ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗΣ ν. C. HADJIANDREOU & SON CO LTD, Αρ. Αγωγής: 1989/2010, 22/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:A129 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου - Κίζη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1989/2010 Μεταξύ: ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗΣ, Σκαρίνου Ενάγοντας και C. HADJIANDREOU & SON CO LTD, Λεωφ. Λάρνακος 167, Office & Parking House, 2101 Λευκωσία (τηλ. 22333812) Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 20.3.2013 για Ασφάλεια Εξόδων Ημερομηνία: 22 Οκτωβρίου 2013 Εμφανίσεις: Για τους Εναγομένους - Αιτητές: κ. Χ. Μυλωνάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. (Για να ακούσει απόφαση η κα Χριστοδούλου ) Για τον Ενάγοντα - Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Γ. Βασιλείου (Για να ακούσει απόφαση η κα Φ. Καϊμακλιώτη) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση του ενάγοντα στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, είναι για το ποσό των €14.900,92 ως υπόλοιπο λογαριασμού. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτηση ισχυρισμούς, ο ενάγοντας διατηρεί βιοτεχνία στην Σκαρίνου στην οποία παράγει γαλακτοκομικά προϊόντα. Οι Εναγόμενοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με αντικείμενο εργασιών την εισαγωγή και εξαγωγή φρούτων και λαχανικών. Ο Ενάγοντας πωλούσε και παρέδιδε στους εναγομένους διάφορα γαλακτοκομικά προϊόντα και διατηρούσε ως προς τούτο, λογαριασμό. Στις 9.2.2010 ο λογαριασμός των εναγομένων δείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο €14.900.92 Είναι τέλος η θέση του Ενάγοντα ότι η κατάσταση λογαριασμού με το χρεωστικό υπόλοιπο των €14.900.92, επιβεβαιώθηκε και από τους εναγομένους. Οι εναγόμενοι, ως προς την ουσία της υπόθεσης, αρνούνται στην Υπεράσπιση τους ότι ήσαν πελάτες του ενάγοντα. Είναι η θέση τους ότι ο τελευταίος ουδέποτε τους πώλησε και τους παρέδωσε γαλακτοκομικά προϊόντα, ότι ουδέποτε παρέλαβαν από αυτόν οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού και τέλος ότι ποτέ δεν επιβεβαίωσαν τέτοια κατάσταση λογαριασμού. Τέλος αρνούνται ότι οφείλουν το αξιούμενο ή οποιοδήποτε ποσό προς τον ενάγοντα. Αποτελεί κοινό πραγματικό υπόβαθρο και των δύο μερών ότι εναντίον του ενάγοντα καταχωρήθηκε στις 10/6/2011, η Αίτηση Πτώχευσης με αριθμό 112/2011 δυνάμει της οποίας εκδόθηκε Διάταγμα Παραλαβής εναντίον της περιουσίας του στις 29.6.2012, λόγω του ότι ο ενάγοντας (χρεώστης στην Αίτηση Πτώχευσης) παρέλειψε να συμμορφωθεί με Ειδοποίηση Πτώχευσης. Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος ότι εφόσον έχει εκδοθεί μόνο Διάταγμα Παραλαβής της περιουσίας του ενάγοντα και δεν έχει ακόμη κηρυχθεί σε πτώχευση, ο ίδιος δύναται να προχωρήσει, χωρίς την παρέμβαση του Επίσημου Παραλήπτη, την αγωγή που έχει εγείρει εναντίον των εναγομένων. Με την υπό κρίση Αίτηση, οι εναγόμενοι - αιτητές αιτούνται την έκδοση διατάγματος «διατάττον τον ενάγοντα όπως δώσει εντός 20 ημερών από την ημερομηνία του τοιούτου διατάγματος ασφάλεια για τα έξοδα στο ποσόν των €2.234.66 και διάταγμα όπως η περαιτέρω διαδικασία ανασταλεί μέχρις ότου δοθεί τέτοια ασφάλεια και σε περίπτωση που δεν θα δοθεί τέτοια ασφάλεια εντός του χρόνου, που θα εγκρίνει το Δικαστήριο η αγωγή να απορριφθεί με έξοδα εναντίον του ενάγοντα». Νομικό υπόβαθρο της Αίτησης αποτελούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.60 θθ.1,4 και 5 και Δ. 48 θ. 9(t). Η Αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του Ροδή Χατζηανδρέου, διευθυντού της Εναγόμενης εταιρείας. Ο κ. Χατζηανδρέου αναφέρεται στα γεγονότα που προηγήθηκαν της καταχώρησης της υπό κρίση Αίτησης και ειδικότερα στο πως και πότε πληροφορήθηκε την ύπαρξη του Διατάγματος Παραλαβής που εκδόθηκε εναντίον του ενάγοντα. Είναι η θέση του ότι σε περίπτωση που η αγωγή απορριφθεί, οι εναγόμενοι δεν θα μπορέσουν να ανακτήσουν τα έξοδα τα οποία έχουν υποστεί μέχρι σήμερα αλλά ούτε και τα έξοδα που θα υποστούν μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής, δεδομένου του ότι η προσωπική περιουσία του ενάγοντα είναι «επικίνδυνα υποκείμενη σε εξανεμισμό σε οποιοδήποτε χρόνο και δεν θα είναι, κατά κοινή λογική, διαθέσιμη προς εκτέλεση σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής». Διατείνεται ότι η υπό κρίση Αίτηση δεν αποσκοπεί στο να καθυστερήσει την διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε και μπορεί να «χαρακτηρισθεί καταχρηστική και/ή καθυστερημένη καθότι η καταχώρηση της έλαβε χώρα εντός εύλογου χρονικού διαστήματος μετά την γνωστοποίηση στους εναγόμενους της οικονομικής και νομικής κατάστασης του ενάγοντα». Τέλος αναφέρει ότι τα έξοδα της διαδικασίας θα ανέλθουν στο ποσό των €2,234.66. Σχετικός κατάλογος επισυνάπτεται. Ο Ενάγοντας καταχώρησε ένσταση στην Αίτηση η οποία βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.2 (1-3), 3, 4
(1)
(2), 5 - 7, 8, 9, Δ.57 θ. 1 -4, Δ.64 θ.1
(1)
(2)
(3)2 Δ.40 θ. 1 - 6, 7(α) (β), Δ.33 θ. 1-
- 6 - 15, Δ.17 θ.10, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν. 14/60, άρθρα 26, 27, 28, 29 , 30, 31, 32, 40 - 47 και στην σύμφυτο εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι εξής: «
- Η αίτηση των αιτητών είναι αβάσιμη, ελαττωματική και καταπιεστική και δεν συνάδει με τις πρόνοιες των σχετικών διατάξεων του Νόμου και δη των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο.
- Η παρούσα αίτηση είναι αντίθετη με το πνεύμα της δικαιοσύνης δια τον λόγο ότι η υπόθεση του ενάγοντα είναι καλή και η δε υπεράσπιση φαίνεται να μην ευσταθεί και αν διαταχθεί και η αν φανεί στο Δικαστήριο ότι η καταβολή ασφάλειας εξόδων είναι απαραίτητη θα επιβραβευτεί ουσιαστικά ο εναγόμενος, γεγονός που θα καθυστερήσει την όλη διαδικασία.
- Το ύψος του ποσού της ασφάλειας εξόδων είναι υπερβολικό και/ή καταπιεστικό και/ή αδικαιολόγητο και επαφίεται πάντοτε στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.
- Το γεγονός ότι εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση έχει εκδοθεί Διάταγμα Παραλαβής και κατά συνέπεια ως ισχυρίζονται οι αιτητές θα αδυνατεί να συμμορφωθεί με οιονδήποτε απόφαση Δικαστηρίου για καταβολή εξόδων λόγω κακής οικονομικής κατάστασης απολήγει σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος του ενάγοντα να προσφύγει στο Δικαστήριο.
- Ως έχει νομολογιακά καθιερωθεί η τυχόν οικονομική αδυναμία φυσικού και νομικού προσώπου δεν δημιουργεί αυτόματα το δικαίωμα για ασφάλεια εξόδων.
- Ο ενάγοντας - καθ΄ ου είναι μόνιμος κάτοικος Κύπρου και σύμφωνα με την Δ.60 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν προνοείται καταβολή ασφάλειας για έξοδα. Περαιτέρω δε, ο ενάγοντας διαθέτει περιουσία εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι του και έχει την οικονομική δυνατότητα και/ή πόρους προς πληρωμή οιονδήποτε επιδικασθέντων εξόδων.
- Εν πάση δε περιπτώσει, πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί Διάταγμα Παραλαβής δύναται να εγείρει ή υπερασπιστεί οιανδήποτε αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία σύμφωνα με τις εκ του Νόμου πρόνοιες.
- Ο ενάγοντας ως αναφέρεται και στην Έκθεση Απαίτησης διαθέτει Εταιρεία που ασχολείται μεταξύ άλλων με την πώληση γαλακτοκομικών προϊόντων εκ της οποίας λαμβάνει εισοδήματα και συνεπώς το γεγονός ότι έχει εκδοθεί Διάταγμα Παραλαβής εναντίον του δεν αποδεικνύει αφερεγγυότητα.» Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του ίδιου του ενάγοντα, Αχιλλέα Βουγιουκλάκη. Σ΄ αυτήν επαναλαμβάνονται ουσιαστικά οι λόγοι ένστασης. Αναφέρεται επίσης ότι ο ενάγοντας είναι μόνιμος κάτοικος Κύπρου και διαθέτει περιουσία στην Κύπρο εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι του. Συγκεκριμένα είναι ιδιοκτήτης δύο ακινήτων, ένα στο χωριό Πεντάκωμο και το άλλο στο χωρίο Σκαρίνου, αξίας €250.
- Τέλος αναφέρεται ότι ο ενάγοντας ασχολείται με την παραγωγή και πώληση γαλακτοκομικών προϊόντων, λαμβάνει μηνιαία εισοδήματα και ως εκ τούτου έχει την οικονομική ευχέρεια να καταβάλει τυχόν επιδικασθέντα σε βάρος του έξοδα. Στις αγορεύσεις που ακολούθησαν, η κα Γαλάζη εκ μέρους των εναγομένων-αιτητών, αφού αναφέρθηκε στη ισχύουσα επί του θέματος νομολογία, ισχυρίστηκε ότι ο ενάγοντας αν και ενεργεί προσωπικά και κατ΄ όνομα στην αγωγή (το δικαίωμα του παρέχεται από το άρθρο 9
(3)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου) στην ουσία ενεργεί προς όφελος και/ή προς το συμφέρον του Επίσημου Παραλήπτη και οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ή περιουσιακό στοιχείο ανακτάται από τις νομικές διαδικασίες οι οποίες προβλέπονται στα εδάφια
(3)και
(4)του άρθρου 9 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, θα περιέρχεται στον Επίσημο Παραλήπτη ή στον διαχειριστή της περιουσίας και δεν θα είναι διαθέσιμο προς ικανοποίηση οποιουδήποτε μη εξασφαλισμένου πιστωτή. Το γεγονός, κατέληξε, της έκδοσης Διατάγματος Παραλαβής εναντίον του ενάγοντα αποτελεί prima facie μαρτυρία ότι αδυνατεί να καταβάλει τα έξοδα, εκτός εάν δοθεί προς τούτο αντίθετη σχετική μαρτυρία. Αντίθετα, η κα Βασιλείου από την πλευρά του ενάγοντα - καθ΄ ου η αίτηση, αφού αναφέρθηκε και αυτή στην σχετική επί του θέματος νομολογία, απέρριψε την θέση και την εκδοχή των εναγομένων και τόνισε ότι η έκδοση της αιτούμενης Διαταγής θα στερήσει από τον ενάγοντα το δικαίωμα να προωθήσει την αγωγή του στην οποία διαθέτει καλές πιθανότητες επιτυχίας, εν αντιθέσει με τους εναγομένους οι οποίοι δεν προέβαλαν κανένα ισχυρισμό ώστε να πείσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση. Ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός ότι έχουν καλή υπεράσπιση δεν βοηθά την υπόθεση τους, κατέληξε. Οι θθ. 4 και 5 της Δ.60 επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση έχουν ως ακολούθως: O.60 r4: "If it appears that a person suing is not the real plaintiff but is merely suing as nominal plaintiff in somebody else's interests, then such person may, at any stage of the action, be required to give security for costs on the grounds of insolvency or poverty." και σε μετάφραση: Δ.
- Θ4: «Αν ήθελε φανεί ότι ένα πρόσωπο που ενάγει δεν είναι ο πραγματικός ενάγοντας αλλά ενάγει μόνον κάτ΄ όνομα για τα συμφέροντα άλλου, τότε από αυτό το πρόσωπο, σε οποιοδήποτε στάδιο της αγωγής μπορεί να ζητηθεί να δώσει ασφάλεια για τα έξοδα για λόγους ότι είναι αναξιόχρεος ή ότι είναι πτωχός». O.60 r5: "Where the Court orders security for costs to be given it may stay the proceedings in the action until such security is given, and in the event of the security not being given within the time appointed may dismiss the action." και σε μετάφραση: Δ.
- Θ5: «Όταν το Δικαστήριο διατάσσει να δοθεί ασφάλεια εξόδων, μπορεί να αναστέλλει τη διαδικασία της αγωγής μέχρι να δοθεί τέτοια ασφάλεια και, στην περίπτωση που δεν δίδεται η ασφάλεια εντός του καθοριζόμενου χρόνου, μπορεί να απορρίψει την αγωγή.» Η Δ.60 θ.1 επί της οποίας επίσης στηρίζεται η Αίτηση, δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή εφόσον προνοεί την παροχή ασφάλειας για έξοδα από ενάγοντα ο οποίος διαμένει συνήθως εκτός Κύπρου ή Κράτους - Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αποτελεί νομολογιακή αρχή ότι η έκδοση διατάγματος παροχής ασφάλειας εξόδων με βάση την Διαταγή 60, αποτελεί θέμα διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Τούτο υποδηλώνει ο όρος "may" (δύναται) που απαντάται στον θεσμό 1 της Διαταγής. Το ίδιο υποστηρίζεται και από την αγγλική πρακτική όπως συνοψίζεται στους Halsbury's Laws of England (4η έκδοση τόμος 37 σελίδες 384 - 385) καθώς και από τον αντίστοιχο Αγγλικό θεσμό O.65, όπως αναλύεται στο Annual Practice 1958, σελ. 1885 κ.ε. Η εξουσία αυτή ασκείται αφού ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις της υπόθεσης και το Δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είναι ορθό και δίκαιο να διατάξει την παροχή ασφάλειας εξόδων. Το γεγονός ότι ο ενάγοντας κατοικεί στο εξωτερικό δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο αυτόματα θα διατάξει την παροχή ασφάλειας εξόδων. Δύο περιστάσεις που συνήθως λαμβάνονται υπόψη, πέραν της κατοικίας του ενάγοντα, είναι η κατοχή ή όχι περιουσίας εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, και η ισχύς της υπόθεσης του ενάγοντα ή ακόμη και του εναγομένου. (Βλ. Sally Line Ltd v. Greenmar Navigation Ltd και άλλοι
(1993)1 Α.Α.Δ. 633]. Το ότι το θέμα επαφίεται πάντοτε στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου έχει εξηγηθεί και στις πιο κάτω αποφάσεις : Hasham Enterprises v. The Ship "Rami" and Others
(1978)1 C.L.R. 195, World Shipping Corporation v. Vassiliko Cement Works Ltd
(1979)1 C.L.R. 242 και Farah Hassan Ashour v. Claudia Mαritime Co. Ltd
(1980)1 CLR 64. Η Δ.60 αντικρίζεται κάτω από το πρίσμα του άρθρου 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών και τούτο καθότι θα εστερείτο σε ενάγοντα η πρόσβαση στο Δικαστήριο η οποία διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, σε περίπτωση που η αδιαμφισβήτητη οικονομική αδυναμία του ενάγοντα δεν θα του επέτρεπε να συμμορφωθεί με διάταγμα για την εξασφάλιση των εξόδων του εναγομένου. Στην υπόθεση Conway v. Ηλία
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1653 αναφέρεται ότι «η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συναρτάται με την δυνατότητα του ενάγοντος ανάλογα με την οικονομική του ευχέρεια να παράσχει την εξαιτούμενη ασφάλεια. Εφόσον δεν διαθέτει τα μέσα το αίτημα απορρίπτεται». Σχετική είναι και η υπόθεση The Continental Insurance Company of Hampshire v. Sac Eugene O' Regan
(1998)1 A.A.Δ. 1087). Στα ευρύτερα κριτήρια για την παροχή ασφάλειας εξόδων συγκαταλέγεται και η δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα ή ακόμη και του εναγομένου διότι αν ο ενάγοντας έχει καλή υπόθεση, η δε υπεράσπιση φαίνεται να μην ευσταθεί, τότε θα ήταν αντίθετο με το πνεύμα της δικαιοσύνης να διαταχθεί η καταβολή ασφάλειας εξόδων επιβραβεύοντας έτσι ουσιαστικά τον εναγόμενο και καθυστερώντας την όλη διαδικασία. Ο χρόνος υποβολής της αίτησης είναι ένα πρόσθετο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη και δεν αποκλείεται η περίπτωση, η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί εγκαίρως για ασφάλεια εξόδων, σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απόρριψη του αιτήματος (Βλ. Union Des Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences v. Apak Agro Industries Ltd & Άλλοι (Aρ.2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1170). Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Αποτελεί πραγματικό γεγονός ότι εναντίον του ενάγοντα εκδόθηκε στις 29.6.2012 Διάταγμα Παραλαβής της περιουσίας του αλλά ακόμη δεν έχει κηρυχθεί σε πτώχευση. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι η έκδοση του εν λόγω Διατάγματος δεν επηρεάζει την πορεία της αγωγής. Τούτο προβλέπεται και από το άρθρο 9
(3)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5. Η κατ΄ ισχυρισμόν οικονομική αδυναμία του ενάγοντα, βάσει των νέων δεδομένων, αποτελεί το έρεισμα του αιτήματος των εναγομένων για ασφάλεια εξόδων. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η έκδοση του διατάγματος παραλαβής αποτελεί κατά τεκμήριο prima facie απόδειξη ότι ο ενάγοντας αδυνατεί να καταβάλει τα έξοδα της αγωγής σε περίπτωση που επιδικαστούν εναντίον του. Τούτο δεν με βρίσκει σύμφωνη. Όπως επισημάνθηκε και στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της KSS Trading Ltd v. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ Αρ. 2
(2005)1 Α.Α.Δ 1446, η έκδοση διατάγματος παραλαβής δεν καταδεικνύει αφ΄ εαυτής έλλειψη οικονομικής δυνατότητας για την παροχή ασφάλειας εξόδων. Το εν λόγω τεκμήριο, όπως εξάλλου και οι ίδιοι οι εναγόμενοι παραδέχονται, είναι μαχητόν. Εναπόκειται στον Ενάγοντα, στους ώμους του οποίου πίπτει το βάρος, να αποδείξει το αντίθετο προσκομίζοντας μαρτυρία. Η δε περιουσία μπορεί να είναι είτε κινητή είτε ακίνητη. Στην υπόθεση Apollinaris Company's Trade Marks
(1891)1 Ch.1, ελέχθη ότι εάν η περιουσία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σαν συγκεκριμένη και μόνιμης μορφής, τότε θα πρέπει να είναι τέτοια που η κοινή λογική θα θεωρούσε σαν διαθέσιμη προς εκτέλεση (Βλ. επίσης Annual Practice
(1958)σελ. 1985). Ο ενάγοντας στην ένορκη του δήλωση διατείνεται ότι είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης δύο ακινήτων στην Κύπρο αξίας €250.000=. Επίσης ότι ασχολείται με επιχείρηση παραγωγής και πώλησης γαλακτοκομικών προϊόντων η οποία του αποφέρει μηνιαία εισοδήματα. Οι Εναγόμενοι δεν αμφισβητούν το γεγονός της ιδιοκτησίας των δύο ακινήτων από τον ενάγοντα. Όμως, όπως προβάλλουν στην αγόρευση τους, ο ενάγοντας δεν προσκόμισε «καμιά απόδειξη και/ή επιβεβαίωση ότι τα εν λόγω ακίνητα δεν επιβαρύνονται με υποχρεώσεις προς εξασφάλιση συμφερόντων τρίτων προσώπων π.χ. ΜΕΜΟ και/ή υποθήκες». Ο Ενάγοντας δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του και ο ισχυρισμός του ότι έχει ακίνητη περιουσία στην Κύπρο καθώς και μηνιαία εισοδήματα, παρέμεινε αναντίλεκτος. Ως εκ τούτου έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση εναντίον του, έχει τα οικονομικά μέσα να καταβάλει τα έξοδα που είναι δυνατόν να επιδικαστούν σε βάρος του. Στην συνέχεια εκείνο που θα πρέπει να εξεταστεί είναι η ισχύς της υπόθεσης του ενάγοντα. Η αξίωση του στηρίζεται σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, στην παράβαση εκ μέρους των εναγομένων της μεταξύ των συμφωνίας. Λόγω αυτής της παράβασης αξιώνει το ποσό των €14.900,92 ως υπόλοιπο λογαριασμού. Ο ενάγοντας μέσα από το δικόγραφο του παρουσιάζει μια καλή νομικά υπόθεση με καλή πιθανότητα επιτυχίας. Αυτή την εντύπωση, εκ πρώτης όψεως αφήνει η ανάγνωση της Έκθεσης Απαίτησης. Αντίθετα οι εναγόμενοι περιορίζονται μόνο σε άρνηση της ύπαρξης της συμφωνίας και συνακόλουθα της οφειλής χωρίς να παραθέτουν οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που να επεξηγεί τις μεταξύ τους σχέσεις ή δοσοληψίες. Η άρνηση είναι ένας γενικός και αόριστος ισχυρισμός και δεν αποκαλύπτει μια συζητήσιμη υπόθεση. Δεν θα ήταν όμως ορθό να προχωρήσω περαιτέρω επί του θέματος. Έχοντας υπόψη τα προαναφερθέντα και ιδιαίτερα: (α) ότι ο ενάγοντας έχει ακίνητη περιουσία στην Κύπρο και μηνιαία εισοδήματα και (β) την ισχύ της υπόθεσης του που στην προκειμένη περίπτωση υπερτερεί αυτής των εναγομένων, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι δεν είναι ορθό και δίκαιο να εκδώσω το αιτούμενο διάταγμα και ότι θα πρέπει να ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια και να απορρίψω την αίτηση. Εκ του περισσού, κρίνω ότι η αίτηση θα έπρεπε να απορριφθεί ακόμη και εάν η οικονομική κατάσταση του ενάγοντα ήταν τέτοια που δεν θα του επέτρεπε να συμμορφωθεί σε τυχόν διάταγμα για την εξασφάλιση των εξόδων των εναγομένων. Και τούτο καθότι θα του εστερείτο η πρόσβαση στο Δικαστήριο η οποία διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών. Διά ταύτα η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των εναγομένων - αιτητών και υπέρ του ενάγοντα - καθ΄ ου η Αίτηση. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.:).................................................... Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο