ILYA TSIGELNITSKIY κ.α. ν. VIT LIVADIOTIS PROPERTIES LTD, Αρ. Αγωγής: 1534/08, 18/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A126 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αμπίζα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1534/08 Μεταξύ:
- ILYA TSIGELNITSKIY
- KOYZMINA YULIA Εναγόντων -και- VIT LIVADIOTIS PROPERTIES LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 18 Οκτωβρίου 2013 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Χ. Κυριακίδης με κα Λιασίδου Για τους Εναγομένους: κ. Σ. Σάββα με κ. Μ. Σάββα Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή τους οι ενάγοντες αξιώνουν την επιστροφή του ποσού των €59.801,05 που η εναγόμενη εταιρεία συμφώνησε να καταβάλει στους ενάγοντες ή ως αποζημιώσεις ή ως συμφωνημένες αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας ή δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού ή άλλως πως, καθώς επίσης τόκο προς 8% ετησίως επί του εν λόγω ποσού από τις 6.2.2006 μέχρι εξοφλήσεως. Αξιώνονται επίσης αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Από την πλευρά τους οι εναγόμενοι αμφισβητούν την απαίτηση των εναγόντων ανταπαιτώντας το ποσό των €22.860,95 στη βάση των όσων αναφέρονται στην υπεράσπισή τους ή για εργασίες οι οποίες τελέστηκαν ή ως αποζημιώσεις ή δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού ή δυνάμει παράβασης συμφωνίας ή αθέτησης συμφωνίας ή άλλως πως. Ανταπαιτούνται επίσης γενικές αποζημιώσεις στην κλίμακα €100.000.-€500.000.- λόγω υπαναχώρησης από τη συμφωνία ημερομηνίας 1.11.
- Με βάση τα δικόγραφα είναι παραδεκτοί οι ισχυρισμοί της έκθεσης απαίτησης ότι η εναγόμενη εταιρεία, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή, ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, νομίμως εγγεγραμμένη με έδρα τη Λάρνακα, η οποία ασχολείτο με αγοραπωλησίες κτημάτων και την ανάπτυξη ακινήτων. Κατά ή περί την 1.11.2005 στη Λάρνακα, η εναγόμενη εταιρεία πώλησε στους ενάγοντες μια κατοικία υπό ανέγερση εμβαδού 140τ.μ. (300τ.μ. οικόπεδο, δίπλα στο πράσινο, κατοικία Α), που θα ανήγειρε επί του τεμαχίου με αρ.339, αρ. εγγραφής 7204, στην τοποθεσία Βερκή του χωριού Πύλα της επαρχίας Λάρνακας, Φ/Σχ.ΧLΙ/18 αντί του συμφωνηθέντος ποσού των Λ.Κ.160.000.- (€273.376,23). Σαν τρόπος αποπληρωμής συμφωνήθηκε το ποσό των Λ.Κ.35.000.- (€59.801,05) σαν προκαταβολή και το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.125.000.- (€213.575, 18) ταυτόχρονα με την παράδοση, μεταβίβαση και εγγραφή της υπό ανέγερση κατοικίας επ΄ ονόματι των εναγόντων. Προκύπτει επίσης μέσα από τη διαδικασία ότι η καταβολή του ποσού των Λ.Κ.35.000 (€59.801,05) είναι αποδεκτή με τη διαφωνία στα δικόγραφα να έγκειται εις το ότι το εν λόγω ποσό καταβλήθηκε σε διάφορες ημερομηνίες, κάτι που στη μαρτυρία φαίνεται να είναι αποδεκτό και από τους ενάγοντες. Σύμφωνα με τους υπόλοιπους δικογραφημένους ισχυρισμούς, μετά από πάροδο μερικών μηνών από την εν λόγω πληρωμή, η εναγόμενη εταιρεία πληροφόρησε τους ενάγοντες ότι λόγω προβλημάτων δεν θα προχωρούσε στην κατασκευή, συμπλήρωση και παράδοση της κατοικίας. Οι διάδικοι συμφώνησαν όπως η μεταξύ τους συμφωνία πώλησης θεωρηθεί άκυρη με υπαιτιότητα της εναγόμενης εταιρείας και σαν αντάλλαγμα για την ακύρωση της συμφωνίας η εναγόμενη εταιρεία να επιστρέψει στους ενάγοντες το καταβληθέν ποσό των €59.801,05 με τόκο προς 8% ετησίως από 6.2.2006 μέχρι εξόφλησης. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των εναγόντων και ιδιαίτερα με επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 6.5.2008 η εναγομένη εταιρεία αμελεί ή και αρνείται να επιστρέψει στους ενάγοντες το πιο πάνω ποσό μαζί με τους σχετικούς τόκους. Από την πλευρά τους οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες, μετά την υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου, ζήτησαν από τους εναγόμενους να προβούν σε αλλαγές και/ή μετατροπές στην κατοικία που αγόρασαν από τους εναγόμενους. Συγκεκριμένα οι ενάγοντες επισκέφτηκαν τον αρχιτέκτονα των εναγομένων και του έδωσαν οδηγίες αναφορικά με τις αλλαγές που ήθελαν να γίνουν στην κατοικία. Για να γίνουν οι αλλαγές και οι μετατροπές στην κατοικία, οι εναγόμενοι χρειάστηκε να τροποποιήσουν τα εγκεκριμένα αρχιτεκτονικά σχέδια για την αλλαγή των οποίων οι εναγόμενοι κατέβαλαν στον αρχιτέκτονα το ποσό των €2.000.-. Μετά που οι εναγόμενοι ολοκλήρωσαν τις εργασίες για τις αλλαγές στην κατοικία, ως οι οδηγίες των εναγόντων 1 και 2, οι ενάγοντες 1 και 2 υπαναχώρησαν από τη συμφωνία και δήλωσαν ότι δεν θέλουν να προχωρήσουν με την αγορά της εν λόγω κατοικίας. Μετά την υπαναχώρηση των εναγόντων συμφωνήθηκε μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων ότι οι ενάγοντες θα κατέβαλλαν τα έξοδα της επαναφοράς της κατοικίας στην προτέρα κατάσταση ενόψει της υπαναχώρησης τους ως ήταν επί των αρχικών αρχιτεκτονικών σχεδίων. Εφόσον οι εναγόμενοι κοστολογούσαν τα έξοδα για τις αλλαγές, τα νέα αρχιτεκτονικά σχέδια και την επαναφορά, οι ενάγοντες όφειλαν να καταβάλουν αυτό το ποσό στους εναγομένους. Οι εναγόμενοι κράτησαν την προκαταβολή που έδωσαν οι ενάγοντες και συμφώνησαν με αυτούς ότι εάν το ποσό που όφειλαν να καταβάλουν οι ενάγοντες στους εναγόμενους ήταν λιγότερο της προκαταβολής που είχαν δώσει, τότε οι εναγόμενοι θα όφειλαν να δώσουν το υπόλοιπο ποσό μετά την πώληση της κατοικίας σε νέο αγοραστή. Συμφώνησαν περαιτέρω ότι εάν το ποσό που κατέβαλαν οι εναγόμενοι για τις αλλαγές, τα νέα αρχιτεκτονικά σχέδια και την επαναφορά ξεπερνούσε το ποσό της προκαταβολής, τότε οι ενάγοντες ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλουν το υπόλοιπο ποσό στους εναγόμενους. Το συνολικό ποσό που κατέβαλαν οι εναγόμενοι για τις αλλαγές στην κατοικία, τα νέα αρχιτεκτονικά σχέδια και την επαναφορά της κατοικίας στην προτέρα κατάσταση ήταν €82.662.-. Οι ενάγοντες κατέβαλαν στους εναγόμενους το ποσό των €59.801,05 και παραμένει οφειλόμενο ποσό στους εναγόμενους το ποσό των €22.860,
- Με την απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, οι ενάγοντες απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των εναγομένων ως ψευδείς και ανυπόστατους και ισχυρίζονται ότι πράγματι ζήτησαν από τους εναγόμενους να προβούν σε αλλαγές ή και μετατροπές στο σχεδιασμό της κατοικίας που αγόρασαν από τους εναγόμενους, αρνούνται όμως ότι οι εναγόμενοι κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό για την τροποποίηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων. Αντιθέτως, την αμοιβή του αρχιτέκτονα κατέβαλαν ή ανέλαβαν να καταβάλουν προς τον ίδιο οι ενάγοντες. Αρνούνται επίσης ότι αυτοί υπαναχώρησαν από τη συμφωνία ως επίσης και ότι οι εναγόμενοι ολοκλήρωσαν τις εργασίες ή και τις αλλαγές. Αρνούνται τέλος ότι συμφώνησαν στην καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης αφού οι εναγόμενοι δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε αλλαγή. Προς υποστήριξη της υπόθεσης των εναγόντων κατέθεσε ο ενάγοντας (ΜΕ). Αφού αναφέρθηκε στη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο αυτής και ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο της απόδειξης πληρωμής των Λ.Κ.35.000.-. Ο μάρτυρας ανέφερε περαιτέρω ότι όταν υπέγραψαν τη συμφωνία, συμφώνησαν να κάνουν κάποιες αλλαγές στα αρχιτεκτονικά σχέδια και στο κτήριο και υποσχέθηκαν να πληρώσουν τα έξοδα του αρχιτέκτονα αν τα ζητούσε. Κατά τη διάρκεια της ανέγερσης του σκελετού, οι εναγόμενοι έκαναν κάποιες αλλαγές, αλλά όχι σύμφωνα με τις οδηγίες τους. Η εταιρεία τους ανέφερε ότι λόγω προβλημάτων δεν θα προχωρούσαν με την ανέγερση, μεταβίβαση και εγγραφή ως η συμφωνία τους. Λόγω της παράβασης τους συμφώνησαν να ακυρώσουν τη συμφωνία με υπαιτιότητα των εναγομένων. Οι εναγόμενοι ανέφεραν ότι θα τους επέστρεφαν τις Λ.Κ.35.000, €59.801,05.- με τόκο 8% ετησίως από 6.2.06 μέχρι εξόφλησης. Πολλές φορές ζήτησαν από την εταιρεία να τους επιστρέψουν το ποσό, όμως αυτό δεν έγινε. Άλλαξαν την ημερομηνία επιστροφής και τελικά αρνήθηκαν να πληρώσουν. Στις 6.5.08 έδωσαν οδηγίες στους δικηγόρους τους να στείλουν επιστολή στους εναγόμενους και στον κ. Πέτρο Κώστα. Αντίγραφα της επιστολής αυτής κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια 3 και 4 αντιστοίχως. Ο μάρτυρας είπε επίσης ότι όταν συμφώνησαν με τους εναγόμενους να τους επιστρέψουν τα χρήματα, η οικοδομή ήταν στο στάδιο του σκελετού, όταν κατάλαβαν ότι αλλαγές δεν είχαν γίνει. Κατέθεσε σχετικά, ως Τεκμήριο 5, δύο φωτογραφίες τις οποίες ο ίδιος έβγαλε. Οι εναγόμενοι δεν τους πλήρωσαν οποιοδήποτε ποσό. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ εξήγησε περαιτέρω, μεταξύ άλλων, ότι τη στιγμή που υπέγραψαν τη συμφωνία δεν υπήρχε οικοδομή. Ο σκελετός άρχισε στα μέσα Δεκεμβρίου 2005 ή αρχές του έτους 2006 και κάπου στις αρχές του έτους 2006 τέλειωσαν οι σκελετοί. Οι πληρωμές έγιναν σε διάφορες ημερομηνίες με την τελευταία κατάθεση να έγινε στα μέσα Δεκεμβρίου
- Ο ΜΕ επέμενε στους ισχυρισμούς του εξηγώντας αυτούς περαιτέρω και αρνούμενος τις θέσεις των εναγομένων. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ΜΕ κατατέθηκαν επίσης τα Τεκμήρια 6 και 7, το χαρτοσημασμένο πωλητήριο και αρχιτεκτονικά σχέδια αντιστοίχως. Προς υποστήριξη της υπόθεσης των εναγομένων, τόσο ως προς την υπεράσπιση όσο και ως προς την ανταπαίτηση, κατέθεσαν τέσσερεις μάρτυρες. Ο Κωστάκης Νικολαϊδης (ΜΥ1) ανέφερε ότι είναι πολιτικός μηχανικός και διατηρεί αρχιτεκτονικό γραφείο στη Λάρνακα. Σπούδασε στη Μόσχα. Τόσο τον Πέτρο Κώστα όσο και τους ενάγοντες 1 και 2 τους γνωρίζει. Εξήγησε τη συνεργασία του με τον Πέτρο Κώστα αναφερόμενος και στο υπό κρίση συγκρότημα κατοικιών για να πει ότι έκανε το σχέδιο το Μάρτιο του έτους
