← Κύπρος

Ευάγγελος Ευαγγέλου ν. Μαρία Θεοφίλου, Αρ. Αγωγής: 709/11, 30/1/2013

Ευάγγελος Ευαγγέλου ν. Μαρία Θεοφίλου, Αρ. Αγωγής: 709/11, 30/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 709/11 Μεταξύ: Ευάγγελος Ευαγγέλου Ενάγοντα και Μαρία Θεοφίλου Εναγόμενης Αίτηση τροποποίησης ημερ. 15.10.12 Ημερομηνία: 30.1.2013 Για Αιτητές: κ Ν. Μάντης για Μάντης & Αθηνοδώρου. Για Καθ' ης η αίτηση: κ. Π. Μιχαηλίδης για Ν.Ε. Νεοκλέους Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση του Ενάγοντα εναντίον των Εναγόμενης, ως φαίνεται από την έκθεση απαίτησης, στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή είναι για το ποσό των €8,543, πλέον νόμιμους τόκους και έξοδα. Το εν λόγω ποσό αξιώνεται ως δάνειο το οποίο δόθηκε στην Εναγόμενη, περί το τέλος του 2005 κα/ή αρχές του 2006, χωρίς χαριστική πρόθεση και το οποίο η Εναγόμενη δεν εξόφλησε παρά τις οχλήσεις του Ενάγοντα. Η εν λόγω αγωγή καταχωρήθηκε στις 9.3.11 και στις 30.6.11, στη βάση μονομερούς αίτησης ημερ. 3.6.11, ο Ενάγοντας (στο εξής ο Αιτητής) πέτυχε, υπέρ του και εναντίον της Εναγόμενης, έκδοση απόφασης, λόγω παράλειψης της τελευταίας να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης μετά την επίδοση σε αυτήν του κλητηρίου εντάλματος. Η εν λόγω απόφαση είναι για το ποσό των €8,543 πλέον νόμιμο τόκο 5.5% μέχρι εξόφλησης, πλέον €580 έξοδα της αγωγής και έκδοσης της απόφασης, πλέον τόκο 5.5% ετησίως από 9.5.11 μέχρι εξόφλησης, πλέον Φ.Π.Α, πλέον €21 έξοδα επίδοσης. Στις 15.10.12 ο Αιτητής καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία εξαιτείται διαταγμάτων τροποποίησης του τίτλου της αγωγής, των συναφών δικογράφων και της απόφασης ημερ. 30.6.11 δια της απαλείψεως του ονόματος της Εναγόμενης και την αντικατάσταση του με το όνομα «Μαρία Ευαγγέλου Νεοκλέους (αρ. ταυτότητας 840856) από την Πάφο». Η αίτηση βασίζεται στις Δ.25 και Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών καθώς και στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε εναντίον της Εναγομένης ως Μαρίας Θεοφίλου κατόπιν εντολής του Αιτητή αφού το εν λόγω άτομο πολλές φορές είχε αποκαλέσει τον εαυτό της έτσι. Ο πατέρας του συζύγου της έχει όνομα Θεόφιλος και επίθετο Θεοφίλου. Ο σύζυγος της έχει επίθετο Ευαγγέλου. Η ίδια η Καθ' ης η αίτηση είχε αναφέρει το πιο πάνω επίθετο δημιουργώντας έτσι την λανθασμένη αυτή εντύπωση στον Αιτητή. Η Καθ' ης η αίτηση χρησιμοποιεί τόσο το επίθετο Ευαγγέλου όσο και το επίθετο Νεοκλέους που ήταν το πατρικό της. Αυτό επιβεβαιώνεται από Βεβαίωση του κοινοτάρχη Καλαβασού, Λευτέρη Φωκά (βλ. Τεκμήριο Α). Ο βασικός λόγος που η Καθ' ης η αίτηση αρνήθηκε ότι την λένε Ευαγγέλου ήταν ότι αρχικά καταχωρήθηκε αίτηση τροποποίησης του τίτλου και αφαίρεση του επιθέτου Θεοφίλου και αντικατάστασης του με Ευαγγέλου. Ισχυρίστηκε δε ότι την λένε Νεοκλέους για να εμποδίσει την τότε αιτούμενη τροποποίηση σε Ευαγγέλου. Παρά τη λανθασμένη αναφορά στο όνομα υπάρχει βεβαιότητα ως προς το πρόσωπο. Η Καθ' ης η αίτηση δεν αμφισβήτησε την ορθότητα του ονόματος με το οποίο της επιδόθηκε η αγωγή, επέλεξε να μην εμφανισθεί, εξεδόθη απόφαση εναντίον της και στο στάδιο της αίτησης έρευνας επέλεξε να χρησιμοποιήσει τεχνάσματα για να αποφύγει της υποχρεώσεις της. Πρόκειται περί γραμματικού λάθους, το οποίο δεν έγινε σκόπιμα αλλά εκ παραδρομής και/ή αβλεψίας και/η λανθασμένης εντύπωσης και πρόθεση του Αιτητή ήταν η καταχώρηση αγωγή εναντίον της Καθ' ης η αίτηση από την πρώτη στιγμή. Πάνω στην γενική οπισθογράφηση της αγωγής φαίνεται ως διεύθυνση η διεύθυνση της Καθ' ης η αίτηση. Η αγωγή επιδόθηκε στην Καθ' ης η αίτηση στην σωστή διεύθυνση και τηλέφωνα που αναγράφονται στην αγωγή. Η Καθ' ης η αίτηση στην οποία επιδόθηκε η αίτηση ερευνάς με ημερ. 12.8.11 εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο στις 16.12.11 και δήλωσε ότι παρά το γεγονός ότι δεν φέρει το επίθετο Θεοφίλου έχει δανειστεί τα εν λόγω χρήματα. Το γεγονός αυτό συνιστά παραδοχή και αποδοχή του γεγονός ότι το λάθος στο επίθετο που έγινε στον τίτλο της αγωγής είναι γραμματικό και/ή απλό λάθος χωρίς σκοπιμότητες και δεν πρόκειται περί ανύπαρκτου προσώπου αλλά για λανθασμένο όνομα με επαρκή βεβαιότητα ως προς το πρόσωπο. Το όποιο λάθος στο όνομα δεν ήταν αρκετό ώστε η Καθ' ης η αίτηση να μην αναγνωρίσει το όνομα του Αιτητή ως Ενάγοντα και να αντιληφθεί το περιεχόμενο της αγωγής που αφορούσε δάνειο, το οποίο είχε συνάψει και για το οποίο την είχε προειδοποιήσει ο Ενάγοντας ότι θα λάμβανε νομικά μέτρα. Με την επίδοση έλαβε γνώση της διαδικασίας και αμέλησε και/ή προσπαθεί να αποφύγει της υποχρεώσεις της με δόλιο τρόπο και επιχειρήματα. Η Καθ' ης η αίτηση γνώριζε ότι ήθελε ο Αιτητής τα χρήματα του καθώς είχε επικοινωνήσει μαζί της, είχε καταγγείλει το περιστατικό στην Αστυνομία και η Αστυνομία είχε έρθει σε τηλεφωνική επικοινωνία μαζί της. Το ότι γνώριζε το πιο πάνω φαίνεται και από το ότι έλαβε την αγωγή στην οποία ο Αιτητής φαίνεται ως Ενάγοντας και με διεύθυνση και τηλέφωνο της και η αγωγή ήταν για χρέος με ποσό το ίδιο με το δικό της και έτσι αμέσως αντιλήφθηκε ότι αφορούσε την ίδια. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις καθίστανται απαραίτητες και είναι προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Η παρούσα αίτηση γίνεται χωρίς τον κίνδυνο πρόκλησης οποιασδήποτε καθυστέρησης και/ή αδικίας στα μέρη της υπόθεσης. Τα δικαιώματα της Καθ' ης η αίτηση δεν θα επηρεαστούν καθότι της επιδόθηκε η αγωγή και έλαβε γνώση της διαδικασίας. Την 18.12.12 η αναφερόμενη ως Μαρία Νεοκλέους σύζυγος Γεωργίου Ευαγγέλου από την Καλαβασό (στο εξής η Καθ' ης η αίτηση) καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, η οποία βασίζεται στις Δ.25, Δ.34, Δ.48 Κ.2, 3, 4 και 9, Δ.57 και Δ.63 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στην νομολογία. Οι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: 1. Η αίτηση είναι αβάσιµη και στηρίζεται στην ολότητα της από ψευδή παραπλανητικά γενικά και αόριστα γεγονότα. 2. Δεν εδόθη ευκαιρία στην Καθ' ης η αίτηση να υπερασπιστεί τον εαυτό της στην αγωγή. 3. Ο Αιτητής δεν ήρθε στο Δικαστήριο µε καθαρά χέρια καθότι απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα. 4. Οι σκοπούµενες τροποποιήσεις θα προκαλέσουν δυσµενή επηρεασµό στα συµφέροντα της Καθ' ης η αιτηση. 5. Η ένορκη δήλωση του Αιτητή είναι παράτυπη, αντικανονική, ψευδής και υστερόβουλη. 6. Η νοµική βάση της αίτησης είναι λανθασµένη. 7. Η αιτούµενη τροποποίηση δεν δικαιολογείται από την Δικονοµία και από την νοµολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. 8. Δεν συντρέχουν οι αναγνωρισµένες δικονοµικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη διαγραφή και αντικατάσταση του ονόµατος της Εναγοµένης από Μαρία Θεοφίλου σε Μαρία Ευαγγέλου Νεοκλέους και συνεπακόλουθα δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούµενου διατάγµατος. 9. Με την αίτηση ο Αιτητής επιδιώκει την αντικατάσταση ανύπαρκτου προσώπου µε υπαρκτό πρόσωπο. 10. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση δεν αποκαλύπτεται επαρκής αιτιολογία µε την αιτούµενη τροποποίηση που να επιτρέπει στο Δικαστήριο την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας προς όφελος του Αιτητή. 11. Δεν προσφέρεται οποιαδήποτε µαρτυρία από την οποία να διαφαίνεται ότι το όνοµα της Εναγοµένης είναι λανθασµένο και το ορθό όνοµα είναι το Μαρία Ευαγγέλου Νεοκλέους. 12. Η αίτηση είναι κακόπιστη και όσα αναφέρονται σε αυτήν είναι αναληθή. 13. Η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου αφού είναι η δεύτερη στην σειρά αίτηση που ζητείτε το ίδιο αιτητικό. 14. Η αίτηση καταχωρήθηκε µε υπέρµετρη καθυστέρηση. 15. Η αιτούµενη τροποποίηση επηρεάζει δυσµενώς την Καθ' ης η αίτηση κατά τρόπο που δεν µπορεί να αποζηµιωθεί µε χρήµατα. 16. Η αίτηση και/ή αγωγή είναι εξ υπαρχής άκυρη γιατί καταχωρήθηκε εναντίον ανύπαρκτου προσώπου. 17. Ο Αιτητής προωθεί την παρούσα διαδικασία καταχρηστικά και/ή καταπιεστικά και αντίθετα µε το πνεύµα των διατάξεων του νόµου. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ζήνωνα Νικολαίδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Καθ' ης αίτηση, ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα από το φάκελο της υπόθεσης και από πληροφόρηση από το δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση. Στην ένορκη αυτή δήλωση επαναλαμβάνονται ουσιαστικά οι λόγοι ένστασης 2, 4, 14, 17 και προστίθενται τα ακόλουθα: Με την αίτηση δεν δίδεται επαρκής δικαιολογία για την καθυστέρηση της υποβολής της. Με την εν λόγω καθυστέρηση στην υπόθεση προκαλείται ο κίνδυνος να υπάρξει παραβίαση του άρθρου 30

(2)του Συντάγµατος και των ανάλογων προνοιών της Σύµβασης για την Προάσπιση των δικαιωµάτων του Ανθρώπου. Οι λόγοι της τροποποίησης όπως έχουν εκτεθεί στην ένορκη δήλωση του Αιτητή, είναι ασαφείς και σε κάποιο βαθµό συγκρούονται µε τις προφορικές επεξηγήσεις που δόθηκαν στο Δικαστήριο από τον δικηγόρο του Αιτητή. Επιπρόσθετα το σχετικό σηµείο το οποίο ζητείται η τροποποίηση αν οφειλόταν σε ασάφεια και/ή αβλεψία και/ή σύγχιση υπήρχαν πολλές ευκαιρίες για την διόρθωση του. Η αίτηση είναι αδικαιολόγητη ενώ το στάδιο στο οποίο έχει υποβληθεί είναι τόσο προχωρηµένο ώστε η έγκριση της θα πλήξει τα συµφέροντα της Δικαιοσύνης και της Καθ' ης η αίτηση. Και οι δύο πλευρές δεν προέβησαν σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων αλλά αρκέστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους επικαλούμενοι και σχετική νομολογία. Νομική Πτυχή Στην υπόθεση Ferro Fashions Ltd v. Fashion Box S.R.L.
(1999)1 ΑΑΔ 1805 με αναφορά και σε αντίστοιχη αγγλική νομολογία λέχθηκε ότι η λανθασμένη περιγραφή ονόματος (misnomer) δεν είναι παρά ανακριβής αναφορά του ονόματος του διάδικου, δεν αναφέρεται στην ουσία της υπόθεσης και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αφεθεί να επηρεάσει την απόφαση επί της ουσίας. Η διόρθωση λανθασμένου ονόματος είναι θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο δεν πρέπει να επιτρέπει σε άτομα να αποκτούν πλεονέκτημα από μια λανθασμένη περιγραφή ονόματος, όταν όλοι γνωρίζουν την πραγματικότητα. Σε τέτοιες λοιπόν περιπτώσεις μπορεί να παρασχεθεί άδεια για τροποποίηση. Αναφορικά με την δυνατότητα διόρθωσης-τροποποίησης του ονόματος του εναγόμενου μετά την έκδοση απόφασης σχετική είναι η E. G. Falekkos Ltd v. Reana Manufacturers Ltd
(1999)1Α Α.Α.Δ 443, όπου εξετάσθηκε και το κατά πόσο μπορούσε να γίνει τέτοια δυνάμει της γενικότερης εξουσίας του δικαστηρίου βάσει της Δ.25 Κ.5. Στα πλαίσια αυτά έγινε αναφορά στην υπόθεση Pearlman (Veneers) S.A. (Pty), Ltd v. Bartels [1954] All ER 659, η οποία αφορούσε αφορούσε αίτημα για διόρθωση του ονόματος του εναγομένου μετά από την απόφαση, ανάγκη η οποία προέκυψε από το ότι, όπως απεκαλύφθη όταν επεδιώχθηκε εκτέλεση της απόφασης, το πραγματικό όνομα του εναγομένου ήταν Josef Battels και όχι Bernhard Bartels όπως αναφερόταν στην αγωγή και στην απόφαση και όπως είχε διεξάγει τις εμπορικές δραστηριότητες του με τους ενάγοντες. Επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση ο Denning, L J., χαρακτήρισε την αίτηση ως επιδιώκουσα «να ξεπεράσει αυτό το πολύ τεχνικό σημείο» και κατέληξε βασιζόμενος ευρύτερα στην Ο.28 r.12 και τη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου ότι όταν δεν επιδιώκεται αλλαγή του ουσιαστικού και λειτουργικού μέρους της ίδιας της απόφασης αλλά απλά η αλλαγή του τίτλου της αγωγής, το Δικαστήριο έχει εξουσία να διορθώσει οποιαδήποτε σφάλμα περί το όνομα ή κακή περιγραφή σε οποιοδήποτε χρόνο είτε πριν είτε μετά την έκδοση απόφασης. Με βάση και το ότι η Αγγλική Ο.28 r. 12 είναι πανομοιότυπη με τη δική μας Δ.25 Κ.5, η οποία προνοεί "at any time" και καλύπτει "any proceedings", το Ανώτατο μας Δικαστήριο κατέληξε ότι η πιο πάνω αγγλική απόφαση εκφράζει τη νομική θέση και στην Κύπρο όπου αφορά την άσκηση της σχετικής εξουσίας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.25 Κ.5 καθώς και της συμφυούς εξουσίας του να προβεί σε διόρθωση λανθασμένου ονόματος διαδίκου στην αγωγή (misnomer) και μετά την έκδοση της απόφασης. Προς επίρρωση δε αυτής της κρίσης έγινε παραπομπή και στην υπόθεση Επί της αφορώσι την Αίτηση της Cyprus Transport (Taxi) Co Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 294. Από την πιο πάνω νομολογία συνάγεται λοιπόν ότι όταν για παραδείγμα, είναι καθαρό ότι το όνομα του εναγομένου στον τίτλο της αγωγής έχει γραφτεί με λάθος ορθογραφία ή έχει γραφτεί λάθος αλλά δεν είναι τόσο αλλοιωμένο που να μην αντιληφθεί κάποιος ότι πρόκειται για το σωστό πρόσωπο, και αυτό το λάθος αποκαλυφθεί όταν ο ενάγοντας επιχειρήσει να εκτελέσει την απόφαση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η διόρθωση του λάθους ακόμη και μετά την έκδοση της τελικής ετυμηγορίας του Δικαστηρίου είναι πράγμα που θα αλλάξει το ουσιαστικό και λειτουργικό μέρος της απόφασης. Στην υπόθεση Λάμπρου ν. Λάμπρου
(2002)1 Α.Α.Δ 1092 το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στις αρχές που διέπουν την τροποποίηση δικογράφων στην Αγγλική και στην Κυπριακή νομολογία, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.25 όπως συνοψίσθηκαν στην υπόθεση Σ. Φοινιώτης ν. Greenmar Navigagion Ltd κ.α.
(1989)1 (Ε) Α.Α. Δ.33, αποφάνθηκε ότι η αναφορά σε λανθασμένο όνομα (misnomer) μπορούσε να διορθωθεί σύμφωνα και με τις πρόνοιες της Δ.25 Κ.1. Στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 1608 και πάλι με αναφορά σε αντίστοιχη αγγλική νομολογία (βλ. Davies v. Elsby Brothers Ltd [1960] 3 All E.R. 672) λέχθηκε ότι το κριτήριο που πρέπει σαν θέμα γενικού κανόνα να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις σφάλματος περί το όνομα (misnomer) δηλ. για να αποφασισθεί το κατά πόσο ένα κλητήριο απευθυνόταν σε ένα μη υφιστάμενο διάδικο ή κατά πόσο ήταν περίπτωση σφάλματος περί το όνομα ή κακής περιγραφής, είναι όχι το τί σκόπευε ή εννοούσε ο συγγραφέας του εγγράφου αλλά το πώς ένας λογικός άνθρωπος που θα λάβει το κλητήριο και θα το διαβάσει θα αντιλαμβανόταν το νόημα του. Ως δε το έθεσε ο Devlin, L.J. στην πιο πάνω αγγλική απόφαση: «Αν κάτω από όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και εξετάζοντας το έγγραφο στο σύνολο του θα πεί στον εαυτό του: 'Σίγουρα πρέπει να εννοεί εμένα, αλλά έχουν γράψει το όνομα μου λανθασμένα' τότε έχουμε την περίπτωση απλού 'σφάλματος περί το όνομα' (misnomer). Αν, από την άλλη, θα πεί: '..... από αυτό τούτο το έγγραφο δεν μπορώ να πω κατά πόσον εννοούν εμένα ή όχι και πρέπει να διερευνήσω το θέμα' τότε μου φαίνεται ότι ξεφεύγουμε από τα όρια του 'σφάλματος περί το όνομα' (misnomer)"». Με βάση λοιπόν τις πιο πάνω νομολογημένες αρχές θεωρώ ότι το βασικό ερώτημα που χρήζει απάντησης στην παρούσα είναι κατά πόσο αυτή αποτελεί περίπτωση λανθασμένης περιγραφής ονόματος διαδίκου (misnomer). Πριν όμως προχωρήσω στην εξέταση του πιο πάνω θα εξετάσω τη θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής και γενική αφού δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένους θεσμούς των αναφερθέντων Διατάξεων. Πράγματι η αίτηση ως προαναφέρθηκε, αναφέρει μόνο τη Δ.25 και όχι τον Κ.1 ή 5 αυτής στους οποίους μπορεί με βάση τη νομολογία να στηρίζεται τέτοια αίτηση. Στην Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου,
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 366 κρίθηκε ότι η αναφορά λανθασμένης νομικής βάσης στην αίτηση, σύμφωνα με τη νέα Δ.64, δεν αποτελεί θεμελιώδη παραβίαση αλλά απλά μη συμμόρφωση (παρατυπία) με τους Θεσμούς και συγκεκριμένα με τη Δ.48 Κ.1. Τέτοια παρατυπία μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.64, η οποία είναι διατυπωμένη με τέτοιο τρόπο ώστε να παρέχει στο Δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία να απονέμει Δικαιοσύνη. Τονίστηκε επίσης ότι ρητή ή εξυπακουόμενη παραίτηση της άλλης πλευράς αποτελεί καλό λόγο για να γίνει δεκτή η παρατυπία. Σύμφωνα με τη νομολογία (Wunderlich ανωτέρω και Μιχαήλ ν. Ττουνιά
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 113) παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο στην άσκηση της σχετικής διακριτικής του ευχέρειας είναι οι ακόλουθοι:
  1. Ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς.
  2. Η πρόκληση αδικίας στο διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία.
  3. Το μέγεθος της παρατυπίας. Στην προκείμενη περίπτωση ναι μεν η Καθ' ης η αίτηση δεν έχει παραιτηθεί από το θέμα της παρατυπίας αλλά από την άλλη δεν φαίνεται να έχει υποστεί οποιονδήποτε δυσμενή επηρεασμό. Αντίθετα έχει λάβει μέρος στη διαδικασία και έχει υποστηρίξει τις θέσεις της έχοντας υπόψη την καταχωρηθείσα αίτηση. Το μέγεθος δε της παρατυπίας αυτής δεν είναι μεγάλο δεδομένου ότι στην αίτηση γίνεται έστω γενικά αναφορά στη Δ.
  4. Η Δ.64 πρέπει να εφαρμόζεται με φιλελεύθερο τρόπο για να αποτρέπεται η πρόκληση αδικίας σε διάδικο λόγω της τυπικής προσήλωσης στους διαδικαστικούς κανονισμούς. Το Δικαστήριο πρέπει να έχει την ευχέρεια να απονέμει Δικαιοσύνη επί της ουσίας και όχι να απορρίπτονται διαδικασίες με την διαπίστωση απλών παρατυπιών (βλ. Wunderlich ανωτέρω). Ως εκ των άνω κρίνω λοιπόν ότι η διακριτική μου ευχέρεια πρέπει να ασκηθεί και ασκείται υπέρ της έκδοσης διατάγματος απαλλαγής από την εν λόγω παρατυπία. Ερχόμενος τώρα στην εξέταση της ουσίας της αίτησης θα πρέπει αρχικά να λεχθεί ότι είναι εμφανές από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση ότι δεν αναφέρονται σε αυτήν οποιαδήποτε γεγονότα αλλά μόνο νομικοί ισχυρισμοί. Τα όσα δε αναφέρει ο συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση στην αγόρευση του σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθούν ως τέτοια γεγονότα εφόσον οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μαρτυρία, ούτε και μπορεί να εισαχθεί μαρτυρία μέσω αυτών. Από την άλλη τα όσα γεγονότα αναφέρει ο Αιτητής στη δική του ένορκη δήλωση έμειναν αναντίλεκτα εφόσον όχι μόνο αυτός δεν αντεξετάσθηκε αλλά ούτε και προσφέρθηκε οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία. Ο κ. Μιχαηλίδη αναφέρθηκε δε στις αγορεύσεις του σε αντίφαση της ένορκης δήλωσης του Αιτητή με το περιεχόμενο ένορκης δήλωσης του Νικόλα Μάντη, η οποία συνόδευε προγενέστερη παρόμοια αίτηση ημερ. 1.12.
  5. Η αναφορά όμως αυτή γίνεται και πάλι για πρώτη φορά στα πλαίσια των αγορεύσεων, δεν υποστηρίζεται ούτε από τους λόγους ένστασης, ούτε και από την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει (όπου γίνεται σε κάποιο σημείο αναφορά σε σύγκρουση των λόγων τροποποίησης με προφορικές επεξηγήσεις που δόθηκαν στο Δικαστήριο από τον δικηγόρο του Αιτητή) και αφορά αίτηση που αποσύρθηκε άνευ βλάβης (βλ. Χρυσάνθου κ.α. ν. Mariala Construction Ltd
(1996)1Β Α.Α.Δ 1129). Ενόψει λοιπόν των πιο πάνω ο Αιτητής ουσιαστικά στερήθηκε ουσιαστικα της δυνατότητας να απαντήσει σχετικά. Πέραν όμως και ανεξάρτητα αυτού θα πρέπει να λεχθεί ότι η εν λόγω θέση δεν ευσταθεί ούτε στην ουσία της εφόσον εδράζεται στο ποιό επίθετο χρησιμοποιούσε η Καθ' ης η Αίτηση, το οποίο διευκρινίζεται πλήρως χωρίς οποιαδήποτε αντίφαση στην μη αμφισβητούμενη ένορκη δήλωση του Αιτητή. Ως έχει λοιπόν προαναφερθεί, με την υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ο Αιτητής διεκδικεί συγκεκριμένο ποσό χρημάτων ήτοι €8,543 που δάνεισε στην Εναγόμενη περί το τέλος του 2005 και/ή αρχές του
  1. Περαιτέρω στην εν λόγω αγωγή αναφέρεται ότι η Εναγόμενη ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο αδελφότεκνη της πρώην συζύγου του Ενάγοντα. Από όσα δε έχει αναφέρει ο Αιτητής και δεν έχουν αμφισβητηθεί ή αντικρουσθεί από την Καθ' ης η αίτηση προκύπτει ότι:
  2. Η Καθ' ης η αίτηση γνώριζε ότι ο Αιτητής ήθελε τα χρήματα του εφόσον είχε επικοινωνήσει μαζί της και είχε καταγγείλει το περιστατικό στην Αστυνομία, η οποία είχε έρθει σε τηλεφωνική επικοινωνία μαζί της. Ο Αιτητής είχε δε προειδοποιήσει την Καθ' ης η αίτηση ότι θα λάμβανε νομικά μέτρα.
  3. Το συγκεκριμένο ποσό χρημάτων που αξιώνεται με την εν λόγω αγωγή είναι του ίδιου ύψους με το ποσό που η Καθ' ης αίτηση δανείστηκε από τον Αιτητή.
  4. Η Καθ' ης η αίτηση γνώριζε ποιος ήταν ο Ενάγοντας στην αγωγή.
  5. Η Καθ' ης η αίτηση πολλές φορές ανέφερε στον Αιτητή ότι το επίθετο της ήταν Θεοφίλου που είναι το όνομα αλλά και το επίθετο του πατέρα του συζύγου της.
  6. Το επίθετο του συζύγου της είναι Ευαγγέλου.
  7. Η Καθ' ης η αίτηση χρησιμοποιεί τόσο το επίθετο Ευαγγέλου όσο και το επίθετο Νεοκλέους που ήταν το πατρικό της.
  8. Πάνω στο κλητήριο ένταλμα της εν λόγω αγωγής αναφέρεται συγκεκριμένη διεύθυνση και τηλέφωνα που ανήκουν στην Καθ' ης η αίτηση.
  9. Η αγωγή επιδόθηκε στην Καθ' ης η αίτηση στην εν λόγω διεύθυνση.
  10. Όταν η Καθ' ης η αίτηση εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο, μετά που της επιδόθηκε αίτηση ερευνάς ημερ. 12.8.11 στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, δήλωσε ότι παρά το γεγονός ότι δεν φέρει το επίθετο Θεοφίλου έχει δανειστεί τα εν λόγω χρήματα που αξιώνονται με την αγωγή. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η Καθ' ης αίτηση δεν αμφισβήτησε στα πλαίσια της παρούσας αίτησης ότι της επιδόθηκε η εν λόγω αγωγή, ούτε και έδωσε οποιαδήποτε δικαιολογία για το ότι δεν εμφανίσθηκε στην αγωγή. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην ότι το κριτήριο ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο μια περίπτωση αποτελεί απλά λανθασμένη περιγραφή ονόματος (misnomer), είναι πώς ένας λογικός άνθρωπος στη θέση της Καθ' ης η αίτηση, που θα λάμβανε την αγωγή θα αντιλαμβανόταν το νόημα της και ότι αυτή απευθύνεται στην ίδια σε συνδυασμό με τα όσα αναφέρθηκαν αμέσως πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν μπορούσε να υπάρχει καμία αμφιβολία στο μυαλό της Καθ' ης η αίτηση, όταν έλαβε το κλητήριο ένταλμα, ότι ήταν εκείνη την οποία ο Ενάγοντας είχε πρόθεση να ενάγει και όχι οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και ότι απλώς είχε γράψει λάθος το επίθετο της, με βάση το ότι η ίδια έτσι του παρουσιαζόταν. Η απόφαση λοιπόν δεν λήφθηκε εναντίον ανύπαρκτου προσώπου. Όπως δε έχει προαναφερθεί, η μη εμφάνιση του Εναγόμενου στη διαδικασία, θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα αδυναμίας διακρίβωση από το κλητήριο ένταλμα κατά πόσο ο Ενάγων είχε πρόθεση να τον εναγάγει, κάτι που κατά την κρίση μου δεν ισχύει στην παρούσα. Επίσης θεωρώ ότι το λάθος στην υπό κρίση περίπτωση είναι τεχνικής φύσεως και ότι η διόρθωση του ονόματος-επιθέτου, όπως αυτό προέκυψε από την λανθασμένη αναγραφή του στο κλητήριο ένταλμα, δεν θα επηρεάσει το ουσιαστικό μέρος της απόφασης. Περαιτέρω με δεδομένο ότι το κλητήριο ένταλμα της αγωγής επιδόθηκε στην Καθ' ης η αίτηση και ενώ αυτή λογικά αντιλήφθηκε ότι ο Ενάγοντας είχε αναγράψει το επίθετο της λανθασμένα, επέλεξε να μην εμφανισθεί στη διαδικασία, ενώ μπορούσε να το πράξει - ακόμη και υπό διαμαρτυρία -, να εγείρει το θέμα της λανθασμένης διατύπωσης του ονόματος-επιθέτου της και να προβάλει την υπεράσπιση της, δεν αποδέχομαι τη θέση της ότι δεν της δόθηκε η ευκαιρία να υπερασπιστεί τον εαυτό της και ότι η έγκριση του αιτήματος θα επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντα της. Αναφορικά δε με τη θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις ζητούνται με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση θα πρέπει να γίνει αναφορά στο ιστορικό της αίτησης ως φαίνεται μέσα από το φάκελο της υπόθεσης. Από το φάκελο λοιπόν της υπόθεσης φαίνεται ότι ο Αιτητής αντιλήφθηκε το λάθος στο επίθετο της Εναγόμενης στις 18.11.11 όταν η Καθ' ης η αίτηση εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο στα πλαίσια αίτησης έρευνας για την ίδια αγωγή και ανέφερε ότι δεν ήτα αυτό το επίθετο της. Μετά από αυτό την 1.12.11 δηλ. 15 περίπου μέρες αργότερα καταχωρήθηκε αίτηση με την οποία ο Αιτητής εξετείτο τα ίδια με την παρούσα διατάγματα με αντικατάσταση του ονόματος της Εναγόμενης ως Μαρίας Ευαγγέλλου. Μετά την καταχώρηση ένστασης στην εν λόγω αίτηση από την Καθ' ης η αίτηση στις 23.2.12, ενόψει του ότι εκεί αναφερόταν ότι αυτή ονομάζεται Μαρία Νεοκλέους και ενώ η αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 4.4.12 ο Αιτητής ζήτησε αναβολή για να εξετάσει το ενδεχόμενο καταχώρησης αίτησης για συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της εν λόγω αίτησης, γεγονός που έπραξε στις 10.5.
  11. Ενόψει της εν λόγω αίτησης ημερ. 10.5.12 ο Αιτητής ζήτησε και πάλι αναβολή της ακρόασης της αίτησης ημερ. 1.12.
  12. Στις 30.5.12 που ήταν ορισμένη τόσο η αίτηση ημερ. 10.5.12 για πρώτη φορά όσο και η αίτηση ημερ. 1.12.11 ο Αιτητής απέσυρε και τις δύο αιτήσεις άνευ βλάβης και τα έξοδα επιδικάσθηκαν υπέρ της Καθ' ης η αίτηση. Στις 12.9.12 η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε αίτηση για διόρθωση της απόφασης ημερ. 30.5.12 ως προς τα έξοδα, η οποία δεν επιδόθηκε στον Καθ' ου η αίτηση - Ενάγοντα στις 12.10.12 που ήταν η αίτηση ορισμένη για πρώτη φορά και δόθηκε ως ημερομηνία επίδοσης η 19.11.
  13. Στις 15.10.12 καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση με την οποία ως φαίνεται ζητείται η τροποποίηση του ονόματος της Εναγόμενης ώστε να γίνει Μαρία Ευαγγέλου Νεοκλέους. Ενόψει των ανωτέρω κρίνω ότι δεν μπορεί να λεχθεί ότι υπήρξε υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση ως ισχυρίζεται η Καθ' ης η αίτηση και μάλιστα τέτοια ώστε να επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα συμφέροντα αυτής, η οποία καμία ζημιά δεν φαίνεται άλλωστε να υφίσταται. Εδώ να σημειωθεί επίσης ότι η νομολογία στην οποία αναφέρθηκε ο συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση για την καθυστέρηση αναφέρεται σε αιτήσεις τροποποίησης πριν την έκδοση απόφασης και όχι σε περιπτώσεις όπως στην παρούσα. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η καταχώρηση της παρούσας αίτησης μετά την απόσυρση παρόμοιας αίτησης ημερ. 1.12.11, η οποία έγινε άνευ βλάβης, προφανώς για να καταχωρηθεί νέα, δεν συνιστά κατά την κρίση μου, ενόψει των ανωτέρω, κατάχρηση της διαδικασίας, ως επίσης διατείνεται η Καθ' ης η αίτηση. Περαιτέρω δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από την Καθ' ης αίτηση οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν ύπαρξη κακής πίστης εκ μέρους του Αιτητή και το όλο ιστορικό της υπόθεσης και η καταχώρηση της παρούσας αίτησης δεν αποδυκνείουν, κατά την κρίση μου, από μόνα τους κάτι τέτοιο. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και έχοντας κατά νου ότι η διόρθωση λανθασμένου ονόματος είναι θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο δεν πρέπει να επιτρέπει την απόκτηση πλεονεκτήματος από μια λανθασμένη περιγραφή ονόματος όταν όλοι γνωρίζουν την πραγματικότητα, καθώς και ότι στην παρούσα δεν θα μεταβληθεί το ουσιαστικό και λειτουργικό μέρος της απόφασης, κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί και ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Ως εκ των άνω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται όπως ο τίτλος της αγωγής, όπως εμφαίνεται στο κλητήριο ένταλμα, στα δικόγραφα και στην απόφαση ημερ. 30.6.11, τροποποιηθεί ώστε το όνομα της Εναγόμενης να διαβάζεται Μαρία Ευαγγέλου Νεοκλέους (αρ. ταυτότητας 840856). Όσον αφορά τα έξοδα της αίτηση, λαμβάνοντας υπόψην ότι, παρά την επιτυχία της αίτησης, η λανθασμένη αναγραφή του ονόματος της Εναγόμενης οφείλεται σε λάθος του Αιτητή, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως μην εκδώσω οποιανδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Action Αναφορά: Αγωγή - Αίτηση τροποποίησης μετά την έκδοση απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.