← Κύπρος

Κωνσταντίνος Νικολάου ν. Κυπριακή Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέα, Αρ. Αγωγής: 168/08, 30/1/2013

Κωνσταντίνος Νικολάου ν. Κυπριακή Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέα, Αρ. Αγωγής: 168/08, 30/1/2013 ποσό ΛΚ 4 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 168/08 Μεταξύ: Κωνσταντίνος Νικολάου Ενάγοντα και Κυπριακή Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέα Εναγόμενης Ημερομηνία: 30.1.2013 Για Ενάγοντα: κ. Ν. Τσιαπαλής. Για Εναγόμενη: κα Ε. Μούσκου-Κόκκινου. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, πλέον τόκους και έξοδα για σωματικές βλάβες και ζημιές που υπέστη λόγω ατυχήματος, το οποίο επισυνέβη κατά/ή περί τις 22.9.06 στο πεδίο βολής Κ.Ε.Ν. Αναρίτας, ενώ βρισκόταν στις υπηρεσίες της εναγόμενης και εκτελούσε βολή. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του στην έκθεση απαίτησης ο ενάγων κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ηλικίας 19 ετών, υγιής και υπηρετούσε την στρατιωτική του θητεία στην υπηρεσία της εναγόµενης, σαν κληρωτός στρατιώτης. Κατά ή περί τις 22.9.06 ενώ βρισκόταν σε υπηρεσία και εκτελούσε βολή στο πεδίο βολής του Κέντρου Εκπαίδευσης Νεοσυλλέκτων (Κ.Ε.Ν.) Αναρίτας, κατ' εντολήν της εναγόµενης και/ή των υπηρετών και/ή των αντιπροσώπων αυτής, εξ υπαιτιότητας και/ή λόγω αµέλειας και/ή παράβασης των νόµιµων υποχρεώσεων της εναγόµενης και/ή των αντιπροσώπων και/ή υπαλλήλων και/ή υπηρετών αυτής, τραυµατίσθηκε µε αποτέλεσµα να υποστεί σωµατικές βλάβες, ζηµιές, απώλειες και έξοδα. Η αμέλεια και/ή παράβαση των νομίμων καθηκόντων της εναγόμενης συνίστατο δε στο ότι αυτή: (α) παρέλειψε και/ή απέτυχε να λάβει καθόλου και/ή τις δέουσες προφυλάξεις για την ασφάλεια του ενάγοντα κατά την διάρκεια της βολής, (β) παρέλειψε και/ή απέτυχε να έχει και/ή να διατηρεί ασφαλές και/ή κατάλληλο σύστηµα για άσκηση των κληρωτών στρατιωτών και ειδικά για την βολή, (γ) παρέλειψε και/ή απέτυχε να δώσει καθόλου και/ή τις δέουσες οδηγίες στον ενάγοντα για την εκτέλεση της βολής, (δ) παρέλειψε και ή απέτυχε να προµηθεύσει τον ενάγοντα µε τον αναγκαίο ή απαραίτητο εξοπλισµό που θα απέτρεπε τις προκληθείσες βλάβες, (ε) έδωσε οδηγίες και/ή διέταξε και/ή επέτρεψε στον ενάγοντα να πραγµατοποιήσει και/ή συνεχίσει την βολή ενώ γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει ότι αυτό ήταν επικίνδυνο, (στ) παρέλειψε να προειδοποιήσει τον ενάγοντα για τους ενυπάρχοντες κινδύνους και/ή υπέδειξε σε αυτόν λανθασµένο τρόπο για την εκτέλεση της βολής, (ζ) παρέλειψε να επιβλέπει καθόλου και/ή αποτελεσµατικά την εκτέλεση της βολής, (η) παρέλειψε να επιδείξει τη δέουσα προσοχή και φροντίδα ώστε ο ενάγοντας να ασκείται µε ασφάλεια και (θ) εξέθεσε τον ενάγοντα σε µη αναγκαίο προβλεπτό κίνδυνο. Όσον αφορά τις σωματικές βλάβες που υπέστη ο ενάγοντας αυτές συνίστανται σε απώλεια ακοής καθώς και εµβοές και αίσθηµα πληρότητας του αριστερού του αυτιού. Ο ενάγων υπέφερε και εξακολουθεί να υποφέρει από αφόρητους πόνους και εµβοές στο αριστερό του αυτί µε αποτέλεσµα να στερηθεί την χαρά και την άνεση µιας φυσιολογικής ζωής ενώ ειδικά λόγω των εµβοών δυσκολεύεται να κοιµηθεί και ταλαιπωρείται τα µέγιστα. Τόσον η απώλεια της ακοής όσο και οι εµβοές θα παραµείνουν στον ενάγοντα σαν µόνιµη βλάβη, περαιτέρω δε ο ενάγων λόγω του αναφερόµενου τραυµατισµού του κατέστη νευρικός και ευερέθιστος και βρίσκεται σε συνεχή ψυχολογική και συναισθηµατική αναστάτωση. Στην έκθεση υπεράσπισης της η εναγόμενη παραδέχεται ότι ο ενάγοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στην Εθνική Φρουρά (στο εξής Ε.Φ.), όπου κατατάγηκε στις 9.7.05 και από όπου απολύθηκε στις 9.8.

  1. Περαιτέρω αναφέρει ότι στη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας ο ενάγοντας υπηρέτησε σαν Λοχίας Στρατονόµος, µε την ειδικότητα του Τροχονόµου Οδηγού Αυτοκινήτου. Αναφέρεται δε γενικά ότι η Ε.Φ. προµηθεύει όλους ανεξαίρετα τους υπηρετούντες στις τάξεις της, µε τον αναγκαίο και/ή απαραίτητο εξoπλισµό σε σχέση µε την άσκηση των καθηκόντων της στρατιωτικής τους θητείας. Στον εξoπλισµό αυτό περιλαµβάνονται µεταξύ άλλων και ωτοασπίδες, οι οποίες τους χρεώνονται και/ή βρίσκονται στη κατοχή τους σε όλη τη διάρκεια της θητείας τους. Μέσα στα ίδια πλαίσια γίνεται πλήρης ενηµέρωση για τη χρήση των ωτοασπίδων και/ή σύσταση και/ή επίστηση και/ή προειδοπίηση των πιθανών κινδύνων από τη µη χρησιµοποίηση τους εκεί όπου πρέπει να χρησιµοποιηθούν. Aνεξάρτητα όµως µε τη χρήση και/ή τη χρέωση και/ή τη κατοχή ωτοασπίδων, όταν διεξάγεται οποιαδήποτε βολή, υπάρχουν πάντοτε διαθέσιµες ωτοασπίδες στο χώρο διεξαγωγής της βολής για όλες εκείνες τις περιπτώσεις που κάποιος στρατιώτης αµέλησε και/ή παρέλειψε να έχει στη κατοχή του τις δικές του ωτοασπίδες. Περαιτέρω η εναγόμενη δέχεται ότι στις 22.9.06 διεξήχθη βολή στο πεδίο βολής Αναρίτας αλλά αρνείται όλες τις λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων που της αποδίδει στην έκθεση απαίτησης του ο ενάγοντας καθώς και τις σωματικές βλάβες και τις ειδικές ζημιές που αυτός ισχυρίζεται ότι υπέστη και λέγει ότι ουδέποτε σημειώθηκε ο ισχυριζόμενος τραυματισμός. Αναφέρει δε ότι στις 22.9.06 ο ενάγοντας λόγω της ειδικότητας του καθορίστηκε ως συνοδός του Γαλλικού Αποσπάσµατος Στρατού, που θα εκτελούσε τη βολή. Σύµφωνα µε το Φύλλο Μητρώου του ενάγοντα, δεν φαίνεται να έγινε οποιαδήποτε καταγγελία και/ή παράπονο για το ισχυριζόµενο περιστατικό, ουδέποτε ο ενάγοντας ενηµέρωσε και/ή πληροφόρησε την υπηρεσία του για αυτό και ουδέποτε κατά και/ή αµέσως µετά και/ή σε εύθετο χρόνο µετά τις 22.9.06 επισκέφθηκε τον ιατρό της Μονάδας του για να εκφράσει οποιοδήποτε παράπονο και/ή τυχόν πρόβληµα υγείας που αντιµετώπιζε. Σε καµιά περίπτωση ενηµέρωσε για το ισχυριζόµενο πρόβληµα υγείας τον επί καθήκοντι ιατρό, ο οποίος ήταν παρών στη διάρκεια της βολής. Ενόψει των ανωτέρω το αντικείµενο της αγωγής είναι εκ των υστέρων κατασκεύασµα και/ή επινόηση του ενάγοντα, που έγινε µετά την απόλυση του από την Ε.Φ. µε µοναδικό σκοπό την αποκόµιση και/ή εξασφάλιση χρηµατικού οφέλους που δεν δικαιούται. Παρά τα πιο πάνω αποτελεί ισχυρισμό της εναγόμενης ότι οι ισχυριζόμενες σωματικές βλάβες του ενάγοντα και οι ειδικές ζημιές προκλήθηκαν ένεκα της αποκλειστικής αµέλειας και/ή υπαιτιότητας αυτού και/ή οφείλονταν σε προϋπάρχουσα κατάσταση. Ως λεπτομέρειες αμέλειας του ενάγοντα η εναγόμενη αναφέρει ότι αυτός: (α) παρέλειψε και/ή αµέλησε να έχει µαζί του τον αναγκαίο εξοπλισµό, µη εξαιρουµένων των ωτοασπίδων που του παρεχώρησε και/ή εφοδίασε και/ή προµήθευσε η Ε.Φ., (β) παρέλειψε και/ή αµέλησε να χρησιµοποιήσει τις ωτοασπίδες που βρίσκονταν διαθέσιμες στο χώρο διεξαγωγής της βολής, (γ) παρέλειψε και/ή αµέλησε να εφαρµόσει τις οδηγίες και/ή όσα σχετικά διδάχθηκε κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης του, (δ) παρέλειψε να υπακούσει στις oδηγίες των ανωτέρων του, (ε) αδιαφόρησε και/ή δεν έλαβε υπόψη τις oδηγίες και/ή διαταγές των ανωτέρων του, (στ) με τις πράξεις και ενέργειες του εξέθεσε ο ίδιoς τον εαυτό του σε κίνδυνο, (ζ) ενήργησε επιπόλαια και απερίσκεπτα και (η) αδιαφόρησε για την προσωπική του ασφάλεια και τη σωµατική του ακεραιότητα. Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι των διαδίκων δήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα, τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν ευρήματα του, τα ακόλουθα:
  2. Ο ενάγων πάσχει από ακουστικό τραυματισμό στο αριστερό αυτί με απώλεια ακοής 50 decibel στις 4,000 hertz και 60 decibel στις 6,000 και 8,000 hertz. Αυτό πρακτικά συνεπάγεται ότι ο ενάγοντας αδυνατεί να ακούει ήχους όπως το κελαΐδισμα των πουλιών, να ξεχωρίζει και απομονώνει ήχους ή ομιλίες σε ένα χώρο όπου είναι συγκεντρωμένοι άνθρωποι και μιλούν ταυτόχρονα πέραν του ενός, ενώ για να ακούει την τηλεόραση και το ραδιόφωνο θα πρέπει να είναι σε μεγάλη ένταση.
  3. Ο ενάγων πάσχει από εμβοές στο αριστερό αυτί.
  4. Κατά τους πρώτους μήνες μετά τον τραυματισμό του η απώλεια ακοής ήταν μεγαλύτερου βαθμού δηλαδή 70 decibel στις 4,000 hertz και 75 decibel στις 8,000 hertz ενώ υπήρχε και αίσθημα πληρότητας, το οποίο παρήλθε.
  5. Οι εμβοές στο αριστερό αυτί είναι μόνιμες.
  6. Τα ιατρικά έξοδα του ενάγοντα που αναφέρονται ως ειδικές αποζημιώσεις στην έκθεση απαίτησης ανέρχονται στα €1,
  7. Αξιολόγηση μαρτυρίας Για την απόδειξη της υπόθεσης του ενάγοντα κατέθεσε ο ίδιος και άλλοι δύο μάρτυρες ενώ προς υποστήριξη της υπόθεσης της εναγόμενης κατάθεσαν τέσσερεις μάρτυρες. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν δε συνολικά 13 τεκμήρια. Ως Μ.Ε.3 κατέθεσε ο Θεόφιλος Φιλίππου, ο οποίος κατά τη μαρτυρία του ανέφερε τα εξής: Με τον ενάγοντα γνωρίζεται από 2004 αφού ήταν συµµαθητές στην Γ' Λυκείου και συνεχίζουν µέχρι σήµερα να διατηρούν φιλικές σχέσεις. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία από τον lούλιο του 2005 µέχρι τον Αύγουστο 2007 σαν Λoxίας Στρατoνoµίας. Κατά τον Σεπτέµβριο 2006 µαζί µε άλλους συναδέλφoυς του Στρατονόμους, µεταξύ των οπoίων και ο ενάγοντας διέμεναν στην αεροπορική βάση Ανδρέας Παπανδρέου µε επικεφαλής τον Μόνιµο Λοχία Χαράλαµπο Aριστείδoυ. Την ίδια περίοδο στην αεροπορική βάση φιλοξενείτο Γαλλικό στρατιωτικό απόσπασµα. Στις 21.9.06 το πρωί, ο επικεφαλής τους, έδωσε στην παρουσία του μάρτυρα, οδηγίες στον ενάγοντα να συνοδεύσει το Γαλλικό στρατιωτικό απόσπασµα στο πεδίο βoλής Αναρίτας όπου θα πήγαιναν για βoλή ενώ στον μάρτυρα έδωσε οδηγίες να πάει μαζί του στη Λεµεσό, σαν συνοδεία φάλαγγας που θα µετέφερε στο στρατόπεδο Παλώδιας, οπλικά συστήµατα για συντήρηση. Αργότερα την ίδια µέρα ενώ βρίσκονταν στο στρατόπεδο Παλώδιας, ο Aριστείδου είχε τηλεφωνική συνδιάλεξη µε κάποιο πρόσωπο και ο μάρτυρας τον άκουσε να λέει µε ύφος έντονο «Ρε Νικολάου. Εν διαταγή. Έθθα το συζητήσoυµε. Να πάεις τωρά να κάµεις βoλή». Μετά το τέλος της συνoµιλίας του ο Αριστείδου απευθυνόµενος στον μάρτυρα του είπε «Τούτος ο Νικολάου εν τέλεια βούτυρος. Είπα του να κάµει βoλή µε τους Γάλλους τζιαι βρίσκει δικαιολoγίες για να µεν κάµει. Εν το ξέρει το όπλο λέει. Σάµπου τζιαι εν να έσιει ξανά έτσι ευκαιρία. Εγώ αν ήµoυν θα εζήτουν που µόνος µου να µε αφήσoυν να κάµω βολή με ένα νέο όπλο». Όταν επέστρεφαν από την Λεµεσό, ο ενάγοντας τηλεφώνησε στον Αριστείδου παραπονούµενος ότι µετά την βoλή που έκανε, πονούσε το αριστερό του αυτί και ήθελε να του δοθεί άδεια να φύγει να πάει σε γιατρό, κάτι που ο Αριστείδου δεν αποδέχθηκε. Αργότερα την ίδια μέρα ο μάρτυρας μίλησε με τον ενάγοντα, ο οποίος εκτός του ότι παραπονιόταν πάρα πολύ έντονα κρατούσε το αριστερό του αυτί και έλεγε συνέχεια ότι πονάει. Την επόµενη ηµέρα ο Aριστείδoυ ανέφερε στο μάρτυρα, ο οποίος εκτελούσε και χρέη επιλοχία, ότι ο ενάγοντας θα απoυσίαζε καµιά εβδοµάδα λόγω προβλήµατος υγείας με το αυτί του και του έδωσε οδηγίες να μην τον περιλάβει στην υπηρεσία. Πραγµατικά ο ενάγοντας απουσίαζε γύρω στη µία εβδοµάδα. Όµως και µετά την επιστρoφή του, παραπονιόταν ότι το αυτί του βούιζε και τον πονούσε και ότι δυσκολευόταν να κοιµηθεί. Ο μάρτυρας ανέφερε κατά την αντεξέτεση του, χωρίς να ερωτηθεί σχετικά, ότι ο Αριστείδου όταν ήταν μαζί του είχε πολλά τηλεφωνήματα και μιλούσε συνέχεια στο τηλέφωνο αλλά δεν έδινε σημασία. Δεν ασχολείτο δε με το αν οι κλήσεις ήταν εισερχόμενες ή εξερχόμενες για να πει αν η συγκεκριμένη ήταν τέτοια. Θυμόταν όμως τα όσα είπε ο Αριστείδου στον ενάγοντα γιατί ήταν πάρα πολύ έντονο το ύφος του και έδωσε σημασία από το σημείο εκείνο που άκουσε τη λέξη «Νικολάου» ενώ μόλις ο Αριστείδου είπε στον ενάγοντα για τη βολή έκλεισαν το τηλέφωνο. Δεν συμφώνησε ότι αυτά που λέει ότι άκουσε να αναφέρει ο Αριστείδου δεν αφορούσαν τον ενάγοντα αλλά άλλο Νικολάου και εξήγησε ότι ο Αριστείδου ήταν υπεύθυνος μόνο για τους Στρατονόμους, μόνο σε αυτούς μπορούσε να δώσει διαταγές και οι Στρατονόμοι αυτοί ήταν τέσσερεις στον αριθμό και δεν υπήρχε μεταξύ αυτών άλλος Νικολάου ούτε με παρεμφερές όνομα. Εδώ να σημειωθεί ότι κατά τη μαρτυρία του ο Αριστείδου (Μ.Υ.2) δεν ανέφερε ότι εκείνη την ημέρα στην παρουσία του Μ.Ε.3 μίλησε στο τηλέφωνο με κάποιον άλλο Νικολάου. Αναφορικά δε με το παράπονο του ενάγοντα προς τον Αριστείδου κατά την επιστροφή του μάρτυρα με τον τελευταίο από την Λεµεσό, στην αντεξέταση του εξήγησε ότι δεν άκουσε το τι έλεγε το πρόσωπο με το οποίο μιλούσε ο Αριστείδου γιατί το τηλέφωνο δεν ήταν σε ανοικτή ακρόαση και ο ίδιος δεν ήταν ακριβώς δίπλα του για να μπορεί να ακούει. Άκουσε όμως τον Αριστείδου που αναφερόταν στον ενάγοντα να του λέει «Δεν θα βγεις» και όταν έκλεισε το τηλέφωνο ο μάρτυρας διερωτήθηκε και ρώτησε τον Αριστείδου τι συνέβαινε και εκείνος του εξήγησε. Όσον αφορά τις σχέσεις του ενάγοντα με τον Αριστείδου ο μάρτυρας είπε ότι δεν μπορεί να ξέρει ακριβώς αλλά σίγουρα υπήρχε η τυπική σχέση μεταξύ ενός μόνιμου και ενός κληρωτού και τουλάχιστον όταν ο ίδιος ο μάρτυρας ήταν παρών ο ενάγοντας δεν αρνήθηκε ποτέ διαταγή. Όταν ρωτήθηκε για τη δική του σχέση με τον Αριστείδου είπε ότι ήταν περίπου όπως και του ενάγοντα όμως ο Αριστείδου τους μιλούσε πάντα σαν να είναι φίλοι από χρόνια και περαιτέρω επειδή ο μάρτυρας είχε και τον τίτλο του επιλοχία ήταν πιο κοντά στον Αριστείδου. Ερχόμενος τώρα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του θα πρέπει να λεχθεί ότι ο Μ.Ε.3 μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε άμεσα και ανεπιτήδευτα τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, εξήγησε με απλότητα και λογική το πως και γιατί συγκράτησε τα όσα άκουσε να λέγονται από τον Αριστείδου προς τον ενάγοντα, στην παρουσία του, και ήταν σταθερός στις θέσεις του, οι οποίες δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση του. Δεν μου διαφεύγει δε το γεγονός ότι διατηρεί εδώ και πολλά χρόνια φιλικές σχέσεις με τον ενάγοντα. Από το σύνολο όμως της μαρτυρίας του προκύπτει κατά την κρίση μου, αβίαστα το συμπέρασμα ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο, για να βοηθήσει το φίλο του αποκρύβοντας την αλήθεια ή λέγοντας ψέματα, αλλά για να πει τα όσα ο ίδιος πραγματικά αντιλήφθηκε. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε ο Αντρέας Αντωνιάδης, ιατρός ωτορινολαρυγγολόγος, ο οποίος στις 22.9.06 εξέτασε τον ενάγοντα, ο οποίος πήγε στο ιατρείο του παραπονούμενος για εμβοές-βούισμα στο αριστερό αυτί, αίσθημα πληρότητας του αυτιού και πτώση της ακοής στο ίδιο αυτί μετά από αναφερόμενη οπλοβολή που πραγματοποίησε στην Ε.Φ.. Πριν την ημέρα εκείνη δεν ξαναείδε τον ενάγοντα για προβλήματα ακοής και τότε δεν του αναφέρθηκε οποιοδήποτε ιστορικό προηγούμενων προβλημάτων. Αναγνώρισε το τεκμήριο 2 που είναι το ιατρικό πιστοποιητικό που εξέδωσε σε σχέση με την εν λόγω εξέταση και υιοθέτησε το περιεχόμενο του. Σύμφωνα με το τεκμήριο 2 κατά την κλινική εξέταση ο ακουολογικός έλεγχος έδειξε απώλεια στην ακοή 70 decibel στις 4,000 Ηertz (Hz) και 75 decibel στις 8,000 Hz (αυτά ως εξήγησε ο μάρτυρας είναι συχνότητες ακοής). Δόθηκε στον ενάγοντα κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή και επανεξετάσθηκε με νέο ακουολογικό έλεγχο παρουσιάζοντας πολύ μικρή βελτίωση της ακοής, αλλά με συνέχιση των εμβοών στο αριστερό αυτί. Το αίσθημα πληρότητος του αυτιού (δηλ. ότι ο ασθενής ένιωθε το αυτί βουλωμένο μετά από έκθεση σε δυνατό θόρυβο) παρήλθε. Έγινε στον ενάγοντα νέος ακουολογικός έλεγχος την 1.11.06, ο οποίος κατέδειξε απώλεια στην ακοή του αριστερού αυτιού 65 decibel στις συχνότητες 4.000 και 8.000 Hz, η οποία παρέμεινε στα ίδια επίπεδα και στις επόμενες ακουολογικές εξετάσεις (η τελευταία εξέταση έγινε τον Αύγουστο του 2010). Το συμπέρασμα που αναγράφεται στο εν λόγω πιστοποιητικό είναι ότι ο ενάγοντας υπέστη, κατόπιν αναφερόμενης οπλοβολής, ακουστικό τραυματισμό του αριστερού αυτιού με απώλεια ακοής 65 decibel στις υψηλές συχνότητες. Τέλος σημειώνεται ότι ο ενάγοντας παραπονείτο για εμβοές με αυξομειώσεις στην ένταση τους και πολύ ενοχλητικές, ιδιαίτερα το βράδυ, στην προσπάθεια του να κοιμηθεί. Η απώλεια της ακοής στις ψηλές συχνότητες είναι μόνιμη και οι εμβοές είναι συνεχείς μέρα και νύχτα. Στις 22.9.06 ο μάρτυρας έδωσε χειρόγραφο σημείωμα στον ενάγοντα για τον στρατό που να πιστοποιεί την ύπαρξη του προβλήματος. Σε ερώτηση αν κατά την άποψη του η απώλεια της ακοής που διαπίστωσε θα μπορούσε να είναι λογική συνέπεια μία οπλοβολής, απάντησε ουσιαστικά καταφατικά εξηγώντας ότι αυτό είναι μια λογική συνέπεια για τον ασθενή που παραπονείται για ξαφνική πτώση της ακοής, βούλωμα και εμβοές στο αυτί, η οποία συνέβηκε μετά από έκθεση σε έντονο θόρυβο. Οι εμβοές, εξήγησε, είναι σύμπτωμα μετά από μία κατάσταση και ο κύριος λόγος τους είναι η πτώση της ακοής. Ανέφερε επίσης ουσιαστικά ότι η κατάσταση αυτή δεν νομίζει ότι μπορεί να είναι ψυχολογική. Εξηγώντας τη θέση ότι η απώλεια ακοής είναι μόνιμη είπε ότι μετά από ένα ακουστικό τραυματισμό από έκθεση σε θόρυβο γίνεται ένας τραυματισμός στα τριχωτά κύτταρα του κοχλία στο αυτί λόγω της έντονης δόνησης στη βασική μεμβράνη και το όργανο του Kόρτι, τα οποία προκαλούν τη βαρηκοΐα. Πάρα πολλές φορές η ακοή επανέρχεται αλλά και πάρα πολλές φορές η βαρηκοΐα παραμένει. Η βλάβη και ο βαθμός της βαρηκοΐας εξαρτάται από την ένταση του ήχου, τη διάρκεια και την ευαισθησία του αυτιού. Στην προκειμένη κατόπιν τόσο ακουολογικών ελέγχων που έγιναν με τη συγκεκριμένη βαρηκοΐα πιστεύει ότι η απώλεια στην ακοή του ενάγοντα είναι μόνιμη. Εξήγησε δε ότι όταν υπάρχει απώλεια ακοής από 45 μέχρι 65 decibel θεωρείται μία μέτρια βαρηκοΐα και ότι αν η απώλεια είναι 5 decibel πάνω, κάτω από αυτό δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά. Σε υποβολή στην αντεξέταση του ότι η απώλεια ακοής στα 45 - 65 decibel δεν θεωρείται καθόλου βαρηκοΐα είπε ότι μία απώλεια ακοής μπορεί να αφορά όλες ή μερικές συχνότητες. Τα μέτρα που υπάρχουν για σύγκριση μιας βαρηκοΐας, τα 45-65 decibel είναι τα όρια για να χαρακτηριστεί μία βαρηκοΐα μέτρια είτε αφορά όλες είτε μερικές συχνότητες. Τέλος κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ο ακουστικός τραυματισμός μπορεί να επέλθει από μια αιφνίδια επίδραση ισχυρού ήχου στο αυτί όπως για παράδειγμα από πυροβολισμό, έκρηξη, διάφορα προβλήματα αλλά και από έντονη και πολύ δυνατή μουσική, έντονο ισχυρό θόρυβο από ραδιόφωνο ή τηλέφωνο κοντά στο αυτί. Ο Μ.Ε.2 μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Εξήγησε με απλότητα και σαφήνεια τα όσα διαπίστωσε κατά την εξέταση του ενάγοντα, τα ευρήματα του και τη γνώμη του για την κατάσταση αυτού. Η ιδιότητα του ως εμπειρογνώμονα ιατρού ωτορινολαρυγγολόγου δεν αμφισβητήθηκε όπως δεν αμφισβητήθηκε και το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του. Στο μέτρο δε που αυτή αμφισβητήθηκε ο μάρτυρας εξήγησε επίσης απλά και με πληρότητα τις θέσεις του, οι οποίες παρέμειναν ακλόνητες. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Ως Μ.Ε. 1 κατέθεσε ο ίδιος ο ενάγοντας, ο οποίος στη μαρτυρία του ανέφερε τα εξής: Σήμερα είναι τεταρτοετής φοιτητής της ιατρικής. Τον lούλιο του 2005 είχε καταταγεί στην Ε.Φ. και υπηρέτησε την θητεία του σαν Λοχίας Στρατονοµίας με την ειδικότητα του Τροχονόμου Οδηγού Αυτοκινήτου. Τον Σεπτέµβριo του 2006 υπηρετούσε στο Κλιµάκιο Πάφου, το οποίο έδρευε στο στρατόπεδο Kισσόvεργας. Στις 21.9.06 βρισκόταν µαζί µε το υπόλοιπο Κλιµάκιο στην αεροπορική βάση Ανδρέας Παπανδρέου, όπου θα διέμεναν για κάποιο χρονικό διάστηµα σύµφωνα µε τις διαταγές της υπηρεσίας. Επικεφαλής τους ήταν ο Μόνιµος Λοχίας της Στρατoνoµίας Χαράλαµπος Αριστείδου. Το πρωί της 21.9.06 ο Αριστείδου του έδωσε διαταγή να συνοδεύσει το Γαλλικό στρατιωτικό απόσπασµα, που φιλoξεvείτo στην αεροπορική βάση, στο πεδίο βολής Αναρίτας, όπου οι Γάλλοι θα πραγµατοποιούσαν βολή. Αργότερα την ίδια µέρα όταν το απόσπασµα είχε ετοιµασθεί, ο ενάγοντας επιβιβάσθηκε σε αυτοκίνητο της Ε.Φ. στο οποίο βρισκόταν και ο Σµηναγός Θεοδόσης Θεοδοσίου και τέθηκαν επικεφαλής των οχηµάτων που µετέφεραν το απόσπασµα και πήγαν στο πεδίο βολής. Λόγω του ότι αποστολή του ενάγοντα ήταν η συνοδεία του αποσπάσµατος από και προς την αεροπορική βάση, κατά την διάρκεια που εκτελούσαν βολή, αυτός ανέµενε στο υπηρεσιακό αυτοκίνητο. Σε κάποια στιγµή όταν, όπως αντιλήφθηκε, οι Γάλλοι είχαν ολοκληρώσει την βολή, πλησίασε στο αυτοκίνητο όπου βρισκόταν ο ενάγοντας, ο Θεοδοσίου και τον φώναξε να πάει να κάνει βολή. Επειδή ο εν λόγω αξιωµατικός δεν ήταν της Στρατονοµίας αλλά της Αεροπορίας αλλά και επειδή ο ενάγοντας δεν είχε πάει προετοιµασµένος για βολή, αµφισβήτησε τη διαταγή λέγοντας του ότι δεν έχει τέτοιες οδηγίες από τον προιστάµενο του. Την ίδια στιγµή ο Θεοδοσίου του ανέφερε ότι αυτό ήταν διαταγή του προιστάµενου του, Αριστείδου, µε τον οποίο όπως είπε, µιλούσε εκείνη τη στιγµή στο κινητό και του τον έδωσε για επιβεβαίωση. Πράγµατι στο τηλέφωνo ήταν ο Aριστείδoυ και όταν ο ενάγοντας προσπάθησε να του εξηγήσει ότι τα όπλα που χρησιµοποιούσαν οι Γάλλοι του ήταν εντελώς άγνωστα και δεν είχε κανενός είδους εκπαίδευση σ' αυτά, µε έντονο και αυστηρό ύφος του είπε ότι πρόκειται για διαταγή και όχι θέµα προς συζήτηση. Συµµορφούµενος µε τις διαταγές ο ενάγοντας προχώρησε στο σηµείο από όπου εκτελείτο η βολή. Προτού εκτελέσει βολή απευθύνθηκε στον Θεοδοσίου και του υπέδειξε ότι θα έπρεπε να χρησιµοποιήσουν και τις ωτοασπίδες που χρησιµοποιούσαν οι Γάλλοι αυτός όµως του είπε: «Εµείς εν χρειαζόµαστε έτσι πράµατα. Ππέσε να κάµεις βολή τζιαι άφηστες κουβέντες». Μετά από αυτό ο ενάγοντας εκτέλεσε βολή. Το όπλο με το οποίο έκανε τη βολή ήταν από αυτά που χρησιμοποιούσαν οι Γάλλοι, το οποίο για πρώτη φορά ο ίδιος έβλεπε και δεν ξέρει πως ονομαζόταν. Δεν μπορεί δε να προσδιορίσει τον τύπο του αλλά το μέγεθος του ήταν όπως τα G3 που είναι τα όπλα που χορηγεί η Ε.Φ. Οι Γάλλοι κατά την βολή έριχνα τόσο εν κινήσει όσο και ακίνητοι. Ο ίδιος κατά τη βολή ήταν σταθερός κάτω σε ένα σημείο. Σε υποβολή ότι ούτε ο ίδιος ούτε οι άλλοι της Ε.Φ. είχαν δικαίωμα να χρησιμοποιήσουν τα όπλα των Γάλλων απάντησε ότι το γνωρίζει και γι' αυτό αρχικά αρνήθηκε τη διαταγή του Θεοδοσίου αλλά δεν μπορούσε να αρνηθεί όταν τον διέταξε ο υπεύθυνος του, Αριστείδου. Αµέσως µετά την πραγµατοποίηση της βολής ο ενάγοντας ένιωσε τα αυτιά του να βουίζουν, το θεώρησε όµως φυσιολογικό. Στη συνέχεια επιβιβάστηκαν στα οχήµατα και επέστρεψαν στην αεροπορική βάση. Μέχρι να επιστρέψουν στο στρατόπεδο, ενώ το βούισµα στο δεξί αυτί πέρασε, το αριστερό εξακολουθούσε να βουίζει και τον πονούσε. Επικοινώνησε τηλεφωνικά µε τον Αριστείδου και του το ανέφερε, ζητώντας άδεια να φύγει για να επισκεφθεί ωτορινολαρυγγολόγο. Εκείνος όμως του είπε ότι είναι δικαιολογίες για να βγει και δεν είναι τίποτε και θα περάσει. Όσον αφορά την θέση της εναγόµενης ότι του είχαν χορηγηθεl από την υπηρεσία ωτoασπίδες, σύµφωνα µε τις διαταγές που τους είχαν δοθεί, θα έπρεπε να τις µεταφέρουν µαζί τους όταν πήγαιναν στο πεδίο βολής για την πραγµατοποίηση βολής. Τη συγκεκριµένη µέρα όμως είχε πάει στο πεδίο βολής σαν συνοδός. Στο χώρο της βολής δεν υπήρχαν διαθέσιμες ωτοασπίδες ώστε να πάρει μόνος του. Άλλωστε αυτές που του χορηγήθηκαν στο ΚΕΝ από την Ε.Φ. ήταν πλαστικές, πολύ μικρές και παρέχουν πολύ μικρή ασφάλεια σε σύγκριση με αυτές που είχαν οι Γάλλοι, οι οποίες ήταν υψηλής ασφάλειας, έμοιαζαν με «headphones» και εφάρμοζαν στο εξωτερικό του αυτιού και έκλειναν με πλήρη ασφάλεια. Παρόλα αυτά όταν τον διέταξαν να κάνει βολή ενώ υπέδειξε την ανάγκη χρησιµοποίησης ωτoασπίδων, ο υπεύθυνος αξιωµατικός ήταν κάθετος και κατηγορηµατικός. Την επόµενη ηµέρα δηλ. στις 22.9.06 το αριστερό του αυτί εξακολουθούσε να βουίζει και να πονάει και όταν πήρε έξοδο και πήγε στο σπίτι αµέσως οι γονείς του τον πήραν στον ωτορινολαρυγγολόγο Ανδρέα Αντωνιάδη, ο οποίος του έκανε ακουογράφηµα και φάνηκε ότι είχε υποστεί ακουστικό τραυµατισµό συνεπεία του οποίου είχε συνεχείς εµβοές στο αριστερό αυτί καθώς και απώλεια ακοής στις ψηλές συχνότητες. Την ίδια ηµέρα ενηµέρωσε τηλεφωνικά τον προιστάμενο του Αριστείδου για το πρόβληµα και εκείνος του είπε να παραµείνει στο σπίτι για όσες µέρες κρίνει ο γιατρός αναγκαίο και ότι δεν υπάρχει πρόβληµα µε την υπηρεσία. Την επόµενη ηµέρα 23.9.06, οι γονείς του ενάγοντα τον πήραν σε άλλο γιατρό τον Κολλίτση στη Λευκωσία για δεύτερη γνώµη. Ο Κολλίτσης του έκανε νέες εξετάσεις από τις οποίες επιβεβαιώθηκε η διάγνωση του Αντωνιάδη και του συνέστησε αποχή από οποιαδήποτε καθήκοντα για µια εβδοµάδα. Ενηµέρωσε εκ νέου τον προιστάµενο του και εκείνος του είπε ότι δεν υπάρχει πρόβληµα, του ζήτησε όµως όταν επιστρέψει στη µονάδα, να πάρει και τα σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά όπως και έκανε. Επέστρεψε στη μονάδα του μετά από μία εβδομάδα όπως του συνέστησε ο ιατρός και είχε μαζί του τα ιατρικά πιστοποιητικά και των δύο ιατρών. Η Υπηρεσία του ήταν ενήµερη από την πρώτη στιγµή για το πρόβληµα. Αργότερα µάλιστα τον Απρίλιο του 2007, επειδή το πρόβληµα συνεχιζόταν, παραπέµφθηκε και στους στρατιωτικούς ειδικούς γιατρούς για να εκτιµηθεί αν µε την κατάσταση της υγείας του, µπορούσε να παραµείνει στα καθήκοντα του (βλ. τεκμήριο 5). Σε σχέση με την αναφορά στην έκθεση υπεράσπισης ότι μετά τις 29.9.06, ουδέποτε επισκέφθηκε ιατρό της μονάδας του για να εκφράσει οποιοδήποτε παράπονο ανέφερε ότι παρακολουθείτο από την αρχή του προβλήματος από εξωτερικούς ιατρούς - ειδικούς ωτορινολαρυγγολόγους και δεν υπήρχε κανένας λόγος να επισκεφθεί στρατιωτικό ιατρό αφού γνώριζε ότι οι εν λόγω ιατροί είναι γενικοί γιατροί και όχι ειδικοί. Πάντως το Απρίλιο του 2007 παραπέμφθηκε από την Υπηρεσία για εξέταση-αξιολόγηση από ειδικούς στρατιωτικούς γιατρούς για να αξιολογηθεί η κατάσταση του και αν θα μπορούσε να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντα του. Δεν θυμάται πότε ακριβώς πήγε στην Υγειονομική Επιτροπή. Του δόθηκαν κάποιες μέρες αναρρωτικής τις οποίες όμως δεν θυμάται στον αριθμό και δεν γνωρίζει καν αν γράφτηκαν σαν αναρρωτική άδεια. Το αποτέλεσμα της εξέτασης αυτής ήταν ότι είχε πρόβλημα αλλά και ότι έπρεπε να συνεχίσει τη θητεία του. Σε υποβολή ότι από τον Νοέμβριο του 2006 και μετά, καμία αναρρωτική άδεια πήρε είπε ότι προφανώς τέτοια άδεια που του δόθηκε τον Απρίλιο του 2007 δεν την έγραψαν στο μητρώο του γιατί φοβούνταν περαιτέρω συνέπειες. Σε σχέση με το ότι στην έκθεση υπεράσπισης αναφέρεται ότι στο στρατιωτικό φύλλο μητρώου του δεν φαίνεται να έκανε οποιαδήποτε καταγγελία ή παράπονο για το περιστατικό στο πεδίο βολής καθώς και ότι ουδέποτε ενημέρωσε την υπηρεσία του γι' αυτό κατά τη διάρκεια της θητείας του μέχρι και την απόλυση του από την Ε.Φ. στις 9.8.07, ανάφερε ότι αυτό δεν ισχύει γιατί ενημέρωσε από την πρώτη ώρα που έγινε η βολή τον υπεύθυνο του και όσον αφορά το μητρώο δεν μπορεί να ξέρει τι έγραψαν σε αυτό στο Πρώτο και Δεύτερο Γραφείο της Μονάδας. Πέραν από το βούισµα και την απώλεια ακοής τα οποία συνεχίζoνται µέχρι σήµερα του είναι αδύνατο να επισκεφθεί χώρους όπου µεταδίδεται µουσική σε µεγάλη ένταση όπως clubs ούτε να παρευρεθεί σε συναυλίες που πραγµατοποιούνται σε κλειστούς χώρους, εκτός και αν φοράει ωτoασπίδες. Το τραύμα του δεν είναι μόνο βουητό το οποίο διαρκεί όλη την ημέρα αλλά και έντονη πίεση που προκαλεί πόνο όταν εκτεθεί σε χώρο με ψηλή μουσική Τα τελευταία χρόνια λόγω του βουίσματος και της απώλειας ακοής αποφεύγει να βρίσκεται σε χώρους με δυνατή μουσική και τις λίγες φορές που το έκανε έβαλε ωτοασπίδες στο τραυματισμένο του αυτί. Έχει μαζί του τέτοιες ωτοασπίδες όταν υπάρχει κίνδυνος εκεί που θα πάει να υπάρχει δυνατή μουσική. Γενικά όμως δεν μπορεί να προβλέψει ήχους που δεν περιμένει όπως κορνάρισμα ή όταν σφυρίξει κάποιος. Περαιτέρω ο ενάγοντας κατέθεσε ως τεκμήρια 3 και 4 βεβαιώσεις που του έδωσε ο Δρ. Κολίτσης, η πρώτη με ημερ. 23.9.06 και η δεύτερη με ημερ. 17.10.
  8. Ο ενάγοντας μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις, ήταν σταθερός και συνεπής στις θέσεις του και δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Η όλη εκδοχή του χαρακτηριζόταν από συνέχεια και λογική ενώ σε ουσιώδη σημεία της, όπως το ότι του δόθηκε διαταγή από τον προιστάμενο του να εκτελέσει βολή, το ότι συνεπεία της βολής υπέστη τον ισχυριζόμενο τραυματισμό καθώς και το ότι ενημέρωσε σχετικά τον προϊστάμενο του την ίδια μέρα, υποστηρίζεται και από άλλη μαρτυρία όπως αυτή των Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3, για τους οποίους έγινε λόγος ανωτέρω. Δεν μου διαφεύγει δε ότι στην κατάθεση του τεκμήριο 6 ημερ. 10.7.09 ανέφερε ότι η βολή έγινε στις 22.9.06 ενώ κατά τη μαρτυρία του υποστήριξε ότι αυτό έγινε στις 21.9.
  9. Δεν θεωρώ όμως ότι αυτό αποτελεί ουσιώδη αντίφαση ή ότι καταδεικνύει προσπάθεια του ενάγοντα να ψευστεί. Άλλωστε ο ίδιος όταν του τέθηκε αυτό απάντησε ευθέως ότι πρόκειται για λάθος ενώ περαιτέρω και σε αυτό το σημείο η μαρτυρία του επιβεβαιώνεται τόσο από τον Μ.Υ.3 αλλά και έμμεσα από τον Μ.Υ.2, ο οποίος ως αναφέρει τον εξέτασε στις 22.9.06, που ήταν η επόμενη μέρα της βολής κατά την οποία ημέρα, σύμφωνα με τον ενάγοντα, του έγινε αυτή η εξέταση. Καμία δε άλλη ουσιώδης διαφορά δεν υπάρχει μεταξύ της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο και του περιεχομένου του τεκμηρίου
  10. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του δεν αμφισβητήθηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο ενάγων εκτέλεσε βολή εφόσον η συνήγορος της εναγόμενης δεν του υπέβαλε κάτι τέτοιο αλλά ούτε και έθεσε οτιδήποτε άλλο που να οδηγεί σε τέτοιο συμπέρασμα. Η δε θέση της υπεράσπισης ότι το οποιοδήποτε πρόβλημα με το αυτί του και οι εμβοές δεν προκλήθηκαν κατά την εκτέλεση της θητείας του αλλά από άλλη αιτία και ότι αυτά προυπήρχαν, παρέμεινε απλώς μια υποβολή που τέθηκε στην αντεξέταση του ενάγοντα, ο οποίος δεν τη δέχθηκε, και καμία άλλη μαρτυρία προσκομίσθηκε που να καταδεικνύει το ενδεχόμενο έστω κάτι τέτοιο να είχε άλλη αιτία και να προυπήρχε όπως να προήλθε από έντονη και πολύ δυνατή μουσική ή έντονο ισχυρό θόρυβο από ραδιόφωνο ή τηλέφωνο κοντά στο αυτί, αιτίες που ο Μ.Ε.2 δεν απέκλεισε ως δυνάμενες να επιφέρουν τέτοιον τραυματισμό. Περαιτέρω ο Μ.Ε.2 ανέφερε ότι πρώτη φορά εξέτασε τον ενάγοντα στις 22.9.06 και δεν του αναφέρθηκε οποιοδήποτε σχετικό ιστορικό γεγονός, που μαζί με τα πιο πάνω ουσιαστικά επιβεβαιώνει την θέση του ενάγοντα ότι ο ακουστικός τραυματισμός του που διαπιστώθηκε από τον Μ.Υ.2 εκείνη την μέρα, ήταν συνέπεια της βολής που εκτέλεσε την προηγούμενη και δεν προυπήρχε. Τέλος όσον αφορά το τι αναγράφεται στο Φύλλο Μητρώου του απάντησε πολύ λογικά (και ως θα διαφανεί στη συνέχεια δεν έχει ουσιαστικά αντικρουσθεί από τη σχετική μαρτυρία της Μ.Υ.4) ότι δεν μπορεί να ξέρει τι έγραψαν σε αυτό στο Πρώτο και Δεύτερο Γραφείο της Μονάδας. Ως εκ των άνω και η μαρτυρία του ενάγοντα γίνεται δεκτή. Εξετάζοντας στη συνέχεια την μαρτυρία που προσκομίσθηκε προς υπεράσπιση της εναγόμενης θα πρέπει να γίνει κατ' αρχήν αναφορά στη θέση που ουσιαστικά εκφράσθηκε τόσο από το Μ.Υ.1 όσο και από τους Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3 ότι δηλ. ο ενάγοντας κατά τον επίδικο χρόνο δεν εκτέλεσε βολή. Είναι σχετικά η θέση του συνηγόρου του ενάγοντα ότι η μαρτυρία αυτή δεν πρέπει να γίνει δεκτή καθώς δεν συνάδει με τη δικογραφημένη θέση της εναγόμενης στην έκθεση υπεράσπισης της. Στην Αντωνίου ν. Χρυσάνθου

(2003)1Β Α.Α.Δ 789 λέχθηκε σχετικά ότι «η μαρτυρία η οποία πρέπει να αγνοείται, ως εκτός εγγράφων προτάσεων, είναι η μαρτυρία η οποία τείνει να αποδείξει ισχυρισμούς του διαδίκου οι οποίοι, αν και είναι απαραίτητοι για τη στοιχειοθέτηση, ανάλογα με την περίπτωση, της απαίτησης ή της υπεράσπισης ή της ανταπαίτησής του, εν τούτοις δεν προβάλλονται». Περαιτέρω στη Γεωργίου ν. Καψού
(1997)1Α Α.Α.Δ 164 αναφέρθηκε ότι στα δικόγραφα είναι απαραίτητο να γίνεται αναφορά σε ουσιώδη γεγονότα. Για τη σημασία της δικογράφησης ισχυρισμών και το πως αυτό επηρεάζει την υπόθεση του κάθε διαδίκου βλ. επίσης Courtis and others v. Iasonides
(1970)1 CLR 180, Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 και Ayia Napa Nisi Development Ltd v. Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ.
  1. Ως φαίνεται στην έκθεση υπεράσπισης της η εναγόμενη δέχεται ότι κατά τον επίδικο χρόνο διεξήχθη βολή στο πεδίο βολής Αναρίτας αλλά αρνείται όλες τις λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων που της αποδίδει στην έκθεση απαίτησης του ο ενάγοντας και λέγει ότι ουδέποτε σημειώθηκε ο ισχυριζόμενος τραυματισμός. Περαιτέρω αναφέρει ότι ο ισχυριζόμενος τραυματισμός και οι ειδικές ζημιές προκλήθηκαν ένεκα της αποκλειστικής αµέλειας και/ή υπαιτιότητας του ενάγοντα και μάλιστα αναφέρεται σε συγκεκριμένες λεπτομέρειες τέτοιας αμέλειας όπως ότι αυτός παρέλειψε και/ή αµέλησε να έχει µαζί του τον αναγκαίο εξοπλισµό, µη εξαιρουµένων των ωτοασπίδων που του παρεχώρησε και/ή εφοδίασε και/ή προµήθευσε η Ε.Φ. καθώς και ότι παρέλειψε και/ή αµέλησε να χρησιµοποιήσει τις ωτοασπίδες που βρίσκονταν διαθέσιμες στο χώρο της βολής. Είναι λοιπόν εμφανές από τα πιο πάνω, αλλά συνάγεται ρητά και από τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της εναγόμενης στην έκθεση υπεράσπισης της, ότι δεν αμφισβητείται ότι ο ενάγων κατά τον επίδικο χρόνο εκτέλεσε βολή στο πεδίο βολής Αναρίτας. Αυτό φαίνεται άλλωστε ότι είχε υπόψην της και η συνήγορος της εναγόμενης εφόσον, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του ενάγοντα δεν του υπέβαλε ότι δεν εκτέλεσε βολή. Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω κρίνω ότι η μαρτυρία των Μ.Υ.1, Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3 στο μέτρο που ουσιαστικά έγκειτο στο ότι ο ενάγοντας κατά τον επίδικο χρόνο δεν εκτέλεσε βολή, εκφεύγει των δικογραφημένων θέσεων της εναγόμενης και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Όσον αφορά την υπόλοιπη μαρτυρία της εναγόμενης: Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο Δημήτρης Τρακκίδης, Σµηνίας ο οποίος υπηρετεί από το 2000 στην 55 Σµηναρχία Μάχης/ΜΕΥ, ο οποίος κατά τη μαρτυρία του υποστήριξε τα ακόλουθα: Την 21.9.06 διατάχθηκε από τον τότε Διοικητή του να µεταβεί µαζί µε τον Επισµηναγό Θεοδόση Θεοδοσίου στο πεδίο βολής Αναρίτας συνοδεία του Γαλλικού στρατιωτικού αποσπάσµατος, το οποίο θα εκτελούσε βολή. Ο μάρτυρας ξεκίνησε πρώτος και μόνος του για να πάει στο πεδίο βολής με στρατιωτικό φορτηγό με το οποίο μετέφερε τα υλικά τα οποία ήταν πέντε στόχοι και ένα πτυσσόμενο τραπέζι. Μετά ακολούθησαν οι άλλοι σε φάλαγγα. Κατέβασε μόνος του τα υλικά και αφού τοποθέτησε τους στόχους απομακρύνθηκε και αποσύρθηκε µαζί µε τον Επισµηναγό Θεοδοσίου σε κιόσκι εκπαίδευσης, που βρισκόταν σε απόσταση 200 περίπου µέτρων, πίσω και αριστερά. Από το κιόσκι παρακολουθούσαν την εκτέλεση βολής του Γαλλικού αποσπάσματος. Δεν μπορούσαν όμως να διακρίνουν ποιος συγκεκριμένα εκτελούσε βολή. Από ότι µπορούσε να διακρίνει, από τη θέση που βρισκόταν αυτός, οι Γάλλοι εκτελούσαν βολή µε ελαφρύ πολυβόλο, τυφέκιο και πιστόλι, χωρίς βαθµολογία. Σε όλη τη διάρκεια της βολής που ήταν µε τον Επισµηναγό Θεοδοσίου, κανένας δεν ζήτησε άδεια από τον Θεοδοσίου να εκτελέσει βολή. Στο πεδίο βολής υπήρχε Γάλλoς ιατρός. Κατά ή µετά τη λήξη της βολής, δεν είδε και δεν άκουσε οποιοδήποτε πρόσωπο να παραπονεθεί για οποιοδήποτε ιατρικό πρόβληµα. Δεν γνωρίζει τον ενάγοντα. Δεν άκουσε τον Θεοδοσίου να δίδει σε οποιονδήποτε διαταγή για να εκτελέσει βολή όταν αυτός βρισκόταν στο κιόσκι. Εκεί στο κιόσκι δεν υπήρχαν κοντά άλλα πρόσωπα. Κανένας Κύπριος δεν έκανε βολή εκείνη την ημέρα πλην των Γάλλων. Ερχόμενος τώρα στην αξιόλογηση της μαρτυρίας του Μ.Υ.1 θα πρέπει κατ' αρχήν να λεχθεί ότι το μέρος εκείνο κατά το οποίο ουσιαστικά υπονόησε ότι ο ενάγοντας δεν έκανε βολή κατά τον επίδικο χρόνο δεν μπορεί να γίνει δεκτό ως εκτός δικογράφων, ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Ως προς το υπόλοιπο δε της μαρτυρίας του πρέπει να λεχθεί ότι ο μάρτυρας αυτός δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν εμφανές κατά τη μαρτυρία του ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια αλλά για να υποστηρίξει τις θέσεις της υπεράσπισης. Στα πλαίσια αυτά περιέπεσε σε αντιφάσεις, απαντούσε με υπεκφυγές ενώ δεν ήταν πειστικός ως προς το ότι παρακολούθησε ουσιαστικά όλα όσα έγιναν κατά τη βολή και ότι μπορούσε να αναφέρει αυτά με βεβαιότητα. Συγκεκριμένα: Κατά την αντεξέταση του ανέφερε για πρώτη φορά ότι στο πεδίο βολής μετέβηκε και ένας Στρατονόμος, του οποίου το όνομα δεν θυμόταν. Και ενώ αρχικά είπε ότι δεν γνωρίζει πόσοι επέβαιναν στο στρατιωτικό όχημα με το οποίο μετέβηκε στο πεδίο βολής ο Θεοδοσίου σε άλλο σημείο όταν του τέθηκε ότι στο διπλοκάμπινο με το οποίο μετέβηκε ο Θεοδοσίου ήταν και ο Στρατονόμος και άλλοι δύο αξιωματικοί ή υπαξιωματικοί διαφώνησε. Είπε επίσης ότι όταν ο ίδιος βρισκόταν στο κιόσκι ο Στρατονόμος βρισκόταν στο πάρκινγκ των οχημάτων μακριά από το χώρο εκτέλεσης της βολής. Όταν του υποδείχθηκε ότι στην κυρίως εξέταση του είπε ότι από το κιόσκι δεν μπορούσαν να διακρίνουν ποιος συγκεκριμένα εκτελούσε βολή και του υποβλήθηκε συναφώς ότι δεν μπορούσε να διακρίνει όταν εκτέλεσε την βολή ο ενάγοντας, για να καλύψει την αντίφαση του έδωσε τη μη πειστική απάντηση, μιλώντας γενικά, ότι ο Στρατονόμος ξεχωρίζει από τη στολή που φορεί και το ότι δεν μπορούσε ο ίδιος να διακρίνει συγκεκριμένα ποιος εκτέλεσε βολή αν είχε μπροστά του δέκα Γάλλους και ρωτάτο ποιος εκτελούσε βολή. Το ότι δεν είχε συνέχεια στραμμένη την προσοχή του στη βολή και στα όσα διαδραματίσθηκαν φαίνεται άλλωστε και από το ότι ενώ δεν θυμόταν πόσοι αποτελούσαν το Γαλλικό απόσπασμα και δεν θυμόταν πόσοι Γάλλοι έκαναν βολή, ήταν κατηγορηματικός ότι έκαναν οι περισσότεροι ενώ δεν γνώριζε εάν οι Γάλλοι χρησιμοποιούσαν ωτοασπίδες κατά τη βολή παρά το ότι έκανε λεπτομερή αναφορά στον υπόλοιπο εξοπλισμό τους. Περαιτέρω όταν ρωτήθηκε σε σχέση ουσιαστικά με την απόσταση στην οποία βρισκόταν το κίοσκι από το χώρο της βολής εάν αυτό ήταν το πιο κοντινό στις τουαλέτες και στο καψιμί υπεκφεύγοντας και για πείσει ότι είχε οπτική επαφή με όλους τους ουσιώδεις χώρους, απάντησε ότι από εκεί είχαν οπτική επαφή με αυτούς που βρίσκονταν στο πεδίο βολής και με το πάρκινγκ των οχημάτων. Σε άλλο σημείο όταν και πάλι ρωτήθηκε ουσιαστικά για να πει που βρισκόταν ακριβώς το κιόσκι και πάλι υπεκφεύγοντας είπε ότι επέλεξαν το συγκεκριμένο κιόσκι για να έχουν οπτική επαφή του πεδίου βολής, πάρκινγκ και τυχόν πολιτικού αυτοκινήτου που μπορούσε να περάσει από το δρόμο, δηλαδή περισσότερο για λόγους ασφαλείας. Σε ερώτηση δε εάν συμφωνεί ότι εάν ο ενάγοντας διατάχθηκε από αξιωματικό να κάνει βολή ήταν υπόχρεος να εκτελέσει τη διαταγή υπεκφεύγοντας και πάλι είπε ότι ο αξιωματικός δεν έχει δικαίωμα να διατάξει κανένα να κάνει βολή και προσπαθώντας και πάλι να βοηθήσει τη θέση της υπεράσπισης πρόσθεσε, πόσο μάλλον όταν οι τύποι των όπλων που χρησιμοποιούσαν οι Γάλλοι ήταν διαφορετικοί από αυτούς της Ε.Φ. και αφού δεν είναι εκπαιδευμένοι να χρησιμοποιούν τέτοια όπλα ούτε και θέλουν να έρθουν σε επαφή με αυτά για λόγους ασφαλείας. Σε άλλη δε σχετική ερώτηση εάν τα μέλη της Ε.Φ. συμμετέχουν σε βολές άλλων προσώπων που δεν ανήκουν στην Ε.Φ. και πάλι υπεκφεύγοντας απάντησε ότι τα άτομα που λαμβάνουν μέρος στις βολές καταγράφονται σε σχετικό έντυπο. Σε διευκρινιστική όμως ερώτηση του Δικαστηρίου εάν τα μέλη της Ε.Φ. κάνουν βολές με πρόσωπα όχι της Ε.Φ. και τότε συμπληρώνεται τέτοιο έντυπο, απάντησε ότι αυτό δεν το γνωρίζει. Ήταν δε η θέση του ότι σε όλο το διάστημα που ήταν με τον Θεοδοσίου στο κιόσκι κανένας δεν ζήτησε άδεια από τον τελευταίο να εκτελέσει βολή και ούτε και ο τελευταίος έδωσε τέτοια διαταγή. Δεν ανέφερε όμως κατά πόσο ο Θεοδοσίου έφυγε σε κάποιο σημείο από το κιόσκι εφόσον ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι αυτός του έδωσε τέτοια διαταγή και μάλιστα του έδωσε στο τηλέφωνο και τον Αριστείδου που επίσης του έδωσε τέτοια διαταγή ήταν ότι αυτό προφανώς έγινε εκεί που βρισκόταν ο ενάγοντας και όχι στο κιόσκι. Τέλος το ότι η προσπάθεια του Μ.Υ.1 ήταν να βοηθήσει την υπεράσπιση στις θέσεις της φαίνεται και από το ότι στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι στο πεδίο βολής υπήρχε Γάλλoς ιατρός, χωρίς να αναφέρει τι σχέση είχε αυτό με την υπόθεση αλλά και ότι κατά ή µετά τη λήξη της βολής, δεν είδε και δεν άκουσε οποιοδήποτε πρόσωπο να παραπονεθεί για οποιοδήποτε ιατρικό πρόβληµα. Εδώ να σημειωθεί ότι ο ενάγοντας δεν είπε ότι παραπονέθηκε για κάτι στο πέδιο βολής και εν πάση περιπτώσει δεν θα ήταν λογικό εκεί να αναζητήσει εάν υπήρχε Γάλλος ιατρός και να του παραπονεθεί για οτιδήποτε. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο Μ.Υ.1 δεν ήταν ειλικρινής και η μαρτυρία του απορρίπτεται στο σύνολο της. Ως Μ.Υ. 2 κατέθεσε ο Χαράλαμπος Αριστείδου, ο οποίος είναι Επιλοχίας ΤΘ και κατά τη χρονική περίοδο 2005 - 2007, υπηρετούσε στη Διµοιρία Στρατονοµίας της VIΙΙ ΤΑΞ ΠΖ, µε έδρα τη Πάφο (Κισσόνεργα), που στον ουσιώδη χρόνο, ήταν απεσπασµένη στην 55η Σµηναρχία (αεροπορική βάση Ανδρέα Παπανδρέου), για σκοπούς ασφάλειας του Γαλλικού αποσπάσµατος που έδρευε τότε στη Μονάδα. Στα καθήκοντα του, ήταν η ασφάλεια των Γάλλων, ο έλεγχος µε 24ωρες περιπολίες και η συνοδεία στις διάφορες δραστηριότητες και µετακινήσεις τους εκτός στρατοπέδου, πάντοτε όµως µε συνοδό αξιωµατικό της Αεροπορίας. Το Γαλλικό απόσπασµα, στο διάστηµα της προσωρινής παραµονής του στην αεροπορική βάση (ένα µήνα περίπου) εκτελούσε βολές στο πεδίο βολής Αναρίτας, σε διάφορες ηµεροµηνίες, όχι επί καθηµερινής βάσης. Ο ενάγοντας ήταν Λοχίας Στρατονόµος, ειδικότητας Οδηγού Αυτοκινήτου και πάντοτε στις µετακινήσεις του έπρεπε να έχει συνοδηγό. Το πρόγραµµα συνοδειών, καθοριζόταν από το μάρτυρα την προηγούµενη µέρα. Οι οδηγίες, ήταν πάντοτε οι ίδιες και στερεότυπες: «Συνοδεία και µόνο συνοδεία». Στις 21.9.06 το Γαλλικό απόσπασµα θα εκτελούσε βολή στο πεδίο βολής Αναρίτας. Το πρωί της ίδιας µέρας, δόθηκαν οδηγίες στον ενάγοντα, να συνοδεύσει το Γαλλικό απόσπασµα στο πεδίο βολής, σαν οδηγός του στρατιωτικού οχήµατος, για ασφάλεια και συνοδεία. Όσες φορές εκτελέστηκαν βολές στο πεδίο βολής Αναρίτας, ο οδηγός και συνοδηγός του στρατιωτικού οχήµατος, παρέµεναν µέχρι τη λήξη της βολής και αποχωρούσαν µε την αναχώρηση του αποσπάσµατος προς την αεροπορική βάση. Οι οδηγίες προς τους Στρατονόµους, όπως και προς τον ενάγοντα, ήταν ρητές, σαφείς και κατηγορηµατικές. Για σκοπούς ασφάλειας, να σταθµεύουν το στρατιωτικό όχηµα εντός του χώρου στάθµευσης, που βρίσκεται σε απόσταση 500 περίπου µέτρων από το πεδίο βολής και να παραµένουν στο χώρο στάθµευσης, µέχρι την αποχώρηση του αποσπάσµατος. Στον συγκεκριµένο χώρο στάθµευσης, όταν πρόκειται να εκτελεστεί βολή, σταθµεύουν πάντοτε το ασθενοφόρο και τα στρατιωτικά οχήµατα που συµµετέχουν στη βολή. Απορρίπτει ρητά και κατηγορηµατικά τους ισχυρισµούς του ενάγοντα, ότι τον διέταξε να εκτελέσει οποιαδήποτε βολή στις 21.9.
  2. Δεν υπήρχε και δεν υπάρχει περίπτωση να διαταχθεί οπλίτης να εκτελέσει βολή µε άγνωστο όπλο, µε ανορθόδοξο τρόπο (όπως ενεργούσαν οι Γάλλοι) και µε ξένο στρατιωτικό συγκρότημα. Οι Στρατονόµοι εκτελούν βολή κατόπιν διαταγής της Διεύθυνσης Στρατονοµίας και µετά από έγκριση του Γ.Ε.Ε.Φ. Επιπρόσθετα το στρατιωτικό υλικό δεν ήταν ιδιοκτησίας της Ε.Φ., αλλά του Γαλλικού στρατιωτικού αποσπάσματος. Επίσης ανέφερε ότι με τον Θεοδοσίου, ο οποίος είναι συνάδελφος του της Αεροπορίας, μιλούσε πάντα την προηγούμενη μέρα οποιασδήποτε δραστηριότητας για να γνωρίζει ως επικεφαλής το πρόγραμμα που θα έκανε την επομένη, δηλαδή που θα πήγαινε ο κάθε Στρατονόμος. Τη συγκεκριμένη μέρα δεν μίλησε καθόλου με το Θεοδοσίου, δεν του έδωσε οδηγίες να διατάξει τον ενάγοντα να εκτελέσει βολή και πρόσθεσε ότι οι Στρατονόμοι παίρνουν εντολές μόνο από τα στελέχη της στρατονομίας. Ενημερώθηκε ότι ο ενάγοντας εκτέλεσε βολή και πονούσε το αυτί του από την παρούσα αγωγή. Ο ενάγοντας μετά από δύο μήνες του είπε ότι πονούσε το αυτί του αλλά δεν του είπε ότι εκτέλεσε βολή και ο ίδιος του είπε να πάει στο στρατιωτικό ιατρό όπου και πήγε και πήρε είκοσι μέρες αναρρωτικής. Ούτε αυτός ο μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν κατηγορηματικός ότι ποτέ δεν έδωσε διαταγή στον ενάγοντα να κάνει βολή κάτι που διαψεύδεται από τη μαρτυρία του Μ.Ε.3, για τον οποίο προσπάθησε όμως να αποκρύψει ότι ήταν μαζί κατά τον επίδικο χρόνο προφανώς για να διαψεύσει όσα ανέφερε στο Δικαστήριο ότι άκουσε να λέγονται από τον ίδιο. Περαιτέρω μεταξύ άλλων προσπάθησε να πείσει ότι ο ενάγοντας δεν έκανε βολή και ανέφερε γεγονότα τα οποία διαφάνηκε ότι ήταν συμπεράσματα του εφόσον ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά τη βολή. Συγκεκριμένα: Ενώ δέχθηκε ότι εκείνη την ημέρα ο ίδιος είχε μεταβεί ως επικεφαλής φάλαγγας στο στρατόπεδο της Παλώδιας δήλωσε αρχικά ότι δεν θυμόταν αν μαζί του ήταν και ο Μ.Ε.
  3. Σε υποβολή όμως ότι ήταν και αυτός και ενώ η θέση του ήταν ότι δεν το θυμόταν, απάντησε στο συνήγορο ότι μπορεί να λέει ότι θέλει ενώ σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του αποκαλύπτοντας πλέον ότι δεν έλεγε την αλήθεια ανέφερε ότι όταν επέστρεψαν ο ίδιος και ο Μ.Ε.3 από τη Λεμεσό, ο ενάγοντας βρισκόταν στην αεροπορική βάση για να υποστηρίξει ότι ως εκ τούτου ο ενάγοντας τον είδε και δεν χρειαζόταν να του τηλεφωνήσει. Ενώ ο ίδιος δεν ήταν παρών είπε ότι ο ενάγοντας μετέβηκε στο πεδίο βολής με τον Θεοδοσίου και δύο Γάλλους και ότι ο οδηγός ήταν ο Θεοδοσίου και συνοδηγός ο ενάγοντας. Όταν ρωτήθηκε αν δηλαδή τους είδε απάντησε αρνητικά, ουσιαστικά συμπεραίνοντας αυτό, εφόσον είπε ότι το αυτοκίνητο δεν μπορούσε να το οδηγήσει Στρατονόμος γιατί ανήκε στην Αεροπορία. Σε ερώτηση δε εάν γνωρίζει κατά πόσο ο ενάγοντας έκανε βολή κατά τον επίδικο χρόνο, αρχικά απάντησε ότι δεν ήταν παρών. Στη συνέχεια όμως ήταν κατηγορηματικός ότι ο ενάγοντας δεν έκανε βολή προφανώς για να υποστηρίξει ότι δεν πήρε διαταγή να κάνει. Περαιτέρω για να πείσει ότι ο ενάγοντας δεν έκανε βολή κατά τον επίδικο χρόνο υποστήριξε ουσιαστικά ότι αυτός δεν μπορούσε ούτε από μόνος του (δηλ. χωρίς να του δώσει ο ίδιος διαταγή) να εκτελέσει βολή καθότι υπήρχε και αξιωματικός βολής που ήταν Γάλλος και ασφάλειες γύρω από το πεδίο βολής και δεν υπήρχε περίπτωση να μπορούσε να πλησιάσει τη γραμμή βολής. Πέραν όμως του ότι ο μάρτυρας δεν ήταν παρών και δεν μπορεί να γνωρίζει αν υπήρχε αξιωματικός βολής κ.λ.π., ως έχει αναφερθεί η μαρτυρία περί του ότι ο ενάγοντας δεν έκανε βολή εκείνη τη μέρα, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Επίσης χωρίς να ρωτηθεί σχετικά και προφανώς για να υποστηρίξει την εκδοχή του Μ.Υ.1, χωρίς να εξηγήσει για ποιο λόγο το ανέφερε, είπε ότι η στολή των Στρατονόμων είναι διαφορετική από τις άλλες τις στολές και ότι φέρουν μπλε πηλήκιο το οποίο είναι ορατό από πολύ μακριά και ότι η στολή τους είναι μαύρη και φέρουν δύο μακριά σχοινιά κίτρινο και άσπρο στο αριστερό τους χέρι. Ανέφερε επίσης ότι ο ενάγοντας ουδέποτε έκανε παράπονο γιατί εάν έκανε κάτι τέτοιο ως Στρατονόμος, τότε αμέσως θα διατασσόταν ανάκριση και θα διοριζόταν ανακριτής ενώ δεν διεξάχθηκε τέτοια ανάκριση. Σε σχέση δε με αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι πέραν του ότι δεν υποβλήθηκε κάτι τέτοιο στον ενάγοντα για να απαντήσει και για να μπορεί να αξιολογηθεί αυτή η θέση, ο ενάγοντας δεν ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο έκανε επίσημο παράπονο αλλά ότι είπε ότι ενημέρωσε από την πρώτη στιγμή τον προϊστάμενο του. Χωρίς δε να εξηγήσει τι σχέση είχε το θέμα με τα επίδικα άλλά προφανώς για να δημιουργήσει μια αρνητική εικόνα για τον ενάγοντα και να δείξει ότι δεν είπε την αλήθεια, χωρίς να ρωτηθεί σχετικά ανέφερε ότι ο ενάγοντας δημιουργούσε αρκετά προβλήματα κατά τη θητεία του στην Ε.Φ και ότι ήταν αυτό που στο στρατό αποκαλείται «παράπτωμα». Δεν δέχτηκε ότι όταν ο ενάγοντας επέστρεψε από την άδεια του περίπου μία βδομάδα μετά τις 21.9.06 πήρε στον μάρτυρα και δύο βεβαιώσεις ιατρών που τον εξέτασαν αλλά υποστήριξε ότι αυτές τις πήρε μετά από τρεις μήνες όταν πήγε στον στρατιωτικό ιατρό και μάλιστα ότι πήρε είκοσι μέρες αναρρωτικής άδειας για το λόγο ότι απολυόταν και έτσι κάνουν όλοι οι στρατιώτες όταν κοντεύουν να απολυθούν, δηλ. συμπεραίνοντας ότι αυτός ήταν ο λόγος και όχι γιατί διαγνώστηκε οποιοδήποτε πρόβλημα. Υποστήριξε δε ότι όταν του ανέφερε ο ενάγοντας πρόβλημα με τα αυτιά του τον έστειλε στον ιατρό της μονάδας αλλά παρόλα αυτά και παρά το ότι δεν μπορεί αυτό το θέμα να χαρακτηρισθεί ως μη σοβαρό, βολικά δεν θυμόταν ποιο ήταν το αποτέλεσμα. Τέλος προσπάθησε ουσιαστικά να υποστηρίξει ότι η κατάσταση του ενάγοντα μπορεί να προυπήρχε ακόμη και της κατάταξης του στην Ε.Φ. Συγκεκριμένα κατά την αντεξέταση του δέχθηκε ότι οι Στρατονόμοι επιλέγονται μόνο εφόσον περάσουν από ιατρούς και κριθούν ως «Ι1». Σε ερώτηση εάν «Ι1» σημαίνει ότι είναι απόλυτα υγιείς απάντησε όμως, χωρίς να ερωτηθεί δηλ. συγκεκριμένα, ότι δεν κάνουν αναλύσεις και για τα αυτιά τους αλλά απλά τους βλέπουν οι ιατροί και αν κάποιος ισχυριστεί ότι έχει οποιοδήποτε πρόβλημα τον στέλνουν στο στρατιωτικό νοσοκομείο και αν όχι τους βγάζουν όλους «Ι1». Κατά την εξέταση αυτή δεν εξετάζουν τα αυτιά τους. Τα μάτια τους όμως τα εξετάζουν γιατί είναι οδηγοί. Όταν ρωτήθηκε αν συμφωνεί ότι όταν κατατάχθηκε ο ενάγοντας κρίθηκε απόλυτα ικανός με ικανότητα «Ι1» και ενώ πριν ανέφερε ότι χωρίς να κριθεί κάποιος ως τέτοιος δεν επιλέγεται σαν Στρατονόμος, απάντησε ότι αυτό δεν μπορεί να το ξέρει. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ούτε ο Μ.Υ.2 ήταν ειλικρινής και συναφώς και αυτού η μαρτυρία απορρίπτεται στο σύνολο της. Ως Μ.Υ. 3 κατέθεσε ο Θεοδόσης Θεοδοσίου, Επισµηναγός ο οποίος υπηρετεί στην 55ην Σµηναρχία (ΣΜ) από το
  4. Το Σεπτέµβρη του 2006 Γαλλικό Απόσπασµα Στρατού έδρευε στην 55ην Σµηναρχία. Ο Διοικητής του, τον όρισε σαν σύνδεσµο µε το Γαλλικό Απόσπασµα. Στη διάρκεια της στάθμευσης του στη Μονάδα, για ένα µήνα περίπου, το απόσπασµα ζήτησε πεδίο βολής για εξάσκηση του προσωπικού του και διευθετήθηκε η χρησιµοποίηση του πεδίου βολής Αναρίτας. Στη διάρκεια της παραµονής τους στη 55ην ΣΜ, οι Γάλλοι εκτέλεσαν 2 µε 3 φορές βολή. Η εξάσκηση των µελών του Γαλλικού αποσπάσµατος, γινόταν µε ελαφρά όπλα. Την ευθύνη της βολής την είχαν απολειστικά οι ίδιοι και κατά τη βολή χρησιµοποιούσαν δικό τους ελαφρύ οπλισµό και στρατιωτικό υλικό/πυροµαχικά και όχι της Ε.Φ.. Εκτελούσαν βολή σε απόσταση 100 µέτρων και είχαν οι ίδιοι, τόσον τον αποκλειστικό συντονισµό της βολής, όσο και τον έλεγχο και διαχείρηση του στρατιωτικού υλικού. Διέθεταν όλα τα απαραίτητα προστατευτικά µέσα, µεταξύ αυτών και ωτοασπίδες. Η Ε.Φ. δεν συµµετείχε στις βολές αυτές. Στις 21.9.06, κατόπιν προφορικής διαταγής συνόδευσε το Γαλλικό Απόσπασµα στο πεδίο βολής Αναρίτας, όπου θα εκτελούσε βολή. Στο πεδίο βολής, ήταν µαζί του και ο Σµηνίας Τρακκίδης Δηµήτρης. Μετά τη τοποθέτηση των στόχων και του πτυσσόµενου τραπεζιού από τον Τρακκίδη ο μάρτυρας και ο Τρακκίδης αποτραβήχτηκαν σε κιόσκι εκπαίδευσης, αρκετά πίσω από το σηµείο που διεξαγόταν η βολή, σε απόσταση 200 περίπου µέτρων. Από το σηµείο που βρίσκονταν, µπορούσαν να διακρίνουν, ότι οι Γάλλοι εκτελούσαν βολή µε ελαφρύ πολυβόλο, τυφέκιο και πιστόλι. Η βολή δεν γινόταν µε τον τρόπο «γραµµή βολής και παραγγέλµατα». Οι Γάλλοι έριχναν στους στόχους εν κινήσει, χωρίς βαθµολογία. Στη διάρκεια της βολής, κανένας από την Ε.Φ., δεν του ζήτησε να εκτελέσει βολή, αλλά ούτε και ο μάρτυρας ζήτησε από οποιονδήποτε να εκτελέσει βολή. Eξάλλου δεν είχε τέτοια αρµοδιότητα. Επίσης δεν έδωσε στον ενάγοντα τον Αριστείδου στο τηλέφωνο. Κατά τη µετακίνηση του αποσπάσµατος, από και προς το πεδίο βολής Αναρίτας, υπήρχε πάντοτε συνοδεία Στρατονοµίας, η οποία παρέµενε στο χώρο στάθµευσης και αποχωρούσε µαζί µε το απόσπασµα, κατά τη λήξη της βολής. Το ίδιο έγινε και την 21.9.
  5. Δεν θυµάται όµως να αναφέρει πόσοι και ποίοι στρατονόµοι συνόδευσαν το απόσπασµα, ούτε αν έφυγε κάποιος και µετά να επέστρεψε πίσω. Ούτε ο Μ.Υ.3 μου έκανε καλή εντύπωση. Όπως και οι Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 προσπάθησε να υποστηρίξει τη θέση της υπεράσπισης παρά να πει την αλήθεια. Η όλη προσπάθεια του όμως, ως προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας του δεν ήταν πειστική, περιέπεσε σε αντιφάσεις και κάποιες θέσεις του δεν βρίσκουν έρεισμα στη λογική. Συγκεκριμένα: Ενώ στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι δεν θυµάται στις 21.9.06 πόσοι και ποίοι Στρατονόµοι συνόδευσαν το απόσπασµα σε άλλο σημείο είπε ότι η αποστολή του ενάγοντα ήταν να συνοδεύσει το απόσπασμα σαν φρουρός και για αυτό οπλοφορούσε κιόλας και μάλιστα ότι ήταν ο μόνος που οπλοφορούσε από την ΕΦ. Στην αντεξέταση του δε πλέον ήταν σίγουρος 100% ότι ο ενάγοντας βρισκόταν στο πεδίο βολής και ότι εκεί βρισκόταν μόνο ένας Στρατονόμος. Όταν του υποδείχθηκε ότι στην κυρίως εξέταση του είπε ότι δεν θυµάται στις 21.9.06 πόσοι και ποίοι στρατονόµοι συνόδευσαν το απόσπασµα και ρωτήθηκε τι άλλαξε και θυμήθηκε ότι ήταν μόνο ένας, έδωσε τη μη πειστική απάντηση ότι είπε ότι ο Στρατονόμος τη συγκεκριμένη μέρα ήταν ένας και ότι, ουσιαστικά εννοούσε, ότι τις άλλες φορές δεν θυμάται πόσοι και ποιοι ήταν. Όταν δε ρωτήθηκε εάν ο ίδιος έδωσε οποιαδήποτε διαταγή στον ενάγοντα εκείνη τη μέρα δεν απάντησε αμέσως αλλά αφού πρώτα σκέφθηκε για λίγο απάντησε αρνητικά. Στη συνέχεια όμως είπε ότι η μόνη οδηγία που του έδωσε ήταν να κάτσει εκεί που στάθμευσαν τα αυτοκίνητα μέχρι να τελειώσει η βολή. Το να έδωσε όμως αυτή την οδηγία δεν συνάδει με το ότι, ως ο ίδιος έθεσε την όλη διαδικασία στην κυρίως εξέταση του, ο ρόλος των Στρατονόμων και η θέση στην οποία έπρεπε να βρίσκονται αυτοί κατά την βολή ήταν προκαθορισμένος και προφανώς δεν χρειαζόταν τέτοια οδηγία. Κατά την κυρίως εξέταση του, όπως και ο Μ.Υ.1, χωρίς να αναφέρει τι σχέση είχε αυτό με την υπόθεση αλλά προφανώς για να πείσει ότι η θέση του ενάγοντα ότι έκανε βολή και υπέστη ακουστικό τραυματισμό, δεν μπορεί να ευσταθεί, είπε ότι στο πεδίο βολής υπήρχε Γάλλoς ιατρός αλλά και ότι µετά τη λήξη της βολής κανένας δεν παραπονέθηκε για οποιοδήποτε ιατρικό πρόβληµα. Εδώ να επαναληφθεί ότι, ως λέχθηκε και για τον Μ.Υ.1, σε σχέση με αυτό ότι ο ενάγοντας δεν είπε ότι παραπονέθηκε για κάτι στο πέδιο βολής και εν πάση περιπτώσει δεν θα ήταν λογικό εκεί να αναζητήσει εάν υπήρχε Γάλλος ιατρός και να του παραπονεθεί για οτιδήποτε. Περαιτέρω στα πλαίσια της ίδιας προσπάθειας του να πείσει ότι η θέση του ενάγοντα δεν ευσταθεί, ο Μ.Υ.3 ανέφερε στην κυρίως εξέταση του ότι ουδέποτε πληροφορήθηκε, στη διάρκεια που ο ενάγοντας υπηρετούσε τη θητεία του στην Ε.Φ. και ειδικότερα το καλοκαίρι του 2006, οτιδήποτε σχετικό µε τον τραυµατισµό αυτό. Για πρώτη φορά, πληροφορήθηκε για αυτό το θέµα, τον Νοέµβριο του 2008, ενώ βρισκόταν για εκπαίδευση στο εξωτερικό. Όταν όμως ρωτήθηκε στην αντεξέταση εάν υπήρχε λόγος να ενημερωθεί ο ίδιος εάν ο ενάγοντας είχε κάποιο πρόβλημα υγείας είπε ότι εκεί απλά αναφέρει πότε ενημερώθηκε για πρώτη φορά. Συμφώνησε δε ότι εφόσον δεν υπήρχε οποιαδήποτε οργανική σχέση του ενάγοντα με τη Μονάδα του ίδιου δεν υπήρχε λόγος αυτός να ενημερωθεί για οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας του ενάγοντα ή για οτιδήποτε άλλο. Υποστήριξε ότι εκείνη τη μέρα δεν μίλησε τηλεφωνικά με τον Αριστείδου και ότι όλοι οι διακανονισμοί έγιναν από την προηγούμενη. Είπε επίσης ότι ο Αριστείδου εκείνη τη μέρα ήταν σε κάποια αποστολή αλλά ισχυρίσθηκε, προφανώς για να πείσει ότι δεν μίλησε μαζί του εκείνη τη μέρα, ότι δεν ξέρει που και τι ακριβώς και όταν ρωτήθηκε κατά πόσο ξέρει αν όντως ο Αριστείδου πήγε στην Παλώδια είπε ότι δεν είναι αρμόδιος να ξέρει. Ανέφερε όμως προηγουμένως ότι ενώ όλοι οι διακανονισμοί έγιναν την προηγούμενη και ενώ θα τους συνόδευαν δύο Στρατονόμοι λόγω άλλης αποστολής τους έδωσαν μόνο ένα. Δεν είναι όμως λογικό να υπήρξε αυτή η εξέλιξη και ο μάρτυρας να μην μίλησε έστω για αυτό το θέμα με τον υπεύθυνο των Στρατονόμων ήτοι τον Αριστείδου. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ούτε αυτός ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής και συναφώς και αυτού η μαρτυρία απορρίπτεται στο σύνολο της. Ως Μ.Υ.4 κατέθεσε η Γεωργία Πενταρά Σταύρου, Yπoλoxαγός, η οποία υπηρετεί στο Στρατολογικό Γραφείο Πάφου. Κατέχει τη θέση του Τµηµατάρχη Στράτευσης Μηχανογράφησης. Στα πλαίσια των καθηκόντων της ασχολείται µε την προπαρασκευή της στράτευσης, παρακολουθεί στρατολογικά τους υπόχρεους σε στράτευση µέχρι την εκπλήρωση της θητείας τους και εκδίδει πιστοποιητικά στρατολογικής κατάστασης για στρατευσίµους και έφεδρους. Καταχωρεί στο Στρατολογικό Μητρώο και στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, όλες τις στρατολογικές µεταβολές των στρατευσίµων και οπλιτών, καθώς επίσης και τις προβλεπόµενες εγγραφές και διαγραφές. Στις αρµοδιότητα της είναι επίσης ο καταρτισµός, η τήρηση και η φύλαξη των Στρατολογικών Μητρώων, στα οποία τηρούνται οι στρατολογικές µερίδες όλων όσων γεννήθηκαν στην Επαρχία Πάφου, σύµφωνα µε τους Ονοµαστικούς Καταλόγους Αρρένων της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου. Κατέθεσε δε ως τεκμήριο 12 το Έντυπo Ε.Φ. 45, που είναι το αντίγραφο Φύλλου Μητρώου του ενάγοντα, στο οποίο αναγράφονται το ονοµατεπώνυµο, ο βαθµός, τα στοιχεία και οι διάφορες µεταβολές µε τις αντίστοιχες ηµεροµηνίες, από την ηµεροµηνία της κατάταξης του στην Ε.Φ. µέχρι την απόλυση του. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 13 πιστοποιηµένο αντίγραφο του Φύλλου Μητρώου (ως εξήγησε τα δύο τεκμήρια έχουν τις ίδιες μεταβολές και απλώς το τεκμήριο 12 είναι μηχανογραφημένο ενώ το τεκμήριο 13 είναι χειρόγραφο). Στη δεύτερη σελίδα του τεκμηρίου 13, ως εξήγησε, αναφέρονται όλες οι άδειες, κανονικές και αναρρωτικές, διαρκούσης της στρατιωτικής θητείας του ενάγοντα και στην τρίτη σελίδα οι ποινές που του επιβλήθηκαν και αθροιστικά η κανονική και αναρρωτική άδεια που αυτός έλαβε. Δήλωσε επίσης ότι σύµφωνα µε τα στοιχεία που έχει στη κατοχή της ο ενάγοντας κρίθηκε ικανός µέχρι την συµπλήρωση της στατιωτικής του θητείας. Εδώ να σημειωθεί ότι ως φαίνεται από τη 2η σελίδα του τεκμηρίου 13 δεν καταγράφεται αναρρωτική άδεια του ενάγοντα για την περίοδο από 22.9.06 μέχρι και 29.9.
  6. Καταγράφεται δε αναρρωτική άδεια 20 ημερών για την ημερομηνία 3.11.
  7. Στην αντεξέταση της η Μ.Υ.4 εξήγησε ότι τις πληροφορίες που καταχωρούνται στο Φύλλο Μητρώου κάθε στρατιώτη τις παίρνουν από τη Μονάδα του. Συμφώνησε δε ότι εάν κάποια πληροφορία που αφορά ένα οπλίτη δεν σταλεί κοντά τους δεν θα μπορεί να περαστεί στη Στρατολογική του Μερίδα. Δεν γνωρίζει ότι ο ενάγοντας τον Απρίλιο του 2007 παραπέμφθηκε από τη Μονάδα του για αξιολόγηση της κατάστασης της υγείας του λόγω ακουστικού τραυματισμού. Η παραπομπή του ενάγοντα στο στρατιωτικό νοσοκομείο για αξιολόγηση δεν ενέπιπτε στις περιπτώσεις που καταχωρείται μεταβολή στο ατομικό μητρώο. Μεταβολή στην στρατολογική του Μερίδα θα καταχωρείτο εφόσον κρινόταν από το ιατροσυμβούλιο ότι άλλαξε η σωματική του ικανότητα. Εφόσον παρέμεινε Ι1 δεν θα καταχωρείτο μεταβολή. Όταν της υποβλήθηκε ότι για περίοδο μιας εβδομάδας από τις 22.9.06 ο ενάγοντας είχε πάρει αναρρωτική άδεια από γιατρό και δεν παρουσιάσθηκε στη μονάδα του με τη συγκατάθεση του τότε υπευθύνου του Αριστείδου είπε ότι όταν κάποιος έχει αναρρωτική άδεια απουσιάζει νόμιμα από τη μονάδα του. Σε υποβολή ότι αυτή η άδεια δεν καταχωρήθηκε στο Μητρώο του γιατί δεν ενημερώθηκε το Στρατολογικό Γραφείο από τη Μονάδα του είπε ότι το Στρατολογικό Γραφείο δεν καταχωρεί τις άδειες των οπλιτών παρά μόνο με την οριστική απόλυση ενημερώνεται για το σύνολο των ληφθεισών αδειών. Υπεύθυνο για την καταχώρηση των αδειών είναι το Πρώτο Γραφείο της Μονάδας. Εξήγησε δε σχετικά ότι στα τεκμήρια 12 και 13 έχουν καταχωρηθεί οι μεταβολές του ενάγοντα για τις οποίες υπήρξε ενημέρωση προς το Στρατολογικό Γραφείο και δεν περιλαμβάνουν μεταβολές για τις οποίες δεν υπήρξε τέτοια ενημέρωση. Περαιτέρω ανέφερε ότι είναι με την οριστική απόλυση κάποιου στρατεύσιμου που περιέρχεται στο Στρατολογικό Γραφείο αντίγραφο των ατομικών εγγράφων αυτού από όπου γίνεται αντιπαραβολή μεταξύ της στρατολογικής μερίδας και ατομικών εγγράφων έτσι ώστε εάν έχει παραληφθεί κάποια στρατολογική μεταβολή να καταχωρηθεί κατά την απόλυση. Τα ατομικά έγγραφα, είπε, τηρούνται από τη Μονάδα. Η δυνατότητα του Στρατολογικού Γραφείου να καταχωρεί μεταβολές εξαρτάται από το αν αυτές περιέχονται στα ατομικά έγγραφα του στρατευσίμου. Τις άδειες και τις ποινές στα ατομικά έγγραφα της Μονάδας ή στο έγγραφο, που πρέπει να περαστούν τις καταχωρεί η Μονάδα με ευθύνη του Πρώτου Γραφείου αυτής. Ανέφερε δε ότι μπορεί να συμβεί το Πρώτο Γραφείο να μην ενημερωθεί για κάποια ποινή ή άδεια και έτσι να μην περάσει ημερήσια διαταγή της Μονάδας και εξήγησε ότι εάν συμβεί αυτό τότε δεν θα περαστεί ποτέ στα ατομικά έγγραφα και κατά συνέπεια δεν θα ενημερωθεί ποτέ το Στρατολογικό Γραφείο ώστε να περαστεί στο Φύλλο Μητρώου του στρατιώτη. Η μάρτυρας αυτή θα πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Εξήγησε με σαφήνεια και απλότητα τα όσα αφορούν τις διάφορες καταχωρήσεις που γίνονται και φαίνονται στα διάφορα έγγραφα που τηρούνται στο Στρατολογικό Γραφείο και ιδιαίτερα σε σχέση με τα τεκμήρια 12 και 13 που κατέθεσε, ήταν σταθερή στις θέσεις της και η μαρτυρία της, η οποία κατά το μεγαλύτερο μέρος δεν αμφισβητήθηκε, δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση της. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της γίνεται δεκτή. Ως έχει προαναφερθεί, από τη δεύτερη σελίδα του τεκμηρίου 13 φαίνεται ότι δεν υπάρχει καταγραμμένη οποιαδήποτε άδεια για τον ενάγοντα για την ημερομηνία 22.9.
  8. Προκύπτει όμως σαφώς από τη μαρτυρία της Μ.Υ.4 ότι υπήρχε το ενδεχόμενο το Πρώτο Γραφείο της Μονάδας, όπου υπηρετούσε ο ενάγοντας, το οποίο ήταν υπεύθυνο για να περνά τέτοιες άδειες, για κάποιο λόγο, όπως το ότι δεν ενημερώθηκε σχετικά, να μην πέρασε αυτή την άδεια με αποτέλεσμα να μην ενημερωθεί σχετικά ποτέ το Στρατολογικό Γραφείο ώστε να περαστεί στο Φύλλο Μητρώου του στρατιώτη και έτσι αυτή να μην είναι καταγραμμένη εκεί. Στην παρούσα έγινε δεκτή η εκδοχή του ενάγοντα ότι βρισκόταν με άδεια για την εν λόγω περίοδο αφού στις 22.9.06 αλλά και στις 23.9.06 είχε ενημερώσει τηλεφωνικά τον προιστάμενο του Αριστείδου για το πρόβληµα και εκείνος του είπε να παραµείνει στο σπίτι για όσες µέρες κρίνει ο γιατρός αναγκαίο. Περαιτέρω η θέση του ενάγοντα ότι πήρε άδεια για μια εβδομάδα ενισχύεται και από το τεκμήριο 3 που είναι πιστοποιητικό του Δρα Κολλίτση που δόθηκε στον ενάγοντα μετά την εξέταση του στις 23.9.06, και στο οποίο συστήνεται ουσιαστικά, όπως ο ενάγοντας λόγω της κατάστασης του απαλλαγεί από τα καθήκοντα του για μια εβδομάδα. Δεν παρουσιάσθηκε δε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από πλευράς της υπεράσπισης ότι αυτή η άδεια δεν δόθηκε με τον τρόπο που ανέφερε ο ενάγοντας. Έτσι δεν αποκλείσθηκε το ενδεχόμενο ότι παρά το ότι δόθηκε να μην καταγράφηκε από το Πρώτο Γραφείο της Μονάδας. Ως ήδη αναφέρθηκε άλλωστε ο ενάγοντας ειδοποίησε σχετικά τον επικεφαλής του, ο οποίος και συναίνεσε, και προφανώς δεν ήταν ευθύνη του ενάγοντα η ενημέρωση του Πρώτου Γραφείου. Ως εκ των άνω κρίνω ότι το γεγονός ότι η εν λόγω άδεια δεν είναι καταγραμμένη στο Φύλλο Μητρώου του ενάγοντα δεν αποκλείει το γεγονός ότι αυτός έλαβε τέτοια άδεια, ως υποστήριξε, και άρα δεν διαψεύδεται η όλη εκδοχή του ως ουσιαστικά υποστηρίζει η υπεράσπιση. Ευρήματα Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή σε συνδυασμό με τα τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον μου καταλήγω στα ακόλουθα: Ο ενάγοντας κατατάγηκε στην Εθνική Φρουρά στις 9.7.05 και υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία μέχρι και τις 9.8.07, όταν απολύθηκε. Κατά τη διάρκεια της θητείας του υπηρέτησε σαν Λοχίας Στρατονόµος, µε την ειδικότητα του Τροχονόµου Οδηγού Αυτοκινήτου. Τον Σεπτέµβριo του 2006 υπηρετούσε στο Κλιµάκιο Πάφου το οποίο είχε ως έδρα του το στρατόπεδο Kισσόvεργας. Στις 21.9.06 βρισκόταν µαζί µε το υπόλοιπο Κλιµάκιο στην αεροπορική βάση «Ανδρέας Παπανδρέου», όπου θα διέμεναν για κάποιο χρονικό διάστηµα. Επικεφαλής-προιστάμενος τους ήταν ο Μόνιµος Λοχίας Χαράλαµπος Αριστείδου. Το πρωί της 21.9.06 ο Αριστείδου έδωσε στον ενάγοντα διαταγή να συνοδεύσει Γαλλικό στρατιωτικό απόσπασµα, το οποίο τότε φιλoξεvείτo στην αεροπορική βάση, στο πεδίο βολής Αναρίτας όπου το εν λόγω απόσπασμα θα πραγµατοποιούσε βολή. Έτσι αργότερα την ίδια µέρα ο ενάγοντας μετέβη με αυτοκίνητο της Εθνικής Φρουράς στο οποίο βρίσκονταν και ο Σµηναγός της Αεροπορίας Θεοδόσης Θεοδοσίου στο εν λόγω πεδίο βολής. Λόγω του ότι αποστολή του ενάγοντα ήταν μόνο η συνοδεία του αποσπάσµατος από και προς την αεροπορική βάση, κατά την διάρκεια της βολής ο ενάγοντας ανέµενε στο υπηρεσιακό αυτοκίνητο. Για τον ίδιο δε λόγο δεν πήρε μαζί του ωτοασπίδες που του είχαν χορηγηθεί από την Εθνική Φρουρά στο Κέντρο Εκπαίδευσης Νεοσυλλέκτων. Σε κάποια στιγµή όταν, όπως αντιλήφθηκε ο ενάγοντας, οι Γάλλοι είχαν ολοκληρώσει την βολή, τον πλησίασε ο Θεοδοσίου και τον φώναξε να πάει να κάνει βολή. Επειδή ο εν λόγω αξιωµατικός δεν ήταν της Στρατονοµίας αλλά της Αεροπορίας και επειδή δεν είχε πάει προετοιµασµένος για βολή, ο ενάγοντας αµφισβήτησε τη διαταγή λέγοντας στον Θεοδοσίου ότι δεν είχε τέτοιες οδηγίες από τον επικεφαλής του. Τότε ο Θεοδοσίου του ανέφερε ότι αυτό ήταν διαταγή του επικεφαλής του, δηλ. του Αριστείδου, µε τον οποίο όπως είπε, µιλούσε εκείνη τη στιγµή στο κινητό τηλέφωνο και του τον έδωσε για επιβεβαίωση. Πράγµατι στο τηλέφωνo ήταν ο Aριστείδoυ και όταν ο ενάγοντας προσπάθησε να του εξηγήσει ότι τα όπλα που χρησιµοποιούσαν οι Γάλλοι του ήταν εντελώς άγνωστα και δεν είχε κανενός είδους εκπαίδευση σε αυτά, µε έντονο και αυστηρό ύφος ο Αριστείδου του είπε ότι πρόκειται για διαταγή και όχι θέµα προς συζήτηση. Συµµορφούµενος µε τις διαταγές ο ενάγοντας προχώρησε στο σηµείο από όπου εκτελείτο η βολή. Στο χώρο της βολής δεν υπήρχαν διαθέσιμες ωτοασπίδες. Προτού εκτελέσει βολή ο ενάγοντας απευθύνθηκε στον Θεοδοσίου και του υπέδειξε ότι θα έπρεπε να χρησιµοποιήσει και τις ωτοασπίδες που χρησιµοποιούσαν οι Γάλλοι, οι οποίες έμοιαζαν με «headphones», εφάρμοζαν στο εξωτερικό του αυτιού και έκλειναν με πλήρη ασφάλεια. Ο Θεοδοσίου όμως του είπε: «Εµείς εν χρειαζόµαστε έτσι πράµατα, ππέσε να κάµεις βολή τζιαι άφηστες κουβέντες». Μετά από αυτό ο ενάγοντας εκτέλεσε βολή. Τα πυρομαχικά και το όπλο με το οποίο έκανε τη βολή ήταν από αυτά που χρησιμοποιούσαν οι Γάλλοι, τα οποία για πρώτη φορά ο ίδιος έβλεπε. Ο τύπος του όπλου ήταν άγνωστος στον ενάγοντα αλλά το μέγεθος του ήταν όπως του όπλου που χορηγεί η Εθνική Φρουρά. Ο ενάγοντας εκτέλεσε βολή όντας σταθερός κάτω σε ένα σημείο. Αµέσως µετά την πραγµατοποίηση της βολής ο ενάγοντας ένιωσε τα αυτιά του να βουίζουν, το θεώρησε όµως φυσιολογικό. Στη συνέχεια επιβιβάστηκαν στα οχήµατα και επέστρεψαν στην αεροπορική βάση. Μέχρι να επιστρέψουν όμως στο στρατόπεδο ενώ το βούισµα στο δεξί αυτί πέρασε, το αριστερό εξακολουθούσε να βουίζει και τον πονούσε. Στη συνέχεια ο ενάγοντας επικοινώνησε τηλεφωνικά µε τον επικεφαλής του, Αριστείδου και του το ανέφερε, ζητώντας άδεια να φύγει για να επισκεφθεί ωτορινολαρυγγολόγο. Εκείνος όμως του είπε ότι είναι δικαιολογίες του για να βγει και ότι δεν είναι τίποτε και θα περάσει. Την επόµενη ηµέρα δηλ. στις 22.9.06 το αριστερό αυτί του ενάγοντα εξακολουθούσε να βουίζει και να πονάει και όταν πήρε έξοδο και πήγε στο σπίτι αµέσως οι γονείς του τον πήραν στον ωτορινολαρυγγολόγο Μ.Υ.
  9. Ο ενάγοντας παραπονείτο για εμβοές-βούισμα στο αριστερό αυτί, αίσθημα πληρότητας του αυτιού δηλ. ένιωθε το αυτί βουλωμένο μετά από έκθεση σε δυνατό θόρυβο και πτώση της ακοής στο ίδιο αυτί. Κατά την κλινική εξέταση έγινε στον ενάγοντα ακουολογικός έλεγχος, ο οποίος έδειξε απώλεια στην ακοή 70 decibel στη συνχνότητα 4,000 Ηertz (Hz) και 75 decibel στη συχνότητα 8,000 Hz. Δόθηκε στον ενάγοντα κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή. Την ίδια ηµέρα ο ενάγοντας ενηµέρωσε τηλεφωνικά τον Αριστείδου για το πρόβληµα και εκείνος του είπε να παραµείνει στο σπίτι για όσες µέρες κρίνει ο γιατρός αναγκαίο και ότι δεν υπάρχει πρόβληµα µε την υπηρεσία. Την επόµενη ηµέρα δηλ. 23.9.06, οι γονείς του ενάγοντα τον πήραν σε άλλο γιατρό τον Δρα Κολλίτση στη Λευκωσία για δεύτερη γνώµη. Ο Δρας Κολλίτσης του έκανε νέες εξετάσεις και του συνέστησε αποχή από οποιαδήποτε καθήκοντα για µια εβδοµάδα. Ενηµέρωσε εκ νέου τον προιστάµενο του και εκείνος του είπε ότι δεν υπάρχει πρόβληµα, του ζήτησε όµως όταν επιστρέψει να πάρει και τα σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά όπως και έκανε. Επέστρεψε στη μονάδα του μετά από μία εβδομάδα όπως του συνέστησε ο ιατρός και είχε μαζί του τα ιατρικά πιστοποιητικά και των δύο ιατρών. Κατά τους πρώτους μήνες μετά τον τραυματισμό του ενάγοντα η απώλεια ακοής ήταν του πιο πάνω βαθμού ενώ υπήρχε και αίσθημα πληρότητας. Ο ενάγοντας αργότερα επανεξετάσθηκε από τον Μ.Υ.2 με νέο ακουολογικό έλεγχο παρουσιάζοντας πολύ μικρή βελτίωση της ακοής στο αριστερό αυτί, αλλά με συνέχιση των εμβοών. Το αίσθημα πληρότητας του αυτιού όμως παρήλθε. Ακουολογικός έλεγχος που του έγινε την 1.11.06, κατέδειξε απώλεια στην ακοή του αριστερού αυτιού 65 decibel στις συχνότητες 4.000 και 8.000 Hz, η οποία παρέμεινε στα ίδια επίπεδα και στις επόμενες ακουολογικές εξετάσεις μέχρι και τον Αύγουστο του 2010 που τον εξέτασε για τελευταία φορά ο Μ.Υ.
  10. Εν τω μεταξύ επειδή το πρόβληµα συνεχιζόταν, τον Απρίλιο του 2007, ο ενάγοντας παραπέµφθηκε από την Εθνική Φρουρά και σε στρατιωτικούς ειδικούς γιατρούς για να αξιολογηθεί η κατάσταση της υγείας του και αν θα μπορούσε να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντα του. Το αποτέλεσμα της εξέτασης αυτής ήταν ότι είχε πρόβλημα αλλά και ότι έπρεπε να συνεχίσει τη θητεία του. Ο ενάγοντας συνεχίζει μέχρι και σήμερα να πάσχει από εμβοές και από ακουστικό τραυματισμό στο αριστερό αυτί με απώλεια ακοής 50 decibel στις 4,000 hertz και 60 decibel στις 6,000 και 8,000 Hz. Η απώλεια αυτή είναι μόνιμη και αποτελεί ουσιαστικά μια μέτρια βαρηκοία. Η κατάσταση του αυτή πρακτικά συνεπάγεται ότι ο ενάγοντας αδυνατεί να ακούει ήχους όπως το κελαΐδισμα των πουλιών, να ξεχωρίζει και απομονώνει ήχους ή ομιλίες σε ένα χώρο όπου είναι συγκεντρωμένοι άνθρωποι και μιλούν ταυτόχρονα πέραν του ενός, ενώ για να ακούει την τηλεόραση και το ραδιόφωνο θα πρέπει να είναι σε μεγάλη ένταση. Οι εμβοές στο αριστερό του αυτί είναι επίσης μόνιμες. Πέραν από τα πιο πάνω είναι αδύνατο για τον ενάγοντα να επισκεφθεί χώρους όπου µεταδίδεται µουσική σε µεγάλη ένταση όπως κλαμπς και να παρευρεθεί σε συναυλίες σε κλειστούς χώρους, εκτός και αν φοράει ωτoασπίδες. Το τραύμα του δεν είναι μόνο βουητό το οποίο διαρκεί όλη την ημέρα αλλά και έντονη πίεση που προκαλεί πόνο όταν εκτεθεί σε χώρο με ψηλή μουσική. Τα τελευταία χρόνια λόγω του βουίσματος και της απώλειας ακοής αποφεύγει να βρίσκεται σε χώρους με δυνατή μουσική και τις λίγες φορές που το έκανε έβαλε ωτοασπίδες στο τραυματισμένο του αυτί. Έχει μαζί του τέτοιες ωτοασπίδες όταν υπάρχει κίνδυνος εκεί που θα πάει να υπάρχει δυνατή μουσική. Νομική Πτυχή Ως προκύπτει σαφώς από την έκθεση απαίτησης αλλά και από την αγόρευση του συνηγόρου του ενάγοντα αυτός στηρίζει την απαίτηση του στις αρχές της αμέλειας επικαλούμενος ιδιαίτερα ότι η Δημοκρατία κατά τη βολή παρέλειψε να λάβει τις δέουσες προφυλάξεις για την ασφάλεια του ενάγοντα, παρέλειψε να διατηρεί ασφαλές και/ή κατάλληλο σύστηµα, παρέλειψε να τον προµηθεύσει με τον αναγκαίο ή απαραίτητο εξοπλισµό, τον διέταξε να πραγµατοποιήσει βολή ενώ γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει ότι αυτό ήταν επικίνδυνο κ.α. Στην δική της αγόρευση η κα Κόκκινου ουσιαστικά αναγνώρισε ότι στην προκειμένη εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν τα ισχύοντα για την ευθύνη εργοδότη. Το πιο πάνω νομικό πλαίσιο στο οποίο θα κριθεί και η ευθύνη επιβεβαιώνεται ουσιαστικά και από τα λεχθέντα στην υπόθεση Σολωμού v. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 A A.A.Δ 623, η οποία αφορούσε παρόμοια απαίτηση από μόνιμο υπαξιωματικό της Εθνικής Φρουράς. Άλλωστε οι υποχρεώσεις ενός εργοδότη έναντι των εργοδοτουμένων του δεν εδράζονται σε ειδική πρόνοια στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148, αλλά ως έχει νομολογηθεί πηγάζουν από το άρθρο 51 του ίδιου Νόμου, το οποίο κωδικοποίησε τις αρχές του κοινοδικαίου σε σχέση με την αμέλεια. Στην Στρατμάρκο Λτδ ν. Μιχαήλ
(1989)1 Α.Α.Δ. 453 αφού εξηγείται λοιπόν τι συνιστά αμέλεια κατά το πιο πάνω άρθρο αναφέρεται ότι το καθήκον της προσήκουσας προσοχής, η έλλειψη της οποίας είναι βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας περιλαμβάνει και την υποχρέωση του εργοδότη να παρέχει στους υπαλλήλους του ασφαλές ή κατάλληλο σύστημα και τόπο εργασίας και να μην τους εκθέτει σε περιττούς ή μη αναγκαίους κινδύνους. Λέχθηκε δε περαιτέρω ότι συστατικός όρος της έννοιας του μη αναγκαίου ή περιττού κινδύνου είναι η έλλειψη πρόβλεψης ή ακόμα σωστής πρόβλεψης για το ζημιογόνο αποτέλεσμα που όφειλε ή μπορούσε ο εργοδότης με τη χρήση σωστών μέσων που είχε στη διάθεσή του, να αποφύγει, χωρίς να παραγνωρίζει κανείς ότι ο υπάλληλος δεν έχει ουσιαστικό λόγο στις διευθετήσεις του εργοδότη στο υπό συζήτηση θέμα. H υποχρέωση εργοδότη να παρέχει ασφαλές σύστημα εργασίας δεν είναι απόλυτη άλλα σχετική δηλ. ποικίλει ανάλογα με τις περιστάσεις. Δεν είναι υπόχρεος να παρέχει το πιο ασφαλές δυνατόν σύστημα αλλά ένα λογικά ασφαλισμένο σύστημα και οι προφυλάξεις που λαμβάνονται πρέπει να είναι ανάλογες με τον κίνδυνο (βλ. Elia v. Progress Shipping & Others
(1978)1 J.S.C.327, Pericleous v. Comarine Ltd and another
(1977)9-10 J.S.C. 1452). Στην Αναγνού ν. Alco Filters (Cyprus) Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 918 λέχθηκε ότι κριτήριο για τον προσδιορισμό του καθήκοντος επιμέλειας δεν εντοπίζεται στις πιθανότητες εκδήλωσης του κινδύνου αλλά στο προβλεπτό του και στη δυνατότητα αποτροπής του με λογικά προσιτά μέσα. Αποτελεί καθήκον του εργοδότη να μην εκθέτει τον εργοδοτούμενο του σε «περιττούς» κινδύνους στην εργασία του. Αχρείαστος (unnecessary) είναι ο κίνδυνος, ο οποίος είναι, αφενός, προβλεπτός και, αφετέρου, αποφευκτός, με τη λήψη των κατάλληλων προφυλακτικών μέτρων. Στην ίδια απόφαση, τονίζεται ότι, με την πρόοδο της τεχνολογίας και με την ανάπτυξη των μέσων για την αποτροπή κινδύνων, ευκολότερη καθίσταται τόσο η πρόβλεψη των κινδύνων όσο και η εξουδετέρωσή τους. Στην Αλεξάνδρου ν. Κυριάκου & Υιών Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 506 με αναφορά στο σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence 8η έκδοση λέχθηκαν τα εξής: «Έννοια του συστήματος εργασίας. Ένα σύστημα εργασίας είναι ο όρος που χρησιμοποιείται για την περιγραφή: (
  1. i)της οργάνωσης της εργασίας, (
  2. ii)του τρόπου με τον οποίο σκοπείται η εκτέλεση της εργασίας, (iii) της σειράς παροχής οδηγιών (ειδικώς σε άπειρους εργάτες), (
  3. iv)της σειράς των γεγονότων, (
  4. v)της λήψης προφυλάξεων για την ασφάλεια των εργατών και σε ποια στάδια, (
  5. vi)του αριθμού των προσώπων που χρειάζονται για την εκτέλεση της εργασίας, (vii) του ρόλου που θα αναλάβει ο καθένας από τους εργοδοτουμένους, (viii) και της στιγμής κατά την οποία θα εκτελέσουν τους αντίστοιχους ρόλους τους. Καθήκον υπόδειξης ασφαλούς συστήματος εργασίας. Αποτελεί ζήτημα πραγματικό το κατά πόσο είναι απαραίτητο να προδιαγραφεί σύστημα εργασίας κάτω από οποιεσδήποτε δοσμένες περιστάσεις. Όταν εξετάζεται ένα τέτοιο ζήτημα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η φύση της εργασίας, δηλαδή το κατά πόσο αυτή χρειάζεται προσεκτική οργάνωση και επίβλεψη, προς το συμφέρον της ασφάλειας εκείνων που την εκτελούν, ή μπορεί να αφεθεί πειστικά από ένα συνετό εργοδότη στην φροντίδα των επί τόπου υπαλλήλων να την εκτελέσουν με τρόπο λογικά ασφαλή. Ακολουθεί ότι ένας εργοδότης υπέχει καθήκον να υποδείξει σύστημα εργασίας έστω και εάν πρόκειται για ένα και μόνο εγχείρημα, εάν κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της ασφάλειας.» Στην Tziellas v. The Ship "Nadalena H" and others
(1982)1 CLR 807 σε σχέση με το τι περιλαμβάνει το καθήκον του εργοδότη για διασφάλιση της ασφάλειας στην εργασία λέχθηκε ότι ανάμεσα στα πρώτα καθήκοντα του εργοδότη είναι να διασφαλίσει ασφάλεια στην εργασία ώστε ο χώρος εργασίας να καταστεί όσο πιο ασφαλής εύλογα γίνεται. Περαιτέρω λέχθηκε ότι το καθήκον για λήψη εύλογης φροντίδας για την ασφάλεια των εργαζομένων παραμένει αμείωτο, όμως η εκτέλεση του διαφοροποείται ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Το καθήκον αυτό επεκτείνεται σε κάθε σύστημα το οποίο υιοθετείται για εκτέλεση της εργασίας. Δεν περιορίζεται στις καθιερωμένες - συνήθεις μεθόδους εκτέλεσης μιας εργασίας. Στην Metalco (Heaters) Ltd v. Νεοφύτου κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 211 με αναφορά τόσο σε Αγγλική όσο και Κυπριακή νομολογία λέχθηκε επίσης ότι το καθήκον του εργοδότη να λαμβάνει κάθε εύλογη φροντίδα για την ασφάλεια των εργοδοτουμένων του περιλαμβάνει και την εξασφάλιση και συντήρηση ικανοποιητικού εξοπλισμού. Αποτελεί επίσης υποχρέωση του εργοδότη του να εξασφαλίζει στους εργοδοτούμενους του ασφαλή εξοπλισμό (βλ. Χριστοφή κ.α. ν. Θεοδούλου κ.α.
(2007)1Α Α.Α.Δ. 512). Η δε ευθύνη του εργοδότη ως προς την εκτέλεση της εργασίας δεν περιορίζεται σε οδηγίες που ο ίδιος εκδίδει, αλλά επεκτείνεται και σε οδηγίες που εκδίδουν οι υφιστάμενοι του με φαινόμενη εξουσία να προβούν στην έκδοση τέτοιων οδηγιών (βλ. United Brickworks Ltd. v. Ευαγγέλου
(1992)1Α Α.Α.Δ. 123 και Ηλία κ.α. ν. Σταυρινίδη
(2000)1Β Α.Α.Δ. 874). Όσον αφορά τη συντρέχουσα αμέλεια σε τέτοιου είδους υποθέσεις στην United Brickworks Ltd v. Ευαγγέλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 123 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην απόδοση συντρέχουσας αμέλειας στον εργαζόμενο, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι έχει περιορισμένη επιλογή ως προς τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία εκτελεί την εργασία η οποία του ανατίθεται. Η επιλογή, εξάλλου, την οποία εισηγήθηκε ο δικηγόρος των εφεσειόντων ότι ο εργαζόμενος πάντα έχει να αποχωρήσει από την εργασία του, δεν είναι ενδεχόμενο το οποίο εύκολα αντιμετωπίζει ο εργαζόμενος του οποίου η υλική, η οικογενειακή και κοινωνική ευημερία εξαρτώνται κατά κύριο λόγο από τα οικονομικά μέσα που του παρέχει η εργασία του.» Περαιτέρω στην Γενικού Εισαγγελέα ν. Στυλιανού κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1718 λέχθηκε ότι για να συζητηθεί η ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο ενάγων προέβη σε ενέργειες που συνέβαλαν στον τραυματισμό του. Στην Αλεξάνδρου δε ανωτέρω λέχθηκε επίσης ότι ο καταμερισμός της ευθύνης γίνεται κατά ευρεία σκοπιά με γνώμονα τη λογική και την κοινή εμπειρία. Ευθύνη Θα εξετάσω στη συνέχεια το θέμα της ευθύνης στην παρούσα. Ο ενάγοντας κατά τον επίδικο χρόνο (21.9.06) υπηρετούσε, σύμφωνα με το νόμο, ως κληρωτός τη στρατιωτική του θητεία κάτι που συνεπάγεται την υποχρέωση του να ακολουθεί και να συμμορφώνεται με τις νόμιμες διαταγές που του δίδονται από τους ανωτέρους του. Εκείνη δε την ημέρα βρισκόταν σε συγκεκριμένη διατεταγμένη υπηρεσία. Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία ότι η Δημοκρατία υπείχε έναντι του καθήκον επιμέλειας στα πλαίσια του οποίου είχε, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση να του παρέχει ασφαλές σύστημα και εξοπλισμό για την άσκηση και εκτέλεση της υπηρεσίας του, να μην τον εκθέτει σε περιττούς κινδύνους, να του δίδει τις αναγκαίες οδηγίες και να τον επιτηρεί. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί λοιπόν είναι εάν υπό τις περιστάσεις η Δημοκρατία άσκησε το εν λόγω καθήκον της και εάν φέρει οποιανδήποτε ευθύνη για τον τραυματισμό που υπέστη ο ενάγοντας. Ο ενάγοντας είχε μεταβεί κατά τον επίδικο χρόνο στο πεδίο βολής, ως συνοδός, του ξένου στρατιωτικού αποσπάσματος που θα εκτελούσε βολή. Δεν είχε δε ενημερωθεί ότι θα εκτελούσε και ο ίδιος βολή. Εξ ου και ως ανέφερε δεν πήρε μαζί του τις ωτασπίδες που του είχε χορηγήσει η Εθνική Φρουρά. Τα όπλα δε και τα πυρομαχικά με τα οποία εκτελείτο η βολή ανήκαν στο ξένο απόσπασμα και δεν ήταν από αυτά που χρησιμοποιεί η Εθνική Φρουρά. Ο δε ενάγοντας όχι μόνο δεν είχε εκπαιδευτεί στη χρήση τους αλλά δεν τα γνώριζε καν. Ως ουσιαστικά παραδέχθηκαν και οι Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3 τα όπλα και τα πυρομαχικά που χρησιμοποιούσε το ξένο απάσπασμα ήταν άγνωστα και στους ίδιους. Είναι λοιπόν προφανές ότι ήταν εύλογα προβλεπτός, από τη Δημοκρατία και από τους αντιπροσώπους της, ο πιθανός κίνδυνος ακουστικού τραυματισμού του ενάγοντα από την εκτέλεση βολής με κάποιο άγνωστο όπλο και πυρομαχικά και ακόμη περισσότερο χωρίς τη χρήση προστατευτικών μέσων. Παρά όμως αυτά ο ενάγοντας διατάχθηκε από τον Μ.Υ.3 να εκτελέσει βολή. Όταν δε ο ενάγοντας αμφισβήτησε τη διαταγή αυτού, ο Μ.Υ.3 του έδωσε στο τηλέφωνο τον επικεφαλής του ενάγοντα, Μ.Υ.2, ο οποίος επίσης τον διέταξε να εκτελέσει βολή αν και ο ενάγοντας προσπάθησε να του εξηγήσει ότι τα όπλα του ήταν εντελώς άγνωστα και δεν είχε κανενός είδους εκπαίδευση σ' αυτά. Συµµορφούµενος δε µε τις διαταγές αυτές ο ενάγοντας προχώρησε να εκτελέσει βολή. Προτού το πράξει, ελλείψει διαθέσιμων, από την Εθνική Φρουρά, ωτασπίδων στο χώρο, απευθύνθηκε στον Μ.Υ.3 και του υπέδειξε ότι θα έπρεπε να χρησιµοποιήσει τις ωτοασπίδες που χρησιµοποιούσαν οι ξένοι στρατιώτες, οι οποίες εφάρμοζαν στο εξωτερικό του αυτιού και έκλειναν με πλήρη ασφάλεια. Ο Μ.Υ.3 όμως του ανέφερε ότι δεν χρειαζόταν και του είπε να προχωρήσει στη βολή. Έτσι ο ενάγοντας προχώρησε στην εκτέλεση της βολής, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τον αναφερόμενο, στα πιο πάνω ευρήματα, ακουστικό τραυματισμό του στο αριστερό αυτί. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν κατά την κρίση μου την αποκλειστική ευθύνη της Δημοκρατίας για το επίδικο ατύχημα εφόσον παρά την ύπαρξη ενός προβλεπτού κινδύνου δόθηκαν στον ενάγοντα, στα πλαίσια της υπηρεσίας του, διαταγές, ουσιαστικά να ασκηθεί, εκτελώντας τη συγκεκριμένη βολή με άγνωστο και μη ασφαλές εξοπλισμό - όπλο και πυρομαχικά - αλλά και χωρίς τη λήψη άλλων προστατευτικών μέσων όπως η χρήση ωτοασπίδων. Πρέπει δε να λεχθεί ότι υπό τις περιστάσεις και συγκεκριμένα με δεδομένο ότι δεν επρόκειτο για προγραμματισμένη βολή της Εθνικής Φρουράς σε συνδυασμό με το ότι ο ενάγοντας διατάχθηκε να εκτελέσει βολή με άγνωστο όπλο και πυρομαχικά κρίνω ότι ουσιαστικά εκτέθηκε σε περιττό κίνδυνο. Εν πάση όμως περιπτώσει φαίνεται ότι ο κίνδυνος αυτός θα μπορούσε να αποφευχθεί με την χρήση κατάλληλων ωτοασπίδων. Ο δε ενάγων δεν μπορεί κατά την κρίση μου να επωμισθεί οιουδήποτε βαθμού συντρέχουσας ευθύνης για το ατύχημα. Αυτό γιατί όχι μόνο δεν μετέβηκε στο πεδίο βολής με διαταγές να εκτελέσει βολή αλλά αρνήθηκε στην ουσία αρχικά να το πράξει όταν διατάχθηκε από τον Μ.Υ.3. Τελικά δε εκτέλεσε βολή μη έχοντας άλλη επιλογή, συμμορφούμενος σε διαταγή του επικεφαλής-ανώτερου του και αφού πριν προσπάθησε να εξηγήσει σε αυτόν ότι τα όπλα του ήταν εντελώς άγνωστα και δεν είχε κανενός είδους εκπαίδευση σ' αυτά. Ακόμη και μετά την διαταγή από τον επικεφαλής του και λίγο πριν την εκτέλεση βολής ο ενάγοντας έθεσε και το θέμα της χρήσης ωτοασπίδων στον Μ.Υ.3 χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ως εκ των άνω καταλήγω ότι αποκλειστική ευθύνη για το γεγονός που είχε σαν άμεσο αποτέλεσμα τον ακουστικό τραυματισμό του ενάγοντα φέρει η Δημοκρατία. Γενικές Αποζημιώσεις Σε σχέση με τις αρχές που πρέπει να διέπουν τον καθορισμό αποζημιώσεων και καθοδηγούν το Δικαστήριο ως προς το ύψος των γενικών αποζημιώσεων στην υπόθεση Χαριλάου ν. Νικολάου
(2003)1Γ Α.Α.Δ 1460, όπου συνοψίζεται η σχετική νομολογία, αναφέρεται ότι «στόχος των αποζημιώσεων που επιδικάζονται είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά του διαδίκου που τραυματίστηκε χωρίς να εναποτίθεται υπέρμετρο βάρος πάνω στον αδικοπραγούντα. Το ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτό και συνεπώς η κοινωνική δεοντολογία κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι σε κάθε περίπτωση παράγοντας σχετικός προς το έργο του Δικαστηρίου ειδικά σε σχέση με μη χρηματική απώλεια. Η χρηματική ζημιά, ως περισσότερο επιδεκτική μαθηματικού υπολογισμού εξαρτάται λιγότερο από κοινωνικά κριτήρια. Στόχος του εγχειρήματος είναι η κατάληξη, στο τέλος της πορείας, σε αριθμό που είναι δίκαιος και εύλογος κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης. Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία του αδικοπραγούντα αλλά την αποκατάσταση. Αυτή τούτη η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση, δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων. Η νομολογία δε του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επιδείξει μια σταθερή αύξηση του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων. Έχει τονίσει την ανάγκη για μια πιο δίκαιη και φιλελεύθερη αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν οι αναπηρίες στα θύματα. Προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο υπό την έννοια της αρχής του stare decisis αλλά παρέχουν καθοδήγηση. Πρέπει, επίσης, να λαμβάνεται υπόψη η συνεχής μείωση της αξία του χρήματος. (Βλ. επίσης Κουμπαρή κ.α. ν. Φούτρη
(2001)1 Α.Α.Δ. 921, Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789, Paraskevopoullos v. Georgiou
(1970)1 C.L.R. 116, Xenophontos and another v. Anastasiou
(1981)1 C.L.R. 521), Fysco Constructing Co. Ltd v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014, Παναγή ν. Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, Μιχαήλ κ.ά. ν. Φίλιος Γ. Συκοπετρίτης Λτδ. κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1049 και Ταμπούρα ν. Κολάνη
(2008)1Α Α.Α.Δ. 384). Από τη σχετική νομολογία προκύπτει επίσης ότι δεν υπάρχει ξεκαθαρισμένο και επακριβές κονδύλι για κάθε τραύμα ξεχωριστά. Για τον καθορισμό των γενικών αποζημιώσεων στη Νικολάου ανωτέρω λέχθηκε ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει απαραίτητα και σε κάθε περίπτωση να αναφέρεται σε οποιανδήποτε νομολογία για παρόμοια τραύματα ώστε να καθοδηγηθεί επί του ορθού ποσού που θα πρέπει να επιδικάσει. Σε ορισμένες περιπτώσεις όπου υπάρχουν ιδιάζουσες περιστάσεις ή τραύματα, το Δικαστήριο ενδεχομένως να ανατρέξει σε νομολογία για να αντλήσει καθοδήγηση. Όμως, όπου το Δικαστήριο μπορεί από μόνο του να καθορίσει το ποσό μπορεί να το πράξει και η παράλειψη αναφοράς σε νομολογία, από μόνη της, δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την κρίση του και ούτε καθιστά την απόφαση του εσφαλμένη. Παρά την πιο πάνω νομολογία έχω διεξέλθει με προσοχή τις σχετικές αποφάσεις για αποτελεσματική αντιμετώπιση του θέματος ενώ έχω ανατρέξει και στο σύγγραμμα του Φρίξου Νικολαϊδη, Αποζημιώσεις για Σωματικές Βλάβες
(1996). Σε σχέση με βλάβες στα αυτιά έχω εντοπίσει τις ακόλουθες υποθέσεις: Στην Κυριάκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1991)1 Α.Α.Δ 1065, η εφεσείουσα, που ήταν εργάτρια στο Τμήμα Αρχαιοτήτων, τραυματίσθηκε σοβαρά όταν χτυπήθηκε από μεγάλες πέτρες τοίχου που κατέρρευσε. Υπέστη κλειστή κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάταγμα του δεξιού λιθοειδούς με βλάβη του αριστερού τριδύμου, τραυματισμό όπισθεν του αριστερού αυτιού μήκους 8 εκατοστών. Αποτέλεσμα των πιο πάνω τραυμάτων ήταν παράλυση του αριστερού απαγωγού, επηρεασμό της ακοής αριστερά, υπαισθησία του προσώπου αριστερά και παράλυση του προσωπικού νεύρου. Παρέμεινε επί δυο μήνες σαν εσωτερική ασθενής στο Νοσοκομείο Πάφου. Μετά την απόλυση της παρακολουθείτο για μεγάλο χρονικό διάστημα από νευρολόγους. Ανέπτυξε σοβαρό μεταδειασιστικό σύνδρομο το οποίο την ταλαιπώρησε για πολύ χρόνο μέχρι και σήμερα. Η ταλαιπωρία αυτή συνέτεινε στην ανάπτυξη αγχώδους κατάστασης με υστερικές και νευρωτικές προσμίξεις. Για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα υπέφερε περιοδικά από πονοκεφάλους και ζαλάδες οι οποίες επετείνοντο με την έκθεση της στον ήλιο. Ένεκα του κατάγματος του δεξιού λιθοειδούς με βλάβη του αριστερού τριδύμου και ακουστικού νεύρου παρέμεινε στην ενάγουσα σαν μόνιμη κατάσταση μείωση της ακοής του αριστερού αυτιού κατά το ήμιση του κανονικού. Το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό των Λ.Κ.5,000 σαν γενικές αποζημιώσεις αυξήθηκε κατ' έφεση σε Λ.Κ.8,000. Στην Παναγή ν. Θεοδώρου κ. ά
(1992)1(Β) 1303 από το δυστύχημα ο εφεσείων υπέστη σοβαρά και επώδυνα τραύματα που χρειάσθηκαν 4 μήνες νοσηλεία. Απώλεσε το αριστερό του μάτι και την όσφρηση και μειώθηκε η ακοή του κατά 10%. Ο τραυματισμός στο πρόσωπο του άφησε 4 ουλές, από τις οποίες η πιο μεγάλη είχε μήκος 4 πόντους και χρειάζονταν πλαστική εγχείρηση σε δύο φάσεις. Διαπιστώθηκε επίσης κίνδυνος εμφάνισης συμπαθητικής οφθαλμίας δηλαδή φλεγμονής στον δεξιό οφθαλμό λόγω της εξόρυξης του αριστερού. Υπέστη επίσης ελαφρά εγκεφαλική διάσειση και βλάβη στον αριστερό λαβύρινθο που προκαλούσε ζαλάδες ή ίλιγγο και παραπονιόταν για πονοκεφάλους, ευαισθησία στην έκθεση στον ήλιο και δυσκολία στο διάβασμα για πολλή ώρα. Το Εφετείο αύξησε το ποσό των γενικών αποζημιώσεων από τις Λ.Κ.16,000 στις Λ.Κ.30,000. Στην Χρίστου ν. Χριστοφή κ.α.
(1998)1Α Α.Α.Δ 503 κτηνιατρικός επιθεωρητής ηλικίας 43 ετών υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάταγμα του έσω σφυρού της δεξιάς ποδοκνημικής άρθρωσης και κατάγματα σε εφτά πλευρές. Παρουσίασε επηρεασμό του επίπεδου συνείδησης και ανικανότητα για επαρκή επικοινωνία με το περιβάλλον και ελαφράς μορφής αριστερή ημιπάρεση. Υποβλήθηκε σε επείγουσα κρανιοτομή, ανάταξη του κατάγματος του δεξιού κροταφικού λοβού και έλεγχο της εγκεφαλικής αιμορραγίας. Παραπονείτο για ζάλη και κεφαλαλγία που τον κράτησαν μακριά από την εργασία του για περίοδο οκτώ μηνών. Ο κίνδυνος εμφάνισης μετατραυματικής επιληψίας σε τραύματα της φύσεως αυτής υπολογίστηκε σε ποσοστό 20%. Συνεπεία των τραυμάτων ήταν η απώλεια της αίσθησης της όσφρησης, επιλησμόνηση των πρόσφατων γεγονότων με δυσχέρεια συγκέντρωσης και προσοχής και εύκολη πνευματική κούραση, αλλαγές στην προσωπικότητα, συναισθηματική αστάθεια, παρορμητικές ροπές. Παραπονείτο για ίλιγγο με αστάθεια, τάση για εμετό και έντονες εμβοές στο αριστερό αυτί. Ακουολογικός έλεγχος που έγινε κατ΄ επανάληψη σε διάφορες ημερομηνίες, μέχρι και ένα έτος μετά το δυστύχημα, έδειχνε απώλεια ακοής μέχρι 60 ντέσιμπελ στις ψηλές συχνότητες στο αριστερό αυτί. Το ποσό των Λ.Κ.30,000 που επιδικάσθηκε πρωτόδικα σαν γενικές αποζημιώσεις επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην πρωτόδικη υπόθεση Σταυρινίδης, ανήλικος ν. Καρεκλά Αγ. 3241/84 Ε.Δ. Λεμεσού, ημερ. 29.10.91 τρίχρονος υπέστη μώλωπα στη δεξιά κροταφική χώρα, αιμορραγία του έσω ωτός και του έξω ακουστικού πόρου και εγκεφαλική διάσειση. Παρουσίασε δε στο δεξί μόνιμη βαρηκοία, η οποία σταθεροποιήθηκε στα 30 db στις χαμηλές και 40 db στις ψηλές συχνότητες. Επιδικάσθηκαν Λ.Κ.1,500 ως γενικές αποζημιώσεις. Στην επίσης πρωτόδικη Κωνσταντίνου ν. Ioannou & Paraskevaides (Overseas) Ltd, Αγ. Αρ. 7026/89 Ε.Δ Λευκωσίας, ημ. 16.9.1994, ο ενάγων υπέστη κάκωση κεφαλής, εγκεφαλική διάσειση, κάκωση δεξιού ημιθωρακίου, κάταγμα οδόντος, απώλεια συνείδησης επί διήμερο, θλαστικά τραύματα στο πρόσωπο, ζάλη μόνιμες εμβοές και βαρηκοία και στα δύο αυτιά. Επιδικάστηκαν Λ.Κ.8,000 ως γενικές αποζημιώσεις. (Για τα πιο πάνω βλ. σύγγραμμα Αποζημιώσεις για Σωματικές Βλάβες ανωτέρω, παρ. 4-62 και 4-84, σελ. 184 και 206). Στην Δήμος Λεμεσού v. Ανδρέα Τουμάζου
(1999)1 Α.Α.Δ. 847, ο εφεσείων νήπιο μόλις έντεκα μηνών υπέστη απώλεια ακοής και συγκεκριμένα σοβαρή βαρηκοΐα και στα δύο αυτιά λόγω κατάγματος της βάσης του κρανίου που επηρέασε τα όργανα της ακοής. Επιδικάσθηκε πρωτόδικα το ποσό των Λ.Κ.20,000. Το Εφετείο αφού τόνισε ουσιαστικά την αξία της αίσθησης της ακοής στον άνθρωπο και το μέγεθος της απώλειας και μειονεξίας που συνοδεύει κάποιο που δεν διαθέτει το ζωτικό και φυσικό αυτό χάρισμα ανέφερε ότι το ποσό αυτό ακόμη και στο χρόνο που εκδόθηκε η απόφαση, 3.2.95, θεωρείται χαμηλό, αλλά εφόσον δεν υπήρχε αντέφεση περιορίσθηκε στο να επικυρώσει την πρωτόδικη απόφαση. Στην Φωτίου ν. Νεοφύτου κ.α
(2005)1 Β ΑΑΔ 1511 ο ενάγοντας 21 ετών υπέστη σοβαρά τραύματα στο πρόσωπο και στο αριστερό αυτί. Συγκεκριμένα υπέστη ανοικτό τραύμα στη δεξιά πλευρά του προσώπου, κατάγματα του ζυγωματικού τόξου και ζυγωματικού οστού και κατάγματα και παρεκτοπίσεις της γνάθου, αποκοπή του προσωπικού νεύρου στη μετωπιαία χώρα δεξιά, τραυματισμό του ακουστικού πόρου του δεξιού αυτιού και ανωμαλία στο δεξιό μάτι. Υποβλήθηκε σε επεμβάσεις παρέμειναν όμως μόνιμα κατάλοιπα ήτοι ουλή 10 εκατοστών. Παρουσίαζε επίσης δυσλειτουργία από την αποκοπή νεύρου στην μετωπιαία χώρα, παραμόρφωση του δεξιού βραχιονίου οστού και βαρηκοΐα στο δεξί αυτί. Οι γενικές αποζημιώσεις των Λ.Κ.30,000 που επιδικάστηκαν πρωτοδίκως αυξήθηκαν κατ΄ έφεση σε Λ.Κ.40.000. Είναι προφανές ότι οι πιο πάνω αναφερόμενες περιπτώσεις δεν αντιστοιχούν ως προς τα περιστατικά με την παρούσα εφόσον εκεί πέραν της μόνιμης μείωσης της ακοής υπήρξαν και άλλες, σοβαρότερες σωματικές βλάβες και οι συνέπειες, ο πόνος και η ταλαιπωρία που υπήρξε ήταν μεγαλύτερος. Στα πλαίσια λοιπόν υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων στην παρούσα λαμβάνω υπόψη το είδος και την έκταση των βλαβών που έχει υποστεί ο ενάγοντας. Λαμβάνω δε ιδιαίτερα υπόψη μου τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη και θα συνεχίσει να υφίσταται συνεπεία του τραυματισμού του και ιδίως το ότι στις 21.9.06 υπέστη απώλεια ακοής στο αριστερό αυτί, η οποία από τότε και για τους επόμενους μερικούς μήνες ήταν 70 decibel στη συχνότητα 4,000 Ηertz (Hz) και 75 decibel στη συχνότητα 8,000 Hz, καθώς και ότι έπασχε από εμβοές στο ίδιο αυτί και είχε αίσθημα πληρότητας αυτού. Δεν μου διαφεύγει δε ότι αργότερα παρουσίασε μικρή βελτίωση της ακοής στο αριστερό αυτί και ότι το αίσθημα πληρότητας παρήλθε. Λαμβάνω όμως περαιτέρω υπόψην το ότι μέχρι σήμερα ο ενάγων συνεχίζει να πάσχει από εμβοές, οι οποίες είναι μόνιμες καθώς και από ακουστικό τραυματισμό στο αριστερό αυτί με συνέπεια τη διαπιστωμένη μόνιμη πλέον απώλεια ακοής στα 50 decibel στις 4,000 Hz και 60 decibel στις 6,000 και 8,000 Hz δηλ. απώλεια μέρους της ζωτικής αίσθησης της ακοής σε ένα νεαρό πρόσωπο. Αυτό, αναντίλεκτα, συνεπάγεται απώλεια απολαύσεων της ζωής του όπως αδυναμία να ακούει ήχους όπως το κελαΐδισμα των πουλιών, να ξεχωρίζει και να απομονώνει ήχους ή ομιλίες σε ένα χώρο όπου είναι συγκεντρωμένοι άνθρωποι και μιλούν ταυτόχρονα πέραν του ενός, ενώ για να ακούει τηλεόραση και ραδιόφωνο θα πρέπει αυτά να είναι σε μεγάλη ένταση. Περαιτέρω λόγω της κατάστασης του αδυνατεί και για αυτό αποφεύγει να επισκεφθεί χώρους όπου µεταδίδεται µουσική σε µεγάλη ένταση όπως κλαμπς και να παρευρεθεί σε συναυλίες σε κλειστούς χώρους, εκτός και αν φοράει ωτoασπίδες. Οι δε εμβοές όχι μόνο διαρκούν όλη μέρα αλλά δημιουργούν και έντονη πίεση που προκαλεί πόνο όταν εκτεθεί σε χώρο με ψηλή μουσική. Δεν μου διαφεύγει δε ότι δεν τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο ενάγοντας θα έχει, ως εκ της πιο πάνω κατάστασης του, οποιοδήποτε πρόβλημα ή περιορισμό στην μελλοντική άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος, για το οποίο σπουδάζει σήμερα. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω πως ένα ποσό της τάξης των €15,000 θα ήταν δίκαιο και εύλογο για να αποζημιώσει τον ενάγοντα για τις σωματικές βλάβες που υπέστη. Όσον αφορά το θέμα του τόκου αυτό δεν συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών. Το ύψος των ειδικών αποζημιώσεων έχει συμφωνηθεί αλλά δεν υπάρχει μαρτυρία αναφορικά με την ημερομηνία κατά την οποία έχει υποστεί ο ενάγων τις ζημιές αυτές. Με γνώμονα λοιπόν τα πιο πάνω δεδομένα της υπόθεσης και τις κατευθυντήριες γραμμές της νομολογίας (βλ. Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991), 1 Α.Α.Δ. 475, Miller v. Petek
(1999), 1 Α.Α.Δ. 2091, Θεοδούλου ν. A. Panayides Contracting Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 2134) επιδικάζω επί του ½ του ποσού των ειδικών αποζημιώσεων νόµιµο τόκο από την ηµεροµηνία γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος δηλ. από τις 21.9.
  1. Περαιτέρω επιδικάζω νόμιμο τόκο επί του συνολικού ποσού των γενικών αποζημιώσεων από τις 21.9.06 εφόσον δεν φαίνεται να υπήρξε αδικαιολόγητη και μεγάλη καθυστέρηση στην έγερση της αγωγής. Όπως ακόµα είναι γνωστό ο νόµιµος τόκος µέχρι την τροποποίηση του περί Δικαστηρίων Νόµου (Τροποποιητικός Νόµος (Αρ. 2) Ν.81(Ι)/2008)ήταν 8%. Από την ηµέρα δηµοσίευσης του Ν.81(Ι)/2008 δηλαδή την 15.10.08 ο νόµιµος τόκος µειώθηκε σε 5.5%. Ανάλογη τροποποίηση επέφερε και ο τροποποιητικός 82(Ι)/2008 στο αντίστοιχο άρθρο 58Α του Περί Αστικών Αδικηµάτων Νόµου, Κεφ.
  2. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη όλα τα πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης για ποσό:
  3. €1,000, ως ειδικές αποζημιώσεις, με νόμιμο τόκο επί του ½ του εν λόγω ποσού, από τις 21.9.06 μέχρι σήμερα.
  4. €15,000, ως γενικές αποζημιώσεις, με νόμιμο τόκο από τις 21.9.06 μέχρι σήμερα. Νοείται ότι από σήμερα ολόκληρα το ποσά της απόφασης θα φέρουν νόμιμο τόκο μέχρι την εξόφληση. Τέλος τα έξοδα της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται σε βάρος της εναγόμενης και υπέρ του ενάγοντα. (Υπ.)............ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Αστικό - Τελική - Αμέλεια - Ατύχημα κατά την υπηρεσία στην Ε.Φ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.