← Κύπρος

Αναφορικά με την Αίτηση για Έκδοση του KONSTANTIN MARTIYANOV, Αίτηση Έκδοσης Φυγόδικου αρ.: 4/13, 17/12/2013

Αναφορικά με την Αίτηση για Έκδοση του KONSTANTIN MARTIYANOV, Αίτηση Έκδοσης Φυγόδικου αρ.: 4/13, 17/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A157 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αίτηση Έκδοσης Φυγόδικου αρ.: 4/13 Αίτηση έκδοσης φυγοδίκου σύμφωνα με τον περί Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεων Φυγοδίκων (κυρωτικός Νόμος) (Ν.95/70)και των περί Έκδοσης Φυγοδίκων Νομο (Ν.97/70) και Αναφορικά με την Αίτηση για Έκδοση του KONSTANTIN MARTIYANOV -------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 17 Δεκεμβρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία-Αιτητές : κα Ε. Λοϊζίδου Για τον Καθ' ου η αίτηση: κ. Δημητρίου Καθ' ου η αίτηση: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η έκδοση του Konstantin Martiyanov, εφ εξής ο Καθ' ου η Αίτηση-Εκζητούμενος, στην Ρωσία. Έρεισμα για την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης του Konstantin Martiyanov ήταν το προηγηθέν αίτημα των Ρωσικών Αρχών προς το Υπουργείο Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας για την έκδοση του Καθ' ου η Αίτηση, ο οποίος αντιμετωπίζει αδικήματα υπεξαίρεσης και απάτης στην Ρωσία. Στις 11/02/2013 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του Konstantin Martiyanov, ο οποίος συνελήφθηκε από τις Κυπριακές Αρχές στις 24/07/

  1. Στις 25/07/13 ο Καθ' ου η Αίτηση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, εξετάστηκε το αίτημα για κράτησή του μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας και η υπόθεση είχε οριστεί για προγραμματισμό στις 16/9/13, με τον Καθ' ου να παραμένει ελεύθερος υπό όρους. Η ακρόαση ξεκίνησε στις 02/10/13 λόγω του ότι ο συνήγορος του Καθ' ου εξέταζε το ενδεχόμενο να αποδεχτεί να σταλεί στην Ρωσία. Μαρτυρία δόθηκε από τον κ. Αντρέα Κυριακίδη, Μ.Α.1, υπεύθυνος του Τομέα Διεθνούς Νομικής Συνεργασίας στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Ήταν η θέση του ότι είχαν παραληφθεί διάφορα έγγραφα που αφορούσαν τον Εκζητούμενο από τις Ρωσικές Αρχές. Τα συγκεκριμένα έγγραφα είχαν παραληφθεί στις 21/08/13 με συνοδευτική επιστολή του Υπουργείου Εξωτερικών. Κατατέθηκαν, ως Τεκμήριο 1, τα έγγραφα που είχαν παραληφθεί από τις Ρωσικές Αρχές. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης, σε συνεργασία με τη Νομική Υπηρεσία, προχώρησε άμεσα και έκδωσε την εξουσιοδότηση η οποία είναι κατατεθειμένη στο φάκελο του Δικαστηρίου. Σημειώθηκε, ως Τεκμήριο 2, η εξουσιοδότηση. Είχε ζητηθεί από το Υπουργείο Εξωτερικών η ετοιμασία των πιστοποιητικών που απαιτούνται από το Νόμο, ήτοι ότι η Ρωσική Ομοσπονδία έχει προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Φυγοδίκων. Κατατέθηκε, ως Τεκμήριο 3, το σχετικό πιστοποιητικό. Με αναφορά στο Τεκμήριο 1 υπέδειξε τη Ρηματική Διακοίνωση της Πρεσβείας της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Κύπρο με την οποία είχαν διαβιβαστεί τα συγκεκριμένα έγγραφα στο Υπουργείο Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας για να διαβιβαστούν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι με την παραλαβή των εγγράφων αυτά μελετούνται, σε συνεργασία με τη Νομική Υπηρεσία και ετοιμάζεται εξουσιοδότηση η οποία υπογράφεται από τον Υπουργό. Εξήγησε ότι το Τμήμα στο οποίο προΐσταται, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, απαρτίζεται από νομικούς οι οποίοι μελετούν το περιεχόμενο των εγγράφων που παραλαμβάνονται και αν υπάρχει αντιστοιχία των αδικημάτων, για τα οποία ζητείται η έκδοση, με αδικήματα του ποινικού κώδικα ετοιμάζεται η εξουσιοδότηση και προωθείται η διαδικασία. Στη συγκεκριμένη υπόθεση προέκυψε αντιστοιχία σε σχέση με τα αδικήματα για τα οποία είχε εκδοθεί το ένταλμα σύλληψης οπόταν και προχώρησε η έκδοση του συγκεκριμένου πιστοποιητικού. Δεύτερος, έδωσε μαρτυρία ο κ. Κύριλλος Νικολάου, Μ.Α.2, ο οποίος υπηρετεί στο Τμήμα Προξενικών Υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών. Ήταν η θέση του ότι τα έγγραφα παραλαμβάνονται δια της διπλωματικής οδού, από τη Ρωσική Πρεσβεία και διαβιβάζονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Ο ίδιος είχε παραλάβει τα έγγραφα, που αφορούσαν το αίτημα των Ρωσικών Αρχών για την έκδοση του Konstantin Martiyanov, τα οποία στη συνέχεια είχε διαβιβάσει με επιστολή στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Αναγνώρισε στο Τεκμήριο 1 την επιστολή την οποία είχε συντάξει καθώς και τη Ρηματική Διακοίνωση η οποία του είχε δοθεί στις 21/08/13 από διπλωμάτη της Ρωσικής Πρεσβείας. Όλα τα έγγραφα που απαρτίζουν το Τεκμήριο 1 είχαν διαβιβαστεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης δια χειρός. Το πιστοποιητικό, το Τεκμήριο 2, είχε υπογραφτεί από τον πολιτικό διευθυντή του Υπουργείου Εξωτερικών. Αντεξεταζόμενος ήταν η θέση του ότι ο ίδιος δεν είχε διαβάσει το περιεχόμενο των εγγράφων που απαρτίζουν το Τεκμήριο
  2. Τελευταίος, έδωσε μαρτυρία ο Α/Αστ. 2589 Γ. Αντωνίου, Μ.Α.3, ο οποίος υπηρετεί στο ΤΑΕ Αμμοχώστου. Ανέφερε ότι είχε ληφθεί μήνυμα από την Interpol με την οποία ζητείτο η έκδοση διεθνούς εντάλματος σύλληψης εναντίον του Konstantin Martiyanov. Εξετάστηκαν τα έγγραφα και εκδόθηκε το σχετικό ένταλμα. Ο ίδιος είχε ετοιμάσει τον όρκο, ο οποίος είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για να εκδοθεί ένταλμα σύλληψης. Αντεξετασθής ισχυρίστηκε ότι σύμφωνα με την αλληλογραφία που είχε ληφθεί ο Εκζητούμενος αντιμετώπιζε αδικήματα υπεξαίρεσης με απάτη. Είχαν εντοπιστεί σχετικά αδικήματα στον ποινικό κώδικα τα οποία είχαν καταγραφεί στον όρκο που είχε παρουσιαστεί στο Δικαστήριο για την έκδοση του εντάλματος σύλληψης. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας των Αιτητών μαρτυρία δόθηκε και από τον Καθ' ου η Αίτηση-Εκζητούμενο, Konstantin Martiyanov. Σύμφωνα με τον Konstantin Martiyanov ο ίδιος είχε αφιχθεί στην Κύπρο τον Ιούλιο του
  3. Αρχικά διέμενε στην Αγία Νάπα σε δικό του διαμέρισμα παράλληλα όμως είχε ενοικιάσει ένα διαμέρισμα στη Λεμεσό έτσι ώστε το παιδί του να παρακολουθεί μαθήματα σε Ρωσικό σχολείο. Αρχικά στην Κύπρο είχε έρθει το 2007 ή το
  4. Είχε συλληφθεί στις 24/07/13 και τότε ήταν που είχε μάθει το λόγο που η Ρωσική Ομοσπονδία ζητούσε τη σύλληψη του. Όπως ο ίδιος είχε αντιληφθεί ζητείτο από Ρωσία για να αναφέρει τους λόγους που η επενδυτική εταιρεία του είχε καταχραστεί τα χρήματα των επενδυτών. Ο ίδιος, ήταν η θέση του, διατηρούσε επενδυτική εταιρεία η οποία στόχευε στο να βρει επενδυτές οι οποίοι από τις επενδύσεις τους θα κέρδιζαν πολλά λεφτά. Η συγκεκριμένη εταιρεία είχε προσωπικό 15 άτομα. Ο ίδιος είχε καθήκοντα διευθυντή, ήταν μεγαλομέτοχος, ενώ παράλληλα διοικούσε και το προσωπικό της συγκεκριμένης εταιρείας. Υπήρχαν και άλλοι πέντε μέτοχοι και όλοι μαζί λάμβαναν αποφάσεις σε σχέση με την εταιρεία. Υπήρχαν δύο τμήματα στη συγκεκριμένη εταιρεία το λογιστήριο και το τμήμα επικοινωνίας. Το τμήμα επικοινωνίας έλεγχε πόσα χρήματα είχαν εισπραχθεί από την εταιρεία, πόσα χρήματα είχαν επενδυθεί και διαπίστωνε το κέρδος. Παράλληλα, απαντούσαν τις τηλεφωνικές κλήσεις από επενδυτές οι οποίοι ζητούσαν να μάθουν τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να επενδύσουν καθώς και τη διαδικασία. Τα χρήματα που εισπράττονταν, μέσω λογιστηρίου, κατατίθονταν την ίδια ημέρα σε λογαριασμό της εταιρείας και τόσο ο ίδιος καθώς και οι άλλοι πέντε διευθυντές της εταιρείας αποφάσιζαν πως θα επενδύονταν τα χρήματα. Εξήγησε, ότι υπήρχαν γύρω στους 800 επενδυτές από τους οποίους ένας πολύ ικανοποιητικός αριθμός, γύρω στους 700, είχαν πάρει τα λεφτά τους. Όμως επειδή από το 2008 μέχρι το 2010 υπήρχε έντονη οικονομική κρίση στη Ρωσία οι επενδυτές είχαν προτιμήσει την επιστροφή των χρημάτων τους. Σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας της εταιρείας εξήγησε ότι οι επενδυτές επικοινωνούσαν, μέσω τηλεφώνου και στη συνέχεια επισκέπτονταν προσωπικά το τμήμα επενδύσεων. Μετά την υπογραφή των συμβολαίων προχωρούσαν στο λογιστήριο. Αν ο επενδυτής πλήρωνε σε μετρητά η υπεύθυνη του λογιστηρίου υπέγραφε ότι είχε παραλάβει το συγκεκριμένο ποσό χρημάτων από τον επενδυτή. Ακολούθως, το προσωπικό ασφαλείας μετέφερε τα λεφτά στην Τράπεζα. Οι επενδυτές είχαν ένα κέρδος της τάξεως του 50% των χρημάτων που επένδυαν. Για έξι και πλέον χρόνια η εταιρεία ήταν σταθερή με υψηλά επίπεδα απόδοσης. Υποστήριξε ότι τον Φεβρουάριο, που είχε φύγει από τη Ρωσία, δεν είχε εμποδιστεί από οποιοδήποτε και το 2012, που είχε επισκεφθεί τη Ρωσία, για ένα μήνα ζούσε στο σπίτι πλην όμως κανένας δεν τον είχε αναζητήσει. Επίσης, είχε επισκεφθεί την Πρεσβεία της Κύπρου στη Ρωσία και κανένας δεν του είχε αναφέρει οτιδήποτε. Ούτε και είχε αναζητηθεί από το σπίτι του, στη Ρωσία, στο οποίο διέμενε η μητέρα του. Εξ' ου και δεν γνώριζε ότι είχε προκύψει η συγκεκριμένη υπόθεση. Σε σχέση με τα γεγονότα που καταγράφονται στο ένταλμα σύλληψης και ανάγονται στο 2010 ήταν η θέση του ότι η εταιρεία του είχε κηρυχθεί σε πτώχευση από το Ανώτατο Δικαστήριο και είχαν κατασχεθεί οι άδειες λειτουργίας. Ακολούθως, ο ίδιος είχε μετακομίσει στην Κύπρο. Κατά την άποψή του είναι γνωστό ότι στις επενδύσεις υπάρχει και ρίσκο και το ρίσκο είναι μεγαλύτερο όταν τα λεφτά επενδύονται παρά όταν κατατίθενται στην Τράπεζα. Κατέληξε, ότι από τα έγγραφα που συνοδεύουν το ένταλμα σύλληψης διαφαίνεται ότι επιζητείται η σύλληψη του με σκοπό να ανακριθεί λόγω του ότι ήταν διευθυντής της συγκεκριμένης εταιρείας. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι είχε συλληφθεί κατά την επίσκεψη του στο Τμήμα Αλλοδαπών της Αγίας Νάπας και λόγω της σύλληψης του δεν είχε καταστεί δυνατό να ανανεώσει την άδεια παραμονής του. Υποστήριξε ότι το διαβατήριο του και η άδεια οδηγού του είχαν παραληφθεί κατά τη σύλληψή του και γι αυτό δεν μπορεί να ανανεώσει την άδεια παραμονής του γιατί πάντοτε ζητείται φωτοτυπία του διαβατηρίου. Λόγω του ότι το διαμέρισμα στην Αγία Νάπα είναι επ' ονόματι του ιδίου η σύντροφός του και η κόρη του δεν μπορούν να ανανεώσουν την άδεια παραμονής τους. Παραδέχθηκε ότι μετά τη σύλληψη του δεν είχε απευθυνθεί στο Τμήμα Μετανάστευσης, λόγω του ότι δεν έχει στην κατοχή του το διαβατήριο του και την άδεια οδηγήσεως του μέσα στην οποία άδεια υπάρχει και μια προσευχή η οποία του είχε δοθεί από τη γιαγιά του και ήταν σημαντική για τον ίδιο. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι την επίδικη εταιρεία την είχε ιδρύσει το 2004 ενώ προηγουμένως υπήρχε μια άλλη εταιρεία η οποία είχε ιδρυθεί το
  5. Όλα τα έγγραφα για την ίδρυση της εταιρείας «Uralskayia Kompanya» ήταν νόμιμα και δεν υπήρξε κανένα ψεύτικο έγγραφο. Επέμενε στη θέση του ότι πρώτη εταιρεία είχε αρχίσει τη λειτουργία της το
  6. Υποστήριξε ότι ακόμα και το 2008 η δική του η εταιρεία είχε κέρδη ανεξάρτητα από την ύπαρξη της κρίσης. Προς τα τέλη όμως του 2009 οι Τράπεζες, οι οποίες επίσης είχαν επενδύσει, τους είχαν κατάσχει την ακίνητη περιουσία και τους είχαν αναγκάσει να την πωλήσουν με έκπτωση 70% από την κανονική τιμή της. Και ενώ η φυσική της αξία ήταν €12.000.000- στα έγγραφα καταγράφεται το ποσό €1.100.000- Ήταν η θέση του σε ερώτηση που του τέθηκε ότι ο ίδιος διέμενε στην πόλη Chelyabinsk στην οδό Mamin 11, διαμ.
  7. Εκεί διαμένει και η μητέρα του με την οποία διέμενε μετά το χωρισμό του. Επέμενε στη θέση του ότι ο ίδιος έχει δηλώσει τη συγκεκριμένη διεύθυνση ως τη διεύθυνση εγγραφής του και καταβάλλει και τους σχετικούς φόρους σε εκείνη την οδό. Αρνήθηκε ότι είχε καταδικαστεί για οποιοδήποτε λόγο στη Ρωσική Ομοσπονδία και υποστήριξε ότι το ποινικό του μητρώο είναι λευκό με εξαίρεση κάποια προστίματα. Ήταν η θέση του ότι η εταιρεία του είχε κηρυχθεί σε πτώχευση και είχε παύσει τη λειτουργία της μετά από απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου το
  8. Στη συνέχεια ο ίδιος αναχώρησε για την Κύπρο και η ποινική υπόθεση ήταν μεταγενέστερη. Ο ίδιος δεν γνώριζε για την ύπαρξη της γιατί βρισκόταν στην Κύπρο. Στα έγγραφα που έχουν σταλεί καταγράφεται ότι ο ίδιος μετά τη σύλληψη του θα ανακριθεί. Υποστήριξε εμφαντικά ότι εάν τον είχαν γυρέψει από το σπίτι του η μητέρα του θα τον ενημέρωνε. Αρνήθηκε την υποβολή ότι κρυβόταν και περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν στο Τμήμα Μετανάστευσης τα τηλέφωνά του, καθώς και ο τόπος διαμονής του και το όνομα της γυναίκας του. Όταν του υποβλήθηκε ότι είχε ενοικιάσει το διαμέρισμα στη Λεμεσό για να κρυφτεί ισχυρίστηκε ότι είχε μετακομίσει στη Λεμεσό, από την Αγία Νάπα, για να μπορεί το παιδί του να πηγαίνει σχολείο αφού στη Λεμεσό υπάρχει και Ρωσικό σχολείο. Επέμενε στη θέση του ότι ο ίδιος δεν είχε αναζητηθεί στη Ρωσία. Υποστήριξε τη θέση του αυτή αναφέροντας ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε έγγραφο, στα έγγραφα που στάλησαν από τη Ρωσική Ομοσπονδία, το οποίο να καταδεικνύει ότι είχε αναζητηθεί και δεν είχε ανεβρεθεί. Επιπρόσθετα ήταν η θέση του πως θα μπορούσε να κληθεί τηλεφωνικά από τη Ρωσική Πρεσβεία για να παρουσιαστεί. Σε σχέση με τη δομή της εταιρείας ισχυρίστηκε ότι οποιαδήποτε εταιρεία, η οποία εταιρεία η οποία ασχολείται με επενδύσεις στη Ρωσία, πρέπει να έχει τουλάχιστον πέντε υπεύθυνους για να μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις. Και οι πέντε τους ήταν νόμιμα εγγεγραμμένοι ως μέτοχοι πλην όμως διευθυντής ήταν μόνο ο ίδιος. Ένας από τους άλλους τέσσερεις διοικούσε το προσωπικό και όλες τις επενδύσεις και οι άλλοι τρεις ήταν απλά σύμβουλοι, οι οποίοι έλεγχαν τα κέρδη της εταιρείας. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του όλα τα έγγραφα που υπήρχαν στο λογιστήριο της εταιρείας είχαν κατασχεθεί. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι ο ίδιος προσωπικά δεν είχε πτωχεύσει αλλά είχε αναγκαστεί να πωλήσει την περιουσία του για να καλύψει όσο το δυνατό περισσότερες υποχρεώσεις της εταιρείας του. Παραδέχθηκε ότι έχει συμβόλαιο εργασίας με Ρωσική εταιρεία στην Κύπρο και λαμβάνει μηνιαίο μισθό €1.200- και η νυν σύζυγος του €1.500-. Επίσης ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν διατηρεί οποιοδήποτε τραπεζικό λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου στη Ρωσία αλλά διατηρεί λογαριασμό σε Τράπεζα Κύπρου στην Κύπρο. Όταν του υποβλήθηκε ότι το συμβόλαιο που είχε υποβάλει στο Τμήμα Μετανάστευσης, για να του παραχωρηθεί άδεια παραμονής, κατέγραφε ότι η πληρωμή της μισθοδοσίας του γινόταν, από το 2006, στην Τράπεζα Κύπρου ισχυρίστηκε ότι οι συγκεκριμένες ημερομηνίες που καταγράφονται στο συμβόλαιο δεν ισχύουν. Υποστήριξε, ότι η συγκεκριμένη συμφωνία είχε γίνει στις 12/02/07 και είχε ζητηθεί από τους ίδιους, το 2010, τα εμβάσματα των μισθών τους να γίνονται στην Τράπεζα Κύπρου στην Κύπρο. Στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχε πρόνοια για έμβασμα στην Τράπεζα Κύπρου στο συμβόλαιο που είχε καταρτιστεί το
  9. Το συγκεκριμένο συμβόλαιο του είχε υποδειχθεί και το αναγνώρισε. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  10. Ήταν η θέση του ότι στις αρχές Οκτωβρίου του 2010 που είχε επισκεφθεί το Τμήμα Μετανάστευσης, του είχαν δώσει μια λίστα εγγράφων τα οποία ήταν υποχρεωμένος να παρουσιάσει μεταξύ αυτών και το συμβόλαιο εργοδότησης. Του είχε αναφερθεί ότι το συμβόλαιο εργοδότησης θα έπρεπε να είναι μεταφρασμένο στα Ελληνικά ή Αγγλικά. Ο ίδιος είχε επικοινωνήσει, μέσω διαδικτύου, με ένα γραφείο που ασχολείται με μεταφράσεις στην Ρωσία στην πόλη της καταγωγής του. Στη συνέχεια ο ίδιος είχε ζητήσει από το διευθυντή της εργοδότριας εταιρείας όπως συμπεριληφθεί το συμβόλαιο ότι τα χρήματα που θα λάμβανε ως μισθό θα εμβάζονταν στην Τράπεζα Κύπρου. Ο ίδιος ο διευθυντής είχε επισκεφθεί το γραφείο των μεταφραστών και είχε ζητήσει τη συμπερίληψη του συγκεκριμένου σημείου στο έγγραφο εργοδότησης του. Μετά τις αλλαγές που είχαν γίνει στο έγγραφο είχε υπογράψει ξανά ο διευθυντής. Το συγκεκριμένο έγγραφο κατατέθηκε στο Τμήμα Μετανάστευσης και το Τμήμα Μετανάστευσης το είχε αποδεχτεί. Η ίδια διαδικασία είχε ακολουθηθεί και σε σχέση με το συμβόλαιο της πρώην συζύγου του καθώς και της συντρόφου του. Ερωτηθείς, κατά πόσο είναι ο ιδιοκτήτης της εταιρείας «Renta» ισχυρίστηκε ότι δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τη συγκεκριμένη εταιρεία. Εξήγησε ότι η εταιρεία «Renta» διατηρούσε τα γραφεία της στο κτίριο που στεγαζόταν η δική του εταιρεία. Επειδή η εταιρεία «Renta» ασχολείτο με ενοικιάσεις ακινήτων η δική του εταιρεία παραχωρούσε τα ακίνητά της στην εταιρεία «Renta» για να τα ενοικιάζει. Παραδέχθηκε ότι το 2007 δούλευε παράλληλα σε δύο εταιρείες στην εταιρεία «Profodejda» και στην «Uralskaya». Ιδρυτής της εταιρείαe «Renta» ήταν η Maria Lidvinova. Του υποδείχθηκε ένα ενοικιαστήριο έγγραφο, το οποίο αναγνώρισε ως το ενοικιαστήριο έγγραφο του διαμερίσματος του και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  11. Δεύτερη έδωσε μαρτυρία η Irena Nazarova, Μ.Κ.1, η οποία είναι συμβία του Καθ' ου η Αίτηση-Εκζητούμενου. Ήταν η θέση της ότι είχε σπουδάσει λογιστική και είχε εργαστεί ως βοηθός του λογιστή στην εταιρεία «Uralskaya». Η συγκεκριμένη εταιρεία ήταν πάρα πολύ γνωστή και πολύς κόσμος επιθυμούσε να επενδύσει τα χρήματα του στη συγκεκριμένη εταιρεία. Οι επενδυτές επισκέπτονταν το γραφείο της εταιρείας και οι υπεύθυνοι τους εξηγούσαν το κέδρος και το ρίσκο. Όταν οι επενδυτές αποφάσιζαν να προχωρήσουν ο διευθυντής είχε το δικαίωμα να συνάψει με τον επενδυτή συμφωνία και από εκεί και πέρα ο διευθυντής μπορούσε να επενδύσει στην εταιρεία. Κάποιοι από τους επενδυτές έκαμναν κατάθεση στους λογαριασμούς της εταιρείας ενώ άλλοι κατέβαλλαν μετρητά. Όταν θα καταβάλλονταν μετρητά ο επενδυτής συνοδευόταν στο λογιστήριο όπου εκεί παραλαμβάνονταν τα χρήματα και εκδίδετο απόδειξη παραλαβής των λεφτών. Στη συνέχεια ο επενδυτής παραλάμβανε τα έγγραφα του πιστοποιημένα καθώς και μια απόδειξη ότι είχαν παραληφθεί τα λεφτά. Ερωτηθείσα ανέφερε ότι είχε αφιχθεί στην Κύπρο το 2011 μαζί με το παιδί της και διέμενε στο διαμέρισμα του συζύγου της στην Αγία Νάπα. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο του αγοραπωλητηρίου εγγράφου του διαμερίσματος στην Αγία Νάπα. Επίσης αναγνώρισε το συμβόλαιο ενοικίασης του σπιτιού στη Λεμεσό το οποίο είχε γίνει επ' ονόματι της και το κατέθεσε ως Τεκμήριο
  12. Αντεξεταζόμενη υποστήριξε ότι δεν έχουν νυμφευθεί με τον Καθ' ου η Αίτηση-Εκζητούμενο αλλά ζουν μαζί και έχουν μαζί ένα παιδί. Παραδέχθηκε ότι υπάρχει επισυνημμένο, στην αίτηση για παραχώρηση άδειας παραμονής για την ίδια, το συμβόλαιο εργοδότησής της. Ως εργοδότης της στο συγκεκριμένο συμβόλαιο διαφαίνεται η εταιρεία «Renta» στην οποία εργάζεται μέχρι σήμερα. Ερωτηθείσα εξήγησε ότι ο Constantin δεν εργαζόταν και δεν έχει συμβόλαιο με την εταιρεία «Renta» και ότι απλά συνεργαζόταν με τη συγκεκριμένη εταιρεία. Εξήγησε ότι η εταιρεία «Renta» έκαμνε συμφωνίες με διάφορα πρόσωπα τα οποία ήθελαν να ενοικιάσουν κάποιους χώρους. Ο Constantin και η εταιρεία στην οποία εργαζόταν είχε τέτοιους χώρους προς ενοικίαση και η εταιρεία "Renta» αναλάμβανε να βρει ενοικιαστές για τους συγκεκριμένους χώρους. Ήταν η θέση της ότι το 2006 είχε εργοδοτηθεί από την εταιρεία «Renta» ως βοηθός λογιστή. Ενώ για την εταιρεία του Καθ' ου η Αίτηση ξεκίνησε να εργάζεται το
  13. Με τον Constantin, ήταν ο ισχυρισμός της, ότι είχαν γνωριστεί το 2008 όμως γνωρίζονταν και από προηγουμένως, λόγω του ότι η εταιρεία «Renta» στεγαζόταν στο ίδιο κτίριο με την εταιρεία «Uralskaya» είχαν γνωριστεί και η ίδια εργαζόταν παράλληλα τόσο στη "Renta» καθώς και στην «Uralskaya». Όταν της υποβλήθηκε ότι το συμβόλαιο εργοδότησής της, που είχε υποβληθεί στις Κυπριακές Αρχές για σκοπούς εκδόσεως άδειας παραμονής, κατέγραφε ότι οι μισθοί της θα εμβάζονταν στην Τράπεζα Κύπρου η ίδια ισχυρίστηκε ότι το συγκεκριμένο συμβόλαιο δεν θα μπορούσε να καταγράφει αυτό το πράγμα γιατί η ίδια δεν βρισκόταν το 2006 στην Κύπρο. Όμως υποστήριξε εμφαντικά ότι όλα τα συμβόλαια που είχαν επισυναφθεί ήταν αυθεντικά. Τελευταία έδωσε μαρτυρία η κα Ελένη Κρητικού, Μ.Κ.2, η οποία εργάζεται στο Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Επαρχίας Αμμοχώστου. Μεταξύ των καθηκόντων της είναι και οι εγγραφές Ευρωπαίων Πολιτών καθώς και η εγγραφή και παράταση των αλλοδαπών σε σχέση με την έκδοση άδειας παραμονής. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό της η ίδια γνώριζε τον Constantin Martianov λόγω του ότι είχε επισκεφθεί το Τμήμα Αλλοδαπών. Ο κ. Martianov είχε αιτηθεί εγγραφή ως αλλοδαπός στις 13/10/2010 και είχε λάβει άδεια παραμονής μέχρι τις 30/01/
  14. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 8 την αίτηση για την πρώτη εγγραφή του Constantin Martianov. Περαιτέρω υποστήριξε ότι στις 31/01/2011 ο Constantin Martianov είχε αιτηθεί ανανέωσης της άδειας παραμονής. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 9 την αίτηση για ανανέωση. Η αιτούμενη ανανέωση του είχε παραχωρηθεί μέχρι τις 30/09/2011 και στη συνέχεια είχε προχωρήσει σε περαιτέρω ανανέωση μέχρι τις 07/02/
  15. Ερωτηθείσα υποστήριξε ότι ο κ. Martianov καθυστερούσε να αιτηθεί για την ανανέωση της άδειας παραμονής του παρόλο που στις εκδοθείσες άδειες καταγράφεται, ως όρος, ότι θα πρέπει να υποβάλλεται αίτηση για την ανανέωση τους τουλάχιστον ένα μήνα πριν τη λήξη τους. Η τελευταία αίτηση για ανανέωση της άδειας παραμονής του ήταν στις 30/10/
  16. Κατατέθηκε, η συγκεκριμένη αίτηση, ως Τεκμήριο
  17. Ανανεώθηκε η άδεια παραμονής μέχρι 05/06/
  18. Σε αυτή την τελευταία αίτηση είχε προστεθεί η συμβία του Martianov, Eirina Nazarova και το ανήλικο τέκνο τους, Daria Nazarova. Αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι ο Constantin Martianov ουδέποτε είχε δηλώσει στο Τμήμα Αλλοδαπών ότι διέμενε στη Λεμεσό. Στο φάκελο του υπάρχει ως καταχωρημένη διεύθυνση του το διαμέρισμα στην Αγία Νάπα. Εξήγησε, ότι ο κάθε αλλοδαπός, όταν αλλάζει διεύθυνση, οφείλει να ενημερώσει το Τμήμα Αλλοδαπών για την αλλαγή της διεύθυνσης και να υποβάλει στο Τμήμα πρωτότυπο του συμβολαίου ενοικίασης του σπιτιού του. Ακολούθως, γίνεται καταχώρηση στο βιβλίο αλλοδαπού καθώς και στον υπολογιστή έτσι ώστε ο φάκελος τους αλλοδαπού να είναι ενημερωμένος ανά πάσα στιγμή. Ερωτηθείσα εξήγησε ότι για όλους τους αλλοδαπούς υπάρχει αναγραμμένος ο όρος, στην παραχωρηθείσα ανανέωση της άδειας παραμονής, ότι η οποιαδήποτε νέα αίτηση πρέπει να υποβάλλεται τουλάχιστον ένα μήνα πριν τη λήξη της. Ήταν ο ισχυρισμός της ότι η άδεια παραμονής του Constantin Martianov έχει λήξει από τις 05/06/
  19. Απέρριψε τη θέση ότι υπήρχε πιθανότητα ο Constantin να είχε επισκεφθεί το Τμήμα της και να του είχε αναφερθεί ότι έλειπε η λειτουργός που θα χειριζόταν την αίτησή του. Εξήγησε ότι ο κάθε αλλοδαπός που έχει ραντεβού στο Τμήμα Μετανάστευσης, ανεξάρτητα με το κατά πόσο απουσιάζει οποιοσδήποτε λειτουργός, θα εξυπηρετηθεί. Σε σχέση με τα έγγραφα που απαιτούνται για την εξέταση της αίτησης για παραχώρηση άδειας παραμονής, εξήγησε ότι θα πρέπει να υποβληθεί ασφάλεια ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, τραπεζική εγγυητική, ένα συμβόλαιο για το χώρο διαμονής και σε σχέση με τους Ρώσους υπήκοους ζητούνται επίσης αποδεικτικά στοιχεία σε σχέση με τους πόρους συντήρησής τους. Όλα αυτά τα έγγραφα πρέπει να είναι μεταφρασμένα στην Ελληνική ή στην Αγγλική γλώσσα. Ερωτηθείσα ανέφερε ότι η αίτηση για παραχώρηση άδειας παραμονής για τη συμβία και το παιδί του Constantin είχε υποβληθεί στις 30/10/
  20. Σε σχέση με την πρώην σύζυγο του ο Constantin Martianov είχε υποβάλει αίτηση για εγγραφή στις 02/02/
  21. Επανεξεταζόμενη υποστήριξε ότι ο Constantin Martianov επισκεπτόταν τακτικά το Τμήμα Αλλοδαπών για να ενημερωθεί για τα έγγραφα τα οποία θα έπρεπε να προσκομίσει. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες των Αιτητών καθώς και τους μάρτυρες για τον Καθ' ου η Αίτηση και τον ίδιο τον Καθ' ου η Αίτηση ενόσω έδιναν προφορική μαρτυρία στο Δικαστήριο, η αξιολόγηση τους δεν παρουσιάζει κανένα πρόβλημα. Χωρίς κανένα ενδοιασμό αναφέρω ότι όλοι οι μάρτυρες, που έδωσαν μαρτυρία για τους Αιτητές, ήταν μάρτυρες της αλήθειας, η μαρτυρία τους κινήθηκε στα πλαίσια των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων τους, η μαρτυρία τους δεν κλονίσθηκε καθόλου συνεπεία της αντεξέτασης γι΄ αυτό και δέχομαι τη μαρτυρία τους στην ολότητα της. Αντίθετη είναι η άποψή μου για τον Καθ' ου η Αίτηση και τη συμβία του. Ο Καθ' ου η Αίτηση προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν γνώριζε για τη διαδικασία που εκκρεμούσε στη Ρωσία εναντίον του. Εγείρεται εύλογα το ερώτημα γιατί έφυγε από τη Ρωσία μόλις κηρύχθηκε σε πτώχευση η εταιρεία καθώς και γιατί μόλις εκδόθηκε το ένταλμα σύλληψης εναντίον του προχώρησε στην ενοικίαση διαμερίσματος στη Λεμεσό, στις 13/10/12, όχι επ' ονόματί του αλλά επ' ονόματι της συμβίας του χωρίς να ενημερώσει το Τμήμα Αλλοδαπών, ενώ είχε απευθυνθεί για ανανέωση της άδειας παραμονής του στις 30/10/12, Τεκμήριο
  22. Δεν έπεισε το Δικαστήριο ότι δεν γνώριζε για τα τεκταινόμενα στη Ρωσία. Οι πράξεις του και ο τρόπος που ενεργούσε δείχνουν ακριβώς το αντίθετο. Ακόμη και το συμβόλαιο εργοδότησης του, Τεκμήριο 4, δεν ανταποκρινόταν στα όσα ο ίδιος είχε αναφέρει. Η συμβία του Καθ' ου η Αίτηση προσπάθησε να τον βοηθήσει όμως δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί πάνω στα θέματα που αφορούσαν την «Uralskaya», ή δεν ήθελε να τοποθετηθεί. Ακόμα, και για το συμβόλαιο εργοδότησης της προσπάθησε να πει ψέματα. Ισχυρίστηκε, ότι όλα όσα καταγράφονταν ήταν αληθή παρά το γεγονός ότι είχε παραδεχθεί ότι το 2007 που είχαν συνταχθεί τα συμβόλαια δεν θα μπορούσε να πληρώνεται στην Τράπεζα Κύπρου. Η μαρτυρία της κας Κρητικού, Μ.Κ.3, από την άλλη ήταν ειλικρινείς και πολύ βοηθητική. Η συγκεκριμένη μάρτυρας ήταν ειλικρινής και τα όσα ανέφερε ήταν προϊόν της εν γένει εμπειρίας της αλλά και των όσων είχε βιώσει σε σχέση με την διαδικασία έκδοσης και ανανέωσης της άδειας παραμονής του Καθ' ου η Αίτηση-Εκζητούμενου. Έχοντας αξιολογήσει τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, θα πρέπει να εξεταστεί η νομική πτυχή του αιτήματος της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Δεν αμφισβητήθηκε από τον Καθ' ου η Αίτηση-Εκζητούμενο το γεγονός ότι τόσο η Κυπριακή Δημοκρατία όσο και η Ρωσική Ομοσπονδία είναι συμβαλλόμενα μέρη και έχουν επικυρώσει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση περί της Έκδοσης Φυγόδικων. Εν πάση περιπτώσει το Τεκμήριο 3 το αποδεικνύει. Η περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νομοθεσία (Ν. 95/70όπως έχει τροποποιηθεί) έχει σκοπό να εμποδίσει φυγόδικο, ο οποίος διέπραξε αδίκημα σε μια χώρα, να βρει άσυλο σε άλλη στην οποία καταφεύγει και, έτσι, να αποφύγει τη δίκη και την τιμωρία. Βασίζεται πάνω στις απλές αρχές της δικαιοσύνης. Η νομοθεσία αυτή είναι υψίστης σπουδαιότητας για τη δημόσια απονομή της δικαιοσύνης και την εσωτερική ασφάλεια των διαφόρων χωρών βλ. Benwell v. Attorney General

(1986)LRC 2 (Const) 246 στη σελ.254 και Altieri (Αρ.2)
(1993)1 ΑΑΔ 576 στις σελίδες 580- 581). Το Άρθρο 2 της Συνθήκης αναφέρεται στα αδικήματα για τα οποία δύναται να χωρίσει Έκδοση. Διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
  1. Αδίκημα είναι αδίκημα για το οποίο δύναται να χωρήσει έκδοση αν τιμωρείται βάσει των νόμων και των δύο Συμβαλλομένων Κρατών με στέρηση της ελευθερίας για περίοδο που υπερβαίνει το ένα έτος ή με αυστηρότερη ποινή.
  2. Τηρουμένης της παραγράφου 1 του Άρθρου αυτού, αδίκημα είναι επίσης αδίκημα για το οποίο δύναται να χωρήσει έκδοση αν συνίσταται σε απόπειρα ή συνωμοσία διάπραξης, βοήθεια ή παρακίνηση, συνηγορία ή πρόκληση της διάπραξης ή ύπαρξη συνέργειας πριν από ή μετά το γεγονός οποιουδήποτε αδικήματος που περιγράφεται στην παράγραφο
  3. Για τους σκοπούς του Άρθρου αυτού, αδίκημα είναι αδίκημα για το οποίο δύναται να χωρήσει έκδοση: (α) ανεξάρτητα του αν ή όχι οι νόμοι των Συμβαλλομένων Κρατών τοποθετούν το αδίκημα εντός της ίδιας κατηγορίας αδικημάτων ή περιγράφουν το αδίκημα με την ίδια ορολογία· ή (β) ανεξάρτητα του αν ή όχι το αδίκημα είναι ένα από τα αδικήματα για το οποίο ο νόμος των Ηνωμένων Πολιτειών απαιτεί για την απόδειξη θεμάτων όπως η διαπολιτειακή μεταφορά, χρήση των ταχυδρομείων ή άλλων διευκολύνσεων που επηρεάζουν το μεταξύ των πολιτειών εμπόριο ή το εξωτερικό εμπόριο, αφού τέτοια θέματα εξυπηρετούν απλώς το σκοπό εγκαθίδρυσης δικαιοδοσίας σε δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών.
  4. Αν το αδίκημα διαπράχθηκε εκτός της επικράτειας του Αιτούντος Κράτους, η έκδοση χορηγείται αν οι νόμου του Αιτουμένου Κράτους προνοούν για την τιμωρία αδικήματος που διαπράχθηκε εκτός της επικράτειάς του υπό παρόμοιες περιστάσεις. Αν οι νόμοι του Αιτουμένου Κράτους δεν προνοούν με τον τρόπο αυτό ή εκτελεστική εξουσία του Αιτουμένου Κράτους δύναται, κατά τη διακριτική της ευχέρεια, να συγκατατεθεί για έναρξη της διαδικασίας έκδοσης.
  5. Αν χορηγήθηκε έκδοση για αδίκημα για το οποίο δύναται να χωρήσει έκδοση, χορηγείται επίσης για οποιοδήποτε άλλο αδίκημα που ορίζεται στην αίτηση, ακόμα και αν το τελευταίο αδίκημα τιμωρείται με λιγότερο από έναν έτος στέρησης της ελευθερίας, νοουμένου ότι όλες οι άλλες απαιτήσεις για έκδοση πληρούνται." Στο Τεκμήριο 1 περιλαμβάνεται η Ρηματική Διακοίνωση της Πρεσβείας της Ρωσίας στην Κύπρο με αρ. 271/Ν, ημερομηνίας 21/08/13, η οποία συνοδεύεται από αριθμό εγγράφων στα οποία περιλαμβάνονται το επίσημο αίτημα για έκδοση του Καθ' ου η Αίτηση, το υποστηρικτικό μαρτυρικό υλικό, αντίγραφα του κατηγορητηρίου και ενταλμάτων συλλήψεως που έχουν εκδοθεί εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση, αντίγραφο της φωτογραφίας του Καθ' ου η αίτηση και τα αποσπάσματα από τους σχετικούς νόμους που προνοούν τα αδικήματα για τα οποία ζητείται η έκδοση του Καθ' ου η Αίτηση. Σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ρωσικής Ομοσπονδίας, όπως φαίνεται στα έγγραφα που επισυνάπτονται στο Τεκμήριο 1 Appendix No. 1, τα αδικήματα της απάτης τα οποία διέπραξε ο Καθ' ου η Αίτηση τιμωρούνται με ποινές φυλάκισης από 1 χρόνο μέχρι και 10 χρόνια, σύμφωνα με το άρθρο 159 του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα. Στην κυπριακή νομοθεσία τα αντιπαραβαλλόμενα στην εξουσιοδότηση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως αδικήματα αφορούν τα άρθρα 255, 262, 269, 297, 298, 300, 301(α), 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα, τα οποία επιφέρουν ποινές φυλάκισης πέραν του ενός έτους. Επομένως, εφόσον στην υπό κρίση αίτηση τα αδικήματα για τα οποία ζητείται η έκδοση του Καθ' ου η Αίτηση-Εκζητούμενου τιμωρούνται με βάση τους νόμους και των δύο Συμβαλλομένων Κρατών με στέρηση της ελευθερίας για περίοδο που υπερβαίνει το ένα έτος, πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 2.
  6. της Συνθήκης για να χωρήσει έκδοση του Καθ΄ ου η Αίτηση. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο, με βάση τις πρόνοιες της κυπριακής νομοθεσίας πάνω σε θέματα έκδοσης φυγοδίκων και τις πρόνοιες της Συνθήκης, πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του Καθ' ου η Αίτηση. Η διαδικασία ρυθμίζεται από το Μέρος ΙΙΙ του Περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου. Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά από τον Πική Π. στην απόφαση Μελάς ν. Αρχηγού Αστυνομίας κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. σελ. 2261, στις σελ. 2266-2267: "Πρόκειται για ειδική διαδικασία προσαρμοσμένη στη φύση του αντικειμένου αίτησης για την έκδοση φυγόδικου. Κύριος σκοπός της είναι η διαπίστωση της ύπαρξης των προϋποθέσεων για την έκδοση του". Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται αιτήσεως, όπως η παρούσα, έχει τις ίδιες εξουσίες όπως ο δικαστής που διεξάγει προανάκριση, ενώ η δίκη διεξάγεται, στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό, όπως η δίκη συνοπτικού αδικήματος βλ. Γενικός Εισαγγελέας (Αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 136). Οι διαδικαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση φυγοδίκου, καθορίζονται στο άρθρο 12 του Κυρωτικού Νόμου 95/
  1. Σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο θα πρέπει το αίτημα να διατυπώνεται εγγράφως μέσω της Διπλωματικής οδού και να υποστηρίζεται από όλα τα σχετικά έγγραφα που αναφέρονται στην Σύμβαση. Καθορίζεται, μεταξύ άλλων, υποχρέωση στην αιτούσα χώρα όπως προσαγάγει «έκθεση πράξεων» για τις οποίες ζητείται η έκδοση, τον τόπο και χρόνο των πράξεων και παραπομπές στις νομοθετικές διατάξεις που εφαρμόζονται και οι οποίες δέον να εμφαίνονται όσο το δυνατόν ακριβέστερα. Σχετικό είναι το Άρθρο 12.2 της Σύμβασης το οποίο διαλαμβάνει ως ακολούθως: «
  2. Προς υποστήριξη της αιτήσεως θέλουσι προσαχθή: (α) Το πρωτόκολλον ή επίσημο αντίγραφον είτε εκτελεστής καταδικαστικής αποφάσεως είτε εντάλματος συλλήψεως ή ετέρας τινός πράξεως, εχούσης την αυτήν ισχύν και εκδιδομένης κατά τους τύπους τους καθοριζομένους υπό της νομοθεσίας του αιτούντος μέρους. (β) Έκθεσις των πράξεων δι' ας ζητείται η έκδοσις, ο τόπος και χρόνος πράξεως, ο κατά Νόμον χαρακτηρισμός και οι παραπομπαί εις τας νομοθετικάς διατάξεις αίτινες έχουσιν εφαρμογήν και αίτινες δέον να εμφαίνωνται κατά το δυνατόν ακριβέστερον. (γ) Αντίγραφον των κατ' εφαρμογή διατάξεων ή εφ' όσον τούτο δεν καθίσταται εφικτόν, δήλωσις του Περί εν εφαρμογή δικαίου, ως και ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος χαρακτηρισμός του καταζητουμένου ατόμου κατά πάσαν ετέραν πληροφορίαν δυνάμενη να καθορίσει την ταυτότητα και την εθνικότητα τούτου.» Επιπλέον, το Άρθρο 2 της Σύμβασης καθιερώνει τον κανόνα της διπλής ή αμφοτερόπλευρης εγκληματικότητας (double criminality). Σύμφωνα με αυτόν, έκδοση διατάσσεται για πράξεις κολάσιμες από τους νόμους τόσον της αιτούσας χώρας όσον και της χώρας από την οποία επιζητείται η έκδοση, όπως έχει ήδη λεχθεί πιο πάνω . Στην υπόθεση Διευθυντής Κεντρικών Φυλακών ν. Golov
(2001)1 Α.Α.Δ 1109, τονίστηκε ότι ο Νόμος 97/70 καθιστά την «έκθεση γεγονότων» που υποβάλλεται από την αιτούσα χώρα, το απαιτούμενο αποδεικτικό υλικό για έκδοση σε χώρες που προσυπέγραψαν την Σύμβαση. Η νομολογία, σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, επιβεβαιώνει την αρχή ότι το κριτήριο για την έκδοση φυγοδίκου δεν είναι το κατά πόσο το αδίκημα που αναφέρεται στο αλλοδαπό ένταλμα σύλληψης είναι ουσιαστικά παρόμοιο με αδίκημα δυνάμει του ημεδαπού νόμου, αλλά κατά πόσο η συμπεριφορά του φυγόδικου, αν αυτή παρατηρηθεί στη χώρα από την οποία ζητείται η έκδοση, θα συνιστούσε αδίκημα σύμφωνα με το νόμο της χώρας αυτής. Είναι γι' αυτό που η έκθεση πράξεων είναι απολύτως αναγκαία για να διερευνηθεί κατά πόσον οι πράξεις αυτές αποτελούν αξιόποινη συμπεριφορά κατά το Κυπριακό Δίκαιο. Επίσης, ο χαρακτηρισμός των αδικημάτων στο αλλοδαπό ένταλμα δεν έχει καθοριστική σημασία, αρκεί όμως το αδίκημα για το οποίο αξιώνεται η έκδοση να αναγνωρίζεται ως ουσιαστικά παρόμοιο και στις δύο χώρες. Σχετική είναι η υπόθεση Mechanov (αρ.2)
(2001)1 Α.Α.Δ 1228 όπου στην σελίδα 1234, λέχθηκε ότι δεν υπάρχει καμία νομοθετική πρόνοια που να απαιτεί ότι η εξουσιοδότηση έναρξης της διαδικασίας θα πρέπει να περιέχει οιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες των αδικημάτων για τα οποία επιζητείται η έκδοση όπως ο ακριβής αριθμός του άρθρου του κώδικα που δημιουργεί το αδίκημα. Παρόλα αυτά, η «έκθεση πράξεων» είναι απολύτως αναγκαία ούτως ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να εξετάσει το αξιόποινο των πράξεων που η αιτούσα χώρα καταλογίζει στον εκζητούμενο. Επιπλέον, η προσαγωγή της προβλεπόμενης από την Σύμβαση «έκθεσης πράξεων», αποβλέπει στη σαφή πληροφόρηση τόσο του ίδιου του εκζητούμενου προσώπου όσο και των αρχών της χώρας από την οποία ζητείται η έκδοση, περί των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση. Σχετική είναι η απόφαση Δημοκρατία ν. Kolesnikov
(2008)1(Α) ΑΑΔ 594. Στην υπόθεση αυτή παρότι την αίτηση συνόδευαν διάφορα έγγραφα Ρωσικών Δικαστηρίων, στα οποία γινόταν αναφορά σε αδικήματα που διέπραξε ο εκζητούμενος, εντούτοις δεν υπήρχε οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι υπέχει θέση έκθεσης των πράξεων για τις οποίες ζητείτο η έκδοση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για αυτόν τον λόγο, θεωρώντας ότι δεν είχαν εκπληρωθεί οι προϋποθέσεις του Άρθρου 12.2 της Σύμβασης. Στην έφεση που ακολούθησε, το Ανώτατο Δικαστήριο επικρότησε την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστή αναφέροντας, μεταξύ άλλων, στην σελίδα 602 και τα εξής: « Η προσαγωγή της έκθεσης των πράξεων αποτελεί βασική προϋπόθεση για την έκδοση φυγοδίκων. Η μη προσαγωγή του συγκεκριμένου αυτού στοιχείου, χωρίς δυνατότητα λογικής υποκατάστασής του από άλλα αξιόπιστα στοιχεία που προσάγονται για σκοπούς έκδοσης αναπόφευκτα καθιστά απορριπτέα την αίτηση έκδοσης. Στην προκείμενη περίπτωση ο πρωτόδικος δικαστής ορθά διέκρινε τη Mechanov (Αρ. 2)
(2001)1 ΑΑΔ 1228 από την παρούσα υπόθεση καθότι στη Mechanov υπήρχε ένα δισέλιδο έγγραφο που δεν είχε επικεφαλίδα τη φράση «Έκθεση πράξεων». Ωστόσο, το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου αποτελούσε ουσιαστικά «έκθεση πράξεων» στην έννοια του άρθρου 12
(2)(β) της Σύμβασης, ικανοποιώντας έτσι τη σχετική προϋπόθεση. Στην υπό εξέταση υπόθεση η παραπομπή στα επισυνημμένα έγγραφα για τον εντοπισμό των ποινικά επιλήψιμων πράξεων του Κολέσνικοφ οι οποίες συνιστούν τα αδικήματα της παραποίησης αποδείξεων και απάτης δεν είναι αρκετή καθότι ολόκληρο το υλικό προς το οποίο γίνεται η παραπομπή, αποτελείται από διάφορα έγγραφα. Το πρωτόδικο δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να επιλέξει σε ποια από αυτά τα έγγραφα θα μπορούσε ενδεχομένως να εντοπιστεί η λεπτομερής περιγραφή των πράξεων ούτε και να ταξινομήσει, σύμφωνα με τη δική του κρίση, τις όποιες πράξεις θεωρούσε ότι ενδεχομένως συνιστούν τα ποινικά αδικήματα για τα οποία αντιμετωπίζει κατηγορίες ο εκζητούμενος. Αυτή η υποχρέωση βαρύνει αποκλειστικά το μέρος το οποίο ζητά την έκδοση. Στην προκείμενη περίπτωση η παράλειψη της Ρωσικής Ομοσπονδίας να υποβάλει την έκθεση των πράξεων ως είχε υποχρέωση, άφησε κενό που δεν μπορούσε υπό τις περιστάσεις να συμπληρωθεί με άλλο τρόπο, όπως ορθά έκρινε ο πρωτόδικος δικαστής.» Έχοντας υπόψη την πιο πάνω ανάλυση, θα διερευνήσω κατά πόσον πληρούνται οι προδικαστικές προϋποθέσεις για εξέταση του αιτήματος και συγκεκριμένα κατά πόσον επισυνάπτονται με την αίτηση τα αναγκαία έγραφα όπως έκθεση γεγονότων, ένταλμα σύλληψης καθώς και καθορισμός των αδικημάτων δυνάμει του Δικαίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Όπως έχει προαναφερθεί, οι Ρωσικές αρχές είχαν αποστείλει μια δέσμη εγγράφων, Τεκμήριο 1, με την οποία ζητούσαν την έκδοση του Καθ' ου η Αίτηση. Η δέσμη αυτή αποτελείται από την επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα, του πολυσέλιδου κατηγορητηρίου (Indictment), απόφαση του Δικαστηρίου, Chelyabinsk District Court, με την οποία διατάζεται η προφυλάκιση του Καθ' ου η Αίτηση καθώς και το ένταλμα σύλληψης το οποίο τιτλοφορείται «Order on Search for the Defendant» καθώς και αντίγραφα Δικαστικών αποφάσεων για την σύλληψη του Καθ' ου, αντίγραφο του διαβατηρίου του και αντίγραφο του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα. Είναι γεγονός ότι σύμφωνα με την νομολογία δεν είναι αναγκαίο το έγγραφο που αναφέρεται στα γεγονότα της υπόθεσης να φέρει τίτλο «έκθεση πράξεων». Αρκεί το περιεχόμενο του να αποτελεί ουσιαστικά έκθεση των αξιόποινων πράξεων που καταλογίζονται στον εκζητούμενο (βλ. Mechanov (Αρ.2) ανωτέρω). Το περιεχόμενο του εγγράφου που φέρει τον τίτλο «Indictment», το οποίο συνιστά μέρος του Τεκμηρίου 1, καταγράφει με μεγάλη λεπτομέρεια τα γεγονότα που αφορούν τις συνθήκες διάπραξης των συγκεκριμένων αδικημάτων για τα οποία ζητείται η έκδοση του Καθ' ου η Αίτηση, περιγράφονται οι πράξεις του Καθ' ου η Αίτηση οι οποίες θεωρούνται από τις Ρωσικές Αρχές ως αδικήματα και καθορίζονται τα αδικήματα που έχει διαπράξει, σύμφωνα με το δίκαιο της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το Κατηγορητήριο, «Indictment»: «.... while harboring malicious intent to misappropriate the funds of individuals that were company depositors, which he did between 2005 and 2010 under the following circumstances: ..................................» Όσον αφορά τους τρεις μάρτυρες που κλήθηκαν προς υποστήριξη του αιτήματος της Αιτήτριας χώρας και κατέθεσαν σε σχέση με τις πιο πάνω διαδικαστικές προϋποθέσεις, πρέπει να αναφέρω ότι μου έκαναν καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Η μαρτυρία τους εξ' άλλου δεν αμφισβητήθηκε στα ουσιαστικά της σημεία σε σχέση με τις προδικαστικές αυτές προϋποθέσεις ούτε και από την αντεξέταση του συνηγόρου για τον Καθ' ου η αίτηση. Έχοντας καταλήξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εξέταση του αιτήματος θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών ενστάσεων που τέθηκαν από το συνήγορο του Καθ' ου η Αίτηση-Εκζητούμενου με αναφορά στην νομική πτυχή τους και σε συνδυασμό με την δοθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Έχοντας παράλληλα υπόψη τα όσα τέθηκαν προς αντίκρουσή τους από την ευπαίδευτη συνήγορο του Αιτούντος Κράτους. Ο πρώτος λόγος που καταγράφεται στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του Καθ' ου η Αίτηση για την μη έκδοσή του αναφέρεται στην καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης φυγόδικου. Με αναφορά στο σκεπτικό των αποφάσεων In Re Wehbe
(1985)1 CLR 56 και την Drazdova Natalia Sergeenva , άλλως, Drozdova Natalia Sergeevna, Πολ. Εφ. 260/12 ημερ. 13/07/12 ισχυρίστηκε ότι η καθυστέρηση στην προσαγωγή του Καθ' ου η Αίτηση-Εκζητούμενου στην δίκη οφείλεται αποκλειστικά στις Ρωσικές Αρχές και μπορεί να θεωρηθεί ως παράγοντας που να ανατρέπει την υποχρέωση έκδοσης του. Ο ισχυρισμός αυτός, του συνηγόρου του Εκζητούμενου, απαντάται από το σκεπτικό της απόφασης Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Πολ. Εφ.221/13 ημερ. 02/09/13 στην οποία λέχθηκε, η απόφαση αφορούσε την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης όμως θεωρώ ότι μπορεί να εφαρμοστεί και σε αίτημα για διεθνές ένταλμα σύλληψης, ότι: «Δεν είναι, άλλωστε, αρμοδιότητα της Δημοκρατίας να καθορίζει τον τρόπο ενέργειας και τον χρόνο που επιλέγει άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης να προωθήσει διαδικασία έκδοσης.» Θεωρώ ότι δεν είναι θέμα που αφορά το παρόν Δικαστήριο ο χρόνος που έχει παρέλθει από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την έκδοση του διεθνούς εντάλματος σύλληψης. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια σε αυτή τούτη τη Σύμβαση που αφορά την παραβίαση του δικαιώματος της δίκης εντός ευλόγου χρόνου και δεν καταγράφονται, στη Σύμβαση, οποιεσδήποτε συνέπειες σε σχέση με καθυστέρηση η οποία τυχόν επιδεικνύεται από τις διωκτικές αρχές του αιτούντος κράτους. Αναφορά μπορεί να γίνει στο σύγγραμμα «Law of the European Convention on Human Rights», D.J. Harris, M O' Boyle and C Warbrick, στην σελίδα 73 κ.ε. καθώς και στην απόφαση Νικολαΐδης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1990)1Α ΑΑΔ 80 στην οποία είχε υιοθετηθεί το ακόλουθο απόσπασμα από την Kakis v. Cyprus
(1978)1 WLR 779 ""Unjust' I regard as directed primarily to the risk of prejudice to the accused in the conduct of the trial itself, 'oppressive' as directed to hardship to the accused resulting from changes in his circumstances that have occurred during the period to be taken into consideration; ... ... Delay in the commencement or conduct of extradition proceedings which is brought about by the accused himself by fleeing the country, concealing his whereabouts or evading arrest cannot, in my view, be relied on as a ground for holding it to be either unjust or oppressive to return him. Any difficulties that he may encounter in the conduct of his defence in consequence of delay due to such causes are of his own choice and making." Σε ελεύθερη μετάφραση "Το 'άδικον' θεωρώ ότι σχετίζεται πρωτίστως με τον κίνδυνο δυσμενούς επηρεασμού του κατηγορουμένου κατά τη διεξαγωγή της δίκης του, και το 'καταπιεστικό' σχετίζεται με ταλαιπωρία του κατηγορουμένου η οποία οφείλεται στην αλλαγή των περιστάσεων του οι οποίες έλαβαν χωράν κατά την περίοδο που θα ληφθεί υπόψη. Η καθυστέρηση στην έναρξη ή διεξαγωγή της διαδικασίας έκδοσης η οποία οφείλεται στον ίδιο τον κατηγορούμενο με το να εγκαταλείπει τη χώρα ή με το να αποκρύβει τις κινήσεις του ή με το να αποφεύγει τη σύλληψη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως λόγος ο οποίος καθιστά άδικη ή καταπιεστική την έκδοση του. Οποιεσδήποτε δυσκολίες οι οποίες θα αντιμετωπίσει στη διεξαγωγή της υπεράσπισης του λόγω αυτών των αιτιών είναι δική του επιλογή και δημιουργία." Βλ. επίσης Νικόλας Κυριάκου Πολ. Εφ. 196/13 ημερ. 19/07/13 . Δεν έχει γίνει εισήγηση, από το συνήγορο του Καθ' ου η Αίτηση-Εκζητούμενου, για δυσμενή επηρεασμό του κατά τη διεξαγωγή της δίκης του στη Ρωσική Ομοσπονδία ούτε και συγκεκριμενοποιήθηκε με ποιο τρόπο η κατ' ισχυρισμό καθυστέρηση των Ρωσικών Αρχών έχει επηρεάσει τον Καθ' ου η Αίτηση-Εκζητούμενου. Στην υπόθεση Soering v. United Kingdom (App. Νo. 14038/88 7.7.1989), στην οποία με έχει παραπέμψει ο συνήγορος του Εκζητούμενου, το ΕΔΑΔ άφησε ανοικτό, σε περιπτώσεις έκδοσης φυγοδίκου, το ενδεχόμενο παραβίασης των υποχρεώσεων του κράτους - µέλους για δίκαιη δίκη κάτω όµως από εξαιρετικές περιστάσεις. Σχετική είναι η παρ. 113 της απόφασης στην οποία καταγράφονται τα ακόλουθα: "113. The right to a fair trial in criminal proceedings, as embodied in Article 6 (art. 6), holds a prominent place in a democratic society (see, inter alia, the Colozza judgment of 12 February 1985, Series A no. 89, p. 16, § 32). The Court does not exclude that an issue might exceptionally be raised under Article 6 (art. 6) by an extradition decision in circumstances where the fugitive has suffered or risks suffering a flagrant denial of a fair trial in the requesting country." Η πιο πάνω προσέγγιση του ΕΔΑΔ επαναλήφθηκε στην απόφαση King v. United Kingdom (App. No. 9742/07) (unreported) 26/01/10 όπου στην παράγραφο 29 το ΕΔΑΔ κατέγραψε: «Mindful of the importance of extradition arrangements between States in the fight against crime (and in particular crime with an international or cross-border dimension), the Court considers that it will only be in exceptional circumstances that an Applicant's private or family life will outweigh the legitimate aim pursued by his or her extradition» Επίσης, στην απόφαση στην υπόθεση Babar Ahmad v. United Kingdom
(2010)51 EHRR SE 97, παρ. 175 το ΕΔΑΔ κατέγραψε ότι η Σύμβαση (Ευρωπαϊκή Σύμβαση για Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων) δεν διασφαλίζει το δικαίωμα μη έκδοσης. Βλ. επίσης ΒΗ (AP) and another v. Lord Advocate and another [2012] U.K. SC 24 και Taylor v. Government of United States of America [2007] All ER (D) 230. Σχετική είναι επίσης η απόφαση Αναφορικά με τον Yaseed Essa
(2007)1 Β ΑΑΔ 1127 στην οποία το Ανώτατο ∆ικαστήριο, µε αναφορά στην υπόθεση Soering (ανωτέρω), επικύρωσε την προσέγγιση του Επαρχιακού ∆ικαστηρίου να εξετάσει σε διαδικασία έκδοσης φυγοδίκου, ισχυρισμούς που τέθηκαν από τον καθ' ου η αίτηση για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την αιτήτρια χώρα. Η εξέταση αυτών των ισχυρισμών πηγάζει από την συµφυή εξουσία του ∆ικαστηρίου ως προασπιστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των πολιτών. Το ζήτηµα του βάρους απόδειξης τέτοιου είδους ισχυρισμών, του εκζητούμενου, καθορίστηκε στην υπόθεση Essa (ανωτέρω) µε αναφορά στην αγγλική υπόθεση Fernandez v. Government of Singapore
(1971)2 All E.R. 691 από την οποία υιοθέτησε το πιο κάτω απόσπασµα από την απόφαση του ∆ικαστή Diplock. " Το βάρος απόδειξης για τα πιο πάνω θέµατα βρίσκεται στους ώµους του καθ' ου η αίτηση και δεν είναι αυτό της ποινικής δίκης δηλ. έξω από κάθε λογική αμφιβολία ούτε της αστικής υπόθεσης δηλ. µε βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Είναι κατώτερο απ' αυτά, δοθέντος της σοβαρότητας των συνεπειών επιστροφής ενός προσώπου. Είναι αρκετό εάν το ∆ικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει εύλογη πιθανότητα (reasonable chance), ουσιώδεις λόγοι να πιστεύει (substantial grounds for thinking) ή σοβαρή πιθανότητα (serious possibility) να υφίστανται αυτές οι επιπτώσεις. Σε τέτοια περίπτωση ο φυγόδικος δεν θα εκδοθεί." Υπό τις περιστάσεις, θα προχωρήσω στην εξέταση του συγκεκριμένου ισχυρισμού του Καθ' ου η Αίτηση µε αναφορά στην δοθείσα μαρτυρία και έχοντας υπόψη τις εκτεθείσες νοµολογιακές αρχές. Η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση, δεν προσκόμισε ίχνος μαρτυρίας από την οποία να προκύπτει ότι έχουν παραβιαστεί τα ανθρώπινα δικαιώματα του ή ενδεχομένως αυτά να παραβιαστούν με οποιονδήποτε τρόπο. Γενικά και αόριστα αναφέρθηκε ότι δεν θα πρέπει να εκδοθεί λόγω της καθυστέρησης των Ρωσικών Αρχών. Εν πάση περιπτώσει διαπιστώνω, από το ενώπιον μου υλικό, ότι μόλις η εταιρεία του Εκζητούμενου «Uralskaya Kompanya» κυρίχθηκε σε πτώχευση αυτός μετακόμισε μόνιμα στην Κύπρο, δηλαδή 13/07/10 και στις 13/10/10 ήταν η πρώτη φορά που είχε αποταθεί στο Τμήμα Αλλοδαπών για εγγραφή. Οι Ρωσικές Αρχές έλαβαν μέτρα τόσο εντός της επικράτειάς τους αλλά και σε διεθνές επίπεδο και με την διαπίστωση των ποινικά κολάσιμων πράξεων του Εκζητούμενου εξέδωσαν το κατηγορητήριο, «Indictment», σε σχέση με τις κατ' ισχυρισμό πράξεις του Εκζητούμενου, που αφορούσαν πράξεις που είχε διενεργήσει από το 2005 μέχρι 2010, στις 11/09/12. Ακολούθως, εκδόθηκε διεθνές ένταλμα σύλληψης του, στις 19/10/12 και ζητήθηκε η βοήθεια της Interpol στις αρχικά στις 07/12/12, σύμφωνα με τα έγγραφα του Τεκμηρίου 3Α. Μετά την διαπίστωση ότι ο Εκζητούμενος ευρισκόταν στην Κύπρο εκδόθηκε το κυπριακό ένταλμα σύλληψης, στις 11/02/12 και άρχισε η αναζήτηση του Καθ' ου η Αίτηση. Σημειώνεται ότι ο Καθ' ου η Αίτηση είχε εγκαταλείψει το δικό του διαμέρισμα στην Αγία Νάπα κατά τον ίδιο χρόνο που είχε εκδοθεί εναντίον του το Διεθνές Ένταλμα Σύλληψης ενώ είχε παραχωρήσει συμβόλαιο εργασίας με ψευδή στοιχεία στο Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης έτσι που να μην μπορεί εύκολα να εντοπιστεί. Επιπρόσθετα, στις 13/10/12 η συμβία του είχε συνάψει ενοικιαστήριο έγγραφο για την ενοικίαση διαμερίσματος στην Λεμεσό, Τεκμήριο 7 και ενώ ο Καθ' ου η Αίτηση-Εκζητούμενος γνώριζε για την υποχρέωση ενημέρωσης του Τμήματος Αλλοδαπών για την αλλαγή διεύθυνσης κατοικίας ουδέποτε το έπραξε. Από τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί προκύπτει ότι ο Καθ' ου η Αίτηση-Εκζητούμενος δεν είχε ταξιδέψει μετά την έκδοση του διεθνούς εντάλματος σύλληψης και η τελευταία του άφιξη στην Κύπρο ήταν 25/02/12 δηλαδή ένα χρόνο πριν την έκδοση του εντάλματος σύλληψης. Διαπιστώνω επομένως ότι η όποια καθυστέρηση οφείλεται σε υπαιτιότητα του ιδίου του Καθ' ου η Αίτηση-Εκζητούμενου ο οποίος ενώ δήλωνε ως διεύθυνση κατοικίας του στη Ρωσία την οδό Mamin Str., House 11, Build Flat 46, Chelyabinsk City όπου είχε αναζητηθεί αλλά δεν είχε ανευρεθεί, αφού βρισκόταν στην Κύπρο στην οποία είχε μετακομίσει αμέσως μετά την πτώχευση της Uralskaya Kompanya. Βλ. Ali v Secretary of State
(1984)1 All ER 1009. Η δεύτερη εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εκζητούμενου αφορά το γεγονός ότι δεν έχει διαφανεί οποιοδήποτε στοιχείο που να δημιουργεί πιθανό τεκμήριο ενοχής του. Σύμφωνα με το άρθρο 9
(5)(α) του Ν. 97/70 απαιτείται ο ίδιος βαθμός απόδειξης που απαιτείται από το Άρθρο 8.3(γ) της Συνθήκης και το άρθρο 94 του Κεφ.155. Στην απόφαση Hachem ν. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1992)1 ΑΑΔ 191 λέχθηκαν τα ακόλουθα τα οποία απαντούν τον ισχυρισμό του συνηγόρου του Καθ' ου η Αίτηση-Εκζητούμενου: «Πρέπει όμως πρώτα να διευκρινίσουμε τις νομικές αρχές που διέπουν τη βασιμότητα των κατηγοριών όπως ενσωματώνονται στην υπουργική εξουσιοδότηση. Ο δικαστικός έλεγχος προβλέπεται ρητά από το νόμο [άρθρο 9
(5)]. Αφορά δε τα προσαγόμενα από τη ξένη χώρα αποδεικτικά στοιχεία: In re Manfred Mutke
(1982)1 C.L.R. 922. Το επαρχιακό δικαστήριο αποφαίνεται κατά πόσον η μαρτυρία αυτή είναι επαρκής για να παραπεμφθεί ο συλληφθείς σε δίκη εφόσον το αδίκημα είχε διαπραχθεί στην Κύπρο. Αναφορικά με το επίπεδο ή το βαθμό απόδειξης εισάγεται το κριτήριο του άρθρου 94 του Κεφ. 155 που ισχύει για τις προανακρίσεις. Είναι αρκετό δηλαδή, για να διαταχθεί η έκδοση αν η προσαχθείσα μαρτυρία δημιουργεί, όπως ορίζει το άρθρο 94, πιθανό τεκμήριο ενοχής. Βλέπε Re Jean GabrielHayek
(1983)1 C.L.R. 266.» Εν τοιαύτη περιπτώσει με βάση όλα τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιόν μου κρίνω ότι υπάρχουν «εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι διαπράχθηκαν τα αδικήματα και ο Καθ' ου η Αίτηση-Εκζητούμενος τα είχε διαπράξει. Σημειώνεται ότι το έντυπο που τιτλοφορείται «Indictment», μέρος του Τεκμηρίου 1, καταγράφει με πολύ λεπτομέρεια την συμμετοχή του Καθ' ου η Αίτηση στην διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία ζητείται η αποστολή του στην Ρωσική Ομοσπονδία. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, κρίνω ότι πληρούνται οι διαδικαστικές προϋποθέσεις για εξέταση του αιτήματος έκδοσης αφού: (1.) Η Ρωσική Ομοσπονδία έχει προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων, η οποία μαζί με τα Πρωτόκολλα της ισχύει καθόσον αφορά την Ρωσία από της 09/03/2000, Τεκμήριο
  1. (2.) Η διαδικασία έκδοσης άρχισε με την εξουσιοδότηση του Υπουργού Δικαιοσύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερομηνίας 31/08/13, Τεκμήριο
  2. Το πρωτότυπο ένταλμα σύλληψης του Ρωσικού Δικαστηρίου μαζί με τα υπόλοιπα συνοδευτικά έγγραφα στη πρωτότυπη τους μορφή στάλθηκαν μέσω της διπλωματικής οδού, Τεκμήριο
  3. Αυτά είναι συνταγμένα στη γλώσσα της Αιτήτριας χώρας, δηλαδή τη ρωσική, με μετάφραση τους στην αγγλική γλώσσα που είναι μια από τις επίσημες γλώσσες του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η εξουσιοδότηση του Υπουργού υπογράφτηκε την 31/08/13 και ορίστηκε για οδηγίες η αίτηση μετά από αίτημα του συνηγόρου του Καθ' ου η Αίτηση για παροχή χρόνου για να αποφασίσει κατά πόσο θα παραδιδόταν οικειοθελώς. Ορίστηκε στις 02/09/13 και στις 16/09/13 για τον ίδιο λόγο. Στις 16/09/13 το Δικαστήριο με την παρούσα σύνθεσή του είχε αναφέρει στον συνήγορο του Καθ' ου η Αίτηση-Εκζητούμενου ότι δεν θα παραχωρούσε άλλη αναβολή και όρισε για ακρόαση την αίτηση για έκδοση του Καθ' ου η Αίτηση στις 02/10/13 ημερομηνία κατά την οποία είχε ξεκινήσει η ακρόαση. (3.) Με την αίτηση επισυνάπτονται όλα τα αναγκαία πιστοποιητικά όπως ένταλμα σύλληψης, έκθεση γεγονότων, καθορισμός των αδικημάτων δυνάμει του Ρωσικού Δικαίου καθώς και στοιχεία για την ταυτότητα του Καθ' ου η αίτηση. Τα έγγραφα αυτά που συντάχθηκαν στα Ρωσικά, έχουν μεταφραστεί στην Αγγλική γλώσσα δυνάμει του Άρθρου 23 της Σύμβασης. Δεν αμφισβητήθηκε ότι ο Καθ' ου η Αίτηση είναι το Εκζητούμενο πρόσωπο από τη Ρωσική Ομοσπονδία και αυτό αποδεικνύεται και από το διαβατήριό του, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται στο Τεκμήριο
  4. (4.) Το στοιχείο της διπλής εγκληματικότητας πληρείται γιατί οι πράξεις στις οποίες αναφέρεται το κατηγορητήριο ήτοι η «η έκθεση γεγονότων», συνιστούν αδικήματα και στην Κυπριακή Δημοκρατία. (5.) Ο Καθ' ου η αίτηση δεν εμπίπτει εντός της κατηγορίας των ατόμων τα οποία η Κυπριακή Δημοκρατία δικαιούται να αρνηθεί να εκδώσει. Κατά συνέπεια διατάσσω την έκδοση του Καθ' ου η Αίτηση στην Ρωσική Ομοσπονδία για όλα τα αδικήματα που αναγράφονται στην εξουσιοδότηση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως. Επίσης διατάσσω όπως ο Καθ' ου η αίτηση παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την έκδοση του στην Ρωσική Ομοσπονδία. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν.97/70, ο Καθ' ου η αίτηση έχει δικαίωμα υποβολής αίτησης για habeas corpus. Η παρούσα απόφαση να κοινοποιηθεί αμελλητί στον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως. Τα έξοδα της διερμηνέα να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Το Δικαστήριο εξηγεί στον Καθ' ου η αίτηση, σε κοινή γλώσσα, το δικαίωμα του για υποβολή αίτησης για habeas corpus). (Υπ)............... Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.