ΒΕΡΕΓΓΑΡΙΑΣ Π. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 940/04, 24/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A10 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 940/04 Μεταξύ:
- ΒΕΡΕΓΓΑΡΙΑΣ Π. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ ΑΛΕΚΑΣ Π. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ Ως Διαχειριστριών της Περιουσίας του Παναγιώτη Γ. Παπακόκκινου.
- ΒΕΡΕΓΓΑΡΙΑ Π. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ προσωπικά
- ΑΛΕΚΑ Π. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ προσωπικά Εναγουσών - και - ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ δια του Γενικού Εισαγγελέως Εναγομένων ------------------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 26.11.2012 για τροποποίηση της Εκθέσεως Απαιτήσεως. Ημερομηνία: 24 Ιανουαρίου 2013 Εμφανίσεις: Για Αιτήτριες - Ενάγουσες: κα Αλ. Παπακόκκινου. Για Καθ' ου η Αίτηση - Εναγόμενο: κα Μ. Αλεξάνδρου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την κρινόμενη αίτηση οι ενάγουσες επιδιώκουν εκτενή τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως. Η επιζητούμενη τροποποίηση αφορά πλείστες όσες παραγράφους όπως τις παραγράφους 9Ε2, 10, 12, 15, 19, 20, 23 και
- Με κάποιες από τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιζητείται η προσθήκη μερικών φράσεων, σε άλλες δε η αιτούμενη τροποποίηση όπως αυτή της παραγράφου 10 καταλαμβάνει έξι σελίδες. Για ευνόητους λόγους δεν μπορούν να παρατεθούν στην απόφαση αυτούσιες οι αιτούμενες τροποποιήσεις. Επιζητείται επίσης τροποποίηση των λεπτομερειών των ζημιών και των αξιώσεων. Η ανάγκη και αιτιολογία για την τροποποίηση αυτή παρέχεται με την ένορκη δήλωση της εκ των εναγουσών Βερεγγάριας Παπακόκκινου. Εξ' όσων προκύπτει από τη μελέτη αυτής της ενόρκου δηλώσεως, (δεδομένου πως περιλαμβάνει ως μέρος της και τις σκοπούμενες τροποποιήσεις), είναι πως διαπίστωσε τόσο η ίδια όσο και η δικηγόρος και ενάγουσα Αλέκα Παπακόκκινου ότι παραλείπονται και απουσιάζουν ουσιώδη γεγονότα από την ήδη καταχωρηθείσα έκθεση απαιτήσεως τους τα οποία δεν γνώριζαν τότε και τα οποία πληροφορήθηκαν και περιήλθαν σε γνώση τους εντελώς πρόσφατα και τα οποία εκ λάθους και/ή παραδρομής δεν περιέλαβαν. Θεωρούν ότι τα εν λόγω γεγονότα πρέπει να περιληφθούν στο δικόγραφο της εκθέσεως απαιτήσεως, άλλως πως θα υποστούν σημαντική ζημιά και αδικία και η μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα βοηθήσει τον εναγόμενο εις την προώθηση των προδικαστικών του ενστάσεων. Πιστεύουν ότι με τη συμπερίληψη των νέων γεγονότων και λεπτομερειών θα αποδειχθεί και θα συνδεθεί ακόμη περαιτέρω η ευθύνη του εναγομένου με τις ζημιές που τους έχει προκαλέσει και εξακολουθεί να τους προκαλεί. Η αίτηση αυτή των εναγουσών συνάντησε την ένσταση του εναγόμενου ο οποίος εγείρει ευάριθμους λόγους ένστασης οι οποίοι μπορούν να κατηγοριοποιηθούν στους πιο κάτω:
- Η κρινόμενη αίτηση είναι καταχρηστική και οι ενάγουσες δεν λειτουργούν με καλή πίστη. Συγκεκριμένα είναι καταχρηστική καθότι γίνεται σε στάδιο που εκκρεμεί η ακρόαση της αίτησης προεκδίκασης νομικού σημείου του εναγομένου ημερ. 21.12.2010 (η ορθή ημερ. είναι η 21.1.2010) η οποία ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 17.12.2012 και η απόφαση της οποίας είναι καθοριστική για την έκβαση της παρούσας αγωγής. (Λόγοι ένστασης Α, Β και Γ).
- Με την αιτούμενη τροποποίηση επιφέρεται ριζική μετατροπή και/ή επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων και της φύσεως της αξίωσης και εισάγεται κατά τρόπο απαράδεκτο νέα βάση αγωγής η οποία επιχειρείται εις βλάβη των δικαιωμάτων του καθ' ου η αίτηση-εναγομένου. (Λόγος Δ).
- Υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης και η αιτιολογία που δίδεται για την καθυστέρηση αυτή δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και/ή δεν δίδεται οποιαδήποτε λογική εξήγηση για την καθυστέρηση αυτή. (Λόγοι Ε και ΣΤ).
- Η αιτούμενη τροποποίηση θα προκαλέσει ζημιά και αδικία στον εναγόμενο και συνεπώς δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση του διατάγματος. (Λόγοι Ζ, Η και Ι). Την ένσταση υποστηρίζει η ένορκος δήλωσης της κας Έλσας Κόκκινου, δικηγόρου της Δημοκρατίας. Αναφέρονται σε αυτή και υιοθετούνται οι λόγοι ένστασης αλλά και δίδεται το ιστορικό των γεγονότων πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Αναφέρεται συγκεκριμένα πως: «Προτού καταχωρηθεί η παρούσα αίτηση τροποποίησης η υπόθεση βρισκόταν στο στάδιο εκδίκασης της αίτησης του εναγόμενου για προεκδίκαση νομικού σημείου ημερ. 21.12..
- Συγκεκριμένα είχαν δοθεί οδηγίες για καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων και από τις δύο πλευρές και είχε ορισθεί για ακρόαση η αίτηση στις 7.12.2012, ο εναγόμενος δε είχε ήδη καταχωρήσει γραπτές αγορεύσεις. Εν αναμονή της εκδίκασης της αίτησης για προεκδίκαση νομικού σημείου και αφού οι ενάγουσες προέβηκαν σε αμέτρητες τροποποιήσεις για την εν λόγω αίτηση προκαλώντας περαιτέρω καθυστέρηση, αποφάσισαν εντελώς προκλητικά να καταχωρήσουν σε αυτό το στάδιο την παρούσα αίτηση με αποτέλεσμα να παγοποιηθεί και/ή να καθυστερήσει η προηγηθείσα διαδικασία για προεκδίκαση νομικού σημείου». Για τους λόγους αυτούς, η συγκεκριμένη ενέργεια των εναγουσών θεωρείται καταχρηστική και έχουσα ως σκοπό την παρεμπόδιση επιτυχίας της αίτησης προεκδίκασης νομικού σημείου του εναγομένου και γενικά την περαιτέρω καθυστέρηση της διαδικασίας. Υποδεικνύεται επίσης με την ένορκο δήλωση πως τα γεγονότα τα οποία επιθυμούν οι ενάγουσες να προσθέσουν με την επιδιωκόμενη τροποποίηση, έχουν λάβει χώρα πριν πάρα πολλά χρόνια με αποτέλεσμα η αντίκρουση τους από τον εναγόμενο να είναι πολύ δύσκολη και σχεδόν αδύνατη μετά την παρέλευση τόσων ετών. Η συνήγορος των εναγουσών έχει παραδώσει γραπτή αγόρευση στο Δικαστήριο αποτελούμενη από 54 σελίδες και έχει αγορεύσει και προφορικά αναλύοντας την ένσταση, την ένορκη δήλωση που συνόδευε την ένσταση και προβάλλοντας με σθένος τις θέσεις και επιχειρήματά της. Ήταν η έντονη πεποίθηση της πως το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτρέψει την αιτούμενη τροποποίηση δεδομένου πως εκείνοι που θα υποστούν ζημιά από την μη έκδοση του διατάγματος είναι οι ενάγουσες. Αντικρούοντας τον ισχυρισμό που περιέχεται στους λόγους ένστασης περί γνώσης των γεγονότων, υπέδειξε πως δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγους να μην περιληφθούν τα νέα γεγονότα στην έκθεση απαιτήσεως εάν τα γνώριζαν και μόνο ανοησία θα ήταν να μην τα περιλάβουν κατά τη σύνταξη της εκθέσεως απαιτήσεως. Από την αντίπερα όχθη η κα Αλεξάνδρου χαρακτήρισε το χρονικό σημείο στο οποίο υποβάλλεται η κρινόμενη αίτηση, ως ιδιαίτερα σημαντικό και θεώρησε την παρούσα περίπτωση ως ιδιάζουσα, δεδομένου πως καταχωρήθηκε εκκρεμούσης της διαδικασίας εκδίκασης των νομικών σημείων, την εκδίκαση των οποίων η αντίδικη πλευρά προσπαθεί να εμποδίσει. Υπέδειξε πως δεν δίδεται επαρκής αιτιολογία και επεξήγηση γιατί να καταχωρηθεί τώρα η αίτηση τροποποίησης δεδομένου πως αφορούν γεγονότα για περιουσιακά στοιχεία του πατέρα των εναγουσών τα οποία έλαβαν χώρα το 1963, γεγονότα τα οποία η πλευρά του εναγομένου θα δυσκολευτεί να αντικρούσει δεδομένης της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος και γι' αυτό το λόγο η αιτούμενη τροποποίηση θα προκαλέσει ζημιά. Νομική Πτυχή Έχει νομολογηθεί ότι η τροποποίηση της δικογραφίας είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και ότι εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (δέστε Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707). Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (δέστε Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934. Η προσέγγιση αυτή συνάδει με εκείνη που διατυπώθηκε στην Assosiated Leisure Ltd and others v. Assosiated Newspapers Ltd
(1970)2 All ER 754, Jamal Khan v. Δημοκρατίας του Πακιστάν Πολ. ΕΦ. 295/10 ημερ. 11.7.11. Οι αρχές οι οποίες διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνοψίζονται στη Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 (Ε) ΑΑΔ 33 και έχουν ως εξής: «
(1)H τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέρονται του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη». Προτού εξεταστούν οι επιμέρους λόγοι ένστασης θα πρέπει να γίνει μια αναδρομή στη δικογραφία και στο ιστορικό της υπόθεσης. Με την ήδη υπάρχουσα έκθεση απαίτησης αποτελούμενη από 16 σελίδες, οι ενάγουσες αξιώνουν αποζημιώσεις υπό την ιδιότητα των διαχειριστριών της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα τους Παναγιώτη Γ. Παπακόκκινου ύψους ΛΚ794.000,00 για ζημιές τις οποίες κατ' ισχυρισμό προκλήθηκαν στην περιουσία του συνεπεία πράξεων, παραλείψεων, παράνομων επεμβάσεων και αμέλειας του εναγομένου. Οι πράξεις αυτές, οι οποίες διενεργήθηκαν περί τον Δεκέμβριο του 1963 είχαν ως αποτέλεσμα την αποστέρηση από τον αποβιώσαντα και ή το κλείσιμο των επιχειρήσεων και δραστηριοτήτων που διεξήγαγε στην Πάφο και συγκεκριμένα την αναστολή των εργασιών των εργοστασίων του, όπως του αποξηραντηρίου κουκουλιών, του σταθμού πώλησης πετρελαιοειδών, του χαρουποεργοστασίου, του βυρσοδεψείου, του περιβολιού και της μη λειτουργίας ξυλοσχιτικής μηχανής. Όπως αναφέρεται συγκεκριμένα στην παράγραφο 10 της έκθεσης απαίτησης, υπαλλήλοι και/ή εκπρόσωποι των Αρχών της Δημοκρατίας και/ή Δήμου Πάφου, διέταξαν τον Παναγιώτη Γ. Παπακόκκινο να διακόψει και να τερματίσει τις εργασίες των ανωτέρω εργοστασίων του, πράγμα το οποίο και έπραξε. Διεκδικούν περαιτέρω υπό την προσωπική τους ιδιότητα καταβολή αποζημιώσεων ύψους ΛΚ201.400,
- Η περίοδος για την οποία διεκδικείται η αποζημίωση υπό την προσωπική τους ιδιότητα καθορίζεται στο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης από 12.12.1970 (ημερομηνία θανάτου του πατέρα τους) μέχρι Αυγούστου
- Με την αιτούμενη τροποποίηση, πέραν της προσθήκης παραγράφων οι οποίες αναφέρουν και περιγράφουν γεγονότα, επιζητείται η επέκταση της ζημιογόνου περιόδου μέχρι και σήμερα, κυρίως για τον σταθμό πώλησης πετρελαιοειδών και κατ' ανάλογο τρόπο αυξάνεται το αξιούμενο ποσό από τις ενάγουσες 2 και 3 υπό την προσωπική τους ιδιότητα σε ΛΚ733.800,00 ή σε €1.253.771,
- Η ουσιαστική τροποποίηση είναι αυτή της παραγράφου 10 με την οποία επιζητείται η προσθήκη νέας παραγράφου, καταλαμβάνουσας πέραν των 5 σελίδων. Με αυτή επαναλαμβάνονται οι αναφορές στα περιουσιακά στοιχεία του αποβιώσαντα Π. Παπακόκκινου και επιχειρείται περαιτέρω ανάπτυξη των ήδη καταγραφέντων όρων και εντολών τερματισμού των εργασιών του. Γίνεται αναφορά στο όνομα του προσώπου που προέβη στις ανωτέρω ενέργειες και επιχειρείται χαρακτηρισμός αυτών σε σχέση και με αναφορά στο Σύνταγμα, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τον Αστικό και Ποινικό Κώδικα. Αναφορές και χαρακτηρισμοί που ήδη δίδονται με την υπάρχουσα έκθεση απαίτησης. Πλην όμως με την αιτούμενη τροποποίηση δίδεται περισσότερη έμφαση και αναφορά. Με την αιτούμενη τροποποίηση της παραγράφου 12 επιθυμείται η εισαγωγή περαιτέρω λεπτομερειών παράβασης του Συντάγματος, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και του Ποινικού Κώδικα. Οι ενάγουσες καταχώρησαν την αγωγή με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 19.4.
- Καταχωρήθηκε έκθεση απαίτησης στις 5.7.2007 αφού προηγήθηκε αίτηση εκ μέρους του εναγόμενου γι' απόρριψη της αγωγής λόγω μη προώθησης της. Με την έκθεση υπεράσπισης ο εναγόμενος ήγειρε δύο προδικαστικές ενστάσεις. Ότι με την έκθεση απαίτησης οι ενάγουσες αναφέρονται σε ελλειπή και ασαφή γεγονότα και ότι οι ισχυρισμοί των εναγουσών αναφέρονται σε γεγονότα που έλαβαν χώρα προ 40ετίας και η αντίκρουση τους είναι αφάνταστα δύσκολη. Μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων τροποποιήθηκε η έκθεση υπεράσπισης με την οποία προστέθηκε τρίτη προδικαστική ένσταση, περί ύπαρξης παραγραφής για το αδίκημα της αμέλειας. Ακολούθησε καταχώρηση αίτησης ημερ. 21.1.2010 για εκδίκαση των προδικαστικών σημείων που εγέρθησαν με την έκθεση υπεράσπισης όπως και αίτηση για διαγραφή της Απάντησης. Μετά από την καταχώρηση ενστάσεων στις αιτήσεις αυτές και ορισμό γι' ακρόαση της αίτησης για εκδίκαση προδικαστικών ενστάσεων, καταχωρήθηκε αίτηση ημερ. 5.7.2010 για τροποποίηση της ένστασης των εναγουσών αλλά και για τροποποίηση του δικογράφου της Απάντησης. Ακολούθησε η εκδίκαση της αίτησης για διαγραφή της Απάντησης και αργότερα εκ συμφώνου (παρά τη καταχώρηση σχετικών ενστάσεων) εξεδόθησαν διατάγματα στις 4.2.2011 τόσο για τροποποίηση της Απάντησης όσο και της ένστασης των εναγουσών στην αίτηση του εναγομένου για εκδίκαση των προδικαστικών σημείων Παρά το ότι καταχωρήθηκε τροποποιημένη ένσταση στις 22.2.2011, η υπόθεση παρέμεινε χωρίς ορισμό και χωρίς λήψη μέτρων από οιονδήποτε των διαδίκων. Ορίσθηκε από το Δικαστήριο το οποίο και εκδίκασε την αίτηση για προεκδίκαση των νομικών σημείων και εξέδωσε απόφαση στις 31.10.
- Μετά την απόφαση αυτή με την οποία κρίθηκε ότι μπορούσαν να ακουστούν προδικαστικά οι δύο από τις τρεις ενστάσεις του εναγομένου δηλαδή η ένσταση περί παραγραφής και η ένσταση περί ασάφειας στην περιγραφή γεγονότων, όρισε την ακρόαση αυτών για τις 17.12.2012 αφού οι ενάγουσες δεν μπορούσαν ενωρίτερα, εν όψει άλλων ακροάσεων που είχαν και έδωσε οδηγίες για καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων. Ο εναγόμενος καταχώρησε την αγόρευση του, ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου. Στις 26.11.2012 καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση η οποία ορίσθηκε για τις 17.12.2012 ημερομηνία κατά την οποία οι ενάγουσες αιτήθηκαν αναβολής της ακρόασης των προδικαστικών σημείων για να ακουστεί πρώτα η αίτηση τους για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Το Δικαστήριο θεώρησε ορθό και δίκαιο η αίτηση για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης να προηγηθεί της ακρόασης των προδικαστικών σημείων και έτσι έδωσε οδηγίες για καταχώρηση ένστασης εκ μέρους του εναγομένου και όρισε την αίτηση γι' ακρόαση στις 18.1.2013, ημερομηνία κατά την οποία άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων μερών. Εισαγωγή νέας βάσης αγωγής Μια από τις αιτιάσεις του εναγομένου για τη μη αποδοχή της αίτησης τροποποίησης είναι ότι με αυτή εισάγεται νέα βάση αγωγής και γίνεται επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων. Δεν έχει επεξηγηθεί με την ένορκο δήλωση ποια είναι αυτή η νέα βάση αγωγής και εν πάση περιπτώσει ο λόγος αυτός φαίνεται ότι εγκαταλείφθηκε με την αγόρευση της συνηγόρου του εναγομένου δεδομένου πως καμία αναφορά δεν έγινε σε αυτόν τον λόγο ούτε και υποστηρίχθηκε η θέση αυτή. Συνεπώς δεν θα εξεταστεί. Καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης - Αναιτιολόγητο Η κρινόμενη αίτηση έχει καταχωρηθεί στις 26.11.2012 ενώ εκκρεμούσε η ακρόαση των προδικαστικών ενστάσεων που ήγειρε ο εναγόμενος με την έκθεση υπεράσπισης του και η οποία ήταν ορισμένη στις 17.12.
- Ο εναγόμενος είχε ήδη καταχωρήσει τη γραπτή του αγόρευση συμμορφούμενος με τις σχετικές οδηγίες του Δικαστηρίου. Να σημειωθεί και επισημανθεί πως του ορισμού για ακρόαση των προδικαστικών ενστάσεων προηγήθηκε η ακρόαση της αίτησης του εναγομένου ημερ. 21.1.2010 και η απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 31.10.2012 με την οποία το Δικαστήριο αποφάσιζε την προδικαστική εξέταση των θεμάτων που εγείρονταν με τις παραγράφους 1Α και 1Γ της εκθέσεως υπερασπίσεως. Η πρώτη προδικαστική ένσταση άπτεται θέματος ασάφειας και αοριστίας των παραγράφων 10 και 15 της εκθέσεως απαιτήσεως των εναγουσών, η δε άλλη προδικαστική ένσταση εγείρει θέμα παραγραφής του επικαλούμενου αστικού αδικήματος της αμέλειας. Σε αυτό λοιπόν το χρονικό διάστημα και σε αυτό το στάδιο, οι ενάγουσες επέλεξαν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Στη Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 λέχθηκε πως η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως, φαίνεται να περιορίστηκε στην Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Α. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560 όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Η αιτιολογία που δίδεται για την επιλογή του χρόνου καταχώρησης της κρινόμενης αίτησης παρέχεται μέσα από την παράγραφο 2 της ενόρκου δηλώσεως της Βερεγγάριας Παπακόκκινου, μέρος της οποίας παρατίθεται αυτολεξεί: «Μετά από πάρα πολύ προσεκτική μελέτη της δικηγόρου Αλέκας Π. Παπακόκκινου και εμού της Εκθέσεως Απαιτήσεως μας στην άνω αγωγή, διαπιστώσαμεν ότι παραλείπονται ουσιώδη πραγματικά γεγονότα τα οποία δεν εγνωρίζαμε κατά την σύνταξη της Ε/Απαιτήσεως μας και τα οποία επληροφορηθήκαμεν και περιήλθαν σε γνώση και αντίληψή μας εντελώς πρόσφατα δηλαδή πολύ μετά την καταχώρηση της Ε/Απαιτήσεως μας και τα οποία έπρεπε και πρέπει να περιληφθούν στην Ε/Απαιτήσεως μας, συνεπώς δεν υπήρχε δυνατότητα ούτε να ανακαλυφθούν ενωρίτερα και ούτε να περιληφθούν στην Ε/Απαιτήσεως μας, επίσης διαπιστώσαμε ότι εξ αβλεψίας και/ή εκ παραδρομής και/ή εκ καλής πίστεως λάθους παραλείπονται ουσιώδη γεγονότα τα οποία πρέπει και έπρεπε να περιληφθούν». Παρατηρείται πως παραλείπεται οποιαδήποτε αναφορά στον χρόνο πληροφόρησης των γεγονότων αυτών ή στον τρόπο κατά τον οποίο αυτά τα γεγονότα περιήλθαν στη γνώση των εναγουσών. Εκείνο δε που προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση είναι το γεγονός πως αφενός οι ενάγουσες επικαλούνται άγνοια των γεγονότων αυτών τα οποία επιθυμούν να περιλάβουν τώρα στο δικόγραφό τους και αφετέρου ισχυρίζονται ότι η παράλειψη εισαγωγής των γεγονότων αυτών οφείλεται σε αβλεψία και/ή παραδρομή και/ή καλής πίστεως λάθος. Πέραν της καλά καθιερωμένης νομικής αρχής πως η ένορκος δήλωση είναι μαρτυρία και δεν επιδέχεται διαζευκτικούς ισχυρισμούς, οι επικαλούμενοι ισχυρισμοί για μη καταχώρηση ενωρίτερα και σε προγενέστερο στάδιο της κρινόμενης αίτησης τροποποίησης, αυτοαναιρούνται. Είτε δηλαδή δεν τα γνώριζαν τα γεγονότα και υπήρχε άγνοια τους ή λόγω αβλεψίας και/ή παραδρομής δεν καταγράφησαν. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί το εξής: Μεγάλο μέρος και σημαντικό της αιτούμενης τροποποίησης, η οποία θέτει και το έρεισμα για την αύξηση των αποζημιώσεων είναι και η μη λειτουργία του σταθμού πώλησης πετρελαιοειδών και η άρνηση από τις αρχές της άδειας επαναλειτουργίας του. Με τη σκοπούμενη να προστεθεί παράγραφο, ως μέρος της παραγράφου 10, οι ενάγουσες ισχυρίζονται πως μετά τον Ιούλιο του 2007, εζήτησαν την επαναλειτουργία του σταθμού αλλά δεν τους εδόθη άδεια από τις αρχές, οι οποίες προέβαλαν ως λόγο της άρνησης τους την ανάγκη ύπαρξης και λειτουργίας συγκεκριμένου αριθμού σταθμών και γι' αυτό δεν επιτρέπετο η παραχώρηση άλλων αδειών. Θέση, την οποία οι αρχές δεν τήρησαν για όλους, αφού έδωσαν σε τρίτα άλλα πρόσωπα, τέτοια άδεια. Η γνώση επομένως από τις ενάγουσες, των γεγονότων αυτών, υπήρχε από το έτος 2007. Εντέχνως οι ενάγουσες αναφέρουν πως εζήτησαν τη λήψη της άδειας μετά την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης, ώστε να δικαιολογήσουν τη μη αναφορά σε αυτή τούτου του γεγονότος. Δεν συγκεκριμενοποιούν όμως χρονική στιγμή, ούτε εξηγούν γιατί δεν επιχειρήθηκε έκτοτε τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης για εισαγωγή τούτων των γεγονότων και δεν αιτιολογείται η παρέλευση του χρονικού διαστήματος των πέντε και πλέον χρόνων. Θεωρώ πως η οποιαδήποτε καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης τροποποίησης η οποία είναι δεδομένο ότι στην κρινόμενη περίπτωση υπάρχει, θα εθεραπεύετο ενδεχομένως, με μια ικανοποιητική αιτιολογία, κάτι που στην κρινόμενη περίπτωση κρίνεται πως δεν δόθηκε. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί πως όταν παρατηρείται καθυστέρηση στη λήψη διαβήματος τροποποίησης απαιτείται παροχή εξήγησης. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση τόσο πιο επιτακτική καθίσταται η ανάγκη αιτιολόγησης. Αυτό που έχει σημασία είναι, η αργοπορία στην εκδήλωση διαβήματος για άδεια τροποποίησης εκεί που όπου προϋποτίθεται η δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας, να εξηγείται ικανοποιητικά η παράλειψη. (Δέστε C & A Pelecanos Associate Ltd v. Pelecanou
(2001)1 A.Α.Δ. 2075) κάτι που δεν έγινε στην κρινόμενη περίπτωση. (Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44). Αναφορικά με την επιλογή του χρονικού σημείου που επελέγηκε για καταχώρηση της τροποποίησης της εκθέσεως απαιτήσεως δηλαδή ενώ εκκρεμούσε η εκδίκαση των προδικαστικών σημείων και το οποίο ο εναγόμενος και η συνήγορος του το ερμηνεύουν και το θεωρούν ως ένδειξη κακοπιστίας εκ μέρους των εναγουσών, το Δικαστήριο δεν το θεωρεί ως τέτοιο, μάλλον χαρακτηρίζεται «ως μια έξυπνη κίνηση» που έγινε επί τούτου, για αντιμετώπιση, όπως οι ενάγουσες το αντιλαμβάνονται, των προδικαστικών ενστάσεων. Η επιλογή όμως αυτής της χρονικής στιγμής επέτασσε ακόμα πιο επιτακτικά την αιτιολογία και την παροχή ικανής εξήγησης. Κρίνεται πως η θέση αυτή είναι καταλυτικής σημασίας για την τύχη της αίτησης. Πέραν της ανωτέρω κατάληξης και επιπρόσθετα προς τούτο τον λόγο, θα πρέπει να επισημανθούν και σημειωθούν τα εξής: Με το αιτητικό 2 επιζητείται τροποποίηση της παραγράφου 10 της εκθέσεως απαιτήσεως. Η επιζητούμενη να προστεθεί παράγραφος καταλαμβάνει έξι σχεδόν σελίδες. Σε αυτήν εμπεριέχεται μαρτυρία και αχρείαστη επανάληψη ισχυρισμών, κάτι που δεν επιτρέπεται να περιλαμβάνεται στα δικόγραφα. Με το αιτητικό υπό στοιχείο 3 επιδιώκεται η τροποποίηση της παραγράφου 12 με την παράθεση λεπτομερειών παράβασης του Συντάγματος και των Νόμων. Σε αυτή την παράγραφο εμπεριέχεται επιχειρηματολογία αναφορικά με το θέμα της παραγραφής, κάτι που επίσης δεν έχει θέση σε δικόγραφα. Επισημαίνεται η αρχή πως: «Τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης. Η σύνταξη τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στη Δ.19 και διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Ο Θ.4 περιέχει τον πιο θεμελιακό: Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved ..». Η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση σε δικόγραφο. Αν παρεισφρύσει πρέπει να διαγραφεί: Merchants' and Manufacturers' Insurance Co. v. Davies
(1938)1 K.B. 196, 207. Η πεμπτουσία είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Το λόγο γι' αυτό μας δίνει η British Airways Pension Trustees Ltd v. Sir Robert McAlpine
(1994)72 B.L.R. 26: «The basis purpose of pleadings is to enable the opposite party to know what case is being made in sufficient detail to enable that party properly to prepare to answer it. .............................. Pleadings are not a gave to be played at the expense of the litigants, they are not an end in themselves, but a means to the end, and that end is to give each party a fair hearing». Για τους λόγους που ανωτέρω έχουν εκτεθεί, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Η αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του εναγομένου και εναντίον των εναγουσών όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Interim Αναφορά: Αίτηση για τροποποίηση της Εκθέσεως Απαιτήσεως /Σ.Χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο