← Κύπρος

Αντώνης Δημητρίου ν. Κεντρική Τράπεζα υπό την ιδιότητά της ως Αρχή Εξυγίανσης κ.α., Αρ. Αγωγής: 1205/13, 16/12/2013

Αντώνης Δημητρίου ν. Κεντρική Τράπεζα υπό την ιδιότητά της ως Αρχή Εξυγίανσης κ.α., Αρ. Αγωγής: 1205/13, 16/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A155 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1205/13 Μεταξύ: Αντώνης Δημητρίου Ενάγοντα και Κεντρική Τράπεζα υπό την ιδιότητά της ως Αρχή Εξυγίανσης Άντρη Αντωνιάδου υπό την ιδιότητά της ως Ειδική Διαχειρίστρια της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Εναγόμενοι -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 12/04/2013 για έκδοση μονομερούς διατάγματος Ημερομηνία: 16 Δεκεμβρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για Αιτητή-Ενάγοντα: κα Γεωργίου για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε (για ν' ακούσει απόφαση κος Γεωργίου) Για Καθ'ων η αίτηση-Εναγόμενη 2: κα Αχιλλέως για Α. Νεοκλέους & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η (μόνο σε σχέση με τα έξοδα) Με την υπό κρίση αίτηση ο Αιτητής είχε ζητήσει από το Δικαστήριο την έκδοση μονομερούς διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1 και 2 και/ή στους υπηρέτες τους και/ή αντιπροσώπους τους και/ή στους υπαλλήλους τους και/ή αξιωματούχους τους από του να αποξενώσουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο διαθέσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή δεσμεύσουν και/ή χρησιμοποιήσουν και/ή λάβουν οποιοδήποτε μέτρο από το οποίο θα προκύπτει και/ή θα συνεπάγεται μείωση και/ή εξάλειψη και/ή εξυγίανση, για σκοπούς του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου (Ν.17(Ι)/13), επί του γραμματίου με αριθμό 001-09-

  1. Το Δικαστήριο μετά την καταχώριση της αίτησης έδωσε οδηγίες για επίδοσή της και με την επίδοσή της οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρισαν Ενστάσεις. Θα πρέπει να γίνει αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης για καλύτερη κατανόηση του χρόνου που αναλώθηκε από τους συνηγόρους όλων των πλευρών. Η υπό κρίση αίτηση είχε επιδοθεί στην Καθ ης η Αίτηση 2 στις 16/05/13 και ήταν ορισμένη στις 23/05/
  2. Στις 23/05/13 δεν εμφανίστηκε οποιοσδήποτε εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση 2 και η πλευρά του Αιτητή είχε ζητήσει από το Δικαστήριο όπως αφήσει την υπόθεση για οδηγίες και για τους δυο Καθ' ων η Αίτηση στις 17/06/
  3. Στις 17/06/13 εμφανίστηκαν όλες οι πλευρές χωρίς η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση 2 να καταχωρίσει Σημείωμα Εμφάνισης και η πλευρά της Καθ ης η Αίτηση 2 είχε ζητήσει χρόνο για ένσταση. Η αίτηση ορίστηκε για οδηγίες στις 04/07/13 με οδηγίες για καταχώριση ένστασης, από την Καθ ης η Αίτηση 2, μέχρι τότε. Η Καθ' ης η Αίτηση 1 είχε ήδη καταχωρίσει την δική της ένσταση. Στις 04/07/13 η Καθ' ης η Αίτηση 2 δεν είχε καταχωρίσει την ένσταση της και δόθηκαν οδηγίες για παράταση του χρόνου καταχώρισης της ένστασης μέχρι 18/09/13 και η αίτηση ορίστηκε για οδηγίες στις 18/09/
  4. Δεν δόθηκαν έξοδα στις 04/07/
  5. Στις 18/09/13 και πάλι δεν είχε καταχωρίσει την ένσταση της η Καθ' ης η Αίτηση 2 και της παρατάθηκε ο χρόνος καταχώρισης της ένστασης μέχρι 14/10/13 και η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 30/10/
  6. Στις 30/10/13 η πλευρά του Αιτητή ζήτησε όπως αποσύρει την αίτηση άνευ βλάβης και η Καθ' ης η Αίτηση 2 ζήτησε τα έξοδα της ενώ η Καθ ης η Αίτηση 1 συμφώνησε όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της έξοδα. Σημειώνεται, ότι η ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση 2 είχε καταχωριστεί εκπρόθεσμα στις 22/10/13, έπρεπε να είχε καταχωριστεί μέχρι τις 14/10/13 και χωρίς να ζητηθεί παράταση από το Δικαστήριο. Οι δυο πλευρές προχώρησαν με γραπτές αγορεύσεις σε σχέση μα τα έξοδα. Ήταν η γραπτή θέση του κ. Δημητρίου, δικηγόρου του Ενάγοντα, ότι αναγνωρίζει ότι το θέμα των εξόδων ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αλλά εισηγείται ότι η υπό κρίση αίτηση ανήκει σε εκείνες τις εξαιρετικές περιπτώσεις, λόγω του ότι το ζήτημα ήταν κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής πρωτότυπο, στις οποίες το αποτέλεσμα δεν καθορίζει την επιδίκαση εξόδων. Η κα. Αχιλλέως, εκ μέρους της Καθ΄ης η Αίτηση 2, είχε την αντίθετη άποψη. Αναγνώρισε ότι τα έξοδα ανάγονται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αλλά εισηγήθηκε ότι η έγερση και η προώθηση της υπό κρίση αίτησης προκάλεσε έξοδα στην Καθ΄ ης η Αίτηση 2 γιατί πέραν από τις εμφανίσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου καταχώρισε και ένσταση, στην αίτηση, με καλές πιθανότητες επιτυχίας. Για αυτό και δικαιούται στα έξοδά της. Δικαιοδοτική βάση για την απονομή εξόδων συνιστά η Δ.50 θ.1 η οποία προβλέπει ως ακολούθως: «Subject to the provisions of any law or rules, the costs of and incident to any proceedings shall be in the discretion of the Court or Judge..........» Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5η εκδ, παρα. 1738 διαβάζουμε τα ακόλουθα: « The Court has discretion as to whether cots are payable by one party to another, the amount of the costs and when they are to be paid. Where costs are in the discretion of the court, a party has no right to costs unless and until the court awards them to him, and the court has absolute discretion to award or not to award them. This discretion must be exercised judicially; it must not be exercised arbitrarily but in accordance with reason and justice.» Μεταξύ των παραγόντων που μπορούν να ληφθούν υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συμπεριλαμβάνεται και ο τρόπος διεξαγωγής της διαδικασίας από τους διάδικους στην διαφορά βλ. Halsbury's Laws of England, 4η εκδ, τόμος 10, παρα. 17, σελ.
  7. Η καθιερωμένη αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για την απονομή εξόδων ασκείται με γνώμονα το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Στην απόφαση Μιχαήλ Χάσικος κ.α. v. Ανδρέα Χαραλαμπίδη

(1990)1 Α.Α.Δ. 389, στη σελίδα 393 καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Η απονομή των εξόδων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η ευχέρεια ασκείται δικαστικά με γνώμονα, ως κύριο μέτρο, το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Τόσο βαθειά θεμελιωμένη είναι η αρχή αυτή στην αστική διαδικασία, τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, ώστε να μη δίδονται κατά κανόνα λόγοι (εξυπακούονται) για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν η διαταγή για τα έξοδα συνάδει με την αρχή αυτή. Οι λόγοι για τους οποίους τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα (στην αστική διαδικασία) είναι ευνόητοι: Η δικαίωση δε συνεπάγεται δαπάνη» Στην υπόθεση Μάρω Ζαβρού v. Ελενίτσας Μιχαηλίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 477, στη σελίδα 481 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η έκδοση διαταγής για έξοδα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του εκδικάζοντος δικαστηρίου. Στην άσκηση αυτής της εξουσίας προέχει ο κανόνας λογικής σύμφωνα με τον οποίο τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Τόσο μάλιστα είναι ισχυρός που από μόνος του παρέχει την αιτιολόγηση στην κάθε αντίστοιχη εξέλιξη χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξειδίκευσης. Παρέκκλιση δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχει άλλη επαρκής περίσταση που πρέπει βέβαια να εκτίθεται. Χρήσιμη υπόμνηση περί τούτου γίνεται στην Χάσικος Μιχαήλ ν. Ανδρέα Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389.» Σχετική επί του θέματος είναι και η ακόλουθη περικοπή από την απόφαση Αναφορικά με τη Δ.35 θ.20 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίου Νόμου
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ.809, όπου στη σελίδα 814 κ.ε., καταγράφονται τα ακόλουθα: «Η Δ.59 θ. 13 προσφέρει τη δυνατότητα και καθορίζει τις ευρύτατες παραμέτρους άσκησης της δικαστικής ευχέρειας ως προς την επιβολή ή επιδίκαση εξόδων, ιδιαίτερα σε αχρείαστες, κακόβουλες ή υπέρμετρα χρονοβόρες διαδικασίες. Η διαταγή αυτή έχει ως βάση τους παλαιούς αγγλικούς θεσμούς και συγκεκριμένα το Order 65 r. 27 που απαντάται στην Αγγλική Ετήσια Δικονομική Πρακτική (Annual Practice) του 1955 όπου κάτω από τον τίτλο "Έξοδα Τροποποιήσεων" (Costs of Amendment) διαβάζουμε σε ελεύθερη μετάφραση: "Όπου απαιτείται άδεια του Δικαστηρίου για τροποποίηση το διάταγμα που επιτρέπει την τροποποίηση μπορεί να προσδιορίζει το θέμα των εξόδων με βάση την αρχή ότι ο αντίδικος πρέπει να αποζημιώνεται ή να αποκαθίστανται με έξοδα, αλλά το Δικαστήριο είναι ελεύθερο ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε προηγούμενες διαταγές, να επιβάλει οποιοδήποτε όρο θεωρεί σκόπιμο σε συνάρτηση με τα έξοδα ή να επιφυλάξει το θέμα των εξόδων αφήνοντας να αποφασισθεί στην ακρόαση η να μην επιβάλει κανένα." Στην υπόθεση Νίτσα Θρασυβούλου v. ARTO ESTATES LIMITED
(1993)1 Α.Α.Δ. 12, στη σελίδα 15 καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Είναι θεμελιωμένο ότι ο βασικός παράγοντας που διέπει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, είναι το αποτέλεσμα της δίκης. Θεωρείται ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και εύλογο να τα επωμίζεται ο αποτυχών διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο (όπως τεκμηριώνεται από το αποτέλεσμα) αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία των εξόδων. Κλασσικό παράδειγμα εξαίρεσης από τον κανόνα αποτελεί η περίπτωση επιτυχόντα διαδίκου ο οποίος συμβάλλει με το χειρισμό της υπόθεσης του στην αύξηση των εξόδων της δίκης· σ' εκείνη την περίπτωση δικαιολογείται ο μετριασμός της εφαρμογής του κανόνα (τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα) και η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ώστε να αντανακλάται η συμβολή του επιτυχόντα διαδίκου στη διόγκωση των εξόδων. Δεν είναι όμως παραδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντα διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο.» Σχετικά με τη διακριτική αυτή εξουσία στο Annual Practice του 1960 καταγράφονται τα πιο κάτω, στις σημειώσεις κάτω από το Order 65, r.1, στη σελ.1822-1824 (ύστερα από σχετική αναφορά σε σειρά αποφάσεων): "Where there are no materials on which the Judge can exercise his discretion, he is not justified in depriving a successful party of his costs ... If, however, there are any grounds, their sufficiency is a matter for the Judge's discretion, which will not be interfered with ... A successful party may be deprived of his costs if he presents a false case or false evidence, or acts oppressively in the action ... In many classes of cases the Courts award costs on settled principles, but it is always in the discretion of the Court to depart from the rule where the circumstances of the particular case require it. The distinction between costs awarded according to a general rule and costs awarded in the exercise of a discretion on particular facts is important, because an appeal lies from an order awarding costs on a wrong principle; but no appeal lies from the erroneous exercise of a discretion on particular facts ... This discretion must be exercised judicially, and the Judge ought not to exercise his discretion against a successful party on grounds wholly unconnected with the cause of action. In such a case, semble, the Court of Appeal might be compelled to intervene. But when the Judge, intending to exercise his discretion, has acted on facts connected with or leading up to the litigation, the Court of Appeal is prohibited by statute from entertaining an appeal from his decision." Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω παραταθείσες αρχές και ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της έξοδα. Οδηγήθηκα στην συγκεκριμένη κατάληξη αφού συνεκτίμησα τα ακόλουθα δεδομένα: Ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν υπάρχει επιτυχών διάδικος και ότι η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση 2 ήταν αυτή που είχε προκαλέσει το μεγαλύτερο μέρος των εξόδων αφού την πρώτη φορά που ήταν ορισμένη η Αίτηση στις 23/05/13, μετά που της είχε επιδοθεί, επέλεξε να μην εμφανιστεί προκαλώντας καθυστέρηση. Στην συνέχεια ζήτησε δυο φορές χρόνο για καταχώριση της ένστασής της προκαλώντας περαιτέρω καθυστέρηση για να την καταχωρίσει τελικά καθυστερημένα και εκτός του χρονικού πλαισίου που είχε τεθεί από το Δικαστήριο, δηλαδή εκπρόθεσμα. Λόγω του ότι δεν ζήτησε να παραταθεί ο χρόνος για καταχώριση της ένστασής της είναι σαν να μην έχει καταχωριστεί. Συνεπακόλουθα, αυτή η συμπεριφορά δεν δικαιολογεί την επιδίκαση εξόδων υπέρ της. Δεύτερον, ο χρόνος κατά τον οποίο είχε καταχωριστεί η συγκεκριμένη αίτηση, ήταν αμέσως μετά τα γεγονότα που οδήγησαν στην κατάρρευση της Λαϊκής Τράπεζας, όπου ο κάθε πολίτης προσπαθούσε νομικά να προστατεύσει την περιουσία του, ήτοι τις καταθέσεις του. Η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί μέσα στις συνήθεις μονομερείς αιτήσεις που καταχωρούνται στο Δικαστήριο και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αφορά σε νομικά θέματα άγνωστα προς την νομολογία όπως έχει εξελιχθεί μέχρι σήμερα. Για τους λόγους που κατέγραψα πιο πάνω θεωρώ ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί με τέτοιο τρόπο που η κατανομή των εξόδων να είναι δίκαια. Θα είναι δίκαια μόνο αν η κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της έξοδα. Συνεπακόλουθα, η κάθε πλευρά θα επωμιστεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.