N ZAGGOULOS IDEAL HOME LTD (Ν. ΖΑΓΓΟΥΛΟΣ ΙΝΤΙΑΛ ΧΟΟΥΜ ΛΤΔ) ν. Δ.Α. ΤΣΙΜΕΝΤΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 2089/11, 25/1/2013 ακύρωση και ή τον παραμερισμό της τελικής απόφασης του Δικα ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2089/11 Μεταξύ: N. ZAGGOULOS IDEAL HOME LTD (Ν. ΖΑΓΓΟΥΛΟΣ ΙΝΤΙΑΛ ΧΟΟΥΜ ΛΤΔ) Εναγόντων - και - Δ.Α. ΤΣΙΜΕΝΤΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγομένων Αίτηση για παραμερισμό απόφασης ημερ. 25.4.12 Ημερομηνία: 25.1.
- Για Αιτητές - Εναγόμενους: κα Ε. Κωνσταντινίδου για Ι. Μοδίτης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ων η αίτηση - Ενάγοντες: κ. Φακοντής για Ι. Παπαζαχαρία Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι Εναγόμενοι (στο εξής οι Αιτητές) αιτούνται διατάγματος με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η απόφαση, η οποία εκδόθηκε εναντίον τους, στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, στις 25.4.
- Ζητούν επίσης την έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης. Η αίτηση καταχωρήθηκε ως μονομερής στις 31.8.12 και βασίζεται στις Δ.39, Δ.40 Κ.1 και 11, Δ.48 Κ.1-3 και 8(ι)(ιι) και Δ.64 Κ.2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 9 του Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στις αρχές της Επιείκειας, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από την ένορκη δήλωση του Δημήτρη Αχιλλέως διευθυντής των Αιτητών, στην οποία υποστηρίζει τα ακόλουθα: Μετά από ενημέρωση που είχε από το Δικαστήριο και συγκεκριµένα από τηλεφωνική επικοινωνία µε δικαστικό επιδότη, ο οποίος τον πληροφόρησε ότι εναντίον των Αιτητών έχει εκδοθεί και εκκρεµεί η εκτέλεση εντάλµατος κατάσχεσης κινητών, διαπίστωσε ότι οι Καθ' ων η αίτηση είχαν εκδόσει εναντίον των Αιτητών απόφαση στις 25.4.12, μετά από µονοµερή αίτηση λόγω µη καταχώρησης σηµειώµατος εµφάνισης. Η εν λόγω αγωγή ουδέποτε επιδόθηκε στους Αιτητές ούτε στον ίδιο αλλά ούτε και σε αξιωµατούχο των Αιτητών ή οποιοδήποτε υπάλληλο και/ή γραµµατέα. Ουδέποτε τους επιδόθηκε νοµότυπα και ούτε έλαβαν γνώση της αγωγής πριν την πιο πάνω αναφερόμενη ενημέρωση που είχε από το Δικαστήριο. Αν επιδιδόταν νομότυπα και κανονικά η αγωγή και ακόμα αν ο ίδιος λάμβανε γνώση αυτής με βεβαιότητα θα καταχωρούσαν σημείωμα εμφάνισης και υπεράσπιση και θα εμφανίζονταν γιατί έχουν καλή υπεράσπιση. Με τους Ενάγοντες (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση) είναι η πρώτη φορά που συναλλάσσονται και µάλιστα στα πλαίσια της συναλλαγής τους εκδόθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση τιµολόγιο προς τους Αιτητές πληρωμής ποσού για την συμφωνία πώλησης επτά ψησταριών, το οποίο τιμολόγιο οι Αιτητές ενημέρωσαν τους Καθ' ων η αίτηση ότι δεν προτίθενται να πληρώσουν και µάλιστα ολόκληρο το ποσό για λόγους σηµαντικούς τους οποίους και εξήγησαν στους Καθ' ων η αίτηση. Πιο συγκεκριμένα μετά την παραλαβή των ψησταριών οι Αιτητές προχώρησαν στην πώληση και εφαρµογή µιας από τις τρεις ψησταριές. Με την ολοκλήρωση των εργασιών ο πελάτης των Αιτητών, δυσαρεστηµένος, τους πληροφόρησε ότι δεν ήθελε την ψησταριά γιατί ενώ πλήρωσε για ψησταριά µε όλα τα έξτρα µέρη, µε την εφαρµογή της συγκεκριµένης ψησταριάς, δεν εφαρµόστηκαν οι σούβλες-σµίλες. Οι Αιτητές στη συνέχεια έκφρασαν τη δυσαρέσκεια τους στους Καθ' ων η αίτηση και ζήτησαν είτε να τους προµηθεύσουν µε τα µέρη της ψησταριάς που έλειπαν και είχαν συµφωνηθεί ότι θα υπήρχαν και µάλιστα χωρίς επιπλέον επιβάρυνση είτε να τους επιστρέψουν οι Αιτητές τις κούτες µε τις ψησταριές και να τερµατιστεί η συνεργασίας τους λόγω του ότι οι Καθ' ων η αίτηση τους παρέδωσαν ψησταριές τις οποίες δεν παρήγγειλαν. Οι Καθ' ων η αίτηση αρνήθηκαν να προβούν σε οποιοδήποτε συµβιβασµό ή εναλλακτική πρόταση και απαίτησαν την πληρωµή όλου του ποσού. Μάλιστα είπαν στους Αιτητές ότι και εκείνοι παραπλανήθηκαν και/ή ξεγελάστηκαν και/ή συγκεκριµένα "την έπαθαν" από τους εξαγωγείς στην Ελλάδα που τους προµήθευαν τις εν λόγω ψησταριές και ότι επιµένουν να ζητούν το αντίτιµο ποσό για την πώληση των ψησταριών. Στη συνέχεια οι Αιτητές αφού έκφρασαν τους λόγους αρνήσης τους να προχωρήσουν στην πληρωµή ολόκληρου του ποσού και για να µην δηµιουργήσουν περαιτέρω προβλήµατα στη συνεργασία τους με τον πελάτη στον οποίο είχαν εφαρμόσει την πρώτη ψησταριά, προχώρησαν στην αγορά των επιπλέον μερών της ψησταριάς, τα οποία έλειπαν από την κούτα με την παραλαβή των επτά ψησταριών και την καταβολή του ποσού για την αγορά αυτών των µερών, προς ζηµία τους. Προχώρησαν στην αγορά αυτή µε την πεποίθηση ότι θα βρεθεί εν τέλη λύση για το πρόβληµα µε τις ψησταριές σε µεταγενέστερο χρόνο και ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν θα συνεχίσουν να εµµένουν στην αδιάλλακτη και αδικαιολόγητη στάση που κρατούσαν αλλά αντίθετα αφού δεν τους παρέδωσαν όλα τα εξαρτήµατα των ψησταριών τα οποία είχαν συμφωνήσει ότι υπήρχαν και στις συζητήσεις τους αποδέχονταν ότι δεν τους παρέδωσαν ολοκληρωµένες ψησταριές ως η συµφωνία τους, ήταν λογικό να αφαιρεθεί από την αρχική συµφωνία ένα ποσό που αντιστοιχούσε στα εξαρτήµατα τα οποία δεν παραδόθηκαν και αναγκαστήκαν οι Αιτητές να αγοράσουν επιπλέον. Παρόλα αυτά η στάση των Καθ' ων η αίτηση όχι µόνο δεν άλλαξε αλλά προς έκπληξη του, ενώ ουδέποτε παρέλαβε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε άλλος από την εταιρεία του σχετική αγωγή, ενημερώθηκε ότι όχι µόνο προχώρησαν στην καταχώρηση αγωγής και ότι εκδόθηκε και απόφαση εναντίον τους αλλά και ότι οι Καθ' ων η αίτηση προτίθενται να προβούν σε µέτρα εκτέλεσης. Ως εκ των άνω πιστεύει ότι οι Αιτητές έχουν καλή και βάσιµη υπεράσπιση και µε βάση το νόµο και τη νομολογία είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούµενα διατάγµατα. Στις 4.9.12 που ήταν ορισμένη για πρώτη φορά η αίτηση ζητήθηκε, από τη συνήγορο που εμφανίσθηκε για τους Αιτητές, όπως δοθεί σε αυτούς χρόνος για επίδοση της αίτησης και έτσι η αίτηση ορίσθηκε για επίδοση στις 20.9.
- Στις 20.9.12 εμφανίσθηκαν οι συνήγοροι των Καθ' ων η αίτηση και αφού δέχθηκαν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της αίτησης, όσον αφορά το μέρος της αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, ζήτησαν χρόνο για καταχώρηση σχετικής ένστασης. Η εν λόγω ένσταση καταχωρήθηκε στις 20.11.12 και στηρίζεται στις Δ.5, Δ.39, Δ.40 Κ1 και 11, Δ.48 Κ.1-4 και 8(ι)(ιι) και Δ.64 Κ.2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 9 του Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 2, 102 και 372 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, στις αρχές της Επιείκειας, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
- Η αίτηση δεν έχει έρεισµα στους διαδικαστικούς κανονισµούς και την δικαστηριακή πρακτική και δεν τηρούνται οι νόµιµες προυποθέσεις εγκρίσεως της.
- Οι Αιτητές δεν δίδουν επαρκή και/ή λογική δικαιολογία για την µη καταχώρηση σηµειώµατος εµφάνισης, αλλά ούτε επαρκή και/ή λογική δικαιολογία για την µη έγκαιρη λήψη µέτρων από την έκδοση της απόφασης.
- Η αίτηση δεν υποβάλλεται µε καλή πίστη αλλά αποσκοπεί στην παρέλκυση της δικαστικής διαδικασίας.
- Οι λόγοι που επικαλούνται οι Αιτητές για την επιτυχία της αίτησης είναι γενικοί και αόριστοι.
- Ενδεχόµενη έγκριση της αίτησης αποστερεί τους Καθ' ων η αίτηση από κεκτηµένα δικαιώµατα.
- Οι Αιτητές δεν αποκαλύπτούν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση που να δικαιολογεί τον παραµερισµό της απόφασης.
- Τα όσα αναφέρει ο διευθυντής των Αιτητών στην ένορκη δήλωση του αποτελούν εκ των υστέρων ισχυρισµούς για αποφυγή αντιµετώπισης των συνεπειών από την έκδοση απόφασης εναντίον τους.
- Η επlδοση του κλητηρίου εντάλµατος είναι νοµότυπη και σύµφωνα µε τους θεσµούς και τις πρόνοιες του περί Eταιρειών Νόµου.
- Οι Αιτητές έλαβαν γνώση της εγερθείσας αγωγής και η άρνηση αυτού του γεγονότος είναι εκ των υστέρων σκέψη για αποφυγή των συνεπειών.
- Η απόφαση εκδόθηκε καθόλα νοµότυπα. Η ένσταση συνοδεύεται από δύο ένορκες δηλώσεις. Η πρώτη γίνεται από τον Ηλία Ζάγγουλο, υπάλληλο των Καθ' ων η αίτηση και η δεύτερη από την Στέλλα Κλεάνθους, δικηγόρο στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Καθ' ων η αίτηση. Ο Ηλία Ζάγγουλος στη δική του ένορκη δήλωση κατ' αρχήν δηλώνει ότι διαφωνεί με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Δημήτρη Αχιλλέως, η οποία στηρίζει την αίτηση. Αναφέρει δε ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αφορούσε υπόλοιπο οφειλόµενο ποσό κατάστασης λογαριασµού ύψους €8,088.64 πλέον τόκους προς 9% επί του ποσού αυτού, το οποίο προέκυψε δυνάµει παραδεδεγµένων τιµολογίων στα πλαίσια της συνεργασίας των Καθ' ων η αίτηση με τους Αιτητές και την παροχή οικοδοµικών υλικών και υπηρεσιών προς αυτούς. Οι Αιτητές και/ή άλλο εξουσιοδοτηµένο από αυτούς πρόσωπο ουδέποτε διαµαρτυρηθηκαν και/ή διατύπωσαν οποιοδήποτε γραπτό και/ή προφορικό παράπονο για την ποιότητα των υλικών µε τα οποία οι Καθ' ων η αίτηση τους προµήθευσαν. Αντιθέτως οι Αιτητές αποδέχτηκαν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες ανεπιφύλακτα υπογράφοντας τα σχετικά τιµολόγια που εκδόθησαν προς αυτό. Τα όσα αναφέρει ο διευθυντής των Αιτητών στην ένορκη δήλωση του αποτελούν τεχνάσµατα και εκ των υστέρων ισχυρισµούς για να αποφύγουν τις συνέπειες από την έκδοση της απόφασης εναντίον τους και την λήψη µέτρων προς επανάκτηση του οφειλόµενου ποσού. Λόγω της παράλειψης των Αιτητών να προβούν σε εξόφληση του ποσού και µετά από τις επανειληµµένες οχλήσεις των Καθ' ων η αίτηση οι τελευταίοι προώθησαν την υπόθεση στους δικηγόρους τους προς λήψη δικαστικών μέτρων. Οι δικηγόροι των Καθ' ων η αίτηση απέστειλαν προειδοποιητική επιστολή και λόγω µη ανταπόκρισης των Αιτητών προχώρησαν σε καταχώρηση της παρούσας αγωγής την 1.8.11 και ευθύς αποστάληκε σε ιδιωτικό επιδότη στην Επαρχία Λεµεσού για επίδοση. Επίσηµο αντίγραφο της αγωγής επιδόθηκε στα γραφεία των Αιτητών στις 19.9.
- Επιπρόσθετα επίσηµο αντίγραφο της αγωγής επιδόθηκε ξανά στα γραφεία των Αιτητών καθότι την πρώτη φορά η αγωγή είχε ληφθεί από άτοµο το οποίο είχε αρνηθεί να υπογράψει για την παραλαβή της. Οι Αιτητές ψευδώς αναφέρουν ότι ουδέποτε έλαβαν γνώση της αγωγής και ότι αν γνώριζαν θα καταχωρούσαν σηµείωµα εµφάνισης και σκοπός τους είναι να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Οι Αιτητές αποκρύπτουν ότι έλαβαν γνώση της έγερσης της αγωγής καθότι επικοινώνησαν µε δικηγόρο στην Επαρχία Λεµεσού, τον οποίο και είχαν εξουσιοδοτήσει να χειριστεί την υπόθεση και ο οποίος επικοινώνησε με τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση προκειµένου να τους ενηµερώσει για τον χειρισµό της υπόθεσης από αυτόν. Περαιτέρω έχει διέλθει αρκετό χρονικό διάστηµα από την επίδοση της αγωγής και την έκδοση απόφασης εναντίoν των Αιτητών και αυτοί δεν προβάλουν τέτοιους ισχυρισµούς που να δικαιολογούν τον παραµερισµό της. Η αίτηση δεν εξυπηρετεί το συµφέρον της Δικαιοσύνης και επιτυχία της θα δηµιουργήσει αδικία καθώς και βλάβη στα συµφέροντα των Καθ' ων η αίτηση. Ενδεχόµενη αποδοχή της αίτησης στερεί τους Καθ' ων η αίτηση από τα δικαιώµατα και εξασφαλίσεις που απορρέουν από την εκδοθείσα απόφαση ηµεροµηνίας 25.4.12, η οποία εκδόθηκε νοµότυπα και αφότου όλα τα εµπλεκόµενα µέρη έλαβαν γνώση της διαδικασίας. Οι Αιτητές απλά επέδειξαν πλήρη αδιαφορία για την τύχη της αγωγής, η οποία προσλαµβάνει την µορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας καθώς και των δικαιωµάτων των Καθ' ων η αίτηση. Λαµβανοµένου υπόψη του υπέρµετρα µεγάλου χρονικού διαστήµατος που οι Αιτητές αδικαιολόγητα άφησαν να διαρρεύσει µέχρι σήµερα σε συνδυασµό µε αναληθείς ισχυρισµούς τους σε σχέση µε την επίδοση της αγωγής και την µη γνώσης της εκδοθείσας απόφασης, πρέπει να υπερισχύσει η ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας της απόφασης. Ως εκ των άνω ζητά εν κατακλείδι απόρριψη της αίτησης µε έξοδα. Στη δική της ένορκη δήλωση η Στέλλας Κλεάνθους αναφέρει ότι κατά τον Ιούλιο του 2011 οι δικηγόροι των Καθ' ων η αίτηση έλαβαν οδηγίες από τους τελευταίους όπως αποστείλουν προειδοποιητική επιστολή στους Αιτητές για ανάκτηση οφειλόµενου ποσού ύψους €8,088.64 πλέον τόκους προς 9% λόγω παράλειψης εξόφλησης του. Ακολουθώντας τις οδηγίες οι συνήγοροι απέστειλαν την εν λόγω επιστολή στην οποία οι Αιτητές ουδέποτε ανταποκρίθηκαν. Λόγω του γεγονότος αυτού κατά την 1.8.11 καταχωρήθηκε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Με την καταχώρηση του κλητήριου εντάλµατος επίσηµο αντίγραφο αυτού αποστάληκε σε ιδιώτη επιδότη στην Επαρχία Λεµεσού για την επίδοση της αγωγής στα γραφεία των Αιτητών. Στις 19.9.11 επίσηµο αντίγραφο αυτής επιδόθηκε στα γραφεία των Αιτητών αφήνοντας την σε άτοµο το οποίο αρνήθηκε να υπογράψει. Στις 6.10.11 η Κλεάνθους έλαβε τηλεφώνηµα από τον Ευρυπίδη Αντωνιάδη, δικηγόρο από την Επαρχία Λεµεσού, ο οποίος την πληροφόρησε ότι είχε επικοινωνία µε τους Αιτητές, οι οποίοι τον εξουσιοδότησαν να εµφανιστεί εκ µέρους τους στην διαδικασία και ταυτόχρονα την παρακάλεσε όπως του δοθεί κάποιος χρόνος περίπου 10 ηµερών για να εξασφαλίσει το απαιτούµενο διοριστήριο και να καταχωρήσει σηµείωµα εµφάνισης στην αγωγή. Μετά την πάροδο κάποιων ηµερών η Κλεάνθους προσπάθησε να επικοινωνήσει µε τον συνάδελφο της, χωρίς όµως καµία ανταπόκριση. Για τον λόγο αυτό απέστειλε γραπτή επιστολή ηµεροµηνίας 18.10.11 µε την οποία τον ενηµέρωνε για την µη καταχώρηση εµφάνισης και την καθυστέρηση της διαδικασίας (αντίγραφο της επιστολής και του αποδεικτικού αποστολής της µέσω τηλεµοιότυπου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1). Λόγω της µη υπογραφής για την παραλαβή του κλητηρίου εντάλµατος στις 19.9.11 που έγινε η επίδοση, η Κλεάνθους έδωσε ξανά οδηγίες στον επιδότη να επιδώσει εκ νέου το κλητήριο ένταλµα στα γραφεία των Αιτητών πράγµα το οποίο έγινε στις 9.11.
- Μετά την εκ νέου επίδοση η Κλεάνθους προσπάθησε να έρθει ξανά σε επικοινωνία µε τον συνάδελφο της χωρίς να καταστεί όµως αυτό εφικτό. Για τον λόγο αυτό του απέστειλε νέα επιστολή στις 3.1.12, ενηµερώνοντας τον ότι σε περίπτωση µη ανταπόκρισης εντός των ηµερών θα προχωρούσαν σε καταχώρηση µονοµερούς αίτησης για απόφαση λόγω της παράλειψης των Αιτητών να καταχωρήσουν εµφάνιση (αντίγραφο της επιστολής και του αποδεικτικού αποστολής της µέσω τηλεµοιότυπου επισυνάπτεται Τεκμήριο 2). Ως εκ των άνω καθίσταται σαφές ότι οι Αιτητές ψευδώς αναφέρουν ότι ουδέποτε έλαβαν γνώση της αγωγής και ότι αν γνώριζαν θα καταχωρούσαν σηµείωµα εµφάνισης. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις, χωρίς να προβούν σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι θέσεις τους έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Νομική Πτυχή. Οι αρχές που διέπουν το θέμα του παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε από πρωτόδικο Δικαστήριο έχουν καθορισθεί στην υπόθεση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646 και έχουν υιοθετηθεί και εφαρμόζονται και στην Κυπριακή νομολογία (βλ. Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Constructions and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317 και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204). Η γενική αρχή του Δικαίου όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο Αιτητής πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του να εμφανισθεί (βλ. Phylactou ανωτέρω) και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για ακύρωση της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης μπορεί να αποτελέσουν λόγους για απόρριψη της αίτησης (βλ. Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36). Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, η οποία παρέχεται από τη Δ.17 Κ.10 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, έχει διακριτικό χαρακτήρα. Μέσα στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής εξουσίας του το Δικαστήριο θα πρέπει να ισοζυγίσει δύο παράγοντες θεμελιακούς για την απονομή της δικαιοσύνης ήτοι από τη μια την ανάγκη αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ανάγκη της ταχείας διεκπεραίωσης των διαδικαστικών διαδικασιών. Στην υπόθεση Phylactou ανωτέρω, πέραν των πιο πάνω, προστίθεται ότι «η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας». Το βάρος απόδειξης φέρει σε τέτοιους είδους αιτήσεις ο Εναγόμενος - Αιτητής. Όσον αφορά το θέμα της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης αυτή πρέπει να προκύπτει χωρίς το Δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιαδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού και χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Φραντζής ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις Λτδ)
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094). Στην υπόθεση Phylactou (ανωτέρω) επεξηγήθηκε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ο Αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία που θα συνιστούσαν την υπεράσπιση του. Το αποδεικτικό δε αυτό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών στοιχείων για την εκ πρώτης όψεως υπόθεση έστω και αν αυτή αμφισβητείται με την ένσταση. Η μαρτυρία που πρέπει να προσκομιστεί για το σκοπό αυτό από τον Αιτητή πρέπει να είναι λοιπόν υπό μορφή ένορκης δήλωσης ή άλλης έγγραφης μαρτυρίας που να επισυνάπτεται σε αυτήν, χωρίς προφορική μαρτυρία αλλά βεβαίως με δικαίωμα αντεξέτασης με βάση τη Δ.39 Κ.1 (βλ. Evans ανωτέρω και Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 736). Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν υποδηλούν την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Χρειάζεται δηλ. κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση μιας εκδοχής από τον Αιτητή διαφορετικής από αυτή του Καθ' ου η αίτηση. Πρέπει να προσκομιστούν κάποια αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία εξυπακούεται ότι πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα αποδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σε αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών (βλ. Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793). Στην υπόθεση Λυσιώτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1Α Α.Α.Δ. 364 με αναφορά στη σχετική νομολογία έχει αναφερθεί ότι το «απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση» (βλ. και Phylactou ανωτέρω). Συνεπώς προκύπτει από τη νομολογία ότι με μόνη την αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένος ο παραμερισμός της απόφασης. Η αίτηση μπορεί να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης. Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του. Το γεγονός πως ένας Αιτητής δίνει απλώς κάποια εξήγηση δεν συνιστά ικανοποιητική δικαιολογία. Ο Αιτητής έχει το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί (βλ. Miluca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941, Κουμουλή ν. Yasmingh κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφόρου κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας
(2000)1 Α.Α.Δ. 86 και Φραντζής ανωτέρω). Στην Μουγής ν. Σπανούδη
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 997 το σχετικό αίτημα είχε εξεταστεί και από τη σκοπιά του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Στην εν λόγω απόφαση με αναφορά και στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία έχει διαμορφωθεί κατά την ερμηνεία του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το οποίο αντιστοιχεί με το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, με την οποία ταυτίζεται και η δική μας νομολογία, αναφέρεται ότι το δικαίωμα, του αιτούμενου τον παραμερισμό μιας απόφασης, να ακουσθεί διασφαλίζεται από το άρθρο 30.3 (β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο, το οποίο διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το οποίο συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας. Ο σκοπός της σχετικής διασφάλισης είναι να προστατεύσει τους διαδίκους από υπερβολικές διαδικαστικές καθυστερήσεις και η εν λόγω διασφάλιση υπογραμμίζει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις, οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της. Αναφέρεται τέλος στην εν λόγω απόφαση ότι τα Δικαστήρια δεν απαλλάσσονται από την ευθύνη να διασφαλίσουν τα πιο πάνω παρά το ότι υπεύθυνοι για την πρόοδο της πολιτικής διαδικασίας είναι οι διάδικοι. Πριν προχωρήσω στην ουσία της αίτησης θα πρέπει να εξετασθεί η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη. Η ορθή νομική βάση για τον παραμερισμό απόφασης, η οποία εκδόθηκε συνεπεία παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης, ως έχει προαναφερθεί, είναι η Δ.17 Κ.10. Ως φαίνεται από τη νομική βάση της παρούσας αίτησης οι Αιτητές δεν παρέθεσαν εκεί την εν λόγω διαταγή. Αντίθετα εκεί παραθέτουν τις Δ.39, Δ.40 Κ.1 και 11, Δ.48 και Δ.64 Κ.2, οι οποίες αφορούν άλλα θέματα και δεν αναφέρονται σε οποιαδήποτε εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, ως είναι το αίτημα στην παρούσα. Ως έχει λεχθεί στην Bank for Foreign Trade of Russian Federation "Vneshtorgbank" v. ICC Chemicals (U.K.) Ltd
(1999)1Γ Α.Α.Δ 1728 η παράλειψη αναφοράς συγκεκριμένου άρθρου της νομοθεσίας σε αίτηση βάσει της Δ.48 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά μη συμμόρφωση προς τους Θεσμούς αλλά συνιστά παράλειψη στήριξης της αίτησης στο συγκεκριμένο άρθρο. Η μη αναφορά όμως έστω της Δ.17 γενικά ή άλλης διάταξης, η οποία παρέχει θεραπεία όπως την αιτούμενη, καθιστά κατά την κρίση μου την παρούσα αίτηση στερούμενη του ορθού δικονομικού πλαισίου το οποίο να τυγχάνει εφαρμογής στα επίδικα θέματα και συνεπώς αυτή κρίνεται ως νόμω αβάσιμη. Ακόμη όμως και εάν η μη αναφορά της ορθής δικονομικής βάσης στην παρούσα εθεωρείτο ως απλή παρατυπία, η οποία θα μπορούσε να θεραπευθεί δυνάμει της Δ.64 και πάλι η αίτηση δεν θα μπορούσε να διασωθεί καθότι όχι μόνο οι Καθ' ων η αίτηση δεν παραιτήθηκαν από το δικαίωμα που τους παρέχεται λόγω της παρατυπίας αλλά και οι Αιτητές ουδέποτε έλαβαν οποιοδήποτε μέτρο για θεραπεία αυτής (βλ. Πετρίχου ν. Χ΄΄ Ιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81 Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Αρ. 2)
(2009)1Α Α.Α.Δ 356 και Αρέστη ν. Ερμογένους (Κοκόνα), Πολιτική Έφεση Αρ. 41/2008, ημερ. 25.11.10). Παρά το ότι η πιο πάνω κρίση μου σφραγίζει μοιραία την τύχη της αίτησης εντούτοις για σκοπούς πληρότητας της απόφασης θα εξετάσω και την ουσία αυτής. Το πρώτο θέμα το οποίο πρέπει να εξεταστεί, στα πλαίσια αυτά, είναι το κατά πόσο οι Αιτητές έχουν αποκαλύψει στο δέοντα βαθμό ότι έχουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται ότι η αξίωση των Εναγόντων είναι για το οφειλόμενο υπόλοιπο των €8,088.64, δυνάμει τιμολογίων και/ή τρεχούμενου λογαριασμού από την παροχή υπηρεσιών και/ή οικοδομικών υλικών και/ή άλλων εμπορευμάτων που πωλήθηκαν στους Εναγόμενους έναντι συμφωνημένου και/ή εύλογου τιμήματος, σύμφωνα με τις καταχωρήσεις των Εναγόντων στα βιβλία τους κατά τα έτη 2010-2011. Περαιτέρω αναφέρεται ότι η αξίωση διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα είναι για το εν λόγω υπόλοιπο δυνάμει παραδεδεγμένων τιμολογίων και/ή τιμολογίων. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά αναφέρεται ότι οι Εναγόμενοι ωφελήθηκαν από τα πωληθέντα εμπορεύματα χωρίς χαριστική πρόθεση εκ μέρους των Εναγόντων και πλούτισαν εις βάρος των τελευταίων αδικαιολόγητα για το εν λόγω ποσό. Οι Ενάγοντες όχλησαν επανηλειμμένα τους Εναγόμενους για την πληρωμή του πιο πάνω ποσού τόσο προφορικά όσο και γραπτά με επιστολή ημερ. 1.7.11 αλλά οι Εναγόμενοι αρνούνται και/ή αμελούν και/ή παραλείπουν να καταβάλουν το οφειλόμενο ποσό. Οι σχετικοί ισχυρισμοί των Αιτητών έχουν ήδη αναφερθεί ανωτέρω. Οι Καθ' ων η αίτηση με την ένορκη δήλωση του Ηλία Ζάγγουλου αρνούνται ουσιαστικά τους ισχυρισμούς αυτούς. Είναι σαφές δε ότι δεν τίθεται θέμα απόδειξης των ισχυρισμών του Αιτητή ούτε και αξιολόγησης της μαρτυρίας με σκοπό την κατάρριψη αντιφατικών ισχυρισμών ή διαπίστωση γεγονότων στο στάδιο αυτό (βλ. Σ.Π.Ε. Παλλουριώτισσας ν. Δέσποινας Αρτέμη
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1762). Παρόλα αυτά, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, για να αποδείξουν οι Αιτητές την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης στην παρούσα χρειάζεται κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση μιας εκδοχής. Έχοντας λοιπόν υπόψη τα ανωτέρω, από τα όσα παρέθεσαν οι Αιτητές παρατηρούνται τα ακόλουθα: Στα πλαίσια της εκδοχής τους αναφέρονται κατ' αρχήν στην ύπαρξη μεταξύ αυτών και των Καθ' ων η αίτηση συγκεκριμένης συμφωνίας πώλησης επτά ψησταριών. Σε σχέση δε με τον αριθμό των αγορασθέντων ψησταριών πρέπει να λεχθεί ότι σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του Αχιλλέως αναφέρει ότι αργότερα πώλησαν σε πελάτη τους μια εκ των τριών (όχι επτά) ψησταριών. Εν πάση δε περιπτώσει ενώ δεν αναφέρουν κατά πόσο η συμφωνία αγοράς των ψησταριών ήταν προφορική, δεν προσκόμισαν οποιοδήποτε αντίγραφο τέτοιας συμφωνίας ή οποιαδήποτε άλλα στοιχεία που να καταδεικνύουν την ύπαρξη αυτής. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι στα πλαίσια της εν λόγω συμφωνίας οι Καθ' ων η αίτηση εξέδωσαν και σχετικό τιμολόγιο το οποίο μάλιστα, ως οι ίδιοι περαιτέρω ισχυρίζονται, ενημέρωσαν τους Καθ' ων η αίτηση ότι δεν προτίθενται να πληρώσουν ολόκληρο το ποσό. Και πάλιν όμως δεν προσκόμισαν στα πλαίσια της παρούσας έστω αντίγραφο του εν λόγω τιμολογίου ούτε και οτιδήποτε που να δείχνει την εν λόγω άρνηση τους για πληρωμή ενώ δεν αναφέρουν και ποιο ήταν το ποσό που προτίθεντο να πληρώσουν. Κανένα δε στοιχείο δεν παραθέτουν επίσης που να δείχνει την από αυτούς ισχυριζόμενη πώληση μιας εκ των αναφερόμενων ψησταριών σε πελάτη τους αλλά και τη δήλωση αυτού ότι δεν ήθελε την ψησταριά γιατί δεν εφαρµόστηκαν σε αυτήν οι σούβλες-σµίλες. Ενώ δε ισχυρίζονται περαιτέρω ότι μετά από αυτό έκφρασαν τη δυσαρέσκεια τους στους Καθ' ων η αίτηση και ζήτησαν είτε να τους προµηθεύσουν µε τα µέρη της ψησταριάς που έλειπαν και είχαν συµφωνηθεί ότι θα υπήρχαν χωρίς επιπλέον επιβάρυνση είτε να τους επιστρέψουν τις ψησταριές και να τερµατιστεί η συνεργασίας τους γιατί δεν τους παραδόθηκαν οι ψησταριές που παρήγγειλαν και πάλι ούτε για αυτό παρουσίασαν οποιαδήποτε στοιχεία όπως για παράδειγμα κάποια επιστολή αλλά ούτε και την παραγγελία που έκαναν. Αποδεικτικά στοιχεία δεν παρουσιάσθηκαν ούτε για την άρνηση των Καθ' ων η αίτηση να προβούν σε οποιοδήποτε συµβιβασµό ή εναλλακτική πρόταση και την απαίτηση για όλου του ποσού ούτε για το ότι δήλωσαν ότι και εκείνοι παραπλανήθηκαν και/ή ξεγελάστηκαν από τους εξαγωγείς στην Ελλάδα. Δεν είναι πειστική δε η θέση, η οποία και πάλι είναι εντελώς ανυποστήριχτη, ότι ενώ οι Καθ' ων η αίτηση ήταν κατηγορηματικοί ως προς τα πιο πάνω και οι Αιτητές έκφρασαν τους λόγους άρνησης τους να προχωρήσουν στην πληρωµή ολόκληρου του ποσού εντούτοις προχώρησαν στην αγορά των επιπλέον μερών της ψησταριάς, τα οποία έλειπαν και μάλιστα ότι πλήρωσαν για αυτά, για να μη δημιουργήσουν δήθεν προβλήµατα στη συνεργασία με τον πελάτη τους στον οποίο είχαν πωλήσει μια ψησταριά και έχοντας την πεποίθηση ότι θα βρεθεί εν τέλη λύση για το πρόβληµα µε τις ψησταριές σε µεταγενέστερο χρόνο. Προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω ότι ενώ οι Αιτητές θέτουν σωρεία ισχυρισμών στους οποίους στηρίζουν την εκδοχή τους και τη θέση τους για ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης και ενώ λογικά θα αναμενόταν ότι τουλάχιστον για κάποιους εξ αυτών θα είχαν κάποια στοιχεία εντούτοις δεν παρέθεσαν κανένα ίχνος υποστηρικτικού στοιχείου για κανένα ισχυρισμό τους. Όλοι λοιπόν οι ισχυρισμοί των Αιτητών στους οποίους στηρίζουν την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης παρέμειναν απλοί ισχυρισμοί, στερούμενοι της απαραίτητης πειστικότητας και στοιχειοθέτησης ώστε να μην επιτρέπουν κατά την κρίση μου τη θεμελίωση εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης (βλ. Γεωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείο Κώστα Παύλου & Σια Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1101). Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω κρίνω ότι οι Αιτητές έχουν αποτύχει να αποκαλύψουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θα προχωρήσω και στην εξέταση του θέματος της παράλειψης ή μη των Αιτητών να εμφανιστούν καθώς επίσης και της καθυστέρησης τους ή μη να προωθήσουν την παρούσα αίτηση. Για το σκοπό δε αυτό κρίνω ότι είναι αναγκαίο όπως προβώ σε μια αναδρομική μελέτη του φακέλου της υπόθεσης. Από την εξέταση του φακέλου της υπόθεσης προκύπτουν λοιπόν τα ακόλουθα: Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε την 1.8.
- Στο φάκελο υπάρχει ένορκη δήλωση επίδοσης ημερ. 20.9.11 στην οποία αναφέρεται ότι αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος αφέθηκε στις 19.9.11 στο εγγεγραμμένο γραφείο των Αιτητών στην παρουσία της Δάκιας Χαραλάμπους, η οποία το παρέλαβε αλλά αρνήθηκε να το υπογράψει. Περαιτέρω στο φάκελο υπάρχει και ένορκη δήλωση επίδοσης ημερ. 10.11.11 στην οποία αναφέρεται ότι αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος αφέθηκε στις 9.11.11 στο εγγεγραμμένο γραφείο των Αιτητών έναντι της υπογραφής της Έλενας Αχιλλέως. Επί του ίδιου του αντιγράφου του κλητηρίου είναι γραμμένο ολογράφως με στυλό το όνομα Έλενα Αχιλλέως. Στις 30.3.12 οι Ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση για απόφαση εναντίον των Αιτητών λόγω μη καταχώρησης από αυτούς σημειώματος εμφάνισης. Στη βάση της πιο πάνω αίτησης και της ένορκης δήλωσης που την υποστήριζε εκδόθηκε στις 25.4.12 εναντίον των Αιτητών, η απόφαση της οποίας με την παρούσα ζητείται ο παραμερισμός. Η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε ως προαναφέρθηκε στις 31.8.
- Σε σχέση με το κατά πόσο καθυστέρησαν στην προώθηση της παρούσας διαδικασίας πρέπει να λεχθεί ότι οι Αιτητές αναφέρουν γενικά και αόριστα, όσον αφορά το χρόνο, ότι ενημερώθηκαν, μέσω του διευθυντή τους, από δικαστικό επιδότη, για το ότι εκκρεμεί εναντίον τους η εκτέλεση εκδοθέντος εντάλµατος κατάσχεσης κινητών και μετά από αυτό διαπίστωσαν ότι είχε εκδοθεί η επίδικη απόφαση. Δεν αναφέρουν δηλ. πότε είχαν αυτή την ενημέρωση καθώς και πότε διαπίστωσαν ότι είχε εκδοθεί η απόφαση ώστε να διαπιστωθεί ο χρόνος που παρήλθε μέχρι την καταχώρηση της παρούσας και αν η καθυστέρηση στην καταχώρηση της ήταν δικαιολογημένη. Συνεπώς ως προς το θέμα αυτό κρίνω ότι οι Αιτητές δεν απέσεισαν το βάρος απόδειξης του ότι δεν υπήρξε μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Όσον αφορά την παράλειψη των Αιτητών να εμφανισθούν στην αγωγή αυτοί ισχυρίζονται ότι η αγωγή ουδέποτε επιδόθηκε σε αυτούς ούτε στον διευθυντή αυτών αλλά ούτε και σε άλλο αξιωµατούχο ή οποιοδήποτε υπάλληλο και/ή γραµµατέα τους και ότι ουδέποτε τους επιδόθηκε νοµότυπα και ούτε έλαβαν γνώση αυτής πριν την πιο πάνω αναφερόμενη ενημέρωση που είχαν από το Δικαστήριο. Σε σχέση με την επίδοση σε νομικά πρόσωπα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Στην J. Z. Classic Music Pro Ltd v. Alkadia Music Land Ltd
(2002)1Β Α.Α.Δ 1151 το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως η επίδοση στην εναγόμενη εταιρεία ήταν νομότυπη, εφόσον έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 372 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 σε συνδυασμό με τη Δ.5 Κ.7 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και απέρριψε αίτηση επαναφοράς. Ο δικηγόρος της εφεσείουσας υποστήριξε και κατ' έφεση ότι η επίδοση στο εγγεγραμμένο γραφείο της εφεσείουσας ήταν παράτυπη και κακή, γιατί δεν έγινε σε κάποιο αξιωματούχο της ώστε να λάβει γνώση της εναντίον της αγωγής. Ισχυρίστηκε επίσης πως το γεγονός ότι ο επιδότης άφησε το κλητήριο ένταλμα στο εγγεγραμμένο γραφείο της εφεσείουσας τούτο δεν συνιστά καλή επίδοση. Προς υποστήριξη της θέσης του ο δικηγόρος επικαλέσθηκε την απόφαση στην Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 4. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού αναφέρθηκε στην εν λόγω απόφαση και εξήγησε πως διαφοροποιείτο από την υπό κρίση υπόθεση απέρριψε την έφεση επικυρώνοντας ουσιαστικά την πρωτόδικη απόφαση. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Πράγματι στην πιο πάνω υπόθεση το Εφετείο (Νικήτας, Νικολαΐδης, Κραμβής Δ.Δ.) αφού αναφέρθηκε σε αριθμό πρωτοδίκων αποφάσεων δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις οποίες εκφράστηκε η άποψη πως οι κανόνες που ρυθμίζουν την επίδοση δικαστικών εγγράφων, ιδιαίτερα αυτοί που θεσπίστηκαν πριν από το Σύνταγμα και ισχύουν, δέον να εφαρμόζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να συνάδουν με τις διατάξεις του άρθρου 30.3.(α) και (β) του Συντάγματος, που διασφαλίζουν πως ο καθένας έχει το δικαίωμα να πληροφορείται τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλλει την υπόθεση του. Το ουσιαστικό μέρος της απόφασης, που εξέδωσε ο Νικήτας, Δ., έχει ως εξής: «Δεν αμφιβάλλουμε για την ορθότητα των παραπάνω πρωτόδικων αποφάσεων και ότι το ζήτημα της κανονικής επίδοσης κλητηρίου σε αγωγή βάσιμα έχει συσχετισθεί με το άρθρο 30.3(α) και (β), θα προσθέταμε, του Συντάγματος. Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότης να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Το άρθρο 30.3
(1)και (β) περιλαμβάνεται στο χάρτη των «θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών» του Συντάγματος. Ο δικηγόρος της εφεσίβλητης επέμεινε στην ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης. Δεν μας κάλεσε να εκφράσουμε διαφορετική άποψη από αυτή που εκφράζεται στην πιο πάνω απόφαση. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όμως έχουν μια καίρια και ουσιαστική διαφορά από εκείνα στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 4. Στην τελευταία ρητά αναφέρεται πως ο επιδότης άφησε το κλητήριο ένταλμα στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη παραλαβής του, ενώ εδώ υπάρχει υπογραφή παραλαβής του κλητηρίου εντάλματος από πρόσωπο που βρισκόταν στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, τούτο δε επιμαρτυρείται και από τον επιδότη». Στην παρούσα, ως έχει προαναφερθεί, αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος παραλήφθηκε στις 19.9.11 από συγκεκριμένο πρόσωπο στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας (δηλ. των Αιτητών), το οποίο πρόσωπο αρνήθηκε να το υπογράψει. Περαιτέρω άλλο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος αφέθηκε στις 9.11.11 στο εγγεγραμμένο γραφείο των Αιτητών έναντι της υπογραφής άλλου συγκεκριμένου προσώπου. Τούτων λοιπόν δεδομένων και λαμβάνοντας υπόψην την πιο πάνω σχετική νομολογία κρίνω ότι έγινε νομότυπη επίδοση της αγωγής στους Αιτητές. Περαιτέρω ως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της Στέλλας Κλεάνθους και δεν έχει αμφισβητηθεί από τους Αιτητές, στις 6.10.11 δηλ. μετά την πρώτη επίδοση του κλητηρίου η Κλεάνθους έλαβε τηλεφώνημα από συγκεκριμένο δικηγόρο, ο οποίος την πληροφόρησε ότι είχε επικοινωνία µε τους Αιτητές, οι οποίοι τον εξουσιοδότησαν να εµφανιστεί εκ µέρους τους στην διαδικασία και την παρακάλεσε όπως του δοθεί χρόνος περίπου 10 ηµερών για να εξασφαλίσει το απαιτούµενο διοριστήριο και να καταχωρήσει σηµείωµα εµφάνισης στην αγωγή. Μετά την πάροδο κάποιων ηµερών η Κλεάνθους προσπάθησε να επικοινωνήσει µε τον συνάδελφο της εκ νέου χωρίς όµως καµία ανταπόκριση. Ενημέρωσε δε τον εν λόγω δικηγόρο με γραπτή επιστολή ηµεροµηνίας 18.10.11 για την µη καταχώρηση εµφάνισης και την καθυστέρηση της διαδικασίας. Αλλά και μετά την δεύτερη επίδοση της αγωγής η Κλεάνθους προσπάθησε να έρθει ξανά σε επικοινωνία µε τον συνάδελφο της χωρίς αποτέλεσμα και του απέστειλε νέα επιστολή στις 3.1.12, ενηµερώνοντας τον ότι σε περίπτωση µη ανταπόκρισης εντός των ηµερών θα προχωρούσαν σε καταχώρηση µονοµερούς αίτησης για απόφαση. Η γνώση λοιπόν των Αιτητών για την ύπαρξη της εναντίον τους αγωγή προκύπτει όχι μόνο από το ότι τους έγινε νομότυπη επίδοση αυτής αλλά και από το γεγονός ότι, μετά την παραλαβή αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος από συγκεκριμένο πρόσωπο στο εγγεγραμμένο γραφείο των Αιτητών στις 19.9.11, δικηγόρος επικοινώνησε με τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση και τους ενημέρωσε ότι θα καταχωρούσε σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή. Από την ανάγνωση δε της Δ.17, η οποία αφορά την παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης και την έκδοση απόφασης συνεπεία της παράλειψης αυτής, προκύπτει ότι οποιοδήποτε πρόσωπο λάβει γνώση του κλητηρίου εντάλματος θα πρέπει να καταχωρήσει το ενδεδειγμένο σημείωμα εμφάνισης. Οι Αιτητές στην παρούσα παρά το ότι έλαβαν γνώση της εν λόγω αγωγής, χωρίς οποιαδήποτε δικαιολογία, παρέλειψαν να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης. Η συμπεριφορά τους αυτή κρίνω λοιπόν ότι καταδεικνύει εκ μέρους τους αδικαιολόγητη αδιαφορία για την εναντίον τους αγωγή και υπό τις περιστάσεις προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των αντιδίκων τους. Αυτό αποτελεί σύμφωνα με τη σχετική νομολογία βάσιμο λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού ακόμη και στις περιπτώσεις που αποδεικνύεται η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, κάτι που εν πάση περιπτώσει δεν αποδείχθηκε στην παρούσα. Καταληκτικά ενόψει των ανωτέρω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση - Εναγόντων και εναντίον των Αιτητών - Εναγομένων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Αίτηση παραμερισμού απόφασης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο