← Κύπρος

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΑΡΙΠΗΣ ν. WINDOORS UPVC SYSTEMS LTD (HE 113651) κ.α., Αρ. Αγωγής: 1089/12, 11/12/2013

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΑΡΙΠΗΣ ν. WINDOORS UPVC SYSTEMS LTD (HE 113651) κ.α., Αρ. Αγωγής: 1089/12, 11/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A152 Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1089/12 Μεταξύ: ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΑΡΙΠΗΣ Ενάγοντα και

  1. WINDOORS UPVC SYSTEMS LTD (HE 113651) 2.ΧΑΡΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΝΙΚΟΛΑ ή ΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΝΙΚΟΛΑ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 21.2.2013 για παραμερισμό της απόφασης Ημερομηνία: 11 Δεκεμβρίου 2013 Εμφανίσεις: Για Εναγομένη 1 - Αιτήτρια: κα Καραισκάκη για Ε. Πελεκάνο & Σία. Για τον Ενάγοντα - Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Σ. Σταύρου για Αντωνάκη Σωτηρίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, εκδόθηκε στις 24.1.2013 ερήμην της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας απόφαση εναντίον της (αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά μετά του εναγομένου 2) για πληρωμή του ποσού των €10.000 πλέον τόκους και έξοδα, δυνάμει επιταγής. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η εναγομένη αρ. 1 εταιρεία έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος εξέδωσε στις 4.3.2011, επ΄ ονόματι του εναγομένου αρ. 2, και παρέδωσε σ΄ αυτόν την επιταγή με αριθμό 95260042 της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των €10,000=. Ο Εναγόμενος αρ. 2 στη συνέχεια έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος οπισθογράφησε και παρέδωσε στον ενάγοντα την εν λόγω επιταγή η οποία κατατέθηκε στη τράπεζα προς εξαργύρωση πλην όμως αυτή δεν εξαργυρώθηκε και επεστράφη με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ». Ο ενάγοντας ζήτησε από τους εναγόμενους την πληρωμή της επιταγής, αφού τους πληροφόρησε για την επιστροφή της, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 30.3.2012 και επεδόθη στην εναγομένη αρ. 1 εταιρεία στις 11.12.
  2. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Επίδοσης το μΚλητήριο Ένταλμα επεδόθη στην Ελένη Παπαχαραλάμπους υπεύθυνη στο γραφείο της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας. Στις 4.1.2013 ο ενάγοντας καταχώρησε αίτηση για απόφαση δυνάμει της Διαταγής Δ.
  3. Θ.3, λόγω μη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης. Στις 4.1.2013 προχώρησε σε απόδειξη της απαίτησης του και το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση ως ανωτέρω. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι προηγήθηκε του προαναφερόμενου γεγονότος, η έκδοση απόφασης στις 14.11.2012 εναντίον του εναγομένου αρ. 2, επίσης λόγω παράλειψης καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης. Με την υπό κρίση Αίτηση η εναγομένη αρ. 1 εταιρεία, αιτείται την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της. Η Αίτηση στηρίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.
  4. Θ.10, Δ.
  5. Θ.14, Δ.33 θ.5, Δ.48 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Μηνά Παπαχαραλάμπους, διευθυντού της εναγομένης 1 εταιρείας ο οποίος παραδέχεται ότι το Κλητήριο Ένταλμα επεδόθη στην γραμματέα του Ελένη Παπαχαραλάμπους στις 11.12.2012 και το απόγευμα της ίδιας ημέρας παρεδόθη στους δικηγόρους της εταιρείας μαζί με άλλες αγωγές και δικαστικά έγγραφα. Δύο με τρείς μέρες μετά ενημερώθηκε από τους δικηγόρους του ότι χρειαζόταν η σφραγίδα της εταιρείας και η υπογραφή του για τα σχετικά διοριστήρια (τύπος διορισμού δικηγόρου από τον Εναγόμενο). Επισκέφθηκε τους δικηγόρους του, υπέγραψε 3 με 4 διοριστήρια για τις αγωγές που αντιμετωπίζει η εναγομένη 1 εταιρεία και ο ίδιος ήταν με την εντύπωση ότι υπόγραψε διοριστήριο και για την επίδικη αγωγή. Στις 8.2.2013 τον επισκέφθηκε δικαστικός επιδότης προκειμένου να εκτελέσει ένταλμα κατάσχεσης της κινητής του περιουσίας και τότε πληροφορήθηκε την έκδοση της απόφασης εναντίον της εναγομένης 1 εταιρείας. Αμέσως επικοινώνησε με τους δικηγόρους του οι οποίοι του ανέφεραν ότι ουδέποτε τους παραδόθηκε τέτοιο Κλητήριο Ένταλμα. Στη συνέχεια έψαξε μαζί με την γραμματέα του στα γραφεία της εταιρείας αλλά δεν κατέστη δυνατόν να ανευρεθεί το Κλητήριο της αγωγής. Φαίνεται, καταλήγει, ότι το εν λόγω Κλητήριο Ένταλμα απωλέσθη και ουδέποτε παρεδόθη στους δικηγόρους της εναγομένης 1 εταιρείας. Ως προς την ουσία της υπόθεσης αναφέρει ότι η εναγομένη 1 εταιρεία ουδεμία συμβατική ή άλλη σχέση έχει με τον ενάγοντα εκτός από κάποιες εργασίες που εκτέλεσε στην οικία του, για τις οποίες, μέχρι σήμερα, η εταιρεία δεν έχει πληρωθεί. Κατά τον ουσιώδη χρόνο δηλαδή την περίοδο Μαρτίου - Μαίου του 2011, ο αδελφός του Χάρης Παπαχαραλάμπους, εναγόμενος 2, (ήταν μαζί με τον ίδιο διευθυντής της εταιρείας) είχε προσωπικές δοσοληψίες με τον ενάγοντα. Συγκεκριμένα ο τελευταίος του δάνεισε ένα ποσό περί τις €60.000=. Ο ενάγοντας με δόλιο τρόπο εξανάγκασε τον αδελφό του να υπογράψει τόσο προσωπικά όσο και ως διευθυντής της εναγομένης 1 εταιρείας, εγγυητήριο για το ποσό των €100.000=. Το ποσό των €60.000= εξοφλήθηκε πλήρως ενώ το ποσό των €40.000= αποτελεί παράνομους τόκους. Για τις εν λόγω δοσοληψίες ο Ενάγοντας ήγειρε εναντίον της εναγομένης 1 εταιρείας, του ιδίου και του αδελφού του Χάρη Παπαχαραλάμπους, την αγωγή με αριθμό 3319/2001 Ε.Δ. Λάρνακος όπου περιορίζει την αξίωση του στο ποσό των €85.000=. Η επίδικη επιταγή, όπως αναφέρει ο Μηνάς Παπαχαραλάμπους, εκδόθηκε αρχικά από την Εναγόμενη 1 εταιρεία προς άλλο πρόσωπο, ή οφειλή όμως διευθετήθηκε με διαφορετικό τρόπο και έτσι ουδέποτε παραδόθηκε στον αρχικό της δικαιούχο. Η επιταγή παρέμεινε στο γραφείο του και σε ανύποπτο χρόνο απωλέσθη. Είναι γι΄ αυτό τον λόγο που έδωσε οδηγίες στην τράπεζα στις 19.4.2011 για ανάκληση της πληρωμής της. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει περαιτέρω «φαίνεται ότι την επιταγή αυτή παράνομα και αυθαίρετα την έπιασε ο εναγόμενος 2 ο οποίος επέφερε αλλαγή επί του δικαιούχου, συμπλήρωσε αυθαίρετα το ποσό και την οπισθογράφησε και την παρέδωσε στο ενάγοντα. Η επιταγή αυτή πλαστογραφήθηκε και αλλοιώθηκε στην παρουσία του ενάγοντα και αφορούσε τις παράνομες δοσοληψίες που είχε ο ενάγοντας με τον εναγόμενο 2». Ο Εναγόμενος 2, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, παραιτήθηκε από διευθυντής της εναγομένης 1 εταιρείας στις 7.4.2011 χωρίς οποιαδήποτε απαίτηση από αυτήν. Τέλος ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι «παρόλο που πρόκειται για οπισθογράφηση του αδελφού μου εναγομένου 2 (την υπογραφή του την αναγνωρίζω) το όνομα με το οποίο αλλοιώθηκε η επιταγή αφορά ανύπαρκτο πρόσωπο.» Ο ενάγοντας - καθ΄ ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση η οποία βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 θ.10, Δ.26 θ.14, Δ.48 θ.θ. 1 - 4, 8 και 9 όπως επίσης και επί της συμφυούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «1.Η υπό εξέταση αίτηση είναι πραγματικά και/ή νομικά αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή αντίθετη των διαδικαστικών κανονισμών και της πρακτικής του δικαστηρίου. 2.Οι Αιτητές δεν δικαιολόγησαν την παράλειψη τους να καταχωρήσουν Σημείωμα Εμφάνισης ή/και η προβαλλόμενη δικαιολογία τους δεν είναι επαρκής.
  6. Οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν στην ένορκη τους δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τους ημερ. 21/02/2013 συζητήσιμη και/ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση.
  7. Οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης καθώς οι ισχυρισμοί τους αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις ούτως ώστε να καθυστερήσεις η εκτέλεση της εκδοθείσας εναντίον τους απόφασης.
  8. Οι Αιτητές επέδειξαν ασυγχώρητη αμέλεια ή/και ασέβεια στη δικαστική διαδικασία.
  9. Δεν είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να δοθούν οι αιτούμενες θεραπείες.» Η Ειδοποίηση Ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του ενάγοντα ο οποίος απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Μηνά Παπαχαραλάμπους. Αναφέρει ότι για αρκετά χρόνια είχε άψογες επαγγελματικές και προσωπικές σχέσεις με τα αδέλφια Μηνά και Χάρη Παπαχαραλάμπους, διευθυντές της εναγομένης 1 εταιρείας, τους οποίους πάρα πολλές φορές είχε βοηθήσει οικονομικά στο παρελθόν. Πριν από τον Μάιο του 2011 τους δάνεισε ποσό €100.000= το οποίο δεν αποπληρώθηκε και γι΄ αυτό καταχώρησε εναντίον τους στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος την αγωγή με αριθμό 3319/
  10. Επί της ουσίας της υπόθεσης αναφέρει ότι τον Μάιο του 2011, τα αδέλφια Παπαχαραλάμπους του ζήτησαν επιπρόσθετα από το ποσό των €100.000= που είχαν ήδη δανειστεί, και το ποσό των €10.000=, για να εκτελωνίσουν εμπορεύματα τα οποία είχαν εισαγάγει από το εξωτερικό. Δεν αρνήθηκε και αφού πήρε τα χρήματα από την τράπεζα, επισκέφθηκε τα αδέλφια Παπαχαραλάμπους στον τόπο εργασίας τους. Στη συνέχεια αναφέρει επί λέξη τα εξής: «Ζήτησα συγκεκριμένα να μου εξασφαλίσουν την αποπληρωμή του ποσού με μία τραπεζική επιταγή όπως είχαν κάνει και στην προηγούμενη περίπτωση που τους είχα δανείσει το πιο μεγάλο ποσό. Ο Μηνάς Παπαχαραλάμπους μου ανέφερε ότι το βιβλιάριο επιταγών της εταιρείας είχε εξαντληθεί και δεν είχαν άλλο βιβλιάριο επιταγών για να μου εκδώσουν επιταγή. Τότε ο Χάρης, καθ΄ υπόδειξη του Μηνά Παπαχαραλάμπους, πήγε στο ανώγιεο των γραφείων και επέστρεψε με μία επιταγή η οποία επιταγή εκδόθηκε φαίνεται στο όνομα κάποιου τρίτου η οποία όμως τελικά δεν του παραδόθηκε. Με ρώτησαν εάν θα με ενοχλούσε αφού γίνει η διόρθωση του ονόματος με το όνομα του Χάρη και ο Χάρης να την οπισθογραφήσει και να μου την δώσει, εάν με ικανοποιούσε. Εγώ αποδέχθηκα την εισήγηση τους και παραδίδοντας τους τις €10.000 σε μετρητά παρέλαβα την επίδικη επιταγή η οποία είχε διορθωθεί και μονογραφηθεί εις τρόπο ώστε να καταγράφεται ότι δικαιούχος της επιταγής ήταν ο Χάρης Παπαχαραλάμπους ο οποίος την οπισθογράφησε και μου την παρέδωσε παρουσία του Μηνά Παπαχαραλάμπους.» Στην συνέχεια αναφέρει ότι η εν λόγω επιταγή κατατέθηκε στη τράπεζα για πληρωμή στις 24.5.2001, επιστράφηκε όμως απλήρωτη λόγω ανάκλησης της διαταγής για πληρωμή της από τον εκδότη της (εναγομένη 1 εταιρεία). Αμέσως επικοινώνησε με τα αδέλφια Παπαχαραλάμπους οι οποίοι του ανέφεραν ότι η ενέργεια τους αυτή ήταν για να κερδίσουν χρόνο και τον διαβεβαίωσαν ότι θα πληρώσουν το ποσό της επιταγής σε μετρητά και να τους δώσει λίγο χρόνο. Είναι τέλος η θέση του ότι η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι δεν αποκαλύπτεται ίχνος υπεράσπισης. Η Εναγομένη 1 εταιρεία προβάλλει ισχυρισμούς για τοκογλυφία χωρίς όμως να δίνει περισσότερες λεπτομέρειες, καταλήγει. Στις αγορεύσεις που ακολούθησαν η κα Καραϊσκάκη εκ μέρους της εναγομένης 1 - αιτήτριας, αφού αναφέρθηκε στην ισχύουσα επί του θέματος νομολογία, ισχυρίστηκε ότι με την μαρτυρία που προσκόμισε η εναγομένη 1 στο Δικαστήριο ικανοποίησε και τις δύο προϋποθέσεις που τίθενται από τους διαδικαστικούς κανονισμούς. Αφενός μεν απεκάλυψε ότι έχει καλή υπεράσπιση στην υπόθεση και αφετέρου έδωσε ικανοποιητικό λόγο για την παράλειψη της να καταχωρήσει Εμφάνιση στην αγωγή. Αντίθετα ο κ. Σταύρου, από την πλευρά του ενάγοντα - καθ΄ ου η αίτηση, αφού αναφέρθηκε και εκείνος στην σχετική επί του θέματος νομολογία και στις δύο προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να παραμεριστεί μια δικαστική απόφαση, απέρριψε την θέση και εκδοχή της εναγομένης 1 με αναφορά στην προσκομισθείσα εκ μέρους τον ενάγοντα μαρτυρία, και κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση. Οι αρχές στις οποίες το Δικαστήριο πρέπει να βασιστεί στην εξέταση αίτησης για παραμερισμό απόφασης έχουν επανειλημμένα τεθεί από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Προτού αναφερθώ σ΄ αυτές παραθέτω το κείμενο της Δ.17 θ.10 η οποία αποτελεί νομική βάση της παρούσας αίτησης. "Where judgement is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order is shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgement upon such terms as may be just." Όπως τόνισα και πιο πάνω οι αρχές που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για τον παραμερισμό εκδοθείσης ερήμην απόφασης, έχουν καθοριστεί με ακρίβεια από την νομολογία. Κλασσική απόφαση είναι η αγγλική υπόθεση Evans v. Bartlam

(1937)2 All E.R. 646 η οποία υιοθετήθηκε από την δική μας νομολογία και ιδιαίτερα από την υπόθεση Ioannis Kotsapas and Sons Ltd v. Titan Constructions and Engineering Company
(1961)CLR 317. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Kotsapas (ανωτέρω) ο Αγγλικός θεσμός είναι ουσιαστικά ο ίδιος με τον αντίστοιχο Κυπριακό και επομένως καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις Αγγλικές αυθεντίες. Στην Αγγλική υπόθεση Evans v. Bartlam (ανωτέρω) τονίστηκε ότι πρωταρχικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας και εάν το Δικαστήριο πειστεί ότι ικανοποιείται το κριτήριο αυτό, τότε το Δικαστήριο δεν θα επιθυμεί να αφήσει μία τέτοια απόφαση χωρίς να την παραμερίσει εάν δικαιολογημένα ο εναγόμενος δεν έλαβε τα μέτρα που όφειλε σύμφωνα με τους θεσμούς. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941, στις σελίδες 946 - 947 ο πρωταρχικός παράγοντας ο οποίος επενεργεί στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η αποκάλυψη υπεράσπισης παρόλο που μπορεί να επενεργήσουν και άλλοι παράγοντες μικρότερης όμως σημασίας. [Δέστε επίσης Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.α. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 28, σελ.
  1. «.... Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο εναγόμενος ικανοποιεί το δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης». Κατά συνέπεια είναι ξεκάθαρο ότι ο αιτητής έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως έχει επί της ουσίας της υπόθεσης, εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Δεν απαιτείται, ωστόσο, απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Αρκεί να εγείρει ο εναγόμενος ότι έχει καλή υπεράσπιση, γεγονός που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Στην υπόθεση Μαρία Λευκίδου ν. Άριστος Καναουρίδης, Π.Ε. 10015, ημερομηνίας 26.
  2. 1999, ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Κωνσταντινίδης τόνισε μεταξύ άλλων και τα εξής: «Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσμο σημείο. Στο στάδιο αυτό, δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης». Το έργο του Δικαστηρίου σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης δεν είναι να κάμει ευρήματα ως προς τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του ή ως προς την εμπλοκή τους σε σχέση με τα δικαιώματα των διαδίκων αλλά το πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά το πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η αποκάλυψη τέτοιων θετικών στοιχείων αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο θέμα του επανανοίγματος της υπόθεσης όπου το Δικαστήριο πρέπει να προσπαθήσει να σταθμίσει δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης ενός διαδίκου από την μία και την ανάγκη διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων από την άλλη [βλ. Phylactou and Others v. Michael
(1982)1 CLR 204]. Το Δικαστήριο πρέπει να διασφαλίζει την ταχεία εκδίκαση των δικαστικών υποθέσεων και την ανάγκη προάσπισης του τελεσίδικου των αποφάσεων (finality of judgements). Δεν πρέπει όμως το Δικαστήριο να είναι γρήγορο στο να στερήσει ένα διάδικο του δικαιώματος του να ακουστεί στην υπόθεση του εφόσον αποκαλύψει θετικά στοιχεία, αλλά μπορεί να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση αν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια που να πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης. Όταν η διαγωγή του διαδίκου που υποβάλλει αίτηση για παραμερισμό απόφασης είναι ασυγχώρητη, προσβλητική στο βαθμό της εμφανούς καταφρόνησης για τη δικαστική διαδικασία ή τα δικαιώματα του αντιδίκου του, το Δικαστήριο μπορεί κατά την διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση. Για τον λόγο αυτό λαμβάνεται επίσης υπόψη από το Δικαστήριο ως μία επιπρόσθετη παράμετρος ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης. Σχετικές επί του θέματος είναι οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Eros Travel and Tours (Limassol Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd, Πολιτική Έφεση 9695, ημερομηνίας 25.6.1997, Π. Μωυσέως ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ, Πολιτική Έφεση 9762, ημερομηνίας 17.7.1997, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ.
  1. Καθοδηγούμενη από τις νομικές αρχές που έχω εκθέσει πιο πάνω θα εξετάσω στο σημείο αυτό κατά πόσο η εναγομένη 1 - αιτήτρια έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα όσα παρατίθενται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, ότι έχει καλή υπεράσπιση. Υπενθυμίζω ότι το ζήτημα αυτό εκδικάζεται σε επίπεδο ισχυρισμών. Ο Αιτητής παραθέτει τα γεγονότα που κατά την θέση του εγείρουν υπεράσπιση επί της ουσίας. Δεν αναμένεται να πείσει για την ύπαρξη των γεγονότων αυτών. Είναι αρκετό να επικαλείται ότι αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Συνεπώς, έστω και εάν ο καθ΄ ου η αίτηση διαψεύδει τα γεγονότα, δεν γεννιέται υποχρέωση στον αιτητή να αποδείξει την αλήθεια τους. Ποια η θέση της εναγομένης 1 - αιτήτριας ως προς την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως Υπεράσπισης; Ισχυρίζεται ότι δεν έχει καμιά συμβατική σχέση με τον ενάγοντα και ότι δεν εδόθη καμιά αντιπαροχή για την συγκεκριμένη επιταγή. Περαιτέρω ότι η εν λόγω επιταγή παράνομα εδόθη στον ενάγοντα από τον εναγόμενο 2, ο οποίος άλλαξε τα όνομα του δικαιούχου, συμπλήρωσε αυθαίρετα το ποσό, την οπισθογράφησε και την παρέδωσε στον ενάγοντα. Η εναγόμενη 1- αιτήτρια ισχυρίζεται επίσης ότι ο εναγόμενος 2 και όχι η ίδια, είχε προσωπικές δοσοληψίες με τον ενάγοντα που αφορούσαν προσωπικά δάνεια και τοκογλυφία. Με τα όσα η εναγόμενη 1 - αιτήτρια παραθέτει, βρίσκω πως αποκαλύπτεται υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής. Σε περίπτωση που η θέση της ήθελε αποδειχθεί ορθή, τότε η αγωγή δεν θα μπορέσει να επιτύχει. Θα προχωρήσω τώρα στην εξέταση του δεύτερου ζητήματος που θα πρέπει να εξεταστεί. Αυτό της παράλειψης της εναγομένης 1 να εμφανιστεί και να λάβει μέρος στη διαδικασία. Εξάγεται από την υπόθεση Evans v. Bartlam (ανωτέρω) ότι παρόλο που δεν υπάρχει κανόνας που να επιβάλλει ότι ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει λογική εξήγηση γιατί η απόφαση αφέθη να εκδοθεί ερήμην, η δεδομένη εξήγηση είναι ένα από τα θέματα τα οποία το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Στην υπόθεση Eros Travel and Tours (Limassol Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd, Πολιτική Έφεση 9695, ημερομηνίας 25.6.1997, αναφέρεται πως: «Το Δικαστήριο επίσης θα πρέπει να εξετάσει τις εξηγήσεις του αιτητή για τον λόγο που παρέλειψε να παρουσιαστεί μετά την επίδοση, αν και κατά κανόνα η παράλειψη του μπορεί ικανοποιητικά να τιμωρηθεί με διαταγή ως προς τα έξοδα ή άλλους όρους που το Δικαστήριο έχει την εξουσία να επιβάλει». Όμως «Παρά την επικουρική της σημασία η εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης δεν παύει να είναι ένας σημαντικός παράγοντας που το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη». Όσο και εάν το ζήτημα της μη εμφάνισης εξετάζεται ανεξάρτητα των άλλων θεμάτων που εγείρονται σε μία αίτηση για παραμερισμό, φαίνεται να είναι η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου πως εάν η δικαιολογία για την παράλειψη εμφάνισης προβάλλει λογική και δεν συνιστά η απραξία του αιτητή περιφρόνηση του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης και εφόσον έχει προβάλει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας η απόφαση θα παραμεριστεί. Έτσι, βλέπουμε πως είναι σε καθαρές περιπτώσεις έλλειψης ενδιαφέροντος που η μη εμφάνιση κρίθηκε ως αφ΄ εαυτής τροχοπέδη στο «επανάνοιγμα» της υπόθεσης. Ο διευθυντής της εναγομένης 1 - αιτήτριας επεξηγεί με σαφήνεια στην ένορκη του δήλωση σε ποιους λόγους οφείλεται η παράλειψη της εναγομένης 1, να καταχωρήσει Εμφάνιση. Επεξηγεί επίσης για ποιο λόγο, η αίτηση για παραμερισμό της απόφασης καταχωρήθηκε στις 21.2.2013 ενώ η αγωγή επεδόθη στην εναγομένη 1 στις 11.12.
  2. Από της έκδοσης της απόφασης εναντίον της εναγομένης 1 εταιρείας (24.1.2013) μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης (21.2.2013) πέρασαν 28 μόνο ημέρες. Σίγουρα το χρονικό αυτό διάστημα δεν μπορεί να θεωρηθεί μεγάλο. Από τα γεγονότα φαίνεται ότι η εναγομένη 1 έδρασε γρήγορα για την λήψη των απαιτούμενων μέτρων για τον παραμερισμό της απόφασης. Λαμβάνοντας υπόψη τον λόγο που δεν καταχωρήθηκε Εμφάνιση, κρίνω ότι η συμπεριφορά της εναγομένης 1, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Ούτε και θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να θεωρηθεί ότι έχει «επιδείξει ασυγχώρητη αμέλεια ή ασέβεια στη δικαστική διαδικασία», όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ ν. Χάπυ Στρήτς Ντίσκο Λτδ (ανωτέρω). Συνεκτιμώντας δε τους παράγοντες αυτούς με την αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης εκ μέρους της εναγομένης 1 εταιρείας, κρίνω ότι θα πρέπει να ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια [Βλ. Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 ΑΑΔ 204, σελ. 209] υπέρ της έγκρισης της Αίτησης. Τα έξοδα της Αίτησης όπως και τα έξοδα που χάθηκαν ως αποτέλεσμα του παραμερισμού, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα - καθ΄ ου η αίτηση. Η καταβολή των εξόδων εντός 21 ημερών από της γνωστοποίησης τους στην πλευρά της εναγομένης 1 - αιτήτριας, θα είναι προυπόθεση για τον παραμερισμό της απόφασης (Βλ. Κλεάνθους ν. Tradex Ltd, 1998 1(Β) ΑΑΔ, σελ. 988). Σχετικός κατάλογος εξόδων να υποβληθεί υπό του ενάγοντα - καθ΄ ου η αίτηση εντός 21 ημερών από σήμερα. Διά ταύτα εκδίδεται Διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται η απόφαση ημερομηνίας 24.1.2013 που εκδόθηκε εναντίον της εναγομένης 1 εταιρείας, με τον πιο πάνω όρο. (Υπ.:) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.