← Κύπρος

Κ. Σ. ΜΕΤΑΛΛΟΤΕΧΝΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Α. Ζ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 51/2013, 20/12/2013

Κ. Σ. ΜΕΤΑΛΛΟΤΕΧΝΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Α. Ζ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 51/2013, 20/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A162 Αρ. Αγωγής: 51/2013 Μεταξύ: Κ. Σ. ΜΕΤΑΛΛΟΤΕΧΝΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόντων/Αιτητών και Α. Ζ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 15.5.2013 για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα Ημερομηνία: 20.12.2013 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κος Σωτηρίου για Αντωνάκης Σωτηρίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους/Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Καλλή για Δικ. Γρ. Αγνής Ξυψιτή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Στις 25.2.2103 οι Ενάγοντες/Αιτητές καταχώρησαν αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Η αίτηση για συνοπτική απόφαση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του κ. Κώστα Σωτηρίου, διευθυντή των Εναγόντων/Αιτητών ο οποίος αναφέρεται, μεταξύ άλλων, σε αριθμό τιμολογίων που οι Ενάγοντες/Αιτητές εξέδωσαν στο όνομα των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση τα οποία και επισυνάπτει. Οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση για συνοπτική απόφαση στις 16.4.2013 που με τη σειρά της υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της ίδιας ημερομηνίας του κ. Λουκά Παπαλλή, γραμματέα των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση. Ο κ. Παπαλλής λέει, μεταξύ άλλων, ότι τα εν λόγω τιμολόγια είναι ανυπόγραφα και δεν γίνονται αποδεκτά από τους Εναγόμενους/Καθ' ών η Αίτηση. Ακολούθως, στις 15.5.2013, οι Ενάγοντες/Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν από το Δικαστήριο διάταγμα αντεξέτασης του κ. Παπαλλή. Το αιτητικό της αίτησης αντεξέτασης αναφέρει συγκεκριμένα τα εξής: «Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την παρουσία του κου Λουκά Παπαλλή, από τη Λευκωσία, ενόρκως δηλούντος στην Ένσταση ημερ. 16.4.013, για να αντεξεταστεί σε ότι αφορά το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του ημερ. 16.4.2013 κατά τη δικάσιμο...» Στην ένορκη δήλωση του κ. Κώστα Σωτηρίου ημερομηνίας 15.5.2013 που υποστηρίζει την αίτηση αντεξέτασης, ο ενόρκως δηλών λέει, μεταξύ άλλων, ότι στην ένορκη δήλωση της ένστασης στη αίτηση για συνοπτική απόφαση εκτίθενται ισχυρισμοί που δυνατό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Γίνεται δε ειδική αναφορά σε ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στις παραγράφους 4 και 5 της εν λόγω ένορκης δήλωσης και υποδεικνύεται ότι οι Εναγόμενοι δεν μπορούν να αρνούνται ότι υπάρχουν οφειλόμενα ποσά δυνάμει των τιμολογίων από τη στιγμή που ήδη έχουν καταβάλει €4.000 έναντι αυτών. Οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση αντεξέτασης στις 11.6.2013 η οποία με τη σειρά της υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ίδιας ημερομηνίας του κ. Λουκά Παπαλλή. Οι λόγοι έντασης περιλαμβάνουν τους ακόλουθους: (α) ότι οι Αιτητές προσπαθούν να εισάξουν μαρτυρία την οποία δεν συμπεριλαμβάνουν στην αίτηση για συνοπτική απόφαση. (β) ότι η αίτηση αντεξέτασης είναι γενική και δεν εξειδικεύεται επί ποιων σημείων θέλουν να αντεξετάσουν τον ενόρκως δηλούντα. (γ) ότι οι Ενάγοντες/Αιτητές μέσω της αίτησης αντεξέτασης προσπαθούν να συμπληρώσουν κενά της αίτηση τους για συνοπτική απόφαση. Ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση για αντεξέταση αναφέρει, αίτηση συνοπτικής απόφασης μεταξύ άλλων, ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην δεν υπάρχει άρνηση του γεγονότος ότι οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση προέβηκαν σε πληρωμή €4.000 αλλά μόνο ισχυρισμός ότι δεν οφείλουν κανένα ποσό και πως ό,τι ποσό όφειλαν το εξόφλησαν. Προσθέτει ότι το ανυπόγραφο των τιμολογίων είναι πραγματικό γεγονός και ότι το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών των Εναγόντων/Αιτητών το φέρουν οι ίδιοι. Αναφέρει επίσης ότι οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν εξειδικεύουν σε ποια σημεία της ένορκης δήλωσης του ημερομηνίας 16.4.2013 επιθυμούν να τον αντεξετάσουν αλλά η αναφορά που γίνεται στην αίτηση αντεξέτασης είναι γενική και προσθέτει ότι οι Ενάγοντες/Αιτητές θέλουν να τον αντεξετάσουν επί ισχυρισμών που δεν περιλαμβάνονταν στην αίτηση για συνοπτική απόφαση αλλά ούτε και στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 16.4.2013. Στην αγόρευση του, ο δικηγόρος των Εναγόντων/Αιτητών, αφού κάνει αναφορά στη νομολογία, καταλήγει ότι παράλειψη των Εναγόντων/Αιτητών να ζητήσουν την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 16.4.2013 δυνατό να θεωρείτο ως αποδοχή των θέσεων που προέβαλλε στην ένορκη του δήλωση. Συνεχίζει ότι η αίτηση αντεξέτασης υποβλήθηκε για να έχουν τη δυνατότητα να αντεξετάσουν τον ενόρκως δηλούντα για τα όσα αναφέρει αναφορικά με τη θέση του ότι οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση δεν οφείλουν κανένα ποσό και ότι τα επίδικα τιμολόγια είναι ανυπόγραφα, για να αμφισβητηθούν οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί που προβάλλονται και να δοθεί στο Δικαστήριο μια ολοκληρωμένη εικόνα για τα επίδικα θέματα. Η δικηγόρος των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση με τη σειρά της, αφού αναφέρεται στη σχετική νομολογία καταλήγει ότι η αίτηση αντεξέτασης συνιστά μια προσπάθεια από την πλευρά των Εναγόντων/Αιτητών να εισάξουν νέους ισχυρισμούς αναφορικά με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και ότι η αντεξέταση, αν επιτραπεί, θα μετατρέψει την αίτηση για συνοπτική απόφαση σε μια κυρίως δίκη. Νομική Πτυχή Η Δ.48 θ.4

(2)προνοεί ότι: «.η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις που την στηρίζουν... τηρουμένης της δυνατότητας για αντεξέταση που προνοείται στη Δ.39.» Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την αντεξέταση ενόρκως δηλούντα εδράζεται στην Δ.39 Θ.1 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας που προβλέπει τα εξής: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross - examination» Η λέξη «may» που χρησιμοποιεί ο νομοθέτης αποδίδεται στα Ελληνικά ως «δύναται», που καταδεικνύει ότι η απόφαση για το αν θα εκδοθεί ή όχι διάταγμα αντεξέτασης επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την νομολογία[1]. Η Δ.39 δεν καθορίζει τα κριτήρια με βάση τα οποία εξασκείται η διακριτική αυτή ευχέρεια. Για σκοπούς καθοδήγησης, στο Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, σελ. 418 - 419, παρ. 878 συζητούνται κάποιοι παράγοντες που πρέπει το Δικαστήριο να λάβει υπόψη όταν αποφασίζει αν θα εξασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και αναφέρονται τα εξής: «Discretionary power of the Court as to evidence. The Court has a discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay, or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion.» Η καθοδήγηση και από την Κυπριακή νομολογία παραπέμπει στο ότι το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τις ανάγκες της συγκεκριμένης υπόθεσης και διαδικασίας[2]. Η αντεξέταση πρέπει να περιορίζεται σε ζητήματα που είναι αναγκαία και δεν πρέπει να επιτρέπεται η επέκτασή της σε ζητήματα αδιάφορα ή επουσιώδη. Επιπρόσθετα, εάν οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η άδεια αντεξέτασης είναι γενικοί και δεν εξειδικεύονται, το Δικαστήριο δεν πρέπει να εκδίδει το επιδιωκόμενο διάταγμα. Αυτό διότι σε τέτοια περίπτωση υπάρχει ο κίνδυνος η αντεξέταση να επεκταθεί σε θέματα που δεν αφορούν τη συγκεκριμένη διαδικασία αλλά τη γενικότερη διαφορά μεταξύ των διαδίκων και σε ζητήματα πραγματικά και νομικά που αφορούν την ουσία της διαφοράς μεταξύ τους[3]. Πρέπει επίσης να τονίσω ότι ο σκοπός μιας τέτοιας αίτησης δεν πρέπει να είναι να πληγεί η αξιοπιστία του ενόρκως δηλούντα ή να αντληθεί μαρτυρία με σκοπό να χρησιμοποιηθεί στην κυρίως διαδικασία. Ιδιαίτερα σχετική με την παρούσα υπόθεση είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ευάγγελος Λαζάρου κ.α. ν Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 η οποία αφορούσε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης στα πλαίσια της οποίας είχαν καταχωρηθεί πολλαπλές ένορκες δηλώσεις από τους αντιδίκους αλλά θεωρώ ότι η ανάλυση του Ανωτάτου Δικαστηρίου τυγχάνει επίσης εφαρμογής και σε αίηση για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα στα πλαίσια εκδίκασης αίτησης για συνοπτική απόφαση. Η διαδικασία της Δ.18 για την έκδοση συνοπτικής απόφασης είναι ένα εξαιρετικό μέτρο. Δεν θα κάνω στο στάδιο αυτό εκτενή αναφορά στις σχετικές αρχές και νομολογία, θα αρκεστώ μόνο να πω ότι απόφαση επιτρέπεται να εκδοθεί συνοπτικά μόνο σε περιπτώσεις που η υπόθεση του ενάγοντα είναι απόλυτα ξεκάθαρη και είναι προφανές ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, ακόμα και σε περιπτώσεις όπου εναγόμενος αποκαλύπτει υπεράσπιση που είναι κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή θα πρέπει να του δίνεται η άδεια να προβάλλει την υπεράσπιση του[4]. Ανάλυση Στην παρούσα περίπτωση το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει εάν εξυπηρετούνται οι άμεσες ανάγκες της αίτησης για συνοπτική απόφαση με την έκδοση του διατάγματος αντεξέτασης ή όχι. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιτρέψει η διαδικασία να εξέλθει από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της Δ.18 και να μετατραπεί σε δίκη επί της ουσίας. Δέχομαι την εισήγηση του δικηγόρου των Εναγόντων/Αιτητών ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αναφορικά με τη χορήγηση άδειας αντεξέτασης είναι πιο ευρεία σε αστικές υποθέσεις παρά σε υποθέσεις habeas corpus και ότι σε αυτό το σημείο η Αίτηση του Rana Wahed Ali
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660 διαφοροποιείται από την παρούσα υπόθεση. Όμως αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με φειδώ. Πριν το Δικαστήριο δώσει άδεια πρέπει να ικανοποιηθεί ότι τα θέματα επί των οποίων θα αντεξεταστεί ο ενόρκως δηλών είναι σχετικά με την κυρίως αίτηση και ότι είναι ουσιώδη καθώς και ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης δικαιολογούν το αίτημα για αντεξέταση. Στην παρούσα περίπτωση, εάν επιτραπεί η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα, κρίνω ότι η αντεξέταση αναπόφευκτα θα αναγκάσει το Δικαστήριο να ασχοληθεί με τις διιστάμενες θέσεις των διαδίκων για τα γεγονότα που αποτελούν την ουσία της διαφοράς. Θεωρώ ότι αυτό είναι ξεκάθαρο από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση αντεξέτασης και την ένσταση καθώς και των θέσεων και ισχυρισμών που προωθούνται στην κάθε μια. Επιτρέποντας την αντεξέταση, ουσιαστικά το Δικαστήριο θα επιτρέψει την προσαγωγή στα πλαίσια της Δ.18, λεπτομερούς και αντικρουόμενης μαρτυρίας αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και αναπόφευκτα θα κληθεί, έμμεσα έστω, να ασχοληθεί με την αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτής ή ακόμα και με ζητήματα νομικής ερμηνείας εγγράφων που τέθηκαν ενώπιον του. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη παρέκκλιση από τα αυστηρά και περιοριστικά πλαίσια της Δ.
  1. Προσθέτω δε ότι οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, δεν εξαρτώνται από την αντεξέταση ενόρκως δηλούντα για να καταδειχθεί αν οι ισχυρισμοί που προβάλλει ανταποκρίνονται ή όχι στην πραγματικότητα. Αυτό είναι ξεκάθαρα ζήτημα που απασχολεί το Δικαστήριο μόνο κατά το στάδιο της εξέτασης της ουσίας της αγωγής και όχι στα πλαίσια εξέτασης αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Τέλος αναφέρω ότι η αίτηση αντεξέτασης δεν εξειδικεύει επί ποιων θεμάτων επιθυμείται η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα. Αυτό προσκρούει στην νομολογία που καθορίζει ότι σε αιτήματα αυτού του είδους, ο αιτών πρέπει να συγκεκριμενοποιεί επί ποιων ισχυρισμών και ζητημάτων ζητείται η αντεξέταση. Οι αναφορές στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αντεξέτασης σε παραγράφους της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν είναι αρκετές για να θεραπεύσουν αυτή την παράληψη. Κατάληξη Με δεδομένα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η έκδοση διατάγματος για αντεξέταση στην παρούσα υπόθεση δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της συγκεκριμένης διαδικασίας, αλλά αντίθετα θα οδηγούσε αχρείαστα σε εκτροπή από τους σκοπούς αυτούς και τα αυστηρά όρια της. Η εξέταση της αλήθειας, αξιοπιστίας ή βαρύτητας των ισχυρισμών που προβάλλει η κάθε πλευρά δεν εμπίπτουν στα πλαίσια της Δ.
  2. Επομένως καταλήγω ότι η παρούσα δεν είναι κατάλληλη περίπτωση για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου προς ικανοποίηση του αιτήματος. Ως αποτέλεσμα, η αίτηση αντεξέτασης απορρίπτεται. Σε σχέση με τα έξοδα θεωρώ ότι δεν υπάρχει λόγος παρέκκλισης από τον συνήθη κανόνα και έτσι τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων/Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 A.A.Δ. 1660 [2] Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοϊζου
(2008)1 Α.Α.Δ. 280 [3] Balraj Singh Samra v. Ναταλίας Πατσαλίδου, ημερ. 9.4.09, Αγωγή 7123/08 και Grigoryev Alexander v. Nikitin Alexander, ημερ. 14.1.11, Αγωγή 4590/10. [4] Supreme Court Practice 1999, 1st edition, p. 174 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.