- Κατέθεσε σχετικά το Τεκμήριο 8 ενώπιον του Δικαστηρίου. Ερωτηθείς ο ΜΥ1 για το πότε άρχισαν οι εργασίες ανέγερσης απάντησε ότι δεν θυμάται όμως ήταν μετά που έπιασαν τις άδειες. Αναφέρθηκε επίσης στον ενάγοντα 1 ότι επισκέφτηκε τον αρχιτέκτονα του γραφείου του ζητώντας του να κάνει κάποιες μετατροπές. Ο ενάγοντας 1 πήγε αρκετές φορές στο γραφείο του. Σε σχέση με το Τεκμήριο 8 εξήγησε ότι το φέρον αρ. 1 είναι το αρχικό χωροταξικό σχέδιο ενώ το φέρον αρ. 2Α είναι τα αρχικά σχέδια με χρωματισμένες τις αλλαγές. Οι εργασίες σταδιακά γίνονταν. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Πέτρος Κώστα ανέθεσε σε κάποιο Νίκο, Πολιτικό Μηχανικό, να βοηθά και έτσι αυτός πήγε και του εξήγησε τις αλλαγές και πως να προχωρήσουν. Του έδειξε εμπιστοσύνη ότι εκείνος μπορεί να επιβλέπει τη δουλειά. Όταν θα γίνονταν οι αλλαγές η οικοδομή ήταν στο στάδιο που άρχισαν να κτίζονται τα τούβλα. Αφού ο ΜΥ1 αναφέρθηκε στις αλλαγές που θα γίνονταν, είπε ότι τα νέα σχέδια δεν υποβλήθηκαν στην Πολεοδομία αφού, λόγω του ότι επρόκειτο για εσωτερικές αλλαγές, μπορούσαν να πράξουν τούτο αργότερα για να εξασφαλίσουν πιστοποιητικό έγκρισης. Μετά που πήγε στην οικοδομή και εξήγησε στο Νίκο και του υπέδειξε τι να γίνει, δεν ξαναπήγε εκεί αφού τον εμπιστεύθηκε ότι μπορεί να διεκπεραιώσει το έργο. Ο ίδιος δεν γνωρίζει αν έγιναν οι αλλαγές. Δεν πληρώθηκε για τα σχέδια με τις μετατροπές. Ρώτησε ποιος θα τον πληρώσει και ο ιδιοκτήτης του είπε ότι πρέπει να τον πληρώσει ο αγοραστής. Αναφερόμενος στο Τεκμήριο 5 είπε ότι είναι ο σκελετός της κατοικίας ενώ όταν πήγε για να υποδείξει στον κ. Ταλιαδώρο τις αλλαγές, ήταν κτισμένοι οι τοίχοι και σουβατισμένα αρκετά. Στο Τεκμήριο 5 δεν φαίνονται οι αλλαγές, είπε. Κατά την αντεξέταση του κατατέθηκε το Τεκμήριο 9 (φωτογραφία). Ο Νίκος Ταλιαδώρος ήταν ο επόμενος μάρτυρας για την πλευρά των εναγομένων (Μ.Υ.2). Αφού ανέφερε ότι είναι επιμετρητής ποσοτήτων κοστολόγος μηχανικός και αφού ανέφερε πού σπούδασε, είπε ότι είναι αυτοεργαζόμενος τα τελευταία δέκα χρόνια και γνωρίζει τόσο τον κ. Πέτρο Κώστα όσο και τον αρχιτέκτονά του, κ. Νικολαΐδη. Είναι επιμετρητής της εταιρείας του κ. Πέτρου Κώστα και για το επίδικο έργο, καθ' όλη τη διάρκεια του έργου. Όπως ανέφερε, όταν έφτασαν στο τέλος και της συγκεκριμένης κατοικίας, εκτός από τα μπογιατίσματα, είχε οδηγίες από τον κ. Πέτρο για αλλαγές. Ζήτησε τα σχέδια και ο αρχιτέκτονας του παρέδωσε το υφιστάμενο σχέδιο και τις αλλαγές. Είναι το Τεκμήριο 8 που ανέλαβε να κοστολογήσει τις αλλαγές, να τις τροποποιήσει και μετά να τις επαναφέρει στο αρχικό σχέδιο σύμφωνα με τις άδειες οικοδομής. Με τον κ. Νικολαΐδη βρέθηκε τις πρώτες μέρες που του παρέδωσε το έργο και μετά όταν ήθελε συμβουλές είχαν επαφή τηλεφωνικώς. Σε σχέση με τις αλλαγές, είχαν επαφή τηλεφωνικώς. Όταν του έδωσε τα δύο σχέδια, η οικοδομή ήταν σε στάδιο που δεν είχαν γίνει τα μπογιατίσματα. Οι αλλαγές έγιναν και τις επέβλεπε ο ίδιος. Ο Μ.Υ.2 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου το Τεκμήριο 10 το οποίο, όπως είπε, είναι έγγραφο που ετοίμασε όταν του λέχθηκε ότι ο αγοραστής εγκατέλειψε και έτσι αυτός έκανε την κοστολόγηση. Εξήγησε αυτό και ότι μετά επανέφεραν το σπίτι στην αρχική του θέση επειδή σε έργο όπου υπάρχει άδεια οικοδομής για πέντε κατοικίες, για οικονομικούς λόγους που αφορούν και τον αρχιτέκτονα, και για να εκδοθούν τίτλοι πιο εύκολα, ήταν οικονομικά πιο συμφέρων. Ο Igor Lutchenko (Μ.Υ.3), αρχιτέκτονας στο γραφείο του Μ.Υ.1 από το έτος 1994, ανέφερε ότι το σχέδιο για το επίδικο έργο το ετοίμασε ο ίδιος. Κατέθεσε σχετικά το Τεκμήριο
- Ο Μ.Υ.3 αναφέρθηκε στην έναρξη των εργασιών και στην Πολεοδομική Άδεια (Τεκμήριο 12) για να αναφερθεί στον ενάγοντα λέγοντας ότι τον γνωρίζει και ότι αυτός πήγε κοντά του για κάτι αλλαγές στα σχέδια που ήθελε να αγοράσει. Έκανε τις αλλαγές που φαίνονται στο Τεκμήριο
- Ερωτηθείς αν πήγε στην οικοδομή, είπε ότι πήγε δύο φορές γιατί πήγε ο κ. Κωστάκης. Για τις αλλαγές πήγε δύο φορές. Ο σκελετός ήταν έτοιμος, τοίχους όμως δεν θυμόταν. Όταν τον επισκέφθηκε ο ενάγοντας, επικοινώνησε με τον κ. Πέτρο. Δεν γνωρίζει αν τα τροποποιημένα σχέδια υποβλήθηκαν στην Πολεοδομία. Ο διευθυντής των εναγομένων, Πέτρος Κώστα ήταν ο τελευταίος μάρτυρας γι αυτούς (Μ.Υ.4). Αναφέρθηκε στο πώς γνώρισε τους ενάγοντες και στη μεταξύ των συμφωνία και πληρωμή της εν λόγω προκαταβολής για να προσθέσει ότι το συγκρότημα ξεκίνησε το έτος 2004, οι αγοραστές πήγαν και το είδαν το 2004, το φωτογράφησαν και έφυγαν για τη Ρωσσία και επέστρεψαν και έκλεισαν τη συμφωνία το έτος
- Σ' αυτό το χρονικό σημείο, το έργο ήταν πιο προχωρημένο από ό,τι φαίνεται στο Τεκμήριο
- Είχε τούβλα και ήταν σουβατισμένο. Το Τεκμήριο 5 είναι φωτογραφία του έτους
- Για τις αλλαγές έμαθε μετά και ο κ. Νικολαΐδης του υπέδειξε τις αλλαγές μαζί με τον άνθρωπο στον οποίο ανέθεσε να επιβλέπει το έργο. Η οικοδομή προχωρούσε κανονικά και μετά από παρέλευση καιρού, οι ενάγοντες πήγαν στο γραφείο του και απολογητικά του είπαν ότι δεν θέλουν την κατοικία και ότι αγόρασαν σπίτι από άλλον. Τους είπε εντάξει, τους ρώτησε για τα έξοδα, του είπαν θα τα βρουν μεταξύ τους, έφυγαν, του έδωσαν το πρωτότυπο του εγγράφου. Αυτός ενημέρωσε τον επιμετρητή να του υπολογίσει το κόστος. Εκπλάγηκε από την καταχώρηση της αγωγής, ούτε είχε σκοπό για αγωγή. Όταν ενημερώθηκε το κόστος, είπε 'ας τα χάσω', όμως εκπλάγηκε από την αγωγή. Ο Μ.Υ.4 κατέθεσε το Τεκμήριο 13 και εξήγησε περαιτέρω ότι όταν σταμάτησε το έργο, ήταν υπόχρεος να το επαναφέρει αφού δεν καταχώρησε τις αλλαγές, κάτι που θα έκανε μετά. Βάσει των μετρήσεων, η ανταπαίτηση αφορά τις ζημιές της εναγομένης. Ο Μ.Υ.4 κατέθεσε επίσης τα Τεκμήρια 14, 15 και
- Έχοντας σκιαγραφήσει εκτενώς την προσκομισθείσα μαρτυρία, θεωρώ σκόπιμο να επισημάνω ότι το σύνολο της μαρτυρίας έχει μελετηθεί με προσοχή από το Δικαστήριο μέσα στα πλαίσια της μελέτης της υπόθεσης και έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου. Το ίδιο ισχύει, ασφαλώς, και με τις αγορεύσεις των συνηγόρων, το περιεχόμενο των οποίο δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετούσε να επαναλάβω. Η παρούσα υπόθεση, η οποία είναι αστική υπόθεση, κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς [Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 Α.Α.Δ. 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.ΔΣ. 207]. Είχα την ευκαιρία, κατά την ακροαματική διαδικασία να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες στη ζωντανή τους παρουσία, ενώ κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Είχα περαιτέρω την ευκαιρία, όπως ανέφερα και πιο πάνω, να μελετήσω με μεγάλη προσοχή το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, συμπεριλαμβανομένων των τεκμηρίων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο Μ.Ε.1, ενάγοντας 1, μου προκάλεσε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Κι αυτό τόσο με βάση τη ζωντανή του παρουσία ενώ κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, όση και με βάση το περιεχόμενο της μαρτυρίας του. Παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με άνεση, σαφήνεια και σταθερότητα στα λεγόμενα του, εκπέμποντας εμφανώς την εικόνα του ειλικρινούς μάρτυρα και δίδοντας σαφώς την εντύπωση της παράθεσης των πραγματικών γεγονότων ως τα έζησε. Η δε μαρτυρία του παρουσίαζε μια λογική αλληλουχία και συνάφεια γεγονότων χωρίς να εντοπίζεται, κατά την άποψη μου, οποιοδήποτε σημείο στη βάση του οποίου η μαρτυρία του να κλονίζεται. Κρίνοντας τον ως αξιόπιστο μάρτυρα, αποδέχομαι τα λεγόμενά του ως ορθά και πραγματικά. Στην αντίπερα όχθη, άσχημη ήταν η εντύπωση που μου προκάλεσαν οι μάρτυρες υπεράσπισης. Ως γενικό σχόλιο σε σχέση με το σύνολο της μαρτυρίας τους, θα μπορούσε να λεχθεί ότι οι μάρτυρες είχαν σκοπό να περιοριστούν στα όσα κλήθηκαν να αναφέρουν προς υποστήριξη των ισχυρισμών των εναγομένων, προβάλλοντας άγνοια ή αδυναμία να θυμηθούν για άλλα σχετικά θέματα. Στο πλαίσιο αυτό επίσης εντοπίζονται και συγκεκριμένες αντιφάσεις στη μαρτυρία τους ή και στις μεταξύ τους τοποθετήσεις. Μια τέτοια αντίφαση αφορά το στάδιο στο οποίο βρισκόταν η οικοδομή κατά διαφορετικούς χρόνους. Πραγματικά άξιο προσοχής είναι το ότι, ενώ από τη μαρτυρία του Μ.Υ.4 προκύπτει η θέση ότι κατά το χρόνο συμφωνίας (δηλαδή το Νοέμβριο 2005) η οικοδομή είχε τα τούβλα και ήταν σουβατισμένη, ο Μ.Υ.1 διαψεύδει τούτο με την αναφορά ότι κατά τον εν λόγω χρόνο το έργο ήταν στο στάδιο του σκελετού. Περαιτέρω τόσο από τις αναφορές του Μ.Υ.1, όσο και του Μ.Υ.3 (όταν λέει ότι ο ενάγοντας ζήτησε αλλαγές στα σχέδια κατοικίας που ήθελε να αγοράσει), προκύπτει ότι οι αλλαγές στα σχέδια έγιναν πριν τη συμφωνία, ο Μ.Υ.2 είχε τη θέση ότι οι αλλαγές ζητήθηκαν όταν η οικοδομή ήταν στο τέλος εκτός από τα μπογιατίσματα. Αναλόγως και ο Μ.Υ.4 υποστήριξε ότι οι αλλαγές ζητήθηκαν μετά. Εύλογα γίνεται αντιληπτό ότι προσπάθεια των εναγομένων ήταν να παρουσιάσουν την εικόνα πραγμάτων ότι η οικοδομή ήταν προχωρημένη ώστε να φανεί ζημιά τόσο στη διενέργεια αλλαγών όσο και στην επαναφορά του έργου στη βάση των αδειών. Όμως παράδοξο φαντάζει το ότι ενώ υπάρχει δικογραφημένος ισχυρισμός ότι με την υπαναχώρηση των εναγόντων συμφωνήθηκε το θέμα του κόστους, κάτι τέτοιο δεν συμφωνήθηκε στην αρχή όταν ζητήθηκαν αλλαγές σε ήδη κατασκευασμένο έργο αφού θα απαιτείτο σημαντική τροποποίηση της οικοδομής. Περαιτέρω, σημειώνεται η διαφοροποίηση στις θέσεις του Μ.Υ.1 όταν αρχικά είπε ότι οι εργασίες ξεκίνησαν 'μετά που πιάσαμε τις άδειες', μετά είπε ότι όταν έπιασαν την πολεοδομική άδεια, έγινε η αίτηση για άδεια οικοδομής και όταν την έπιασαν ξεκίνησαν, μετά είπε ότι από τη στιγμή που πιάσουν την πολεοδομική άδεια ξεκινούν και μετά είπε ότι κάμνοντας επαφές με την πολεοδομία και από προφορική συμφωνία μπορεί να είναι πεπεισμένος ότι μπορεί να ξεκινήσει το έργο χωρίς άδειες έτσι έδωσε τα σχέδια στον πελάτη να ξεκινήσει. Περαιτέρω, ο Μ.Υ.1 είπε ότι όταν θα γίνονταν οι αλλαγές, η οικοδομή ήταν στο στάδιο που άρχισαν και κτίζονταν τα τούβλα. Ας σημειωθεί ότι ο Μ.Υ.3 είπε ότι πήγε στην οικοδομή δύο φορές με τον Μ.Υ.1 και για τις αλλαγές και ο σκελετός ήταν έτοιμος αλλά δεν θυμόταν τοίχους. Ο Μ.Υ.1 είπε ότι όταν μετά τα σχέδια με τις αλλαγές πήγε και υπέδειξε αυτές στο Μ.Υ.2 ήταν κτισμένοι οι τοίχοι και είχαν γίνει και αρκετά σουβατίσματα. Ο Μ.Υ.2 όμως είπε ότι με το Μ.Υ.1 βρέθηκε όταν του παρέδωσε το έργο ενώ για τις αλλαγές είναι τηλεφωνικώς που μίλησαν. Είπε επίσης ότι τους ενάγοντες ουδέποτε τους είδε ενώ ο Μ.Υ.4 τοποθετεί τον ενάγοντα να ήταν παρών όταν βρέθηκαν όλοι για τις αλλαγές. Περαιτέρω, ο Μ.Υ.2, σε σχέση με το Τεκμήριο 10, είπε ότι το ετοίμασε όταν του λέχθηκε ότι ο αγοραστής εγκατέλειψε και του δόθηκε διαταγή να επαναφέρει την οικοδομή και έκανε την κοστολόγηση. Πράγματι αξιοπρόσεκτο είναι ότι ο υπολογισμός έγινε σε ευρώ με τον Μ.Υ.2 να τοποθετεί την εισαγωγή του ευρώ το έτος 2006 ενώ αποτελεί δικαστική γνώση, ασφαλώς, το νόμισμα του Κράτους με το ευρώ να αντικαθιστά την κυπριακή λίρα από 1.1.2008. Περαιτέρω, ο Μ.Υ.2 παρέπεμπε σε ημερολόγιο έργου ή φάκελο, που ουδέποτε τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Άξιο προσοχής επίσης είναι το ότι με αναφορά σε συγκεκριμένη αλλαγή στην οικοδομή, την οποία δεν εντόπιζε στο Τεκμήριο 10, έφτασε στο σημείο να πει ότι 'μπορεί να του την κάναμε δώρο του ανθρώπου'. Ο δε Μ.Υ.4, πέραν των ως άνω, αναφερόταν στην ανάγκη επαναφοράς της οικοδομής για χάριν των σχεδίων για να φανεί στο τέλος ότι ο ίδιος προχώρησε σε άλλη άσχετη εξωτερική αλλαγή με αποτέλεσμα η τελική μορφή να είναι εκτός σχεδίων. Περαιτέρω δε, ενώ είπε ότι ανέμενε τους ενάγοντες να έρθουν και να καλύψουν τη ζημιά, φαίνεται ότι ουδέποτε επιχείρησε να επικοινωνήσει μαζί τους για την απαίτηση των εναγομένων, ούτε όταν έλαβε την επιστολή (Τεκμήρια 3 και 4) απάντησε με τις θέσεις του, παρά μόνο εκπλάγηκε. Άφησα για τελευταίο σημείο αναφοράς το ότι ενώ δικογραφείται από την υπεράσπιση ότι πληρώθηκαν €2.000,- για έξοδα του αρχιτέκτονα, προκύπτει ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε. Περαιτέρω δε, παρατηρείται ότι από τη μαρτυρία του Μ.Υ.4 και γενικά της υπεράσπισης, ουδόλως υποστηρίζονται τα όσα δικογραφούνται περί συμφωνίας με τον τερματισμό και τα οποία αποτελούν τη βάση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Έχω παραθέσει ανωτέρω το σχετικό μέρος από τη μαρτυρία του Μ.Υ.4. Είναι στη βάση των ως άνω που δεν έχω καμία αμφιβολία στο μυαλό μου ότι οι μάρτυρες υπεράσπισης θα πρέπει να κριθούν αναξιόπιστοι και ότι η εκδοχή που παρουσίασε η πλευρά των εναγομένων δεν ευσταθεί. Έχω πειστεί ότι τα γεγονότα έχουν εξελιχθεί ως τα ανέφερε ο ενάγοντας 1, Μ.Ε. Ακόμη και η προβαλλόμενη υπεράσπιση λαμβάνει υπόψη ότι η προκαταβολή που δόθηκε είναι αποδοτέα στους ενάγοντες αφού αφαιρείται από την κατ' ισχυρισμό ζημιά των εναγομένων. Στο επίπεδο των γεγονότων, πέραν των κοινά αποδεκτών γεγονότων και των ως άνω, αποδέχομαι εκ των πραγμάτων επίσης ότι οι πλευρές, κατά το στάδιο που συμφώνησαν την ακύρωση της συμφωνίας πώλησης, συμφώνησαν την απόδοση τόκου προς 8% από 6.2.2006 επί του ποσού της προκαταβολής που θα επιστρεφόταν (το θέμα θα με απασχολήσει και κατωτέρω). Παράλληλα, πέραν της απόρριψης της εκδοχής των εναγομένων και της μαρτυρίας του Μ.Υ.2, θα πρέπει θεωρώ να λεχθεί ότι και αντίθετη να ήταν η αξιολόγηση της μαρτυρίας, είμαι της άποψης ότι η μαρτυρία του Μ.Υ.2 δεν θα ήταν αρκετή να αποδείξει την κατ' ισχυρισμό ζημιά των εναγομένων. Είναι καλώς νομολογημένο ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να αναφέρονται στα δικόγραφα με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα [βλ. σχετικά RKB Leathergoods Limited v. Αγγελίδη
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1071, Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 687, Λοΐζου ν. Μουρτζή
(1999)1(Β) Α.Α.Δ 883)]. Από τη μαρτυρία, όχι μόνο φαίνεται ότι συγκεκριμένα στοιχεία δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν μέρος της ζημιάς αλλά επίσης προκύπτει ότι ουσιαστικά πρόκειται για υπολογισμό χωρίς να έχει τεθεί στο Δικαστήριο το απαραίτητο πραγματικό υπόβαθρο. Επί του θέματος της επιστροφής του ποσού που δόθηκε ως προκαταβολή, σαφώς από τη στιγμή που το υπό κρίση ποσό ήταν μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος, καθίσταται επιστρεπτέο εφόσον η συμφωνία τερματίστηκε, ανεξάρτητα από το λόγο τερματισμού της [Αγαπίου κ.ά. ν. Λεωνίδου
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 50]. Αυτό εξυπακούει ότι δεν ήταν απαραίτητο να υπάρξει οποιαδήποτε μεταξύ των πλευρών συμφωνία επί τούτου αφού αυτή είναι εν πάση περιπτώσει η νομική επίπτωση μιας τέτοιας κατάστασης πραγμάτων. Αυτό θα σήμαινε ότι ένα τέτοιο ποσό, ως ποσό αποζημίωσης, θα έπρεπε να φέρει νόμιμο τόκο. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Τζιαρζάζη ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 627: «... στη βάση ευθυγραμμισμένης νομολογίας, πως, εκτός όπου υπάρχει ρητή πρόνοια σε συγκεκριμένο νόμο ή στη μεταξύ των μερών συμφωνία για πληρωμή τόκου, τέτοια υποχρέωση δεν προκύπτει. Ο τόκος δεν θεωρείται προβλεπτή ζημιά η οποία να ανακύπτει από τη διάρρηξη συμφωνίας, εκτός αν προβλέπεται ειδικά στη σύμβαση ή κατά πάγια πρακτική των συναλλαγών εξυπακούεται, και σ' αυτή την τελευταία περίπτωση εφόσον ο ενάγοντας υποχρεώθηκε να πληρώσει τόκους στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από άλλη πηγή (δες, την καταληκτική παράγραφο στη Δρυάδης κ.ά. ν. Καλησπέρα
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 881).» Έχω ανωτέρω αποδεκτεί τη μεταξύ των πλευρών συμφωνία για απόδοση τόκου προς 8% από 6.2.2006 μέχρι εξόφλησης του ποσού της εν λόγω προκαταβολής. Με έχει απασχολήσει το θέμα και έχω καταλήξει ότι από τη στιγμή που η εν λόγω προκαταβολή ήταν αμέσως πληρωτέα, μια τέτοια συμφωνία συνάδει με το γεγονός ότι δόθηκε χρόνος για επιστροφή του ποσού σε μελλοντική ημερομηνία, ως προκύπτει εκ των πραγμάτων. Με βάσει συνεπώς όλα τα ως άνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι οι ενάγοντες έχουν πετύχει να αποδείξουν την αξίωση τους ενώ οι εναγόμενοι απέτυχαν να πράξουν το ίδιο στην ανταπαίτηση τους. Συνακόλουθα, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €59.801,05 πλέον τόκο επ' αυτού προς 8% ετησίως από 6.2.2006 μέχρι εξόφλησης. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων τα έξοδα τόσο της απαίτησης όσο και της ανταπαίτησης ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα που αφορούν την απαίτηση να υπολογιστούν στην κλίμακα €50.000-€100.000,- (κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού) ενώ τα έξοδα που αφορούν την ανταπαίτηση να υπολογιστούν στην κλίμακα €100.000-€500.000,- (κλίμακα της αξίωσης στην ανταπαίτηση). [Υπ.] ................................ Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. ΕΝ/νχ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο