← Κύπρος

ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Σπύρος Κίττου κ.α., Αρ. Αγωγής: 4990/98, 2/12/2013

ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Σπύρος Κίττου κ.α., Αρ. Αγωγής: 4990/98, 2/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A144 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4990/98 Μεταξύ: ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ Ενάγουσας και

  1. Σπύρος Κίττου,
  2. Γεώργιος Γεωργίου,
  3. Νίκη Νικολάου, Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 29/01/2013 για τροποποίηση του διατάγματος ημρ.02/11/00 Ημερομηνία: 2 Δεκεμβρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια-Εναγόμενη Εταιρεία: κος Σκορδής Για Καθ' ου η αίτηση-Εναγόμενο: κ. Χριστοδούλου με κα. Στυλιανού Α Π Ο Φ Α Σ Η (μόνο σε σχέση με τα έξοδα) Η υπό κρίση αγωγή αφορά μια συμφωνία ενοικιαγοράς ενός αυτοκινήτου το οποίο είχε αγοραστεί από τον Εναγόμενο. Απόφαση στην υπό κρίση αγωγή είχε εκδοθεί στις 16/06/1999 και στις 11/02/2009 είχε ανανεωθεί η απόφαση. Μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του Εναγόμενου 1 - Καθ' ου η Αίτηση είχε εκδοθεί διάταγμα αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους του δια μηνιαίων δόσεων εκ £80-. Στις 29/01/13 καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση η οποία αφορούσε αίτημα για τροποποίηση του εκδοθέντος διατάγματος, ημερομηνίας 02/11/00, με την αποκοπή του συγκεκριμένου ποσού από τις απολαβές του. Ο Εναγόμενος 1- Καθ ου η Αίτηση, εκπροσωπούμενος από συνήγορο καταχώρησε, στις 05/03/13, Ένσταση μετά που αιτήθηκε δυο φορές παράταση για την καταχώρηση της συγκεκριμένης Ένστασης, στις 29/01/13 και στις 05/03/
  4. Η αίτηση είχε οριστεί για ακρόαση στις 17/04/13 και την ημέρα εκείνη η πλευρά των Εναγόντων - Αιτητών είχε ζητήσει αναβολή της ακρόασης λόγω των προβλημάτων που υπήρχαν σε σχέση με τις υποθέσεις που αφορούσαν την Λαϊκή Τράπεζα και με πρόθεση να αποσυρθεί η συγκεκριμένη αίτηση. Στις 06/06/13 η πλευρά των Αιτητών ήταν έτοιμη να αποσύρει την αίτηση άνευ βλάβης και χωρίς έξοδα αλλά η πλευρά του Καθ ου η Αίτηση ζητούσε τα έξοδά της. Ορίστηκε για οικονομική εξέταση του Καθ ου η Αίτηση στις 10/10/10, προφανώς εκ παραδρομής αφού έπρεπε να οριζόταν για ακρόαση αφού αφορούσε τροποποίηση του διατάγματος και όχι έκδοση διατάγματος και την ημέρα εκείνη ζητήθηκε αναβολή της ακρόασης από τον Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση λόγω του ότι απουσίαζε ο δικηγόρος του. Στις 21/10/10 που είχε οριστεί για οδηγίες η πλευρά των Αιτητών εξήγησε στο Δικαστήριο, με την παρούσα του σύνθεση, την πρόθεση της για απόσυρση της αίτησης καθώς και το γεγονός ότι οι δυο πλευρές διαφωνούσαν μόνο στο θέμα των εξόδων. Ορίστηκε, μετά από την συγκεκριμένη διευκρίνιση, η Αίτηση, για αγορεύσεις μόνο σε σχέση με τα έξοδα. Οι δυο πλευρές προχώρησαν με προφορικές αγορεύσεις. Ήταν η θέση του κ. Χριστοδούλου, εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση- Εναγόμενου 1, ότι ο Καθ' ου η Αίτηση ήταν πάντοτε παρόν στο Δικαστήριο και ήθελε να προβάλλει τους ισχυρισμούς του και δεν μπορεί ένας διάδικος να αποσύρει οποιοδήποτε δικονομικό μέτρο χωρίς κάποιες επιπτώσεις αφού γενεσιουργός αιτία της δημιουργίας των εξόδων ήταν η καταχώριση της συγκεκριμένης αίτησης. Ο κος Σκορδής, εκ μέρους της Αιτήτριας-Ενάγουσας, είχε την αντίθετη άποψη. Αναγνώρισε ότι τα έξοδα ανάγονται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αλλά εισηγήθηκε ότι το μεγαλύτερο μέρος των εξόδων είχε προκύψει από πλευράς του Εναγόμενου 1 - Καθ' ου η Αίτηση. Εξήγησε ότι η υπόθεση αναβαλλόταν από τις 06/06/13 γιατί ο Καθ' ου η Αίτηση ζητούσε έξοδα και ανέφερε ότι είχε γίνει εισήγηση, προς τον συνήγορο του Εναγόμενου 1 - Καθ΄ ου η Αίτηση, καταβολής των πραγματικών εξόδων η οποία δεν είχε γίνει αποδεκτή. Δικαιοδοτική βάση για την απονομή εξόδων συνιστά η Δ.50 θ.1 η οποία προβλέπει ως ακολούθως: «Subject to the provisions of any law or rules, the costs of and incident to any proceedings shall be in the discretion of the Court or Judge..........» Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5η εκδ, παρα. 1738 διαβάζουμε τα ακόλουθα: « The Court has discretion as to whether cots are payable by one party to another, the amount of the costs and when they are to be paid. Where costs are in the discretion of the court, a party has no right to costs unless and until the court awards them to him, and the court has absolute discretion to award or not to award them. This discretion must be exercised judicially; it must not be exercised arbitrarily but in accordance with reason and justice.» Μεταξύ των παραγόντων που μπορούν να ληφθούν υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συμπεριλαμβάνεται και ο τρόπος διεξαγωγής της διαδικασίας από τους διάδικους στην διαφορά βλ. Halsbury's Laws of England, 4η εκδ, τόμος 10, παρα. 17, σελ.
  5. Η καθιερωμένη αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για την απονομή εξόδων ασκείται με γνώμονα το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Στην απόφαση Μιχαήλ Χάσικος κ.α. v. Ανδρέα Χαραλαμπίδη

(1990)1 Α.Α.Δ. 389, στη σελίδα 393 καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Η απονομή των εξόδων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η ευχέρεια ασκείται δικαστικά με γνώμονα, ως κύριο μέτρο, το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Τόσο βαθειά θεμελιωμένη είναι η αρχή αυτή στην αστική διαδικασία, τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, ώστε να μη δίδονται κατά κανόνα λόγοι (εξυπακούονται) για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν η διαταγή για τα έξοδα συνάδει με την αρχή αυτή. Οι λόγοι για τους οποίους τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα (στην αστική διαδικασία) είναι ευνόητοι: Η δικαίωση δε συνεπάγεται δαπάνη» Στην υπόθεση Μάρω Ζαβρού v. Ελενίτσας Μιχαηλίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 477, στη σελίδα 481 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η έκδοση διαταγής για έξοδα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του εκδικάζοντος δικαστηρίου. Στην άσκηση αυτής της εξουσίας προέχει ο κανόνας λογικής σύμφωνα με τον οποίο τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Τόσο μάλιστα είναι ισχυρός που από μόνος του παρέχει την αιτιολόγηση στην κάθε αντίστοιχη εξέλιξη χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξειδίκευσης. Παρέκκλιση δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχει άλλη επαρκής περίσταση που πρέπει βέβαια να εκτίθεται. Χρήσιμη υπόμνηση περί τούτου γίνεται στην Χάσικος Μιχαήλ ν. Ανδρέα Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389.» Σχετική επί του θέματος είναι και η ακόλουθη περικοπή από την απόφαση Αναφορικά με τη Δ.35 θ.20 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίου Νόμου
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ.809, όπου στη σελίδα 814 κ.ε., καταγράφονται τα ακόλουθα: «Η Δ.59 θ. 13 προσφέρει τη δυνατότητα και καθορίζει τις ευρύτατες παραμέτρους άσκησης της δικαστικής ευχέρειας ως προς την επιβολή ή επιδίκαση εξόδων, ιδιαίτερα σε αχρείαστες, κακόβουλες ή υπέρμετρα χρονοβόρες διαδικασίες. Η διαταγή αυτή έχει ως βάση τους παλαιούς αγγλικούς θεσμούς και συγκεκριμένα το Order 65 r. 27 που απαντάται στην Αγγλική Ετήσια Δικονομική Πρακτική (Annual Practice) του 1955 όπου κάτω από τον τίτλο "Έξοδα Τροποποιήσεων" (Costs of Amendment) διαβάζουμε σε ελεύθερη μετάφραση: "Όπου απαιτείται άδεια του Δικαστηρίου για τροποποίηση το διάταγμα που επιτρέπει την τροποποίηση μπορεί να προσδιορίζει το θέμα των εξόδων με βάση την αρχή ότι ο αντίδικος πρέπει να αποζημιώνεται ή να αποκαθίστανται με έξοδα, αλλά το Δικαστήριο είναι ελεύθερο ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε προηγούμενες διαταγές, να επιβάλει οποιοδήποτε όρο θεωρεί σκόπιμο σε συνάρτηση με τα έξοδα ή να επιφυλάξει το θέμα των εξόδων αφήνοντας να αποφασισθεί στην ακρόαση η να μην επιβάλει κανένα." Στην υπόθεση Νίτσα Θρασυβούλου v. ARTO ESTATES LIMITED
(1993)1 Α.Α.Δ. 12, στη σελίδα 15 καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Είναι θεμελιωμένο ότι ο βασικός παράγοντας που διέπει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, είναι το αποτέλεσμα της δίκης. Θεωρείται ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και εύλογο να τα επωμίζεται ο αποτυχών διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο (όπως τεκμηριώνεται από το αποτέλεσμα) αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία των εξόδων. Κλασσικό παράδειγμα εξαίρεσης από τον κανόνα αποτελεί η περίπτωση επιτυχόντα διαδίκου ο οποίος συμβάλλει με το χειρισμό της υπόθεσης του στην αύξηση των εξόδων της δίκης· σ' εκείνη την περίπτωση δικαιολογείται ο μετριασμός της εφαρμογής του κανόνα (τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα) και η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ώστε να αντανακλάται η συμβολή του επιτυχόντα διαδίκου στη διόγκωση των εξόδων. Δεν είναι όμως παραδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντα διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο.» Σχετικά με τη διακριτική αυτή εξουσία στο Annual Practice του 1960 καταγράφονται τα πιο κάτω, στις σημειώσεις κάτω από το Order 65, r.1, στη σελ.1822-1824 (ύστερα από σχετική αναφορά σε σειρά αποφάσεων): "Where there are no materials on which the Judge can exercise his discretion, he is not justified in depriving a successful party of his costs ... If, however, there are any grounds, their sufficiency is a matter for the Judge's discretion, which will not be interfered with ... A successful party may be deprived of his costs if he presents a false case or false evidence, or acts oppressively in the action ... In many classes of cases the Courts award costs on settled principles, but it is always in the discretion of the Court to depart from the rule where the circumstances of the particular case require it. The distinction between costs awarded according to a general rule and costs awarded in the exercise of a discretion on particular facts is important, because an appeal lies from an order awarding costs on a wrong principle; but no appeal lies from the erroneous exercise of a discretion on particular facts ... This discretion must be exercised judicially, and the Judge ought not to exercise his discretion against a successful party on grounds wholly unconnected with the cause of action. In such a case, semble, the Court of Appeal might be compelled to intervene. But when the Judge, intending to exercise his discretion, has acted on facts connected with or leading up to the litigation, the Court of Appeal is prohibited by statute from entertaining an appeal from his decision." Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω παραταθείσες αρχές και ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της έξοδα. Οδηγήθηκα στην συγκεκριμένη κατάληξη αφού συνεκτίμησα τα ακόλουθα δεδομένα: Ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν υπάρχει επιτυχών διάδικος και ότι η πλευρά των Εναγόντων - Αιτητών δικαιούτο, δικονομικά, να προβεί στη καταχώρηση της συγκεκριμένης αίτησης, η οποία αφορά την τροποποίηση του προγενέστερου εκδοθέντος διατάγματος αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους του Καθ΄ ου η Αίτηση δια μηνιαίων δόσεων με αποκοπή από τον μισθό του. Επίσης, ήταν επιλογή του Καθ' ου η Αίτηση να εκπροσωπηθεί από τον συνήγορο της επιλογής του. Το γεγονός ότι παρεισέφρησαν γεγονότα απρόβλεπτα σε σχέση με την υπόσταση της Λαϊκής Τράπεζας δεν μπορεί να προσμετρήσει εναντίον των Αιτητών αλλά ούτε και του Καθ' ου η Αίτηση, ο οποίος σημειωτέων είχε ζητήσει αναβολή για την καταχώριση της Ένστασής του προκαλώντας περαιτέρω έξοδα στην διαδικασία καθώς επίσης είχε απορρίψει και την εισήγηση για την καταβολή των πραγματικών του εξόδων. Για τους λόγους που κατέγραψα πιο πάνω θεωρώ ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί με τέτοιο τρόπο που η κατανομή των εξόδων να είναι δίκαια. Θα είναι δίκαια μόνα αν η κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της έξοδα. Συνεπακόλουθα η κάθε πλευρά θα επωμιστεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.