Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Αδελφοί Π & Ν Μουζουρη (Εκσκαφές - Μεταφορές) Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 13/2008, 15/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A125 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 13/2008 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, εκ Λευκωσίας Εναγόντων και
- Αδελφοί Π & Ν Μουζουρη (Εκσκαφές - Μεταφορές) Λτδ
- Νίκος Μουζούρης
- Ελευθέριος (Λευτέρης) Μουζούρης
- Ανδρούλλα Μουζούρη
- Άννα Μουζούρη Εναγομένων Ημερομηνία: 15.10.2013 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα. Έλενα Ανδρέου Για Εναγόμενους: κ. Ανδρέας Μαθηκολώνης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η συμφωνία ενοικιαγοράς με αριθμό 840-0-5242770, ημερ. 28.6.1999, αποτελεί τη βάση για τη δρομολόγηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής εκ μέρους της ενάγουσας σε βάρος των Εναγομένων. Ως προβάλλεται στο ειδικό οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, οι ενάγοντες, οι οποίοι διεξάγουν τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο, με την πιο πάνω αναφερόμενη συμφωνία ενοικιαγοράς ενοικίασαν στους εναγόμενους 1 υπό την αλληλέγγυο εγγύηση και/ή υποχρέωση και/ή συμφωνία προς αποζημίωση και/ή κάλυψη των εναγομένων 2 έως και 5, υπό συνήθεις όρους ενοικιαγοράς και με δικαίωμα αγοράς το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΑΥ225 μάρκας Liebherr (excavator) και το μηχάνημα (γεννήτρια) Gen-Set Stationary 375KVA. Η συμφωνηθείσα τιμή αγοράς ανερχόταν σε Λ.Κ.50.000 ενώ παράλληλα συμφωνήθηκε το ποσό των Λ.Κ.15.532,00 σεντ ως δικαιώματα ενοικιαγοράς, ποσά που θα ήταν πληρωτέα διά 48 ίσων και διαδοχικών μηνιαίως δόσεων εκ Λ.Κ. 1.364,59 σεντ έκαστης, της πρώτης δόσης πληρωτέας την 13.8.
- Ενόψει του γεγονότος ότι οι εναγόμενοι παρέλειψαν να τηρήσουν τα συμφωνηθέντα και/ή παρέλειψαν να πληρώσουν δόσεις και/ή ενοίκια συνολικού ποσού €96.423,56 σεντ, οι ενάγοντες με επιστολή τους προς τους εναγομένους, ημερ. 1.11.2007, τερμάτισαν την πιο πάνω σύμβαση, καλώντας ταυτόχρονα τους τελευταίους όπως καταβάλουν κάθε οφειλόμενο υπόλοιπο το οποίο κατέστη πληρωτέο και να παραδώσουν στους ενάγοντες τα αντικείμενα της ενοικιαγοράς. Ενόψει της παράλειψης των εναγομένων να συμμορφωθούν με τα πιο πάνω, οι ενάγοντες προώθησαν την υπό συζήτηση αγωγή με την οποία διεκδικούν: (α) Την παράδοση των πιο πάνω αντικειμένων ενοικιαγοράς εντός τακτής προθεσμίας στα γραφεία των εναγόντων στη Λάρνακα, (β) Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο δημόσιος πλειστηριασμός των ως άνω αντικειμένων και τα έσοδα από αυτή την πώληση διατεθούν έναντι και/ή προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού, (γ) €168.344,99 σεντ πλέον τόκο προς 9% επί ποσού €96.423,55 σεντ από 2.11.2007 μέχρι εξοφλήσεως ως οφειλόμενα δυνάμει της ως άνω συμβάσεως ποσά, (δ) Τα έξοδα της διαδικασίας πλέον ΦΠΑ. Οι εναγόμενοι, με την υπεράσπιση και ανταπαίτηση τους ως έχει διαμορφωθεί τροποποιούμενη μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, αρνούνται την αξίωση των εναγόντων. Θέτοντας τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους, προτάσσουν τη θέση πως η επίδικη συμφωνία δεν αποτελεί αληθινή και γνήσια συμφωνία ενοικιαγοράς και ότι αυτή προωθήθηκε ή καταρτίστηκε από τους ενάγοντες με σκοπό την συγκάλυψη παραχώρησης δανείου στην εναγομένη 1 εταιρεία με παράνομους τόκους και την συγκάλυψη της διάπραξης ποινικών αδικημάτων κατά παράβαση της περί τόκου νομοθεσίας από τους ενάγοντες. Περαιτέρω, προβάλλεται η θέση ότι κατά ή περί τις 28.12.2000, οι ενάγοντες και η εναγόμενη 1 εταιρεία προέβησαν σε συμφωνία διακανονισμού των υποχρεώσεων της τελευταίας προς τους ενάγοντες, διακανονισμός ο οποίος αποτυπώθηκε σε έγγραφο ημερ. 2.1.2001, με τον οποίο συμφωνήθηκε μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 1 εταιρείας πως εάν η τελευταία μέχρι 15.2.2001 πλήρωνε στους ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ.450.000, τότε όλες οι υποχρεώσεις των εναγομένων προς τους ενάγοντες θα εξοφλούντο. Με δεδομένο ότι η ως άνω αναφερόμενη συμφωνία και διακανονισμός έγινε χωρίς την γνώση και την συγκατάθεση των εναγομένων 4 και 5, αποτελεί δικογραφημένη θέση των εναγομένων ότι οι εγγυήσεις για τις οποίες γίνεται αναφορά στην απαίτηση των εναγόντων τις οποίες υπέγραψαν οι εν λόγω εναγόμενες ακυρώθηκαν και οι εναγόμενες 4 και 5 απαλλάγηκαν των υποχρεώσεων τους. Είναι γι' αυτό τον λόγο που οι εναγόμενες 4 και 5 αξιώνουν, ανταπαιτητικά, δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι εγγυήσεις που περιγράφονται στην απαίτηση των εναγόντων ακυρώθηκαν και οι τελευταίες απαλλάγηκαν των υποχρεώσεων τους δυνάμει των εν λόγω συμφωνιών. Πέντε συνολικά μάρτυρες κάλεσε η πλευρά των εναγόντων για να αποδείξει την υπόθεση της. Από την πλευρά των εναγομένων κατέθεσαν από το εδώλιο του μάρτυρα οι εναγόμενοι 2,3,4 και
- Το σύνολο της μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσας ακροαματικής διαδικασίας βρίσκεται στα πρακτικά της διαδικασίας. Δεν αποτελεί ασφαλώς πρόθεση του Δικαστηρίου η επανάληψη της μαρτυρίας στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Πολύ συνοπτικά και περιοριζόμενος στα βασικά και σχετικά με την παρούσα υπόθεση σημεία, το Δικαστήριο θα αναφερθεί σε αυτήν. Αυτονόητο είναι εξάλλου ότι κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της προσκομισθείσας και αποδεκτής μαρτυρίας ως επίσης κάθε σχετική λεπτομέρεια. Ο Μιχάλης Στυλιανού, υπάλληλος στο τμήμα της ενάγουσας Τράπεζας που είναι υπεύθυνο για την ανάκτηση χρεών, έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, τη συμφωνία ενοικιαγοράς με αριθμό 840-0-5242770 ημερ. 28.6.1999 (Τεκμήριο 1), το τιμολόγιο με αριθμό 21943 ημερ. 28.6.1999 (τεκμήριο 2), το οποίο υπογράφεται από την εναγομένη 1 εταιρεία και στο οποίο περιγράφονται τα δύο αντικείμενα της ενοικιαγοράς, αντίγραφο του πιστοποιητικού εγγραφής του μηχανοκίνητου οχήματος τύπου Excavator μάρκας Liebherr με αριθμούς εγγραφής ΗΑΥ225 (τεκμήριο 3), κατάσταση του λογαριασμού της ως άνω ενοικιαγοράς (τεκμήριο 5), ως επίσης αντίγραφα επιστολών τερματισμού της συμφωνίας και απαίτησης παράδοσης των αντικειμένων και πληρωμής κάθε οφειλόμενου ποσού (τεκμήρια 4 έως 4Δ). Παραπέμποντας στα έγγραφα που έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου, υπέδειξε ότι η εναγόμενη 1 εταιρεία υπέγραψε ως ενοικιαστής την ως άνω αναφερόμενη συμφωνία ενοικιαγοράς, δυνάμει της οποίας ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ, του οποίου οι εργασίες στο σύνολο τους μεταφέρθηκαν κατά τον τρόπο που εξήγησε στην ενάγουσα, κατέβαλε στην εναγομένη 1 εταιρεία, ως έμπορο, το ποσό των Λ.Κ.50.
- Τα επίδικα αντικείμενα της ενοικιαγοράς, υπέδειξε, παραδόθηκαν στην εναγομένη 1 εταιρεία και εξακολουθούν μέχρι και σήμερα να βρίσκονται στην κατοχή της. Οι εναγόμενοι 2,3,4 και 5 εγγυήθηκαν την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς αναλαμβάνοντας προσωπικά και αλληλέγγυα να αποζημιώσουν τους ενάγοντες για οποιαδήποτε ζημιά υποστούν, σχετική με την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς. Επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τους όρους κάτω από τους οποίους συνομολογήθηκε η υπό συζήτηση συμφωνία ενοικιαγοράς, υπέδειξε ότι η εναγόμενη 1 εταιρεία κατ' εφαρμογή της ως άνω σύμβασης κατέβαλλε δόσεις μέχρι και μέρος της δόσης του Ιανουαρίου του
- Την 1.11.2007 το σύνολο των καθυστερημένων δόσεων ανήλθε σε Λ.Κ.56.434,20 σεντ. Παρά τις κατ΄ επανάληψη υποσχέσεις της εναγομένης 1 εταιρείας ότι συμμορφούμενη με τον συμφωνηθέντα τρόπο πληρωμής θα εξοφλούσε τα οφειλόμενα ποσά, δεν έπραξε τούτο, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες την 1.11.2007 με επιστολή τους τερμάτισαν την συμφωνία (Τεκμήρια 4 - 4δ). Κατά το χρόνο του τερματισμού το συνολικό πληρωτέο ποσό ανήλθε στις Λ.Κ.98.527,95 σεντ, συναποτελούμενο από το σύνολο των καθυστερημένων δόσεων και των τόκων υπερημερίας, ποσό το οποίο κάλεσαν την εναγομένη 1 και όλους τους εναγομένους να πληρώσουν, πλην όμως οι τελευταίοι παρέλειψαν να πράξουν. Ο Μιχάλης Σταυρίδης, υπάλληλος επίσης των εναγόντων, καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρα δήλωσε ότι τον Ιούνιο του 1999 ήταν βοηθός διευθυντή στο υποκατάστημα των εναγόντων στη Ξυλοφάγου. Γνωρίζει τους εναγόμενους, αφού οι τελευταίοι ήταν πελάτες της ενάγουσας στο ως άνω υποκατάστημα της. Ως το πρόσωπο που χειριζόταν τους λογαριασμούς τους, υπέδειξε ότι η φερεγγυότητα τους ήταν ικανοποιητική. Η υπό συζήτηση σύμβαση ενοικιαγοράς, υποστήριξε, έγινε μετά από παράκληση της εναγομένης εταιρείας να διευκολυνθεί με χρηματοδότηση Λ.Κ.50.000 προς το σκοπό πληρωμής της πίστωσης που είχε προηγηθεί στην εναγόμενη 1 εταιρεία για να γίνει κατορθωτή η εισαγωγή εκ μέρους της τελευταίας μεγάλου εκσκαφέα από την Ελλάδα και η αγορά γεννήτριας, ως αυτά ειδικότερα περιγράφονται στα τεκμήρια 9 και 10, τιμολόγια που παραδόθηκαν στην τράπεζα από την εναγόμενη 1 εταιρεία. Η εγγραφή του εκσκαφέα, υπέδειξε, έγινε στις 14.6.1999, παραπέμποντας στο σχετικό πιστοποιητικό εγγραφής του εν λόγω μηχανήματος. Προμηθευτής των αντικειμένων στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν η εναγόμενη 1 εταιρεία ενώ η τιμή πώλησης και αγοράς τους διαιολογείται από το περιεχόμενο του τιμολογίου τεκμήριο
- Ήταν ο ίδιος που προχώρησε στη συμπλήρωση του συμβολαίου ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 1) στο κατάστημα της ενάγουσας στη Ξυλοφάγου. Τούτο υπέγραψαν εκ μέρους της εταιρείας οι Νίκος και Ελευθέριος Μουζούρης (εναγόμενοι 2 και 3) και οι εναγόμενοι 2,3,4 και 5 ως εγγυητές. Μετά την συμπλήρωση του εγγράφου, τούτο απεστάλη στα γραφεία του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου (Ο.Χ.Τ.Κ.) στο Παραλίμνι όπου ελέγχτηκε και αφού ταυτοποιήθηκαν τα αντικείμενα της ενοικιαγοράς, υπογράφτηκε από αρμόδιους υπαλλήλους του Οργανισμού. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας υπέδειξε πως με δεδομένο ότι η Τράπεζα και ο Ο.Χ.Τ.Κ. ανήκαν στον ίδιο όμιλο ενώ ο Ο.Χ.Τ.Κ. δεν διατηρούσε καταστήματα όπου και η Τράπεζα Κύπρου, πολλές φορές οι υπάλληλοι της τράπεζας βοηθούσαν στην διεκπαιρέωση των εργασιών του Ο.Χ.Τ.Κ.. Η αίτηση άλλωστε των εναγομένων για την συγκεκριμένη χρηματοδότηση έγινε στο υποκατάστημα Ξυλοφάγου και εγκρίθηκε από την διεύθυνση του ομίλου με επιστολή ημερ. 27.4.1999, (τεκμήριο 11) με σκοπό να πληρωθεί η πίστωση που ανοίχθηκε ήδη προς όφελος της εναγομένης 1 εταιρείας για την αγορά του εκσκαφέα και της γεννήτριας. Η συμφωνία ενοικιαγοράς, επανέλαβε αντεξεταζόμενος, υπογράφτηκε από το σύνολο των εναγομένων ενώπιων του ιδίου και του διευθυντή του υποκαταστήματος στη Ξυλοφάφου Γιαννάκη Χ΄Γιωρκή, του οποίου την υπογραφή επί του Τεκμηρίου 1 αναγνώρισε. Αναγνώρισε επίσης τις υπογραφές του διευθυντή του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου στο Παραλίμνι Γεώργιου Σάρδαλου και της βοηθού του. Απορρίπτοντας περί του αντιθέτου υποβολές, υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη σύμβαση ενοικιαγοράς ήταν καθόλα έγκυρη και πραγματική αφού αφορούσε υπαρκτά αντικείμενα ενώ οι πελάτες συμφώνησαν με την συγκεκριμένη χρηματοδότηση, χωρίς οποιαδήποτε ένσταση και χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε άλλη πρόθεση εκ μέρους των μερών. Απορρίπτοντας τη θέση ότι μπορούσε να δοθεί από την τράπεζα δάνειο για την εξασφάλιση του συγκεκριμένου ποσού αγοράς των δύο αντικειμένων, υπέδειξε ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατό να γίνει, αφού η τράπεζα δεν θα μπορούσε να δεχθεί τα ίδια τα αντικείμενα ως εξασφάλιση για την παραχώρηση του δανείου αγοράς τους. Εξήγησε ότι μόνο μέσω χρηματοδότησης ήταν δυνατό να χρησιμοποιηθούν ως εξασφάλιση τα ίδια τα αντικείμενα της χρηματοδοτούμενης ενοικιαγοράς. Ο Γιώργος Σάρδαλος, διευθυντής κατά πάντα ουσιώδη χρόνο του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου στο Παραλίμνι, αναγνώρισε την υπογραφή του επί της σύμβασης ενοικιαγοράς, (Τεκμήριο 1) υποδεικνύοντας ότι το συγκεκριμένο συμβόλαιο το οποίο ετοιμάστηκε στο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στη Ξυλοφάγου έφθασε στα δικά τους γραφεία με σκοπό να ελεγχθεί κατά πόσο ήταν δεόντως συμπληρωμένο, υπογραμμένο και μαρτυρημένο από τους συναδέλφους της Τράπεζας. Αναγνώρισε το γεγονός ότι μέρος της σύμβασης χρηματοδότησης φαίνεται να συμπληρώθηκε από την συνάδελφο του κα Καραγιώργη, της οποίας τον γραφικό χαρακτήρα αναγνώρισε, επιμένοντας στη θέση ότι τα συμβόλαια ήρθαν υπογραμμένα από τους πελάτες αφού είχαν ήδη μαρτυρηθεί από συναδέλφους του της τράπεζας. Σε κάθε περίπτωση, σημείωσε, για να ολοκληρωθεί η σύμβαση θα έπρεπε να υπογράψει τόσο ο ίδιος όσο και η συνάδελφος του Άντρη Καραγιώργη ως εκπρόσωποι του Ο.Χ.Τ.Κ. πράγμα το οποίο και έγινε. Η συγκεκριμένη πράξη, υποστήριξε, ήταν μια κανονική - φυσιολογική πράξη χρηματοδότησης μέσω ενοικιαγοράς. Από την κατάσταση λογαριασμού της υπό συζήτηση ενοικιαγοράς στην οποία παρέπεμψε (τεκμήριο 12) καταδεικνύεται ότι έγιναν κάποιες πληρωμές από την πλευρά των εναγομένων, χωρίς να γίνει οποιαδήποτε διαμαρτυρία εκ μέρους των τελευταίων. Σχολιάζοντας τα τεκμήρια 6, 6α και 6β, υπέδειξε ότι οι επιταγές που εκδόθηκαν για την ολοκλήρωση της εν λόγω χρηματοδότησης, κατόπιν οδηγιών των πελατών-εναγομένων κατατέθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Καταθέτοντας η Άντρη Καραγιώργη, αναγνώρισε την υπογραφή της να βρίσκεται δίπλα από την υπογραφή του μάρτυρα Σάρδαλου στη σύμβαση ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 1). Το Τεκμήριο 2, εξήγησε, αποτελεί το τιμολόγιο στο οποίο περιγράφονται τα αντικείμενα της ενοικιαγοράς. Τα ίδια αντικείμενα άλλωστε αφορούν και τα τιμολόγια τεκμήρια 9 και 10, με τα οποία επιβεβαιώνεται ότι και τα δύο αντικείμενα αγοράστηκαν και ήταν στην κατοχή των εναγομένων. Αναφερόμενη στα τεκμήρια 6 και 6α εξήγησε ότι αφορούν επιταγές που η ίδια εξέδωσε μετά από οδηγίες των εναγομένων, προς εξόφληση της πίστωσης που έγινε στην εναγομένη 1 εταιρεία για την αγορά των αντικειμένων. Αν δεν υπήρχαν τα τιμολόγια 2, 9 και 10 υπέδειξε η μάρτυρας, η υπό συζήτηση ενοικιαγορά δεν θα ήταν δυνατό να προχωρήσει. Αντεξεταζόμενη παραδέχθηκε ότι η ίδια συμπλήρωσε κατά τον τρόπο που εξήγησε μέρος της σύμβασης ενοικιαγοράς, ήταν όμως κατηγορηματική ότι όταν το έγγραφο έφθασε κοντά της για σκοπούς ελέγχου ήταν ήδη υπογεγραμμένο από τους πελάτες-εναγόμενους. Απορρίπτοντας τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι πρόκειται για εικονικό και ψεύτικο συμβόλαιο, επέμενε ότι η συμπλήρωση του από την ίδια έγινε στην παρουσία των πελατών-εναγομένων, στους οποίους το εξήγησε, υποδεικνύοντας ταυτόχρονα ότι τα αντικείμενα που περιγράφονται στα τιμολόγια αγοράς τους από την εναγομένη 1 εταιρεία (τεκμήρια 9 και 10) είναι τα ίδια αντικείμενα που περιγράφονται τόσο στο τιμολόγιο τεκμήριο 2 όσο και στην σύμβαση ενοικιαγοράς. Ο Ηλίας Παπαντώνης, διευθυντικό στέλεχος της ενάγουσας υπέδειξε ότι στις 28.12.2000 έγινε συνάντηση στο γραφείο του περιφερειακού διευθυντή της τράπεζας μεταξύ υπαλλήλων της τράπεζας και του διευθυντή της εναγομένης 1 εταιρείας, Νίκου Μουζούρη. Ήταν και ο ίδιος παρών. Σκοπός της συνάντησης ήταν να ενημερωθούν οι πελάτες ποια ήταν τα υπόλοιπα των λογαριασμών που διατηρούσαν γενικότερα με την τράπεζα και να ζητηθεί όπως μειωθούν αυτά, ως ήταν άλλωστε και η υπόσχεση των εναγομένων. Για την συνάντηση αυτή ο ίδιος τήρησε πρακτικά τα οποία και παρουσίασε στο Δικαστήριο σημειούμενα ως τεκμήριο 12Α. Παραπέμποντας στο περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου, που ως εξήγησε ετοιμάστηκε από την πλευρά του στις 2.1.2001 και το οποίο υπόγραψε ως ορθό και ο εναγόμενος Νίκος Μουζούρης εκ μέρους της εναγομένης 1 εταιρείας, υπέδειξε ότι τούτο δεν αποτελεί οποιασδήποτε μορφής συμφωνία αλλά τα πρακτικά μιας συνάντησης η οποία έγινε για να βρεθεί ο τρόπος να μειωθούν οι συνολικές υποχρεώσεις των εναγομένων προς την τράπεζα όπως οι τελευταίοι υπόσχονταν αλλά δεν πραγματοποιούσαν. Ο διευθυντής της εναγομένης 1 εταιρείας Ελευθέριος Μουζούρης, εναγόμενος 3 σε αυτή την διαδικασία, ήταν ο πρώτος μάρτυρας για την πλευρά των εναγομένων. Στα πλαίσια γραπτής δήλωσης του την οποία υιοθέτησε καθ' ων χρόνο κατέθετε ενώπιων του Δικαστηρίου, ανάφερε μεταξύ άλλων ότι η εναγόμενη 1 εταιρεία συνεργαζόταν από μακρού χρόνου με την ενάγουσα μέσω του υποκαταστήματος της τελευταίας στη Ξυλοφάγου. Στα πλαίσια της συνεργασίας τους, ζήτησαν όπως ανοιχθεί πίστωση για ποσό περίπου Λ.Κ.40.000, με σκοπό την αγορά μηχανημάτων από το εξωτερικό. Δεν ήταν πρόθεση των εναγομένων ούτε υπήρχε λόγος να ζητήσουν οι τελευταίοι χρηματοδότηση μέσω ενοικιαγοράς. Ο διευθυντής του καταστήματος τους ανέφερε ότι θα υποβάλει το αίτημα στη διεύθυνση της τράπεζας. Πράγματι, μετά από λίγες μέρες ειδοποιήθηκαν ότι το αίτημα εγκρίθηκε με αποτέλεσμα η τράπεζα θα άνοιγε πίστωση για ποσό Λ.Κ.40.000 για την αγορά των μηχανημάτων από το εξωτερικό, το όριο του τρεχούμενου τους λογαριασμού θα αυξανόταν κατά Λ.Κ.30.000 ενώ παράλληλα θα τους παραχωρείτο δάνειο Λ.Κ.50.000 για την εξόφληση της πίστωσης. Περί το τέλος Ιουνίου του 1999 ειδοποιήθηκαν ότι τα έγγραφα ήταν έτοιμα για το δάνειο των Λ.Κ.50.
- Όλοι οι εναγόμενοι μετέβηκαν στην τράπεζα στο Ξυλοφάγου όπου και υπογράφηκαν τα σχετικά έγγραφα που η τράπεζα είχε ετοιμάσει. Όταν υπογράφτηκε το επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς, τούτο δεν ήταν συμπληρωμένο αφού πέραν του ονόματος της εναγόμενης 1 εταιρείας και των άλλων συμβαλλομένων δεν υπήρχε οποιοδήποτε ποσό ή οι όροι του συμβολαίου που αναφέρονται στα ποσά και στη διάρκεια του συμβολαίου. Μετά την υπογραφή αποχώρησαν από τη τράπεζα ενώ ο διευθυντής τους ανέφερε ότι θα τους ειδοποιούσε όταν θα ήταν έτοιμες οι επιταγές για το επίδικο συμβόλαιο. Κανένας δεν τους ανέφερε οτιδήποτε ούτε και συμφωνήθηκε κάτι σε σχέση με τον τρόπο αποπληρωμής ή την διάρκεια του συμβολαίου ή τους τόκους που θα πληρώνονταν. Το επίδικο συμβόλαιο υποδεικνύει ο μάρτυρας δεν αποτελεί πραγματική και αληθινή συμφωνία ενοικιαγοράς αλλά έγινε για να τους παραχωρηθεί από την τράπεζα δάνειο. Τόσο η σύζυγος του ιδίου (εναγόμενη 4) όσο και η σύζυγος του αδελφού του Νίκου Μουζούρη, (εναγόμενη 5) ενημερώθηκαν από τους ίδιους ότι θα υπέγραφαν ως εγγυήτριες για διευκολύνσεις που θα παραχωρούσε η τράπεζα στην εναγόμενη εταιρεία. Η υπογραφή του συγκεκριμένου συμβολαίου, υποστήριξε, αποτελούσε σχέδιο και απόφαση της τράπεζας με σκοπό να χρεώνει τους εναγομένους με τόκους υψηλότερους από αυτούς που εδικαιούτο. Αναφερόμενος στα πρακτικά που τηρήθηκαν για την συνάντηση της 28.12.00 υπέδειξε ότι σε αυτή την συνάντηση συμφωνήθηκε όπως η εταιρεία πληρώσει το συνολικό ποσό των Λ.Κ.450.000 για πλήρη εξόφληση όλων των υποχρεώσεων της προς την τράπεζα και τον Ο.Χ.Τ.Κ.. Ο ισχυρισμός της πλευράς της Τράπεζας Κύπρου ότι δεν συμφωνήθηκε να πληρωθεί το ποσό των Λ.Κ.450.000 για πλήρη εξόφληση, υποστήριξε ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Σε κάθε περίπτωση πάντως, οι προσπάθειες διευθέτησης των υποχρεώσεων της εταιρείας προς το συγκρότημα της Τράπεζας Κύπρου αλλά και η πιο πάνω συμφωνία δεν ήταν σε γνώση των εναγομένων 4 και 5, τις οποίες ούτε η τράπεζα, ούτε ο ίδιος ή ο αδελφός του Ελευθέριος Μουζούρης θεώρησαν αναγκαίο να τους αναφέρουν. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας παραδέχθηκε ότι και τα δύο τιμολόγια τεκμήρια 9 και 10 τα παρέδωσαν οι εναγόμενοι στην τράπεζα. Για την αγορά του εκσκαφέα (τεκμήριο 9) μετέβη ο ίδιος προσωπικά στην Αθήνα για να διευθετήσει την αγορά του, ενώ ήταν ο ίδιος που παράγγειλε την αγορά της γεννήτριας που περιγράφεται στο τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον μάρτυρα τόσο ο εκσκαφέας όσο και η γεννήτρια παραδόθηκαν κανονικά στην εναγόμενη 1 εταιρεία. Παρά το γεγονός ότι πολλές φορές στο παρελθόν είχαν κάνει συμφωνίες ενοικιαγοράς, ενώ και οι εναγόμενες 4 και 5 σύζυγοι των εναγομένων 2 και 3 δεν ήταν η πρώτη φορά που υπέγραφαν ως εγγυήτριες για χρέη της ως άνω εναγομένης οικογενειακής εταιρείας, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έδωσαν την απαιτούμενη προσοχή για να εντοπίσουν το γεγονός ότι επρόκειτο για ενοικιαγορά. Παρά τις ως άνω αναφορές του για την εντύπωση που οι εναγόμενοι είχαν για την φύση της σύμβασης που υπέγραψαν κατά την 28.6.1999, ο μάρτυρας δεν αμφισβήτησε στο τέλος της ημέρας το γεγονός ότι η σύμβαση ημερ. 28.6.1999 ήταν όντος σύμβαση ενοικιαγοράς, κατ' εφαρμογή της οποίας μάλιστα πληρώθηκαν κάποιες δόσεις εκ μέρους των εναγομένων, επέμενε όμως ότι αυτή δεν ήταν πλήρως συμπληρωμένη κατά την υπογραφή της. Ο Νίκος Μουζούρης (εναγόμενος 2) καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρα υιοθέτησε επίσης έγγραφη δήλωση του. Πρόκειται ουσιαστικά για επανάληψη της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα Ελευθέριου Μουζούρη, αφού από το σύνολο τεσσάρων δακτυλογραφημένων σελίδων που και οι δύο καταλαμβάνουν, διαφέρουν μεταξύ τους μόνο σε μερικές λέξεις. Δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι ζητήθηκε από την ενάγουσα τράπεζα να ανοιχθεί πίστωση για την αγορά μηχανήματος από την εναγομένη 1 εταιρεία από το εξωτερικό. Σαν επιχειρηματίας ο ίδιος επισκέφθηκε πολλές φορές την τράπεζα για να υπογράψει διάφορα έγγραφα. Αρκετές φορές στο παρελθόν οι εναγόμενοι είχαν υπογράψει συμφωνίες ενοικιαγοράς για την εξασφάλιση μηχανημάτων. Στην συγκεκριμένη περίπτωση οι εναγόμενοι μετέβησαν στην τράπεζα για να υπογράψουν δάνειο. Ούτε οι εναγόμενες 4 και 5 γνώριζαν ότι το έγγραφο που υπόγραφαν ήταν σύμβαση ενοικιαγοράς. Σχολιάζοντας το περιεχόμενο των τεκμηρίων 2,9 και 10, υπέδειξε ότι τα αντικείμενα που περιγράφονται σε αυτά, αγοράστηκαν πράγματι από την πλευρά της εναγόμενης 1 εταιρείας και παραλήφθηκαν από την τελευταία. Επικαλούμενος προβλήματα μνήμης, αποτέλεσμα προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τα τεκμήρια 6, 6α και 6β παρά το γεγονός ότι στο τελευταίο αναγνώρισε την υπογραφή του μαζί με την υπογραφή του αδελφού του και εναγόμενου αρ.
- Σχολιάζοντας το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12Α, το οποίο ο ίδιος υπέγραψε για λογαριασμό της εναγομένης 1 εταιρείας, υπέδειξε πως μετά από έλεγχο συμφώνησε με τα ποσά που αναγράφονται σε αυτό. Συμφώνησε επίσης ότι ανάμεσα στα ποσά που παρουσιάζονται ως οφειλόμενα από την εναγόμενη 1 εταιρεία στον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου, (Λ.Κ.216.000) συμπεριλαμβάνεται και το διεκδικούμενο υπόλοιπο δυνάμει της παρούσας αγωγής. Αποτέλεσε ωστόσο θέση του ότι κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία έγινε συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών η οποία αποτυπώθηκε στο ως άνω τεκμήριο, σύμφωνα με την οποία η εναγομένη 1 εταιρεία θα έπρεπε να καταβάλει Λ.Κ.450.000 σε πλήρη εξόφληση όλων των οφειλομένων ποσών μέχρι τις 15.2.
- Η Άννα Μουζούρη (εναγόμενη 5) σύζυγος του εναγόμενου Νίκου Μουζούρη καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρα δήλωσε ότι γνωρίζει πως η εναγόμενη 1 εταιρεία έχει υποχρεώσεις προς την Τράπεζα Κύπρου. Δεν ήταν όμως σε θέση να γνωρίζει εάν περί τα τέλη του 2000 και αρχές του 2001, έγινε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ της ως άνω τράπεζας και του συζύγου της ή του αδελφού του Ελευθέριου Μουζούρη για λογαριασμό της εναγομένης 1 εταιρείας, προς εξόφληση των ως άνω υποχρεώσεων, με την καταβολή Λ.Κ.450.000 αντί Λ.Κ.550.000 ως ήταν οι πραγματικές τους υποχρεώσεις. Η εναγόμενη 1 εταιρεία, δήλωσε, είναι οικογενειακή επιχείρηση. Αυτός ήταν και ο λόγος που όταν της ζητείτο να υπογράφει ως εγγυητής υπέγραφε για τις υποχρεώσεις της εταιρείας. Τόσο ο σύζυγος της ίδιας όσο και ο αδελφός του και σύζυγος της εναγομένης 4 είχαν «λευκή εξουσιοδότηση», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, να μιλούν με την τράπεζα για ζητήματα που αφορούσαν την εταιρεία. Η ίδια μετέβαινε στην τράπεζα όποτε χρειαζόταν για να υπογράψει διάφορα έγγραφα. Τελευταία μάρτυρας για την πλευρά των εναγομένων κλήθηκε η εναγομένη αρ. 4 Ανδρούλα Μουζούρη, σύζυγος του εναγομένου αρ.3 Ελευθέριου Μουζούρη. Η μάρτυρας, ερωτώμενη από τον συνήγορο υπεράσπισης αν είχε υπόψη της την διευθέτηση μεταξύ ενάγουσας και εναγομένης όσων αφορά της υποχρεώσεις της τελευταίας προς την τράπεζα, δήλωσε επίσης ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε περί διευθέτησης των χρεών της εταιρείας προς τον όμιλο της Τραπέζης Κύπρου. Ούτε ο σύζυγος της την ενημέρωσε ποτέ ότι έγινε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση. Η μάρτυρας αναγνώρισε την υπογραφή της στην σύμβαση ημερ. 28.6.1999, υποδεικνύοντας ότι η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την διαχείριση των υποθέσεων της εναγόμενης εταιρείας. Τούτο γινόταν είτε από τον σύζυγο της είτε από τον αδελφό του, εναγόμενο 3 στη παρούσα αγωγή. Υπήρχε όπως εξήγησε εμπιστοσύνη στη διαχείριση της εταιρείας από τα δύο αυτά άτομα. Αυτός ήταν και λόγος που και η ίδια πολλές φορές υπέγραψε ως εγγυήτρια της εταιρείας. Το γεγονός ότι τα αδέλφια Νίκος και Ελευθέριος Μουζούρης εκπροσωπούσαν τις συζύγους τους και εναγόμενες 4 και 5 ήταν σε γνώση των υπαλλήλων της τράπεζας. Οι τελευταίοι έβλεπαν την ίδια και την εναγόμενη 5 μόνο όταν μετέβαιναν στα γραφεία της τράπεζας για να υπογράψουν διάφορα έγγραφα. Παρά το γεγονός ότι αποτέλεσε αρχικά θέση της πως δεν γνώριζε ότι αυτό που υπέγραφε στις 28.6.1999 αποτελούσε σύμβαση ενοικιαγοράς, όταν τέθηκε υπόψη της ένορκη δήλωση της ίδιας, ημερ. 28.2.2012, που έγινε από την πλευρά της προς υποστήριξη ενδιάμεσης αίτησης στην παρούσα, στα πλαίσια της οποίας δηλώνεται η γνώση της ότι υπέγραφε σύμβαση ενοικιαγοράς, δήλωσε ότι η αλήθεια για το ζήτημα είναι αυτό που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της ημερ. 28.2.
- Έχω ακούσει και εξετάσει προσεκτικά το σύνολο της ενώπιον μου τεθείσας μαρτυρίας, χωρίς να περιοριστώ σε όσα πιο πάνω περιληπτικά έχουν εκτεθεί. Έχοντας ήδη σημειώσει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των δύο πλευρών, παρακολούθησα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενώπιον μου με ιδιαίτερη περίσκεψη και προσοχή και έχω σε κάθε περίπτωση καταγράψει νοητικά την εντύπωση μου από τη ζωντανή εικόνα των μαρτύρων καθ' ον χρόνο έδιναν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, τη συμπεριφορά και αντιδράσεις τους στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους. Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Το Δικαστήριο ασφαλώς, έχει τη δυνατότητα να αποδεχτεί μέρος μίας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μία μαρτυρία θα πρέπει να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. (βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6497, ημερ. 13/11/98). Όπως εξάλλου έχει επισημανθεί σε σχέση με το ζήτημα στην υπόθεση Kadis v. Nicolaou and another
(1988)1 CLR 212, στη σελ. 216: "A witness may either be believed or disbelieved holly or in part according to the view taking of his credibility" Δεν έχω αμφιβολία ότι οι μάρτυρες που κλήθηκαν από την πλευρά της ενάγουσας για να προσφέρουν τη μαρτυρία τους υπήρξαν ειλικρινείς μάρτυρες, θέτοντας υπόψη του Δικαστηρίου όσα οι ίδιοι γνώριζαν από προσωπική γνώση για την εξέλιξη των γεγονότων που αφορούν την υπό εξέταση περίπτωση. Η αμεσότητα των τοποθετήσεων τους για την εξέλιξη των γεγονότων σε συνδυασμό με το γεγονός ότι αυτές φαίνεται όχι μόνο να συνάδουν αλλά να ενισχύονται και να επιβεβαιώνονται από το σύνολο των υπόλοιπων στοιχείων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθούν, δικαιολογούν την αντίληψη του Δικαστηρίου για την καλή ποιότητα της μαρτυρίας τους. Τίποτα δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία τους στερώντας από αυτούς τον χαρακτηρισμό του μάρτυρα της αλήθειας Η μαρτυρία τους, στην έκταση που αναφέρεται στα σχετικά με τα επίδικα ζητήματα γεγονότα και την εξέλιξη τους, γίνεται στο σύνολο της αποδεκτή. Αντίθετα, δεν διατηρώ καμία αμφιβολία για την πρόθεση των εναγομένων καθ' ων χρόνο κατέθεταν από το εδώλιο του μάρτυρα, να παραστήσουν γεγονότα που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, θα ήταν όμως ικανά, κατά την αντίληψη τους πάντα, να εξυπηρετήσουν την υπόθεση τους. Σε αυτή τους την προσπάθεια εντάσσεται, για παράδειγμα, η αρχική όπως εξελίχθηκε προσπάθεια τους να πείσουν ότι δεν αντελήφθησαν πως η σύμβαση που υπέγραψαν στις 28.6.1999 αποτελούσε σύμβαση ενοικιαγοράς. Πέραν του γεγονότος ότι δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής ανάλυσης η θέση δύο έμπειρων επιχειρηματιών που πολλές φορές είχαν υπογράψει συμβάσεις ενοικιαγοράς για την εξασφάλιση μηχανημάτων για τις ανάγκες της επιχείρησης τους ότι δεν αντιλήφτηκαν ότι και η υπό συζήτηση σύμβαση αποτελούσε σύμβαση ενοικιαγοράς, δεν διαλανθάνει της προσοχής η παραδοχή τους, κατά την εξέλιξη της μαρτυρίας τους, ότι πράγματι η σύμβαση ήταν ενοικιαγορά προβάλλοντας όμως τελικά τη θέση πως αυτή, κατά τον χρόνο υπογραφής της, δεν ήταν δεόντως συμπληρωμένη. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να μην εντοπιστεί η αυτοαναίρεση της εναγομένης 4 για το ζήτημα, όταν παραδέχτηκε, εν μέσω σύγχυσης και αμηχανίας, πως παρά την αντίθετη αρχικά τοποθέτηση της, ότι γνώριζε ευθύς εξαρχής πως υπέγραφε ως εγγυητής σε σύμβαση ενοικιαγοράς. Εντύπωση επίσης προκαλεί η θέση των εναγομένων 4 και 5 πως ακόμα και κατά το στάδιο που κατέθεταν από το εδώλιο του μάρτυρα, δεν γνώριζαν οτιδήποτε περί συμφωνίας διευθέτησης και διακανονισμού των υποχρεώσεων της εναγομένης 1 εταιρείας προς την τράπεζα. Με δεδομένη την προβολή του ζητήματος στις δικογραφημένες τους θέσεις, είναι φανερό κατά την αντίληψη μου ότι η ως άνω κοινή τοποθέτηση τους, αφαιρει παρά να ενισχύει την εκδοχή της πλευράς των εναγομένων για το ζήτημα. Με δεδομένη την ως άνω αντίληψη μου για την ποιότητα της μαρτυρίας, έχοντας κατά νου τα περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση τα οποία δεν αμφισβητούνται, ως επίσης κάθε στοιχείο που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου στα πλαίσια της υπό συζήτηση υπόθεσης, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση έχουν ως ακολούθως: Στην προσπάθεια της εναγομένης 1 εταιρείας να εξασφαλίσει για τις ανάγκες των εργασιών της τα αντικείμενα που περιγράφονται στα τιμολόγια 9 και 10, στα πλαίσια της μακρόχρονης συνεργασίας της με την ενάγουσα ζήτησε από την τελευταία να την διευκολύνει παρέχοντας της σχετική πίστωση χρημάτων. Το αίτημα της ικανοποιήθηκε, με αποτέλεσμα να γίνει κατορθωτή η εξασφάλιση των συγκεκριμένων αντικειμένων από την εναγόμενη εταιρεία. Η εξόφληση της συγκεκριμένης πίστωσης προς την ενάγουσα συμφωνήθηκε όπως γίνει με χρηματοδότηση της ενάγουσας μέσω σύμβασης ενοικιαγοράς. Η εναγόμενη 1 εταιρεία, οικογενειακή επιχείρηση των εναγομένων 2 έως 5, πολλές φορές στο παρελθόν είχε χρησιμοποιήσει αυτή την μέθοδο χρηματοδότησης για την απόκτηση διαφόρων μηχανημάτων αναγκαίων προς διεκπεραίωση των εργασιών της. Με δεδομένο ότι ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (Ο.Χ.Τ.Κ.) δεν διατηρούσε κατάστημα στη Ξυλοφάγου για την διεκπεραίωση των εργασιών του, ως η συνήθης πρακτική βοηθούσαν προς τούτο οι υπάλληλοι της Τράπεζας Κύπρου, αφού ως έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου ως παραδεκτό γεγονός, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο Ο.Χ.Τ.Κ. ήταν 100% θυγατρική εταιρεία της τράπεζας. Η συνεργασία άλλωστε και η αλληλοϋποστήριξη των δύο ήταν καλά γνωστή στους εναγόμενους αφού το σχετικό αίτημα για διευκόλυνση στην αγορά των δύο αντικειμένων υποβλήθηκε μέσω του υποκαταστήματος της τράπεζας στη Ξυλοφάγου με το οποίο οι εναγόμενοι συνεργαζόταν. Η σύμβαση ενοικιαγοράς, (τεκμήριο 1) το ουσιαστικό περιεχόμενο της οποίας ήταν ήδη γνωστό στους εναγομένους, ετοιμάστηκε, συμπληρώθηκε στο μεγαλύτερο της μέρος και υπογράφηκε από τους εναγομένους στην παρουσία υπαλλήλων της τράπεζας οι οποίοι μαρτύρησαν τις υπογραφές τους. Οι εναγόμενοι 2 και 3 οι οποίοι είχαν πλήρη ελευθερία κινήσεων να χειρίζονται εν λευκώ τις υποθέσεις της εναγομένης 1, υπέγραψαν την σύμβαση για λογαριασμό της εναγομένης 1 εταιρείας και μαζί με τις συζύγους τους εναγόμενες 4 και 5 ως εγγυητές. Πολλές φορές στο παρελθόν οι εναγόμενοι λειτούργησαν με αυτό τον τρόπο. Στο σώμα της ως άνω συμφωνίας παρέμειναν κενά και προς συμπλήρωση ορισμένα στοιχεία σε σχέση με τον προσδιορισμό των εμπορευμάτων και λεπτομέρειες αναφορικά με το ποσό του συμβολαίου και των δόσεων. Αυτά, συμπληρώθηκαν στην παρουσία των εναγομένων από την υπάλληλο του Ο.Χ.Τ.Κ. Καραγιώργη, κατά το στάδιο που το σχετικό έγγραφο στάλθηκε στα γραφεία του ως άνω οργανισμού, στο Παραλίμνι, για σκοπούς ελέγχου και ολοκλήρωσης της σύμβασης. Σε εκείνο το στάδιο άλλωστε, αφού προηγήθηκαν οι αναγκαίοι έλεγχοι τέθηκαν και οι ανάλογες υπογραφές εκ μέρους των αρμόδιων προς τούτο υπαλλήλων του Ο.Χ.Τ.Κ.. Τα εμπορεύματα στο μεταξύ είχαν ήδη παραδοθεί στους εναγόμενους, ενώ ταυτόχρονα με οδηγίες των εναγομένων εξοφλήθηκε με ανάλογες επιταγές η πίστωση αγοράς των αντικειμένων που ανοίχθηκε προς όφελος της εναγομένης 1 εταιρείας από την Τράπεζα Κύπρου. Η εναγόμενη 1 εταιρεία ακολουθώντας τις πρόνοιες της σύμβασης ενοικιαγοράς κατέβαλλε κανονικά τις δόσεις μέχρι τον Ιανουάριο του 2000. Η παράλειψη της να καταβάλλει δεόντως τις συμφωνηθείσες δόσεις οδήγησε τελικά την ενάγουσα να τερματίσει την ως άνω σύμβαση με επιστολή της ημερ. 1.11.07, αξιώνοντας την επιστροφή των αντικειμένων και το υπόλοιπο και οφειλόμενο ποσό του σχετικού λογαριασμού όπως αυτό διαμορφώθηκε μέχρι τότε. Με δεδομένο ότι η εναγομένη 1 εταιρεία στα πλαίσια της μακρόχρονης συνεργασίας της με την ενάγουσα όφειλε στην τελευταία διάφορα ποσά, στις 28.12.2000 έλαβε χώρα συνάντηση μεταξύ υπαλλήλων της ενάγουσας και του κ. Νίκου Μουζούρη ως εκπροσώπου της εναγομένης 1. Σκοπός της συνάντησης ήταν να αποκρυσταλλωθούν και συμφωνηθούν μεταξύ των δύο μερών τα οφειλόμενα προς την ενάγουσα ποσά, αποτέλεσμα των διαφόρων χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων που εξασφάλιζε η εναγόμενη εταιρεία από την ενάγουσα. Τούτο και έγινε, ενώ δόθηκε περιθώριο στην εναγομένη 1 εταιρεία όπως μέχρι τις 15.2.2001 μειώσει το σύνολο των υποχρεώσεων της προς την ενάγουσα από Λ.Κ.550.000 σε Λ.Κ.450.000. Διευκρινίστηκε παράλληλα ότι σε διαφορετική περίπτωση το σύνολο των εκκρεμούντων λογαριασμών θα αποστέλλονταν στην υπηρεσία ανάκτησης χρεών της ενάγουσας (recoveries). Τα πιο πάνω αποτυπώθηκαν σε πρακτικό της συνάντησης που ετοιμάστηκε από παριστάμενο στη συνάντηση υπάλληλο της τράπεζας το οποίο εγκρίθηκε και από τον Νίκο Μουζούρη εκ μέρους της εναγομενης 1 εταιρείας μέσω της υπογραφής του (τεκμήριο 12Α). Ήταν στα πλαίσια εκείνης της συνάντησης που ο Νίκος Μουζούρης, εκ μέρους της εναγομένης 1 εταιρείας, αναγνώρισε ότι τα ποσά που διεκδικούνται στα πλαίσια της παρούσας αγωγής περιλαμβάνονται στο ποσό των Λ.Κ. 216.000 που αφορούσε υποχρεώσεις τις εναγομένης 1 εταιρείας στον Ο.Χ.Τ.Κ.. Οι εναγόμενοι 2 και 3, όπως πάντα χειρίζονταν εν λευκώ τις υποθέσεις της εναγομένης 1 εταιρείας, γεγονός που γνώριζαν και αποδέχονταν οι εναγόμενες 4 και 5 επιδεικνύοντας προς αυτούς απεριόριστη εμπιστοσύνη. Στα πλαίσια αυτής της σχέσης εμπιστοσύνης δεν ήταν ενήμερες για την ως άνω συνάντηση της 28.12.2000. Παρά τις ως άνω τελικές τοποθετήσεις των εναγομένων όσων αφορά την γνώση και την αντίληψη τους όσον αφορά τη φύση της σύμβασης που υπέγραφαν και την ουσιαστική εγκατάλειψη της προσπάθειας προώθησης με ανάλογη επιχειρηματολογία προς τούτο της ως άνω θέσης από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων κατά το στάδιο των τελικών εισηγήσεων του, με δεδομένες τις δικογραφημένες θέσεις της πλευράς τους περί εικονικότητας της σύμβασης ημερ.28.6.1999, αισθάνομαι ότι το ζήτημα θα πρέπει, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, να απασχολήσει το Δικαστήριο. Τα ουσιώδη χαρακτηριστικά μιας συμφωνίας ενοικιαγοράς έχουν περιγραφεί στην απόφαση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1432, 1436-7, ως εξής: «Τέτοια σύμβαση εξυπακούει πως ο χρηματοδότης, . ... είναι ιδιοκτήτης του αντικειμένου. Ως ο ιδιοκτήτης, λοιπόν, συμφωνεί να το ενοικιάσει στον αντισυμβαλλόμενο στον οποίον αναγνωρίζεται δυνατότητα, εφ' όσον τηρήσει τους όρους της ενοικιαγοράς, να το αγοράσει. Για όσο διαρκεί η πρώτη σχέση, εκείνη της ενοικίασης, το αντικείμενο παραμένει υπό την κυριότητα του χρηματοδότη. Η δε αγορά του αυτοκινήτου από τον αντισυμβαλλόμενο στο τέλος, συνήθως με την καταβολή κάποιου μικρού ποσού, επιπρόσθετου προς τα συμφωνηθέντα μισθώματα, αποτελεί δικαίωμα και όχι υποχρέωση του. Ο τρόπος απόκτησης της κυριότητας του αντικειμένου από τους χρηματοδότες δεν είναι εξορισμού ουσιώδους σημασίας για τη φύση της συναλλαγής της ενοικιαγοράς. Το σύνηθες είναι να την αποκτούν από τον έμπορο του αντικειμένου καταβάλλοντας το τίμημα του, πλην της προκαταβολής όπου υπάρχει τέτοια. Και να συνάπτουν στη συνέχεια σύμβαση ενοικιαγοράς με τον πελάτη του εμπόρου, με προοπτική την τελική μεταβίβαση της κυριότητας σε αυτόν.» Ως άλλωστε έχει υποδειχθεί στην αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση με παραπομπή σε σχετική Αγγλική νομολογία, δεν υπάρχει οτιδήποτε που να εμποδίζει ιδιοκτήτη οχήματος από του να το πουλήσει σε χρηματοδοτικό οργανισμό, να εισπράξει το τίμημα και να το επιστρέψει με δόσεις. Το αντικείμενο της ενοικιαγοράς δηλαδή δεν αποκλείεται να ανήκε αρχικά στον ίδιο τον ενοικιαγοραστή. Νοουμένου ότι η πώληση είναι γνήσια και όχι πλασματική, απολήγει ισχυρή η σύμβαση ενοικιαγοράς που την ακολουθεί. Όσο και αν ο στόχος είναι, σε τελική ανάλυση, ο δανεισμός χρημάτων με ασφάλεια το αντικείμενο της πώλησης-ενοικιαγοράς. (βλέπε επίσης T.J.S. Enterpr. Ltd κ.α. ν. Λαϊκής Κυπρ. Τράπ. (Χρηματ.) Λτδ
(2005)1Α ΑΑΔ 108 και Κωνσταντίνου v Λαϊκής Κυπρ. Τράπεζας (Χρημ.) Λτδ
(2006)1Β ΑΑΔ 781). Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, σε συνδυασμό θεωρούμενα με τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου και τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, ως έγιναν αποδεκτά, η δικογραφημένη θέση των εναγομένων περί εικονικότητας της σύμβασης ενοικιαγοράς δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Οι εναγόμενοι, οι οποίοι έφεραν το βάρος να αποδείξουν τον σχετικό δικογραφημένο τους ισχυρισμό, απέτυχαν να αποσείσουν από τους ώμους τους το σχετικό βάρος. Αντίθετα, το σύνολο των στοιχείων που απαιτούνται για την διάγνωση μιας έγκυρης και ισχυρής σύμβασης ενοικιαγοράς φαίνεται να συντρέχουν στην υπό συζήτηση περίπτωση. Τα αντικείμενα της ενοικιαγοράς ήταν υπαρκτά, εξασφαλίσθηκαν με τον τρόπο που εξηγήθηκε πιο πάνω, εξοφλήθηκαν και παραδόθηκαν στην εναγομένη 1 εταιρεία, η πλευρά της οποίας για ικανό χρονικό διάστημα ανταποκρινόμενη στις πρόνοιες της σύμβασης ενοικιαγοράς κατέβαλλε κανονικά τις συμφωνηθείσες δόσεις. Η τελική θέση των εναγομένων, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την εξέλιξη της μαρτυρίας τους ενώπιον του Δικαστηρίου, σε σχέση με την γνώση τους ότι στις 28.6.1999 υπέγραψαν σύμβαση ενοικιαγοράς, σε συνδυασμό με το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου για την συνομολόγηση αυτής της σύμβασης, δεν είναι, κατά την αντίληψη μου, ζητήματα άσχετα με την επιλογή του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων να επικεντρώσει την επιχειρηματολογία του, όχι στην ισχυριζόμενη εικονικότητα αυτής καθ' αυτής της σύμβασης ενοικιαγοράς ως προτάσσεται στις δικογραφημένες θέσεις των εναγομένων αλλά στην ακυρότητα αυτής της σύμβασης, ενόψει του γεγονότος πως όταν αυτή υπογράφτηκε από τους εναγομένους, δεν ήταν πλήρως συμπληρωμένη. Ακυρότητα της σύμβασης προβάλλει στην τελική εισήγηση του ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων, επικαλούμενους όμως λόγους άλλους από αυτούς που προκρίνονται στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση των εναγομένων. Ενώ στις δικογραφημένες θέσεις των τελευταίων προβάλλεται ότι: «η επίδικη συμφωνία δεν είναι αληθινή και γνήσια συμφωνία ενοικιαγοράς αλλά προωθήθηκε και καταρτίστηκε από τους ενάγοντες με σκοπό την συγκάλυψη παραχώρησης δανείου στους εναγομένους 1 με παράνομους τόκους ..» η προβαλλόμενη κατά το στάδιο των τελικών εισηγήσεων της πλευράς των εναγομένων θέση περί της ακυρότητας της σύμβασης, στηρίχτηκε στο γεγονός ότι αυτή δεν ήταν δεόντως συμπληρωμένη κατά την υπογραφή της από τους τελευταίους στα σημαντικότερα σημεία της. Είναι καλά γνωστή η αρχή πως η προβολή θέσεων ξένων προς τις δικογραφημένες θέσεις μιας πλευράς δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια μιας αντιδικίας, με δεδομένο βέβαια ότι το ζήτημα που εγείρεται δεν αποτελεί ζήτημα που αυτεπάγγελτα το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει, ακόμα και αν η σχετική μαρτυρία η οποία δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα παρείσφρησε στη διαδικασία χωρίς την προβολή οποιασδήποτε ένστασης προς τούτο. Παρά την ως άνω γενικότερη επισήμανση, στη περίπτωση που το ζήτημα της ακυρότητας λόγω ελλιπούς συμπλήρωσης κατά την υπογραφή του εγγράφου ήθελε θεωρηθεί ότι θα μπορούσε να εξεταστεί στο ευρύτερο πλαίσιο της προβολής της θέσης περί εικονικότητας της σύμβασης, ως στοιχείο δηλαδή που ενισχύει την ως άνω δικογραφημένη θέση των εναγομένων περί εικονικότητας και καταστρατήγησης της σχετικής νομοθεσίας ή ακόμη, στην περίπτωση που η ως άνω θεώρηση του Δικαστηρίου κρινόταν εξ' υπαρχής λανθασμένη και συνακόλουθα δικαιωματικά αυτό μπορεί να απασχολήσει στα πλαίσια της παρούσας αφού το θέμα της ακυρότητας τέθηκε σε γενικότερο επίπεδο, η εισήγηση της πλευράς της υπεράσπισης δεν θα μπορούσε και πάλι να γίνει αποδεκτή. Πέραν του ευρήματος του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν πολύ καλά το είδος της συμφωνίας που υπέγραφαν, σύμφωνα με τις νομολογιακά καθιερωμένες αρχές, είχαν επίσης την ευθύνη, εκείνη του μέσου συνηθισμένου σώφρονα ανθρώπου να προσέχουν τι υπογράφουν. Εφόσον δεν το έπραξαν εμποδίζονται από του να αρνούνται την ευθύνη τους με βάση το περιεχόμενο του εγγράφου που υπέγραψαν. Στην Αγγλική απόφαση Gallie v. Lee
(1971)A.C. 1004 η οποία υιοθετείται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τσολάκης Τουτζικιάν και άλλων ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1240, αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση): «Πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο και το αποχωρίζεται με τρόπο που μπορεί να περιέλθει στα χέρια άλλων, έχει ευθύνη, εκείνη του συνηθισμένου σώφρονα ανθρώπου να προσέχει τι υπογράφει, ώστε, αν δεν το πράξει εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενο του. Θα προσέθετα ότι το βάρος απόδειξης ευρίσκεται στους ώμους του, δηλαδή να αποδείξει ότι ενήργησε επιμελώς, και όχι επί των ώμων του τρίτου προσώπου να αποδείξει το αντίθετο.» Έχει επίσης νομολογηθεί ότι κάποιος που υπογράφει έγγραφο εν λευκώ, καθιστά το έγγραφο δικό του και αναλαμβάνει την ευθύνη γι' αυτό, διακινδυνεύοντας τη δόλια συμπλήρωση του και δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν υπήρξε συμφωνία (βλ. Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1522). Η ακυρότητα εγγράφου για τέτοιο λόγο μόνο σπάνια μπορεί να διαταχθεί στην περίπτωση ενός προσώπου πλήρους επάρκειας (of full capacity). Ο γενικός κανόνας είναι ότι ο καθένας έχει γνώση του περιεχομένου ενός εγγράφου το οποίο υπογράφει και το βάρος απόδειξης ότι επέδειξε εύλογη επιμέλεια σε υποθέσεις που στηρίζονται στην αρχή του "non est factum" βρίσκεται στους ώμους αυτού που την επικαλείται (βλ. Saunders ν. Anglia Building Society
(1970)3 All E.R. 961). Στην αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση εξάλλου, αναφέρεται πως η αμέλεια ή η απροσεξία του προσώπου που υπογράφει κάποιο έγγραφο, το αποκλείουν από του να επικαλείται εκ των υστέρων την αρχή "non est factum", στη βάση του κανόνα ότι κανένας δεν μπορεί να επωφελείται από τα λάθη του. Κατά τον ίδιο τρόπο, στην υπόθεση Cyprus Development Bank v. Kyriacou
(1989)1 C.L.R. 96, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο της Δημοκρατίας υιοθέτησε το λόγο της Saunders, (ανωτέρω) επισημάνθηκε η ανάγκη να αποδειχθεί από το διάδικο που ισχυρίζεται ακυρότητα της συμφωνίας, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη ψυχικής πίεσης από την άλλη πλευρά αλλά και το γεγονός ότι ο ίδιος ενήργησε με λογική επιμέλεια. Πέραν της επισήμανσης ότι δεν προκρίθηκε καν από την πλευρά των εναγομένων (πρόσωπα που κατ' επανάληψη είχαν υπογράψει τραπεζικά έγραφα και διάφορες συμφωνίες χρηματοδότησης) υπεράσπιση αυτής της μορφής, παράλληλα, κανένα στοιχείο δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου που να υπονοεί έστω την άσκηση οιασδήποτε μορφής πίεσης στους εναγομένους για την συνομολόγηση της επίδικης συμφωνίας ημερ. 28.6.
- Είναι γεγονός πως όταν οι εναγόμενοι υπέγραφαν τη σχετική σύμβαση, αυτή δεν ήταν πλήρως συμπληρωμένη. Συμπληρώθηκε κατά τον τρόπο που εξήγησε η μάρτυρας Καραγίωργη από την ίδια, στην παρουσία τους, κατά το στάδιο που η σχετική σύμβαση ελέγχθηκε και υπογράφτηκε από αρμόδιους υπαλλήλους του Ο.Χ.Τ.Κ. . Στη βάση όσων πιο πάνω έχουν εκτεθεί σε συνδυασμό με την εξέλιξη των γεγονότων ως έγιναν αποδεκτά, το γεγονός τούτο, από μόνο του, δεν είναι δυνατό να προσδώσει στην υπό εξέταση περίπτωση ακυρότητα στη υπό συζήτηση σύμβαση. Τα στοιχεία που συμπληρώθηκαν άλλωστε με τον πιο πάνω τρόπο, δεν ήταν άγνωστα στους εναγομένους, αφού ως τέθηκε χωρίς να αμφισβητηθεί οι πρόνοιες της συμφωνίας εξηγήθηκαν στους εναγομένους από υπάλληλο της τράπεζας. Οι εναγόμενοι άλλωστε, για μεγάλο χρονικό διάστημα τίμησαν και τήρησαν το σύνολο των προνοιών της πιο άνω σύμβασης ενοικιαγοράς. Ειδικότερα δε σε σχέση με τους εγγυητές εναγομένους 2 έως 5, η δυνατότητα αυτή φαίνεται ότι ήταν και συμβατικά κατοχυρωμένη χωρίς να προσδίδει ακυρότητα στη συμφωνία. (βλέπε όρους εγγύησης που βρίσκονται ενσωματωμένοι στη συμφωνία ενοικιαγοράς τεκμήριο 1). Ο δεύτερος πυλώνας της επιχειρηματολογίας του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης είναι στοχευμένος στην προώθηση της ανταπαίτησης των εναγομένων 4 και
- Θεωρώντας ως δεδομένο ότι μεταξύ της εναγόμενης 1 εταιρείας και της ενάγουσας επήλθε συμφωνία διευθέτησης και διακανονισμού των χρεών της τελευταίας εν αγνοία και χωρίς την σύμφωνη θέση των εναγομένων 4 και 5, επιζητά απαλλαγή των τελευταίων από οποιαδήποτε υποχρέωση και την απόρριψη της αγωγής σε βάρος τους. Προς ενίσχυση του επιχειρήματος του έστρεψε την προσοχή του Δικαστηρίου στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 12Α και στις πρόνοιες του άρθρου 93 του Κεφ.
- Ευθύς εξαρχής θα πρέπει να σημειωθεί ότι στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου και έγιναν αποδεκτά, δεν φαίνεται να έγινε οποιαδήποτε συμφωνία, διευθέτηση ή διακανονισμός μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης 1 εταιρείας. Το περιεχόμενο του εγγράφου στο οποίο αποτυπώνονται τα πρακτικά της συνάντησης 28.12.1999, (τεκμήριο12Α) επιβεβαιώνει ουσιαστικά τη θέση της πλευράς της ενάγουσας για το ζήτημα, ότι δηλαδή στην εν λόγω συνάντηση οι δύο πλευρές κατέληξαν στα ποσά που η εναγόμενη 1 εταιρεία πραγματικά όφειλε στην ενάγουσα, αποτέλεσμα των διαφόρων τραπεζικών διευκολύνσεων που έτυχε από την τελευταία στα πλαίσια της πολύχρονης συνεργασίας τους. Η ανάληψη υποχρέωσης από την πλευρά της εναγομένης εταιρείας να μειώσει τις ήδη υφιστάμενες συνολικές οικονομικές της υποχρεώσεις προς την ενάγουσα εντός τακτού χρονικού διαστήματος, ως είχε υποχρέωση και κατ' επανάληψη υποσχόταν, δεν αποτελεί ασφαλώς συμφωνία παράτασης του χρόνου εκπλήρωσης ή μη κίνησης διαδικασιών σε βάρος της. Ως υποδεικνύεται, ανάμεσα σε άλλα στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 27η έκδοση, στην παράγραφο 42-054 υπό τον τίτλο Agreement by creditor to give time to the debtor: «It is not the mere giving of time which discharges the surety: there must be a binding agreement to give time. An agreement by a bank to allow a customer to increase his overdraft is not a binding agreement not to sue for the original debt forthwith.» Ούτε η επιλογή του δανειστή να μην δρομολογήσει δικαστικές διαδικασίες σε βάρος του πρωτοφειλέτη αναφορικά με ήδη οφειλόμενο και απαιτητό χρέος απαλλάσσει τον εγγυητή. Ως ειδικότερα σημειώνεται στο άρθρο 95 του Κεφ. 149: «Αν στη σύμβαση της εγγύησης δεν υπάρχει όρος για το αντίθετο, απλή αποχή του πιστωτή από την έγερση αγωγής ή τη λήψη άλλων μέσων θεραπείας κατά του πρωτοφειλέτη, δεν απαλλάσσει τον εγγυητή» Ακόμα όμως και στην περίπτωση που η ως άνω κατάληξη του Δικαστηρίου ήθελε θεωρηθεί λανθασμένη, έχοντας κατά νου τις πρόνοιες της ίδιας της συμφωνίας εγγύησης, είναι φανερό ότι η ως άνω εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων για απαλλαγή των εναγομένων 4 και 5 δεν θα μπορούσε να υιοθετηθεί από το Δικαστήριο. Στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που εκδόθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης Παναγιώτης Ζερβού κ.α. v Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση 271/09 ημερ. 20.2.2013, το Δικαστήριο επικρότησε την πρωτόδικη απόφαση που παραπέμποντας στην ίδια τη συμφωνία εγγύησης απέρριψε παρόμοια εισήγηση περί απαλλαγής της εγγυήτριας, ενόψει του γεγονότος ότι δεν της γνωστοποιήθηκε η παράταση την οποία η τράπεζα έδωσε στην εξόφληση δανείου. Ως αναφέρθηκε στην απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου της χώρας: «Πολύ λίγα θα μπορούσαν να προστεθούν στην κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς τούτο. Τα μέρη προέβησαν σε ειδική ρύθμιση του θέματος της παράτασης η οποία θα μπορούσε να δοθεί, δίδοντας απόλυτο δικαίωμα στην Τράπεζα να δώσει παράταση χωρίς μάλιστα ειδοποίηση προς την εγγυήτρια, Εφεσείουσα-Εναγόμενη
- Αυτό έπραξε η Τράπεζα και ήταν απόλυτα μέσα στα πλαίσια των συμβατικών της δικαιωμάτων. Δεν υπάρχει οποιοδήποτε περιθώριο διαπίστωσης λανθασμένης προσέγγισης του Δικαστηρίου στο θέμα τούτο.» Δεδομένη είναι άλλωστε αυτή η δυνατότητα μεταξύ των συμβαλλομένων ως επισημαίνεται και στο σύγγραμμα Chitty on Contracts (ανωτέρω) στην παράγραφο 42-057 υπό τον τίτλο Agreement to allow variation or giving time, όπου έχοντας προηγηθεί η παράθεση διαφόρων περιστάσεων κάτω από τις οποίες είναι δυνατόν να απαλλαγεί ένας εγγυητής των υποχρεώσεων του, τονίζεται πως : «The effect of the rules discussed in the preceding paragraph is so technical and inconvenient that in practice any well-drawn contract of suretyship will nowadays expressly permit variation of the obligations or the giving of time, without discharging the surety. At common law, such an agreement takes effect according to its terms. . .» Η παράθεση αυτούσιου του κειμένου της συμφωνίας εγγύησης που οι εναγόμενοι 2 έως 5 συνομολόγησαν με την ενάγουσα προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εναγομένης 1 εταιρείας, σφραγίζει κατά την αντίληψη μου, καταλυτικά, την εισήγηση της πλευράς των εναγομένων και στην υπό εξέταση περίπτωση. Οι ως άνω εγγυητές με την εγγύηση τους η οποία περιλαμβάνεται στο σώμα της σύμβασης ενοικιαγοράς (τεκμήριο 1) συμφωνούν μεταξύ άλλων ότι: «Με την παρούσα, προσωπικά και αλληλέγγυα, (jointly & severally) εγγγυώμαι/ούμαστε την τήρηση των όρων του εν λόγω Συμβολαίου. ... . . Δικαιούστε σ΄ όλη τη διάρκεια που ισχύει η εγγύηση να χορηγείτε στον Ενοικιαστή οποιαδήποτε παράταση ή διευκόλυνση για να παραλείψει ή αποφύγει την εφαρμογή οποιωνδήποτε όρων του εν λόγω Συμβολαίου χωρίς ειδοποίηση προς εμέ/εμάς. Επιπλέον συμφωνώ/ούμε ότι η Εγγύηση αυτή δεν θα ακυρωθεί, τερματιστεί ή επηρεαστεί από τη συμπλήρωση από εσάς κενών που έμειναν στο Συμβόλαιο από τον Ενοικιαστή ή από αντικατάσταση των εμπορευμάτων . . . Και για να καταστήσω/ουμε την Εγγύηση και υποχρέωση αποζημιώσεώς σας πλήρως αποτελεσματική δηλώνω/ουμε ότι μπορείτε ελεύθερα να ενεργήσετε ως να ήμουν/είμαστε ο/οι πρωτοφειλέτης/τες και με την παρούσα αποκηρύττω/ουμε όλα τα δικαιώματα μου/μας ως εγγυητή/των που δυνατό σ΄ οποιοδήποτε χρόνο να μη συμφωνούν με μερικές από τις πιο πάνω πρόνοιες. . . . » Παρέλκει η αναγκαιότητα να λεχθούν πολλά. Είναι αυτόδηλο από όσα πιο πάνω έχουν συνομολογηθεί μεταξύ των διαδίκων ότι και στην υπό εξέταση περίπτωση η ενάγουσα τράπεζα διαφύλαξε συμβατικά και διατηρούσε το δικαίωμα, πέρα της συμπλήρωσης διαφόρων κενών στο συμβόλαιο, να δίδει παρατάσεις και διευκολύνσεις στην αποπληρωμή, χωρίς την αναγκαιότητα ειδοποίησης των εγγυητών. Με δεδομένο ότι το ύψος των διεκδικούμενων ως οφειλομένων ποσών στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, όχι μόνο δεν απασχόλησε ή ουσιαστικά αμφισβητήθηκε από την πλευρά των εναγομένων κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας, αντίθετα ο εναγόμενος 2 κατά την συνάντηση της 28.12.1999 αναγνώρισε το διεκδικούμενο μέσω της παρούσας αγωγής ποσό ως μέρος του ποσού (Λ.Κ.216.000) που συμφώνησε, μεταξύ άλλων, ότι είναι ορθό και οφείλεται στην ενάγουσα μέσω του Ο.Χ.Τ.Κ., θέση που επανέλαβε και ενώπιων του Δικαστηρίου, εκδίδεται απόφαση προς όφελος της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €168.344,99 πλέον τόκο προς 9% επί ποσού €96.423,55 από 2.11.2007 μέχρι εξοφλήσεως . Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η παράδοση των ως άνω αναφερομένων αντικειμένων της ενοικιαγοράς εντός 10 ημερών στα κεντρικά γραφεία της ενάγουσας στη Λάρνακα. Διατάσσεται παράλληλα ο δημόσιος πλειστηριασμός των ως άνω αντικειμένων ενώ τα έσοδα από την πώληση τους να διατεθούν έναντι και/ή προς εξόφληση του ως άνω ποσού. Οποιοδήποτε τυχόν υπόλοιπο να διατεθεί προς όφελος των εναγομένων. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας δεν βρίσκω λόγο γιατί θα πρέπει να αποκλίνω από το βασικό κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι τα έξοδα συνήθως πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας (βλ. Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 30, σελ. 412 παρ. 795 και 796). Ως εκ τούτου, επιδικάζονται προς όφελος της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............... Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο