαίνεται να επιδεικνύει ο καθ' ου η αίτηση έναντι των διεκδικήσεων της αιτήτριας. Από τη μια, δείχνει να αναγνωρίζει ότι η αιτήτρια έχει δικαιώματα επί της επίδικης κατοικίας, δηλώνοντας μάλιστα έτοιμος να διαβουλευτεί μαζί της εκτός Δικαστηρίου προς τον σκοπό εξεύρεσης κάποιας λογικής λύσης, αλλά και να την ενημερώνει για ενδιαφερόμενους αγοραστές και από την άλλη, χαρακτηρίζει την κατοικία ως δική του και την αιτήτρια ως «επισκέπτρια» (guest) (βλ σημείο (d) της επιστολής του ημερ.15.7.13 -τεκμήριο 3 στην Αίτηση). Η εκ των υστέρων άρνησή του, του γεγονότος αυτού είναι ασυμβίβαστη, κατά την κρίση μου, με το ξεκάθαρο λεκτικό της επιστολής. Κλείνοντας με την προϋπόθεση αυτή, να υπενθυμίσω συναφώς ότι δεν χρειάζεται καν να καταδειχθεί δρομολογούμενη διαδικασία πώλησης ή αποξένωσης. Η πιθανότητα και μόνο παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης, η οποία ήθελε εκδοθεί είναι αρκετή Φετοτάκη v. Χριστοφή κ.α
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ 800. Λαμβάνοντας υπόψη μου την ενώπιόν μου μαρτυρία και ειδικά τα όσα αναφέρθηκαν σε σχέση με το ενδεχόμενο να επισκέφθηκαν την κατοικία ενδιαφερόμενοι αγοραστές - ασχέτως του πότε ακριβώς έγινε τούτο - και ο βαθμός στον οποίο προχώρησε η διαδικασία πώλησης - φρονώ πως η προαναφερθείσα πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου, υφίσταται. Ως εκ των ανωτέρω, κρίνω ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση. Παραμένει η συνισταμένη που αφορά στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να εκδώσει ή όχι το αιτούμενο διάταγμα, έχοντας ως γνώμονα το ισοζύγιο της δικαιοσύνης (balance of justice rather than convenience)-(βλ. Francome v. Mirror Group Newspaper [1984] 2 All E.R. 408). Και εδώ, η πλάστιγγα σαφώς γέρνει προς την πλευρά έκδοσης του διατάγματος, αφού από τη μια το διακύβευμα για την αιτήτρια είναι όλα όσα περίγραψα ανωτέρω, ενώ από την άλλη ο καθ' ου η αίτηση ουδόλως δύναται να επηρεαστεί. Ο ίδιος δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι διαμένει στην κατοικία και δεν σκοπεύει πλέον να την πωλήσει. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του έχει αφαιρέσει την πινακίδα του "πωλείται" και θα δώσει (αν δεν έδωσε ήδη) ανάλογες οδηγίες και στον κτηματομεσίτη του. Προτού κλείσω, δυο λόγια για το θέμα που τέθηκε από πλευράς καθ' ου η αίτηση και αφορά στην υποτιθέμενη προβολή διαζευκτικών ισχυρισμών γεγονότων στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κάτι τέτοιο είναι ανεπίτρεπτο. Είναι αδιανόητο ο ενόρκως δηλών, να θέτει στη γραπτή του μαρτυρία διαφορετικές εκδοχές ως προς την ουσία των γεγονότων. Εδώ δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Η ουσία της (επίμαχης) αναφοράς της αιτήτριας είναι ότι οι Λ.Κ.7000 για αγορά της κατοικίας, δόθηκαν από δικής της πλευράς. Στη δική της πλευρά είναι τόσο η ίδια όσο και ο πατέρας της. Επομένως, είναι το ίδιο και το αυτό που προβάλλεται, είτε τα χρήματα βγήκαν από τη δική της τσέπη, είτε από την τσέπη του πατέρα της εκ μέρους και για λογαριασμό της. Στη βάση όλων των πιο πάνω, εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος 1 της Αίτησης. Επιδικάζονται €900 έξοδα, πλέον ΦΠΑ υπέρ της ενάγουσας- αιτήτριας και εναντίον του εναγομένου-καθ'ου η αίτηση, πληρωτέα στο τέλος της δικαστικής διαδικασίας. (Υπ) ................................. Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο